Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017

. Η εποχή των πολλών ευκολιών, ίσον των πολλών δυσκολιών ΑΓΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ


ΑΓΙΟΣ


Κεφάλαιο 2
 - Ἡ ἐποχή τῶν πολλῶν εὐκολιῶν, ἴσον τῶν πολλῶν δυσκολιῶν77
Ἔγιναν καὶ οἱ καρδιές σιδερένιες...
Ἐπειδή   οἱ   ἀνθρώπινες   εὐκολίες   ξεπέρασαν   τὰ   ὅρια,   ἔγιναν   δυσκολίες. Πλήθυναν οἱ μηχανές, πλήθυνε ὁ περισπασμός, ἔκαναν καὶ τὸν ἄνθρωπο μηχανή, καὶ τώρα οἱ μηχανές καὶ τὰ σίδερα κάνουν κουμάντο καὶ τὸν ἄνθρωπο. Γι' αὐτὸ ἔγιναν καὶ οἱ  καρδιές τῶν  ἀνθρώπων  σιδερένιες.  Μὲ  ὅλα αὐτὰ    τὰ  μέσα  ποὺ ὑπάρχουν,  δὲν καλλιεργεῖται ἡ συνείδηση τῶν ἀνθρώπων. Παλιότερα οἱ ἄνθρωποι δούλευαν μὲ τὰ ζῶα καὶ ἦταν σπλαγχνικοί. Ἄν φόρτωνες τὸ ζῶο λίγο περισσότερο καὶ τὸ κακόμοιρο γονάτιζε, τὸ λυπόσουν. Ἄν ἦταν νηστικό καὶ κοίταζε μὲ παράπονο, σοῦ ράγιζε τὴν καρδιά. Θυμᾶμαι, ὅταν ἀρρώσταινε ἡ ἀγελάδα μας, ὑποφέραμε καὶ ἐμεῖς, γιατί τὴν θεωρούσαμε μέλος τῆς οἰκογενείας μας. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τὰ σίδερα καὶ ἔχουν καρδιές σιδερένιες. Ἔσπασε ἕνα σίδερο; ὀξυγονοκόλληση. Χάλασε τὸ αὐτοκίνητο; τὸ πάνε στὸ γκαράζ. Ἄν δὲν γίνεται, τὸ πετᾶνε, δὲν τὸ πονᾶνε. Σοῦ λέει:

«Σίδερο εἶναι!». Δὲν δουλεύει καθόλου ἡ καρδιά. Ἔτσι ὅμως καλλιεργεῖται ἡ φιλαυτία, ὁ ἐγωισμός. Δὲν σκέφτεται τὸν ἄλλον σήμερα ὁ ἄνθρωπος. Παλιά, ἄν ἔμενε τὸ φαγητό γιὰ τὴν  ἄλλη  μέρα,  θὰ  χαλοῦσε,  καὶ  σκέφτονταν  οἱ  ἄνθρωποι  καὶ  κανέναν  φτωχό.
«Προκειμένου νὰ χαλάση, ἔλεγαν, ἄς τὸ δώσω στὸν φτωχό». Ἕνας ποὺ εἶχε πνευματική κατάσταση ἔλεγε: «Νὰ φάη πρῶτα ὁ φτωχός καὶ ὕστερα ἐγώ». Τώρα τὸ βάζουν στὸ ψυγεῖο καὶ δὲν θυμοῦνται τὸν ἄλλον ποὺ ἔχει ἀνάγκη. Θυμᾶμαι, ὅταν εἴχαμε  καλή  σοδειά  ἀπὸ  λαχανικά  κ.λπ.,  δίναμε  καὶ  στούς  γείτονές  μας,  τὰ μοιράζαμε.  Τί  νὰ  τὰ  κάναμε  τόσα;  Ἔπειτα  θὰ  χαλοῦσαν  κιόλας.  Τώρα  ἔχουν  τὰ ψυγεῖα.  «Γιατί  νὰ  δώσουμε  στούς  ἄλλους;  σοῦ  λέει.  Τὰ  βάζουμε  στὸ  ψυγεῖο  καὶ τάχουμε γιὰ μας». Ἄφησε ποὺ τόννους ὁλόκληρους πετοῦν ἤ θάβουν στὴν χωματερή καὶ ἑκατομμύρια ἄνθρωποι ἀλλοῦ πεινοῦν.


Παλάβωσαν οἱ ἄνθρωποι μὲ τὶς μηχανές


Δὲν ἔχουν τελειωμό τὰ σύγχρονα μέσα. Τρέχουν πιὸ πολύ ἀπὸ τὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, γιατί βοηθάει καὶ ὁ διάβολος. Παλιά οἱ ἄνθρωποι ποὺ δὲν εἶχαν αὐτὰ  τὰ μέσα, τηλέφωνα, φάξ, μηχανήματα ἕνα σωρό , εἶχαν τὴν γαλήνη του, τὴν ἁπλότητά τους.
– Χαίρονταν, Γέροντα, τὴν ζωή τους!
– Ναί, τώρα παλάβωσαν οἱ ἄνθρωποι μὲ τὶς μηχανές! Βασανίζονται ἀπὸ τὶς πολλές εὐκολίες, τούς πνίγει τὸ ἄγχος. Θυμᾶμαι, οἱ Βεδουΐνοι, τότε ποὺ ἤμουν στὸ Σινά78, πόσο χαρούμενοι ἦταν. Εἶχαν μία σκηνή καὶ ζοῦσαν ἁπλά. Δὲν μποροῦσαν νὰ ζήσουν στὴν Ἀλεξάνδρεια ἤ στὸ Κάιρο, ἀναπαύονταν στὴν ἐρημιά μέσα στὶς σκηνές.
Λίγο τσάι ἄν εἶχαν, ἦταν ὅλο χαρὰ καὶ δοξολογοῦσαν τὸν Θεό. Ἀλλά τώρα μὲ τὸν πολιτισμό ἄρχισαν καὶ αὐτοί νὰ ξεχνοῦν τὸν Θεό. Μπῆκαν καὶ αὐτοί στὸ εὐρωπαϊκό πνεῦμα!  Τούς  ἐφτίαξαν  οἱ  Ἑβραῖοι  πρῶτα  καλύβια.  Μετά  τούς  πούλησαν  ὅλα  τὰ παλιά αὐτοκίνητά του Ἰσραήλ79. Ἔ, τούς Ἑβραίους! Κάθε Βεδουΐνος εἶναι τώρα μὲ ἕνα καλύβι καὶ ἕνα χαλασμένο αὐτοκίνητο ἀπ' ἔξω, καὶ ἔχουν καὶ ἄγχος. Χαλάει τὸ αὐτοκίνητο, νὰ παιδεύωνται νὰ τὸ φτιάξουν... Καὶ ἄν ἐξετάση κανείς, τί βγάζουν ἀπὸ ὅλα αὐτά; Ἴσα-ἴσα ἔχουν πονοκέφαλο.
Παλιά ἐφτίαχναν τουλάχιστον γερά πράγματα καὶ κρατοῦσαν. Τώρα δίνεις τοῦ κόσμου τὰ χρήματα νὰ πάρης κάτι καὶ ἀμέσως χαλάει. Ὅποτε τὰ ἐργοστὰσια δωσ' τοῦ βγάζουν νέα πράγματα καὶ μαζεύουν τὰ χρήματα τοῦ κόσμου. Σκοτώνονται στὴν δουλειά οἱ ἄλλοι, γιὰ νὰ τὰ βγάλουν πέρα. Τὰ μηχανήματα εἶναι ἐπιστήμη τῶν Εὐρωπαίων ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ κατσαβίδια. Πρῶτα φτιάχνουν, ἄς ὑποθέσουμε, ἕνα καπάκι, μετά τὸ κάνουν βιδωτό, μετά μὲ κουμπί, πιὸ τέλειο, πιὸ τέλειο... Συνέχεια δηλαδή νέα μηχανήματα τελειότερα καὶ ὁ καημένος ὁ κόσμος ζητάει νὰ πάρη τὸ τελειότερο. Δὲν προλαβαίνουν νὰ ξεχρεώσουν τὸ πρῶτο, παίρνουν δεύτερο καὶ εἶναι χρεωμένοι καὶ κουρασμένοι. Πάει καὶ ὁ φτωχός νὰ πάρη ἕνα αὐτοκίνητο ἀπὸ τὰ πιὸ φθηνά. Πουλάει ὅ,τι ἔχει, τὰ βόδια, τὰ ἄλογα – σὲ λίγο, ὅπως πᾶνε, θὰ βάζουν τὰ γαϊδουράκια στὴν βιτρίνα καὶ θὰ πληρώνουν, γιὰ νὰ βλέπουν γαϊδουράκια!  – καὶ ἀγοράζει τὸ αὐτοκίνητο. Μετά τοῦ χαλάει. «Δὲν ὑπάρχουν ἀνταλλακτικά», τοῦ λένε. Ἀναγκάζεται ὁ καημένος νὰ πάρη ἄλλο. Νὰ πάρη ὅμως τέλειο δὲν μπορεῖ. Θὰ πάρη καλύτερο ἀπὸ τὸ προηγούμενο καὶ ἐκεῖνο θὰ πάη στὴν ἄκρη κ.ο.κ. Θέλει προσοχή! Νὰ μήν μποῦμε καὶ ἐμεῖς σ' αὐτὸ τὸ κανάλι, ἄλλη μόδα πιὸ τελειοποιημένη.


Ἔχει πάθει μεγάλη ζημιά ὁ κόσμος ἀπὸ τὴν τηλεόραση


– Γέροντα, τώρα ὑπάρχει τέτοια τηλεοπτική ἐπικοινωνία, ὥστε τὸ ἴδιο λεπτό μπορεῖ νὰ δή κανεὶς γεγονότα ποὺ συμβαίνουν στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς γής.
– Μόνον τὸν ἑαυτό τους δὲν βλέπουν οἱ ἄνθρωποι, ὅλο τὸν κόσμο τὸν βλέπουν. Τώρα καταστρέφεται ὁ κόσμος ἀπὸ τὸ μυαλό του. Δὲν εἶναι ὅτι τούς καταστρέφει ὁ Θεός.
– Γέροντα, ἡ τηλεόραση κάνει πολύ κακό. – Ἄν κάνη, λέει! Ἦρθε κάποιος καὶ μοῦ ἔλεγε: «Ἡ τηλεόραση, Πάτερ, εἶναικαλή». «Καλά εἶναι τὰ αὐγά, τοῦ λέω, ἅμα τὰ ἀνακατέψης ὅμως μὲ κουτσουλιά, ἄχρηστα γίνονται». Ἔτσι γίνεται καὶ μὲ τὴν τηλεόραση καὶ τὸ ραδιόφωνο. Σήμερα, ἄν ἀνοίξης τὸ ραδιόφωνο, γιὰ νὰ ἀκούσης μία εἴδηση, πρέπει νὰ ἀνεχθῆς νὰ ἀκούσης καὶ ἕνα τραγούδι, γιατί, μόλις τελειώση ἕνα τραγούδι, θὰ πῆ μία εἴδηση. Παλιά δὲν ἦταν ἔτσι. Ἤξερες τί ὥρα θὰ ἔλεγε τὴν εἴδηση στὸ ραδιόφωνο, τάκ, ἄνοιγες καὶ ἄκουγες. Τώρα εἶσαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀκούσης καὶ τὸ τραγούδι, γιατί ἄν τὸ κλείσης, θὰ χάσης τὴν εἴδηση.

Ἔχει  πάθει  μεγάλη ζημιά ὁ  κόσμος ἀπὸ  τὴν  τηλεόραση,  ἰδίως τὰ παιδάκια καταστρέφονται. Ἦρθε ἕνα παιδάκι ἑπτά χρονῶν μὲ τὸν πατέρα του στὸ Καλύβι. Ἔβλεπα νὰ μιλάη μὲ τὸ στόμα τοῦ τὸ δαιμόνιό της τηλεοράσεως, ὅπως μιλάει τὸ δαιμόνιο μὲ τὸ στόμα τῶν δαιμονισμένων. Ἦταν σάν ἕνα μωρό νὰ γεννήθηκε μὲ δόντια. Σήμερα συχνά δὲν βλέπεις φυσιολογικά παιδιά, εἶναι τέρατα. Καὶ βλέπεις, δὲν παίρνουν μία στροφή παραπάνω, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ ἔχουν ἀκούσει, αὐτὸ ποὺ ἔχουν δεῖ, αὐτὸ ἐπαναλαμβάνουν. Ἔτσι θέλουν οἱ ἄλλοι νὰ ἀποβλακώσουν τὸν κόσμο μὲ τὴν τηλεόραση. Δηλαδή, αὐτὰ   ποὺ ἀκοῦν οἱ ἄνθρωποι, αὐτὰ   νὰ πιστεύουν, αὐτὰ   νὰ κάνουν.
  Γέροντα,  μᾶς  ρωτοῦν  μητέρες  πῶς  νὰ  κόψουν  τὰ  παιδιά  τους  ἀπὸ  τὴν τηλεόραση.–    Νὰ    δώσουν    στὰ    παιδιά    νὰ    καταλάβουν    ὅτι    μὲ    τὴν    τηλεόραση ἀποβλακώνονται, δὲν μποροῦν νὰ σκέφτωνται. Ἄς ἀφήσουμε ὅτι χαλοῦν τὰ μάτια τους. Αὐτή ἡ τηλεόραση εἶναι ἔργο τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλη τηλεόραση, ἡ πνευματική. Ὅταν δηλαδή μὲ τὴν ἀπέκδυση τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου καθαρίζωνται καὶ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς, τότε βλέπει ὁ ἄνθρωπος πιὸ μακριά χωρίς μηχανές. Εἴπανε στὰ παιδιά τούς γι' αὐτή τὴν τηλεόραση; Νὰ καταλάβουν τὴν πνευματική τηλεόραση, γιατί μὲ αὐτὰ  τὰ κουτιά θὰ χαζέψουν. Οἱ Πρωτόπλαστοι εἶχαν τὸ διορατικό χάρισμα. Αὐτὸ χάθηκε μετά τὴν πτώση. Ὅταν διατηρήσουν τὰ παιδιά τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος,   θὰ   ἔχουν   καὶ   διορατικό   χάρισμα,   πνευματική   τηλεόραση.   Θέλει προσοχή, δουλειά πνευματική. Οἱ μανάδες σήμερα χάνονται μὲ χαμένα πράγματα καὶ μετά: «Τί νὰ κάνω, Πάτερ; Χάνω τὸ παιδί μου!».


Ὁ μοναχός καὶ τὰ σύγχρονα μέσα


– Γέροντα, πῶς πρέπει νὰ χρησιμοποιῆ ὁ μοναχός τὰ σύγχρονα μέσα;
  Νὰ  κοιτάξη  νὰ  ἔχη  πάντα  λίγο  κατώτερο  ἀπὸ  αὐτὸ  ποὺ  χρησιμοποιεῖ  ὁ κόσμος. Ἐμένα μὲ ἀναπαύει νὰ χρησιμοποιῶ τὰ ξύλα γιὰ ζέστη, γιὰ μαγείρευμα καὶ γιὰ ἐργόχειρο. Ὅταν ὅμως ἔτσι ποὺ πᾶνε μὲ τὸ ἐμπόριο τῶν δασῶν μᾶς ἐξαφανίσουν τὰ ξύλα καὶ θὰ εἶναι δυσεύρετα, τότε θὰ χρησιμοποιήσω τὸ κατώτερο ποὺ θὰ χρησιμοποιῆ ὁ κόσμος, σόμπα πετρελαίου ἤ δὲν ξέρω τί ἄλλο θὰ εἶναι φθηνό καὶ ταπεινό γιὰ θέρμανση, γκαζιέρα γιὰ τὸ ἐργόχειρο κ.λπ.
– Πῶς μπορεῖ νὰ διακρίνει κανεὶς μέχρι ποιό σημεῖο εἶναι κάτι ἀπαραίτητο σ' ἕνα Κοινόβιο; – Ἄν σκέφτεται κανεὶς μοναχικά, μπορεῖ νὰ τὸ βρῆ. Ἄν δὲν σκέφτεται μοναχικά, ὅλα ἀπαραίτητα εἶναι καὶ μετά γίνεται κοσμικός καὶ χειρότερος ἀπὸ κοσμικός. Σάν μοναχοί θὰ πρέπη νὰ ζήσουμε τουλάχιστον λίγο κατώτερα ἀπ' ὅ,τι στὸν κόσμο ἤ τουλάχιστον ὅπως ζούσαμε στὸν κόσμο. Ὄχι νὰ ἔχω καλύτερα πράγματα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ εἶχα στὸ σπίτι μου. Τὸ Μοναστήρι κανονικά πρέπει νὰ εἶναι πιὸ φτωχό ἀπὸ τὸ σπίτι μου. Αὐτὸ βοηθάει ἐσωτερικά τὸν μοναχό καὶ βοηθάει καὶ τὸν κόσμο. Τὰ ἔχει κανονίσει ἔτσι ὁ Θεός, νὰ μή βρίσκουν ἀνάπαυση σ' αὐτὰ  τὰ πράγματα οἱ ἄνθρωποι. Ἄν τούς λαϊκούς τους βασανίζη αὐτή ἡ ἐξέλιξη ἡ κοσμική, πόσο μᾶλλον τὸν μοναχό! Ἄν βρισκόμουν σ' ἕνα πλούσιο σπίτι καὶ μοῦ ἔλεγε ὁ νοικοκύρης, «ποῦ θέλεις νὰ σὲ φιλοξενήσω, γιὰ νὰ εὐχαριστηθῆς, στὸ σαλόνι μὲ τὰ ἐπίσημα ἔπιπλα ἤ σ' ἕναν σταῦλο ποῦ ἔχω μὲ κάνα-δυὸ κατσίκες;», εἰλικρινά σᾶς λέω, ἐκεῖ στὸν σταῦλο μὲ τὰ κατσίκια θὰ ἐνίωθα μεγαλύτερη ἀνάπαυση. Γιατί, ὅταν ξεκίνησα γιὰ καλόγερος, δὲν ἔφυγαἀπὸ  τὸν  κόσμο,  γιὰ  νὰ  βρῶ  καλύτερο  σπίτι,  νὰ  βρῶ  παλάτι.  Ξεκίνησα  γιὰ  κάτι
χειρότερο  ἀπὸ  αὐτὸ  ποὺ  εἶχα.  Ἀλλιῶς  δὲν  κάνω  τίποτε  γιὰ  τὸν  Χριστό.  Ἀλλά  ἡ σημερινή λογική εἶναι αὐτή: «Καλά, θὰ μοῦ ποῦν, ἄν μείνης σὲ ἕνα παλάτι, σὲ τί θὰ βλάψη τὴν ψυχή σου; Ἐκεῖ στὸν στὰυλο θὰ μυρίζη ἄσχημα, ἐνῶ στὸ παλάτι θὰ ἔχη καὶ μία εὐωδία, θὰ μπορῆς νὰ κάνης καὶ καμμιά μετανοια». Πρέπει νὰ ὑπάρχη αἰσθητήριο πνευματικό. Βλέπεις, στὴν πυξίδα ἔχει καὶ τὸ ἕνα βέλος μαγνήτη καὶ τὸ ἄλλο μαγνήτη καὶ γυρίζει. Ὁ Χριστός ἔχει μαγνήτη, ἀλλὰ πρέπει κι ἐμεῖς νὰ πάρουμε λίγο μαγνήτη, γιὰ νὰ γυρίζουμε πρὸς τὸν Χριστό.
Παλιά τί δυσκολίες ὑπῆρχαν στὰ Κοινόβια! Θυμᾶμαι, στὴν κουζίνα εἶχαν ἕνα καζάνι μεγάλο καὶ εἶχαν τὴν μανέλλα, γιὰ νὰ τὸ σηκώνουν. Μὲ τὰ ξύλα ἀναβαν φωτιά, γιὰ νὰ μαγειρέψουν. Πότε δυνατή φωτιά, πότε σιγανή, κολλοῦσαν τὰ φαγητά. Ὅταν κολλοῦσαν τὰ ψάρια, εἶχαν μία ἀτσαλόσκουπα, γιὰ νὰ τὰ ξεκολλοῦν. Ἄντε νὰ μαζεύουμε μετά τὴν στὰχτη ἀπὸ τὴν φωτιά, νὰ τὴν βάζουμε σ' ἕνα πιθάρι ποὺ εἶχε μία τρύπα ἀπὸ κάτω, νὰ ρίχνουμε νερό νὰ κατασταλάξη ἡ ἀλισίβα, γιὰ νὰ πλύνουμε τὰ πιάτα. Τὰ χέρια γίνονταν χάλια. Καὶ τὸ νερό τὸ ἀνεβάζαμε μὲ τὸ μαγγάνι στὸ ἀρχονταρίκι. Μερικά πράγματα ποὺ γίνονται σήμερα στὰ Μοναστήρια, δὲν δικαιολογοῦνται. Εἶδα σ' ἕνα Μοναστήρι νὰ κόβουν τὸ ψωμί μὲ μηχανή. Δὲν ταιριάζει! Νὰ  εἶναι  ἕνας  ἄρρωστος    φιλάσθενος,  ποὺ  δὲν  μπορεῖ  νὰ  κόψη  τὸ  ψωμί  μὲ  τὸ μαχαίρι, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ κόψη, γιατί δὲν ὑπάρχει ἄλλος, τότε ἐκεῖνος, τέλος πάντων, δικαιολογεῖται. Ἀλλά νὰ βλέπης τώρα ἕναν γεροδεμένο νὰ κόβη τὸ ψωμί μὲ τὴν ρόδα! Αὐτός μπορεῖ νὰ δουλέψη κομπρεσέρ καὶ παίρνει τὴν ρόδα, γιὰ νὰ κόψη τὸ ψωμί, καὶ τὸ θεωρεῖ κατόρθωμα! Κοιτάξτε  στὰ  πνευματικά  νὰ  προπορεύεσθε.  Μή  χαίρεσθε  μ'   αὐτὰ     τὰ πράγματα, μηχανές, εὐκολίες κ.λπ. Ἄν φύγη ἀπὸ τὸν Μοναχισμό τὸ πνεῦμα τῆς ἀσκήσεως, δὲν ἔχει νόημα μετά ἡ μοναχική ζωή. Ἄν βάζουμε τὴν εὐκολία πάνω ἀπὸ τὴν καλογερική, δὲν θὰ κάνουμε προκοπή. Ὁ μοναχός ἀποφεύγει τὶς εὐκολίες, γιατί δὲν τὸν βοηθᾶνε πνευματικά. Στὴν κοσμική ζωή δυσκολεύονται οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὶς εὐκολίες τὶς πολλές. Στὸν μοναχό, ἀκόμη καὶ ἄν ἔβρισκε σ' αὐτὰ   ἀνάπαυση, δὲν ταιριάζει ἡ εὐκολία. Νὰ μή ζητοῦμε ἀνέσεις. Τὴν ἐποχή ποὺ ἔζησε ὁ Μέγας Ἀρσένιος δὲν ὑπῆρχαν οὔτε λούξ οὔτε τίποτε ἄλλο, ὑπῆρχαν ἐπίσημοι φανοί στὰ ἀνάκτορα μὲ λάδι πολύ λεπτό. Δὲν μποροῦσε νὰ φέρη ἕναν τέτοιο φανό στὴν ἔρημο; Ἀλλά δὲν τὸ ἔκανε. Εἶχε ἕνα φιτίλι ἤ βαμβάκι καὶ λάδι ἀπ' αὐτὰ  τὰ σπορέλαια, ὅ,τι εἶχαν τότε, καὶ αὐτὸ χρησιμοποιοῦσε 80.
Στὸ διακόνημα πολλές φορές δικαιολογοῦμε τὸν ἑαυτό μας νὰ ἔχουμε μηχανές ἤ διάφορες ἄλλες εὐκολίες, γιὰ νὰ γίνη γρήγορα ἡ δουλειά καὶ νὰ ἀξιοποιηθῆ δῆθεν ὁ χρόνος μας στὰ πνευματικά, καὶ τελικά ζοῦμε πολυμέριμνη ζωή, μὲ ἄγχος, σάν κοσμικοί καὶ ὄχι σάν καλόγεροι. Ὅταν πῆγαν σ' ἕνα Μοναστήρι μερικοί νέοι μοναχοί, τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ ἔκαναν, ἦταν νὰ πάρουν ταχυβραστῆρες, γιὰ νὰ ἔχουν χρόνο νὰ κάνουν πνευματικά, καὶ μετά κάθονταν μὲ τὶς ὧρες καὶ κουβεντίαζαν. Δὲν εἶναι δηλαδή ὅτι τὶς εὐκολίες θὰ τὶς χρησιμοποιήσουν, γιὰ νὰ κερδίσουν χρόνο καὶ νὰ τὸν ἀξιοποιήσουν στὰ πνευματικά. Σήμερα μὲ τὶς εὐκολίες κερδίζουν χρόνο, καὶ χρόνο γιὰ προσευχή δὲν ἔχουν.
– Γέροντα, ἄκουσα νὰ λένε ὅτι καὶ ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Ἀθωνίτης ἦταν προοδευτικός! – Ναί, ἦταν προοδευτικός! Τέτοιου εἴδους προοδευτικότητα εἶχε σάν τὴν σημερινή!... Ἄς διαβάσουν τὸν βίο τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. Ἄχ, εἶχαν φθάσει τούς ὀκτακόσιους, τούς χίλιους οἱ μοναχοί, καὶ πόσος κόσμος πήγαινε γιὰ βοήθεια! Πόσοι φτωχοί, νηστικοί πήγαιναν νὰ φᾶνε ψωμί, νὰ φιλοξενηθοῦν στὴν Λαύρα! Γιὰ νὰ τὰ βγάλη πέρα ὁ Ἅγιος εἶχε πάρει δυὸ βόδια γιὰ τὸν μύλο ἄς πάρουν καὶ αὐτοί σήμερα βόδια! Ἀναγκάσθηκε νὰ κάνη φοῦρνο, σύγχρονο γιὰ τὴν ἐποχή του, γιὰ νὰ δίνη ψωμί στούς ἀνθρώπους. Οἱ βυζαντινοί αὐτοκράτορες τὰ Μοναστήρια τὰ εἶχαν προικίσει μὲ περιουσίες, γιατί ἦταν σάν Φιλανθρωπικά Ἱδρύματα. Τὰ Μοναστήρια τὰ ἐφτίαχναν, γιὰ νὰ βοηθιέται πνευματικά καὶ ὑλικά ὁ κόσμος. Γι' αὐτὸ ἔδιναν δωρεές οἱ αὐτοκράτορες.
Πρέπει νὰ καταλάβουμε ὅτι ὅλα θὰ χαθοῦν καὶ θὰ παρουσιασθοῦμε μπροστὰ στὸν Θεό χρεωμένοι, ἐμεῖς κανονικά οἱ μοναχοί ἔπρεπε νὰ ἔχουμε ὄχι αὐτὰ   ποὺ πετᾶνε οἱ σημερινοί ἄνθρωποι, ἀλλὰ ἐκεῖνα τὰ ἄχρηστα ποὺ πετοῦσαν τὴν παλιά ἐποχή οἱ πλούσιοι στούς λάκκους. Δύο πράγματα νὰ θυμάστε, πρῶτα ὅτι θὰ πεθάνουμε, ὕστερα ὅτι ἴσως πεθάνουμε ὄχι μὲ φυσιολογικό θάνατο, καὶ πρέπει νὰ εἶστε ἕτοιμες νὰ πεθάνετε μὲ ἀφύσικο θάνατο. Ἄν θυμάστε αὐτὰ  τὰ δύο, ὅλα θὰ πᾶνε καλά καὶ ἀπὸ πνευματική πλευρά καὶ ἀπὸ κάθε ἄλλη πλευρά. Ὅλα μετά βρίσκουν τὸν δρόμο τους.


Ἡ στέρηση πολύ βοηθάει


– Γέροντα, γιατί σήμερα ὁ κόσμος ταλαιπωρεῖται τόσο πολύ;
– Γιατί ἀποφεύγει τὸν κόπο. Αὐτή ἡ ἄνεση εἶναι ποὺ τὸν ἀρρωσταίνει καὶ τὸν ταλαιπωρεῖ. Οἱ εὐκολίες στὴν ἐποχή μᾶς ἔχουν ἀποβλακώσει τὸν κόσμο. Αὐτή ἡ μαλθακότητα σήμερα ἔχει φέρει καὶ τὶς πολλές ἀρρώστιες. Παλιά τί τραβοῦσαν γιὰ νὰ ἁλωνίσουν! Τί κόπος, ἀλλὰ καὶ τί γλυκό ἦταν τὸ ψωμί! Ποῦ νὰ ἔβλεπες ψωμί πεταμένο! Ἄν εὕρισκες κανένα κομματάκι, τὸ μάζευες καὶ τὸ ἀσπαζόσουν. Ὅσοι πέρασαν Κατοχή βλέπουν ἕνα κομμάτι ψωμί καὶ τὸ βάζουν στὴν ἄκρη, ἐνῶ οἱ ἄλλοι τὸ πετοῦν, δὲν καταλαβαίνουν τὴν ἀξία του. Πετᾶνε κομμάτια ψωμί στὰ σκουπίδια, δὲν τὸ ἐκτιμοῦν. Οὔτε ἕνα «δόξα σοί ὁ Θεός» δὲν λένε οἱ περισσότεροι γιὰ τὶς εὐλογίες ποὺ δίνει ὁ Θεός. Σήμερα ὅλα γίνονται μὲ ἄνεση.
Ἡ στέρηση πολύ βοηθάει. Ὅταν στεροῦνται κάτι οἱ ἄνθρωποι, τότε μποροῦν νὰ ἀναγνωρίσουν τὴν ἀξία του. Ὅσοι στεροῦνται μὲ ἐπίγνωση, μὲ διάκριση, μὲ ταπείνωση, γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, αἰσθάνονται τὴν πνευματική χαρά. Ἄν π.χ. κάποιος πῆ, «δὲν θὰ πιῶ νερό σήμερα, γιατί ὁ τάδε εἶναι ἄρρωστος, Θεέ μου, δὲν μπορῶ νὰ κάνω τίποτε περισσότερο» καὶ τὸ κάνη, ὁ Θεὸς θὰ τὸν ποτίση ὄχι μὲ νερό ἀλλὰ μὲ λεμονάδα πνευματική, μὲ θεϊκή παρηγοριά. Οἱ ταλαιπωρημένοι, μία παραμικρή βοήθεια νὰ τούς προσφέρη κανείς, ἔχουν πολλή εὐγνωμοσύνη. Ἕνα ἀρχοντόπουλο καλομαθημένο, ὅλα τὰ χατήρια νὰ τοῦ κάνουν οἱ γονεῖς του, τίποτε δὲν τὸ εὐχαριστεῖ. Μπορεῖ νὰ τὰ ἔχη ὅλα καὶ βασανισμένο νὰ εἶναι. Τὰ κάνει ὅλαγυαλιά-καρφιά.  Ἐνῶ  μερικά  παιδάκια,  τὰ  καημένα,  γιὰ  τὴν  παραμικρή  βοήθεια αἰσθάνονται μεγάλη εὐγνωμοσύνη. Ἄν ἕνας φίλος βρεθῆ νὰ τούς βάλη τὰ ναῦλα γιὰ τὸ Ἅγιον Ὅρος, πόσο εὐγνωμονοῦν καὶ αὐτόν καὶ τὸν Χριστό! Ἀκοῦς πολλά πλουσιόπαιδα νὰ λένε: «Τάχουμε ὅλα, γιατί νὰ τάχουμε ὅλα;».  Γκρινιάζουν, γιατί καλοπερνοῦν, ἀντί νὰ εὐγνωμονοῦν τὸν Θεό καὶ νὰ βοηθοῦν καὶ κανέναν φτωχό! Αὐτή εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀχαριστία! Νιώθουν κενό, γιατί δὲν τούς λείπει τίποτε ἀπὸ τὰ ὑλικά. Τὰ βάζουν καὶ μὲ τούς γονεῖς, γιατί τούς τὰ ἔχουν ὅλα ἕτοιμα, καὶ φεύγουν ἀπὸ  τὸ  σπίτι  καὶ  γυρίζουν μὲ ἕνα γυλιό  στὴν  πλάτη.  Καὶ  οἱ  γονεῖς νὰ τὰ δίνουν χρήματα, νὰ τούς πάρουν τηλέφωνο, γιὰ νὰ μήν ἀνησυχοῦν, καὶ ἐκεῖνα νὰ ἀδιαφοροῦν. Καὶ τελικά καταλήγουν οἱ γονεῖς νὰ τὰ ψάχνουν. Ἕνα παλληκάρι τὰ εἶχε ὅλα,  ἀλλὰ  δὲν  ἦταν  εὐχαριστημένο  μὲ  τίποτε.  Ἔφυγε  κρυφά  ἀπὸ  τὸ  σπίτι  καὶ κοιμόταν μέσα στὰ τραῖνα, γιὰ νὰ ταλαιπωρηθῆ. Καὶ ἦταν καὶ ἀπὸ καλή οἰκογένεια! Ἐνῶ, ἄν εἶχε μία δουλειά καὶ ζοῦσε μὲ τὸν ἱδρώτα του, θὰ εἶχε νόημα ὁ κόπος του καὶ θὰ ἦταν ἀναπαυμένο καὶ θὰ δοξολογοῦσε τὸν Θεό.Σήμερα οἱ  πιὸ  πολλοί  δὲν στεροῦνται,  γι'  αὐτὸ  δὲν ἔχουν φιλότιμο.  Ἄν  δὲν κοπιάζη κανείς, δὲν μπορεῖ νὰ ἐκτιμήση καὶ τὸν κόπο τῶν ἄλλων. Τί νόημα ἔχει λ.χ. νὰ ζητᾶς ἐπάγγελμα ἄνετο, νὰ βγάζης χρήματα καὶ μετά νὰ ζητᾶς ταλαιπωρία; Οἱ Σουηδοί, ποὺ παίρνουν γιὰ ὅλα ἐπίδομα ἀπὸ τὸ κράτος καὶ δὲν κοπιάζουν, γυρίζουν στούς δρόμους. Κοπιάζουν γιὰ τὸν ἀέρα, νιώθουν ἄγχος, γιατί ἔχουν ἐκτροχιασθῆ πνευματικά, ὅπως οἱ ρόδες πού, ὅταν βγοῦν ἀπὸ τὸν ἄξονα, τρέχουν στὸν δρόμο χωρίς σκοπό καὶ καταλήγουν στὸν γκρεμό.


Οἱ πολλές εὐκολίες ἀχρηστεύουν τὸν ἄνθρωπο


Ὁ κόσμος κοιτάζει τὴν ὀμορφιά σήμερα καὶ ἔτσι ξεγελιέται, μὲ τὴν ὀμορφιά. Τούς Εὐρωπαίους81 τούς βοηθάει αὐτό, συνέχεια μὲ τὰ κατσαβίδια φτιάχνουν ὄμορφα, καινούργια πράγματα, δῆθεν πιὸ πρακτικά, γιὰ νὰ μήν κουνοῦν τὰ χέρια τούς οἱ ἄνθρωποι. Παλιά μὲ τὰ μέσα ποὺ χρησιμοποιοῦσαν στὴν ἐργασία τούς οἱ ἄνθρωποι, δυνάμωναν. Τώρα μὲ τὰ μέσα ποὺ χρησιμοποιοῦν, χρειάζεται νὰ κάνουν μετά φυσιο- θεραπεία,   μασάζ.   Οἱ   γιατροί   ἐξασκοῦνται   στὸ   μασάζ   τώρα!   Βλέπεις   σήμερα μαραγκούς μὲ κάτι κοιλιές! Ποῦ νὰ εὕρισκες παλιά μαραγκό μὲ κοιλιά! Γιατί μὲ τὴν πλάνη ποῦ πήγαινε πέρα-δώθε κοιλιές θὰ ἔμεναν;
Οἱ πολλές εὐκολίες, ὅταν ξεπερνοῦν τὰ ὅρια, τὸν ἀχρηστεύουν τὸν ἄνθρωπο καὶ τεμπελιάζει. Ἐνῶ μπορεῖ νὰ γυρίση κάτι μὲ τὸ χέρι, σοῦ λέει: «Ὄχι, καλύτερα νὰ πατήσω ἕνα κουμπί καὶ νὰ γυρίση μόνο τού»! Ὅταν συνηθίζη κανεὶς μὲ τὸ εὔκολο, θέλει ὅλο εὔκολα μετά. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι θέλουν νὰ δουλεύουν λίγο καὶ νὰ πλη- ρώνονται πολύ. Ἄν γίνεται νὰ μή δουλεύουν καὶ καθόλου, ἀκόμη καλύτερα! Αὐτὸ τὸ πνεῦμα ἔχει  προχωρήσει  καὶ  στὴν  πνευματική ζωή,  θέλουμε νὰ ἁγιάσουμε δίχως κόπο.
Καὶ   οἱ   περισσότεροι   ποὺ   εἶναι   εὐαίσθητοι   στὴν   ὑγεία   εἶναι   ἀπὸ   τὴν καλοπέραση. Ἄν γίνη ἕνας πόλεμος, ἔτσι ὅπως εἶναι καλομαθημένοι οἱ ἄνθρωποι,πῶς θὰ ἀντέξουν; παλιά τουλάχιστον ἦταν καὶ σκληραγωγημένος ὁ κόσμος, ἀκόμη καὶ τὰ παιδιά, καὶ ἄντεξαν. Τώρα θέλουν βιταμίνες B, C, D καὶ... μερσεντές, γιὰ νὰ ζήσουν! Βλέπεις, καὶ ἕνα ἀτροφικό παιδί, ἄν ἐργασθῆ, δυναμώνουν τὰ μπράτσα του. Πολλοί γονεῖς ἔρχονται καὶ μοῦ λένε: «Εἶναι παράλυτο τὸ παιδί μού», ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ἔχει μία εὐαισθησία στὰ πόδια. Ἐκεῖνοι τὸ ταΐζουν, αὐτὸ κάθεται, τὸ ταΐζουν, κάθεται. Ὅσο κάθεται, τόσο τὰ πόδια γίνονται πιὸ ἀτροφικά καὶ μετά καταλήγει στὸ καροτσάκι: «Κάνε προσευχή, μοῦ λένε, τὸ παιδί μου εἶναι παραλυτο». Τώρα ποιός εἶναι παράλυτος, τὸ παιδί ἤ οἱ γονεῖς; Τούς λέω νὰ τὰ δίνουν τροφές ποὺ δὲν παχαίνουν, νὰ τὰ βάζουν νὰ περπατοῦν λίγο. Μετά πέφτει τὸ βάρος καὶ κινοῦνται σιγά-σιγὰ  πιὸ φυσιολογικά, μέχρι ποὺ παίζουν καὶ ποδόσφαιρο! Ὁ Θεὸς θὰ βοηθήση τὰ πραγματικά παράλυτα παιδιά, ποὺ δὲν βοηθιοῦνται ἀνθρωπίνως. Ἕνα παιδάκι στὴν Κόνιτσα, πολύ ἀνάποδο, εἶχε καή ἀπὸ βόμβα. Τὸ ποδαράκι τοῦ εἶχε μαζευτῆ καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ τεντώση. Ἐπειδή ὅμως δὲν ἡσύχαζε καὶ ἀπὸ τὴν ζωηράδα τοῦ τὸ κουνοῦσε συνέχεια,  τέντωσαν  τὰ νεῦρα  καὶ  ἔγινε καλά.  Πῆγε  καὶ  ἀντάρτης  στὸν Ζέρβα! Καὶ ἐγώ, ὅταν πιάστηκε τὸ πόδι μου ἀπὸ ἰσχιαλγία, ἔκανα τὰ κομποσχοίνια περπατώντας καὶ δυνάμωσε. Ἡ κίνηση πολλές φορές βοηθάει. Ἄν ἀρρωστήσω δυὸ- τρεῖς μέρες καὶ δὲν μπορῶ νὰ κινηθῶ, λέω: «Βοήθησε μὲ, Θεέ μου, λίγο μόνο νὰ σηκωθῶ, νὰ κινηθῶ, καὶ ὕστερα θὰ τὰ βολέψω... Θὰ πάω νὰ κόψω ξύλα». Γιατί, ἄν παραμείνω ξαπλωμένος, θὰ γίνω χειρότερα. Γι' αὐτό, μόλις βρῶ λίγο κουράγιο, καὶ νὰ εἶναι ἀκόμη κρυωμένος, ζορίζομαι καὶ σηκώνομαι νὰ κόψω κανένα ξύλο. Ντύνομαι γερά, ἱδρώνω, καὶ φεύγει τὸ κρύωμα. Ξέρω, φυσικά, ὅτι μὲ τὴν ξάπλα εἶναι πιὸ ἀναπαυτικά,  ἀλλὰ  ζορίζω  τὸν  ἑαυτό  μου  καὶ  σηκώνομαι,  καὶ  φεύγουν  ὅλα.  Νά, βλέπω, ὅταν ἔχω κόσμο καὶ κάθωμαι στὸ κούτσουρο, πιάνομαι. Μπορῶ νὰ πάρω ἕνα στρωσιδάκι καὶ νὰ βάλω – ἀλλὰ ποῦ νὰ βρεῖς μετά γιὰ ὅλους. Γι' αὐτὸ ὕστερ κάνω μία ὥρα κομποσχοίνι τὴν νύχτα περπατώντας. Καὶ ἐπειδή ἔχω πρόβλημα κάτω στὰ πόδια ποὺ κατεβαίνει τὸ αἷμα, μετά τεντώνω καὶ λίγο τὰ πόδια μου. Ἄν ἀφήσω τὸν ἑαυτό μου ἔτσι, πρέπει νὰ μὲ ὑπηρετοῦν. Ἐνῶ τώρα ὑπηρετῶ τὸν κόσμο. Καταλάβατε; Γι' αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος νὰ μήν χαίρεται τὸ ξάπλωμα, γιατί δὲν βοηθάει.– Γέροντα, ἡ ἄνεση πάντοτε βλάπτει;
– Ναί, ἐκεῖ κοντά στὸ Καλύβι μου εἶναι ἕνας Κύπριος μοναχός, ὁ Γερό-Ἰωσήφ ἀπὸ τὴν Καρπασία. Εἶναι ἑκατόν ἔξι χρονῶν82   καὶ ἐξυπηρετεῖται ἀκόμη μόνος του. Ποῦ στὸν κόσμο σήμερα! Μερικοί συνταξιοῦχοι δὲν μποροῦν νὰ περπατήσουν. Ἀδυνατίζουν τὰ πόδια τους, παχαίνουν κιόλας ἀπὸ τὸ καθισιό καὶ ἀχρηστεύονται. Ἐνῶ, ἄν ἔκαναν κάτι, πολύ θὰ βοηθιόνταν. Τὸν Γερό-Ἰωσήφ τὸν πῆραν στὴν Μονή Βατοπεδίου. Τὸν ἔπλυναν, τὸν ἔλουσαν, τὸν περιποιήθηκαν, ἀλλὰ ἐκεῖνος τούς εἶπε:
«Μόλις ἦρθα ἐδῶ, ἀρρώστησα. Ἐσεῖς μ' ἀρρωστήσατε. Νὰ μὲ πάτε στὸ Καλύβι μου νὰ πεθάνω». Ἀναγκάσθηκαν καὶ τὸν πῆγαν πίσω. Πῆγα μία μέρα νὰ τὸν δῶ. «Τι γίνεται; τοῦ λέω. Ἔμαθα πῆγες στὸ Μοναστήρι». «Ναί, πῆγα, μοῦ λέει. Μὲ πῆραν μὲ τὸ αὐτοκίνητο, μὲ πῆγαν κάτω, μ' ἔλουσαν, μὲ καθάρισαν, μὲ περιποιήθηκαν, ἀλλὰ ἐγώ ἀρρώστησα. «Νὰ μὲ πάτε πίσω», τούς εἶπα. Μόλις ἔφθασα ἐδῶ, ἔγινα καλά!». Δὲν βλέπει καὶ πλέκει κομποσχοίνια. Μία φορά ποὺ τοῦ ἔστειλα λίγο φιδέ, εἶπε: «Τί, γιὰ χτικιάρικο μὲ πέρασε ὁ Γερό-Παΐσιος καὶ μοῦ στέλνει φιδέ;». Τρώει φασόλια, ρεβίθια,
κουκιά.  Ἔχει  τέτοια  ὑγεία!  Παλληκάρι  εἶναι!  Μὲ  δύο  μπαστούνια  περπατάει  καὶ πηγαίνει καὶ μαζεύει χόρτα μὲ δυὸ μπαστούνια. Σπέρνει κοκκάρι, κουβαλάει νερό νὰ πλύνη τὰ ροῦχα του, τὸ κεφάλι του. Νὰ διαβάση μετά τὴν Ἀκολουθία του, τὰ Ψαλτήρια, νὰ κάνη τὸν κανόνα του, τὴν εὐχή. Νὰ δῆτε, πῆρε μάστορες νὰ τοῦ φτιάξουν τὴν σκεπή καὶ πῆγε μὲ τὰ δυὸ μπαστούνια νὰ ἀνεβῆ στὴν σκάλα νὰ δή τί κάνουν.  «Κατέβα  κάτω!»,  τοῦ  λένε.  «Όχι,  θ'  ἀνέβω,  τούς  λέει,  νὰ  δῶ  πῶς  τὰ φτιάχνετε»! Πολύ ταλαιπωρεῖται. Ξέρετε ὅμως τί χαρὰ νιώθει! Φτερουγίζει ἡ καρδιά του! Τὰ ροῦχα τοῦ οἱ Πατέρες τὰ παίρνουν κρυφά νὰ τὰ πλύνουν. Τὸν ρώτησα μία φορά: «Ἔ, τί κάνεις μὲ τὰ ροῦχα;». «Μοῦ τὰ παίρνουν, μοῦ λέει, πολλές φορές, ἔτσι κρυφά μου τὰ παίρνουν. Τὰ πλένω καὶ 'γω, βάζω ἐκεῖ αὐτὰ  τὰ «κλίνια»83, τὰ ἀφήνω λίγες μέρες στὴν σκάφη καὶ καθαρίζουν»! Βλέπεις μία ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό, καὶ οἱ ἄλλοι νὰ τὰ ἔχουν ὅλα καὶ νὰ ἔχουν καὶ τὴν φοβία κ.λπ. Μὲ τὴν περιποίηση αὐτός ἀρρώστησε, μὲ τὴν ἐγκατάλειψη ἔγινε καλά.
Ἡ καλοπέραση δὲν βοηθάει. Ἡ ἄνεση δὲν εἶναι γιὰ τὸν μοναχό. Εἶναι ἀτιμία στὴν ἔρημο. Μπορεῖ νὰ εἶσαι καλομαθημένος, ὅμως πρέπει νὰ σκληραγωγηθῆς, ἄν εἶσαι ὑγιής, διαφορετικά δὲν εἶσαι μοναχός.
Κεφάλαιο 3
- Ἁπλοποιῆστε τὴν ζωή σας, γιὰ νὰ φύγη τὸ ἄγχος
Ἀπὸ τὴν κοσμική εὐτυχία βγαίνει τὸ κοσμικό ἄγχος


Ὅσο ἀπομακρύνονται οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν φυσική ζωή, τὴν ἁπλή, καὶ προχωροῦν στὴν πολυτέλεια, τόσο αὐξάνει καὶ τὸ ἀνθρώπινο ἄγχος. Καὶ ὅσο ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν Θεό, ἑπόμενο εἶναι νὰ μή βρίσκουν πουθενά ἀνάπαυση. Γι' αὐτὸ γυρίζουν ἀνήσυχοι ἀκόμη καὶ γύρω ἀπὸ τὸ φεγγάρι –σάν τὸ λουρί τῆς μηχανῆς γύρω ἀπὸ τὴν τρελλή ρόδα84 –, γιατί ὁλόκληρος ὁ πλανήτης μας δὲν χωράει τὴν πολλή τους ἀνησυχία.
Ἀπὸ τὴν κοσμική καλοπέραση, ἀπὸ τὴν κοσμική εὐτυχία, βγαίνει τὸ κοσμικό ἄγχος. Ἡ ἐξωτερική μόρφωση μὲ τὸ ἄγχος ὁδηγεῖ καθημερινῶς ἑκατοντάδες ἀνθρώ- πων (ἀκόμη καὶ μικρά παιδιά μὲ ἄγχος) στὶς ψυχαναλύσεις καὶ στούς ψυχιάτρους καὶ κτίζει συνεχῶς Ψυχιατρεῖα καὶ μετεκπαιδεύει ψυχιάτρους, ἐνῶ πολλοί ψυχίατροι οὔτε Θεό πιστεύουν οὔτε ψυχή παραδέχονται. Ἑπομένως, πῶς εἶναι δυνατόν αὐτοί οἱ ἄν- θρωποι νὰ βοηθήσουν ψυχές, ἀφοῦ καὶ οἱ ἴδιοι εἶναι γεμάτοι ἀπὸ ἄγχος; Πῶς εἶναι δυνατόν ὁ ἄνθρωπος νὰ παρηγορηθῆ ἀληθινά, ἄν δὲν πιστέψη στὸν Θεό καὶ στὴν ἀληθινή ζωή, τὴν μετά θάνατον, τὴν αἰώνια; Ὅταν συλλάβη ὁ ἄνθρωπος τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ζωῆς τῆς ἀληθινῆς, τότε φεύγει ὅλο τὸ ἄγχος του καὶ ἔρχεται ἡ θεία παρηγοριά, καὶ θεραπεύεται. Ἄν πήγαινε κανεὶς στὸ Ψυχιατρεῖο καὶ διάβαζε στούς ἀσθενεῖς  τὸν  Ἀββᾶ Ἰσαάκ,  θὰ  γίνονταν  καλά ὅσοι  πιστεύουν  στὸν  Θεό,  γιατί  θὰ γνώριζαν τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ζωῆς.
Πᾶνε νὰ ἠρεμήσουν οἱ ἄνθρωποι εἴτε μὲ ἠρεμιστικά εἴτε μὲ θεωρίες γιόγκα, καὶ τὴν πραγματική ἠρεμία, ποὺ ἔρχεται, ὅταν ταπεινωθῆ ὁ ἄνθρωπος, δὲν τὴν ἐπιδιώκουν, γιὰ νὰ ἔρθη ἡ θεία παρηγοριά μέσα τους. Καὶ οἱ διάφοροι τουρίστες, ποὺ ἔρχονται ἀπὸ ξένες χῶρες καὶ περπατοῦν στούς δρόμους, μέσα στὸν ἥλιο, στὴν ζέστη, μέσα στὴν σκόνη, μέσα σὲ τόση φασαρία, σκέψου πόσο ὑποφέρουν! Τί ζόρισμα, τί σφίξιμο ἐσωτερικό ἔχουν, ὥστε τὸ σκάσιμο αὐτὸ τὸ ἐξωτερικό τὸ θεωροῦν ἀνάσα! Πόσο τούς διώχνει ὁ ἐαυτός τους, ποὺ θεωροῦν ἀνάπαυση ὅλη αὐτήν τὴν ταλαιπωρία!
Ὅταν δοῦμε ἄνθρωπο μὲ μεγάλο ἄγχος, στενοχώρια καὶ λύπη, ἐνῶ τὰ ἔχει ὅλα – τίποτε δὲν τοῦ λείπει –, πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι τοῦ λείπει ὁ Θεός. Τελικά, οἱ ἄνθρωποι βασανίζονται καὶ ἀπὸ τὸν πλοῦτο, γιατί τὰ ὑλικά ἀγαθά δὲν τούς γεμίζουν, εἶναι διπλό βάσανο. Ξέρω ἀνθρώπους πλούσιους, ποὺ τὰ ἔχουν ὅλα, δὲν ἔχουν καὶ παιδιά καὶ βασανίζονται. Βαριοῦνται ποὺ κοιμοῦνται, βαριοῦνται νὰ περπατήσουν, βασανίζονται ἀπὸ ὅλα. «Εντάξει, ἀφοῦ ἔχεις ἐλεύθερο χρόνο, λέω σὲ κάποιον, Κάνε πνευματικά. Διάβασε μία Ὥρα, διάβασε λίγο ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο». «Δὲν μπορῶ», λέει.
«Κάνε ἕνα καλό, πήγαινε σὲ κανένα νοσοκομεῖο καὶ δές κανέναν ἄρρωστο». «Ποὺ νὰ πάω ὡς ἐκεῖ, σοῦ λέει, καὶ τί θὰ βγῆ;». «Πήγαινε νὰ βοηθήσης κανέναν φτωχό στὴν γειτονιά σου». «Όχι, δὲν μ' εὐχαριστεῖ, λέει, οὔτε αὐτό». Νὰ ἔχη ἐλεύθερο χρόνο, νὰ ἔχη ἕνα σωρό σπίτια, νὰ ἔχη ὅλα τὰ καλά, καὶ νὰ βασανίζεται! Ξέρετε πόσοι τέτοιοι ἄν τυχόν δὲν δουλεύουν, ἀλλὰ μόνον ἀπὸ τὶς περιουσίες ἔχουν εἰσοδήματα, εἶναι οἱ πιὸ βασανισμένοι ἄνθρωποι. Ἐνῶ, ἄν ἔχουν τουλάχιστον μία δουλειά, εἶναι καλύτερα.


Ἡ σημερινή ζωή μὲ τὸ συνεχές κυνηγητό εἶναι κόλαση


Οἱ   ἄνθρωποι   συνέχεια   βιάζονται,   τρέχουν.   Αὐτήν   τὴν   ὥρα   πρέπει   νὰ βρίσκωνται ἐδῶ, τὴν ἄλλη ἐκεῖ, τὴν ἄλλη πιὸ πέρα, ἀφοῦ, γιὰ νὰ μήν ξεχνοῦν τί ἔχουν νὰ κάνουν, χρειάζεται νὰ τὰ γράφουν. Μέσα σὲ τόσο τρέξιμο πάλι καλά ποὺ θυμοῦνται τὰ ὀνόματά τους!... Οὔτε τὸν ἑαυτό τούς γνωρίζουν. Ἀλλά πῶς νὰ τὸν γνωρίσουν; Γίνεται νὰ καθρεφτισθῆς σὲ θολά νερά; Ὁ Θεὸς νὰ μὲ συγχωρέση, ἀλλὰ ὁ κόσμος κατήντησε σωστό τρελλοκομεῖο. Δὲν σκέφτονται οἱ ἄνθρωποι τὴν ἄλλη ζωή, μόνο ζητᾶνε ὅλο καὶ περισσότερα ὑλικά ἀγαθά. Γι' αὐτὸ καὶ δὲν βρίσκουν ἡσυχία καὶ τρέχουν συνέχεια.
Εὐτυχῶς ποὺ ὑπάρχει ἡ ἄλλη ζωή. Ἄν οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν αἰώνια σ' αὐτήν τὴν ζωή, μεγαλύτερη κόλαση δὲν θὰ ὑπῆρχε, ἔτσι ὅπως ἔχουν κάνει τὴν ζωή τους. Μὲ αὐτὸ τὸ ἄγχος, ἄν ζοῦσαν ὀκτακόσια, ἐννιακόσια χρόνια, ὅπως στὴν ἐποχή τοῦ Νῶε, θὰ ζοῦσαν μία μεγάλη κόλαση. Τότε ζοῦσαν ἁπλά καὶ ζοῦσαν καὶ πολλά χρόνια, γιὰ νὰ διατηρῆται ἡ Παράδοση. Τώρα γίνεται αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ψαλμός: «Αἱ ἡμέραι τῶν ἐτῶν ἠμῶν ἐν αὐτοῖς ἑβδομήκοντα ἔτη, ἐὰν δέ ἐν δυναστείαις, ὀγδοήκοντα ἔτη, καὶ τὸ λεῖον αὐτῶν κόπος καὶ πόνος»85. Ἑβδομήντα χρόνια εἶναι ἴσα-ἴσα γιὰ νὰ τακτοποιήσουν τὰ παιδιά τούς οἱ ἄνθρωποι.
Μία μέρα πέρασε ἀπὸ τὸ Καλύβι ἕνας γιατρός ποὺ ζῆ στὴν Ἀμερική καὶ μοῦ ἔλεγε γιὰ τὴν ζωή ἐκεῖ πέρα. Οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ κατήντησαν μηχανές, ὅλη μέρα δουλεύουν. Κάθε μέλος τῆς οἰκογενείας πρέπει νὰ ἔχη δικό του αὐτοκίνητο. Ὕστερα στὸ σπίτι, γιὰ νὰ κινῆται ὁ καθένας ἄνετα, πρέπει νὰ ἔχουν τέσσερις τηλεοράσεις. Καὶ δώσ' του καὶ δουλεύουν καὶ κουράζονται, γιὰ νὰ βγάλουν πολλά χρήματα, γιὰ νὰ ποῦν πώς εἶναι τακτοποιημένοι καὶ εὐτυχισμένοι. Ἀλλά τί σχέση ἔχουν ὅλα αὐτὰ  μὲ τὴν  εὐτυχία;  Τέτοια  ζωή  γεμάτη  ἄγχος  καὶ  μὲ  ἕνα  συνεχές  κυνηγητό  δὲν  εἶναι εὐτυχία, εἶναι κόλαση. Τί νὰ τὴν κάνης τὴν ζωή μὲ τέτοιο ἄγχος; Ἄν ἔπρεπε ὅλος ὁ κόσμος νὰ ζῆ τὴν ζωή αὐτή, δὲν θὰ τὴν ἤθελα. Ἄν ὁ Θεὸς ἔλεγε σ' αὐτούς τούς ἀνθρώπους: «Δὲν σᾶς τιμωρῶ γιὰ τὴν ζωή ποὺ ζῆτε, ἀλλὰ θὰ σᾶς ἀφήσω αἰώνια νὰ ζῆτε ἔτσι», αὐτὸ γιὰ μένα θὰ ἦταν μία μεγάλη κόλαση.
Γι' αὐτὸ καὶ πολλοί ἄνθρωποι δὲν ἀντέχουν νὰ ζοῦν μέσα σὲ τέτοιες συνθῆκες καὶ βγαίνουν ἔξω στὴν ὕπαιθρο χωρίς κατεύθυνση καὶ σκοπό. Σχηματίζουν ὁμάδες, ἔξω στὴν φύση, ἄλλοι μὲ πρόγραμμα τὴν γυμναστική, ἄλλοι μὲ κάτι ἄλλο. Μοῦ εἶπαν γιὰ μερικούς ποὺ βγαίνουν στὴν ὕπαιθρο καὶ τρέχουν ἤ φεύγουν στὰ βουνά καὶ ἀνεβαίνουν σὲ ὕψος 6.000 μ. Κρατοῦν τὴν ἀναπνοή τους καὶ ἔπειτα τὴν ἀφήνουν καὶ πάλι εἰσπνέουν βαθιά... Χαμένα πράγματα. Αὐτὸ δείχνει πώς ἡ καρδιά τούς εἶναι πλακωμένη ἀπὸ τὸ ἄγχος καὶ ζητάει διέξοδο. Σὲ ἕναν τέτοιον εἶπα: «Ἐσεῖς σκάβετε λάκκο, τὸν κάνετε μεγάλο, θαυμάζετε γιὰ τὸν λάκκο ποὺ ἀνοίξατε καὶ γιὰ τὸ βάθος του καὶ... πέφτετε μέσα καὶ πάτε κάτω. Ἐνῶ ἐμεῖς σκάβουμε λάκκο καὶ βρίσκουμε μέταλλα. Ἔχει νόημα ἡ ἄσκησή μας, γιατί γίνεται γιὰ κάτι ἀνώτερο».


Τὸ ἄγχος εἶναι τοῦ διαβόλου

– Γέροντα, λαϊκοί ποὺ ζοῦν πνευματικά, ὅταν γυρίζουν τὸ βράδυ ἀπὸ τὴν δουλειά κουρασμένοι, δυσκολεύονται νὰ κάνουν τὸ Ἀπόδειπνο καὶ στενοχωροῦνται.
– Ὅταν ἐπιστρέφουν ἀργά τὸ βράδυ ἀπὸ τὴν δουλειά καὶ εἶναι κουρασμένοι, ποτέ νὰ μήν στριμώχνουν μὲ ἄγχος τὸν ἑαυτό τους, ἀλλὰ πάντα μὲ φιλότιμο νὰ λένε στὸν ἑαυτό τους: «Ἐὰν δὲν μπορῆς νὰ διαβάσης ὁλόκληρο τὸ Ἀπόδειπνο, διάβασε τὸ μισό ἤ τὸ ἕνα τρίτο» καὶ νὰ προσπαθοῦν ἄλλη φορὰ νὰ μήν κουράζωνται πολύ τὴν ἡμέρα. Νὰ ἀγωνίζωνται, ὅσο μποροῦν, μὲ φιλότιμο καὶ νὰ τὰ ἐμπιστεύωνται ὅλα στὸν Θεό, καὶ ὁ Θεὸς θὰ ἐνεργήση. Ὁ νοῦς πάντα νὰ βρίσκεται κοντά στὸν Θεό. Αὐτή εἶναι ἡ καλύτερη μελέτη.
– Μία ὑπέρμετρη ἄσκηση, Γέροντα, πῶς εἶναι μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ; – Ἄν γίνεται ἀπὸ φιλότιμο, χαίρεται καὶ ὁ ἄνθρωπος, χαίρεται καὶ ὁ Θεὸς γιὰ τὸ φιλότιμο παιδί Του. Ἄν σφίγγεται ἀπὸ ἀγάπη, στὰζει μέλι στὴν καρδιά του. Ἐνῶ, ἄν σφίγγεται ἀπὸ ἐγωισμό, βασανίζεται. Κάποιος ποὺ ἀγωνιζόταν ἐγωιστικά καὶ σφιγγόταν μὲ ἄγχος, εἶπε: «Ὤ Χριστέ μου, πολύ στενή τὴν ἔκανες τὴν πύλη! Δὲν χωράω!». Ἐνῶ, ἄν ἀγωνιζόταν ταπεινά, θὰ χωροῦσε. Ὅσοι ἀγωνίζονται ἐγωιστικά μὲ νηστεῖες, ἀγρυπνίες κ.λπ., ταλαιπωροῦνται χωρίς πνευματική ὠφέλεια, γιατί δέρουν ἀέρα καὶ ὄχι δαίμονες. Ἀντί νὰ διώξουν πειρασμούς, δέχονται  περισσότερους, καὶ ἑπόμενο εἶναι νὰ συναντοῦν πολλή δυσκολία στὸν ἀγώνα τους, νὰ νιώθουν πνίξιμο ἀπὸ ἄγχος. Ἐνῶ ἐκεῖνοι ποὺ ἀγωνίζονται πολύ μὲ πολλή ταπείνωση καὶ μὲ πολλή ἐλπίδα στὸν Θεό, ἡ καρδιά τούς χαίρεται καὶ ἡ ψυχή τούς φτερουγίζει.
Στὴν πνευματική ζωή θέλει προσοχή. Ὅταν οἱ πνευματικοί ἄνθρωποι κινοῦνται ἀπὸ κενοδοξία, μένουν μὲ ἕνα κενό στὴν ψυχή τους. Δὲν ὑπάρχει τὸ πλήρωμα, τὸ φτερούγισμα τῆς καρδιᾶς καὶ, ὅσο μεγαλώνουν τὴν κενοδοξία τους, μεγαλώνει καὶ τὸ κενό μέσα τους καὶ περισσότερο ὑποφέρουν. Ὅπου ἄγχος καὶ ἀπελπισία, ἐκεῖ ταγκαλί- στικη πνευματική ζωή. Γιὰ τίποτε νὰ μήν ἔχετε ἄγχος. Τὸ ἄγχος εἶναι τοῦ διαβόλου. Ὅταν βλέπετε ἄγχος, νὰ ξέρετε ὅτι ἐκεῖ ἔχει βάλει τὴν οὐρά τοῦ τὸ ταγκαλάκι. Ὁ διάβολος δὲν πηγαίνει κόντρα. Ἄν ὑπάρχη μία τάση, σπρώχνει καὶ αὐτός, γιὰ νὰ ταλαιπωρήση καὶ νὰ πλανήση τὸν ἄνθρωπο. Τὸν εὐαίσθητο λ.χ. τὸν κάνει ὑπερευ- αίσθητο. Ὅταν ἔχης διάθεση νὰ κάνης μετάνοιες, σπρώχνει καὶ ὁ διάβολος νὰ κάνης περισσότερες ἀπὸ τὴν ἀντοχή σου καὶ, ἄν οἱ δυνάμεις σου εἶναι περιορισμένες, δημιουρ- γεῖται μία νευρικότητα, γιατί δὲν τὰ βγάζεις πέρα, καὶ στὴν συνέχειά σου δημιουργεῖ ἄγχος μὲ ἐλαφρά ἀπελπισία κατ' ἀρχάς καὶ μετά συνεχίζει... Θυμᾶμαι, ὅταν ἤμουν ἀρ- χάριος μοναχός, ἕνα διάστημα, μόλις ἔπεφτα νὰ κοιμηθῶ, μοῦ ἔλεγε ὁ πειρασμός: «Κοι- μᾶσαι; Σήκω! Τόσοι ἄνθρωποι ὑποφέρουν, τόσοι ἔχουν ἀνάγκη...». Σηκωνόμουν καὶ ἔκανα μετάνοιες, ὅ,τι μποροῦσα. Μόλις ἔπεφτα νὰ κοιμηθῶ, ἄρχιζε ξανά: «Οἱ ἄλλοι ὑποφέρουν κι ἐσύ κοιμᾶσαι; Σήκω!». Σηκωνόμουν πάλι. Μέχρι ποὺ ἔφθασα νὰ πῶ: «Ἄχ, νὰ μοῦ κόβονταν τὰ πόδια, τί καλά! Θὰ ἤμουν τότε δικαιολογημένος, ἀφοῦ δὲν θὰ μποροῦσα νὰ κάνω μετανοιες». Μία Μεγάλη Σαρακοστή τὴν ἔβγαλα μὲ τὸ ζόρι, γιατί πήγαινα νὰ στριμώξω τὸν ἑαυτό μου περισσότερο ἀπὸ τὴν ἀντοχή μου.
Ὅταν νιώθουμε στὸν ἀγώνα μᾶς ἄγχος, νὰ ξέρουμε ὅτι δὲν κινούμαστε στὸν χῶρο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι τύραννος νὰ μᾶς πνίγη. Καθένας νὰ ἀγωνίζεται μὲ φιλότιμο,  ἀνάλογα  μὲ  τὶς  δυνάμεις  του,  καὶ  νὰ  καλλιεργῆ  τὸ  φιλότιμο,  γιὰ  νὰ του, δηλαδή οἱ πολλές μετάνοιες, οἱ πολλές νηστεῖες κ.λπ., δὲν θὰ εἶναι τίποτε ἄλλο παρά τὰ ξεσπάσματα τῆς ἀγάπης του, καὶ θὰ προχωρῆ μὲ πνευματική λεβεντιά.Δὲν πρέπει, δηλαδή, νὰ ἀγωνίζεται κανεὶς μὲ ἀρρωστημένη σχολαστικότητακαὶ   νὰ   πνίγεται   μετά   ἀπὸ   ἄγχος,   παλεύοντας   μὲ   τούς   λογισμούς,   ἀλλὰ   νὰ ἁπλοποιήση τὸν ἀγώνα του καὶ νὰ ἐλπίζη στὸν Χριστό καὶ ὄχι στὸν ἑαυτό του. Ὁ Χριστός ὅλο ἀγάπη, καλωσύνη καὶ παρηγοριά εἶναι καὶ ποτέ δὲν πνίγει, ἀλλὰ ἔχει ἄφθονο πνευματικό ὀξυγόνο, θεία παρηγοριά. Ἄλλο εἶναι ἐργασία πνευματική λεπτή, καὶ ἄλλο εἶναι ἀρρωστημένη σχολαστικότητα, ἡ ὁποία πνίγει μὲ τὸ ἐσωτερικό ἄγχος, ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό ἀδιάκριτο ζόρισμα, ποὺ σπάει καὶ τὸ κεφάλι μὲ πονοκέφαλο.
– Γέροντα, ἕνας ποὺ ἀπὸ τὴν φύση τοῦ σκέφτεται πολύ καὶ ζορίζεται τὸ κεφάλι του, πῶς πρέπει νὰ ἀντιμετωπίση τὰ πράγματα, γιὰ νὰ μήν κουράζεται; – Ἄν κινῆται κανεὶς ἁπλά, δὲν κουράζεται. Ὅταν ὅμως μπή ἔστω καὶ λίγο ὁ ἐγωισμός, σφίγγεται, γιὰ νὰ μήν κάνη κανένα λάθος, καὶ κουράζεται. Δὲν πειράζει, ἄς κάνη καὶ κανένα λάθος καὶ ἄς τὸν μαλώσουν καὶ λίγο. Αὐτὸ ποὺ λές, μπορεῖ νὰ δικαιολογηθῆ λ.χ. σὲ ἕναν δικαστικό, ποὺ συνέχεια ἔχει νὰ ἀντιμετωπίση δύσκολες ὑποθέσεις καὶ φοβᾶται μήπως κρίνη ἄδικα καὶ γίνη αὐτός αἰτία νὰ τιμωρηθοῦν ἀθῶες ψυχές. Πονοκέφαλος στὴν πνευματική ζωή παρουσιάζεται, ὅταν κανεὶς φέρνη εὐθύνη καὶ βρίσκεται σὲ ἀδιέξοδο, γιατί πρέπει νὰ πάρη μία ἀπόφαση, ἡ ὁποία θὰ εἶναι εἰς βάρος κάποιων καί, ἄν δὲν τὴν πάρη, ἀδικοῦνται ἄλλοι. Ὅταν δηλαδή στριμώχνεται συνέχεια ἡ συνείδηση. Ἐσύ, ἀδελφή, νὰ προσέξης νὰ μήν κάνης πνευματική δουλειά μὲ τὸ μυαλό ἀλλὰ μὲ τὴν καρδιά. Καὶ νὰ μήν κάνης καὶ δουλειά, χωρίς νὰ ἐμπιστεύεσαι στὸν θεό ταπεινά, γιατί ἀλλιῶς θὰ ἀγωνιᾶς, θὰ κουράζης καὶ τὸ μυαλό καὶ  θὰ  νιώθης  ἄσχημα  ψυχικά.  Μέσα  στὴν  ἀγωνία  συνήθως  εἶναι  κρυμμένη  ἡ ἀπιστία. Ἀλλά καὶ ἀπὸ ὑπερηφάνεια μπορεῖ νὰ ἔχη κανεὶς ἀγωνία.


Ἡ λιτότητα βοηθάει πολύ στὴν καλογερική


– Εἶδες τὸ σαλονάκι σᾶς πόσο ὀμόρφυνε μὲ τὶς γκρί κουβέρτες; ἦρθε λίγο σὲ λογαριασμό.
– Γέροντα, πῶς θὰ καταλάβη ἕνας μοναχός ἄν κάτι ταιριάζη ἤ δὲν ταιριάζη στὸ Μοναστήρι;
– Νὰ ξεκινάη ἀπὸ 'κει, νὰ σκέφτεται: «Τί εἶμαι καὶ τί ὑποχρεώσεις ἔχω στὴν ζωή ποῦ ζῶ;». Τὸν στρατό τὸν τιμάει τὸ χακί. Τὸ Μοναστήρι τὸ τιμάει τὸ μαῦρο. Ἄν βάλουν στὸν στρατό μαῦρα καὶ στὸ Μοναστήρι χακί, δὲν ταιριάζει. Ἄντε τώρα ἐσεῖς νὰ βάλετε ἄσπρο νοσοκομειακό σάν τὶς ἀδελφές νοσοκόμες – ἀδελφές δὲν λέγεσθε καὶ ἐσεῖς; – καὶ ἐκεῖνες μαῦρα, γιὰ νὰ φέρουν σὲ ἀπελπισία τούς ἀρρώστους καὶ νὰ ποῦν οἱ ἄρρωστοι: «Θὰ πεθάνουμε, φαίνεται, καὶ δὲν μᾶς τὸ λένε καθαρά»!... Δὲν ταιριάζει, πῶς  νὰ  τὸ  κάνουμε!  Κάτι  μπορεῖ  νὰ  εἶναι  ὄμορφο,  ἀλλὰ  στὸν  Μοναχισμό  δὲν ταιριάζει. Καὶ τὸ βελοῦδο εἶναι ὄμορφο, ἀλλά, ἄν φορέσω ἕνα ράσο βελούδινο, αὐτὸ δὲν μὲ τιμᾶ, ἀλλὰ μὲ βρίζει. Μή χρησιμοποιῆτε κόκκινα, χρωματιστὰ! Δὲν κάνει!
– Δηλαδή, Γέροντα, νὰ εἶναι ἄχρωμα, ἄγευστα...
– Τότε θὰ ἔρθη ἡ γεύση. Πρέπει ὅμως νὰ τὸ καταλάβη κανεὶς αὐτό. Αὐτήν τὴν χαρὰ τῆς ἁπλότητος οἱ ἄνθρωποι δὲν τὴν ἔχουν καταλάβει ἀκόμη. Νά, ἐγώ στὸ Καλύβι βρέχω τὴν σκούπα καὶ παίρνω τὶς ἀράχνες ἀπὸ τὶς κάπνες –καὶ αὐτὸ μία φορά τὸν χρόνο
τὸ κάνω – καὶ ἔτσι ὅπως εἶναι βρεγμένη ἡ σκούπα, κάνει κάτι ὄμορφα σχέδια, νερά μαῦρα-ἄσπρα πάνω στὸ ταβάνι! Ἄν τὰ δή κανείς, θὰ νομίζη ὅτι τὸ ἔχω βάψει! Ξέρετε πόσο τὸ χαίρομαι;
Γνωρίζω μοναχούς ποὺ δὲν χαρήκανε ἀπὸ τὸ πνευματικό πνεῦμα ἀλλὰ ἀπὸ τὸ κοσμικό. Δὲν νιώσανε αὐτὸ τὸ σκίρτημα, τὴν χαρὰ τῆς ἁπλότητος. Στὴν πνευματική ζωή βοηθάει πάρα πολύ ἡ λιτότητα. Ὁ μοναχός πρέπει νὰ ἔχη αὐτὰ  ποὺ τοῦ χρειά- ζονται καὶ αὐτὰ  ποὺ τοῦ ταιριάζουν. Ἄς περιορισθῆ μέχρι αὐτὸ ποὺ τὸν διευκολύνει λίγο,  νὰ  μήν  πάη  στὸ  κοσμικό.  Μία  στρατιωτική  λ.χ.  κουβέρτα  ἐξυπηρετεῖ  τὴν ἀνάγκη, δὲν χρειάζεται νὰ εἶναι μία κουβέρτα δαντελωτή ἤ χρωματιστή. Ἔτσι ἔρχεται ἡ ἁπλότητα, ἡ πνευματική λεβεντιά.
Δῶσε πράγματα στὸν μοναχό, τὸν κατέστρεψες. Ἐνῶ, ὅταν ἀδειάζη ἀπὸ τὰ πράγματα   κανείς,   αὐτὸ   ξεκουράζει.   Καὶ   ἄν      μοναχός   μαζεύη   πράγματα, καταστρέφει μόνος του τὸν ἑαυτό του. Ἐγώ, ὅταν μου στέλνουν πράγματα, νιώθω βάρος  καὶ  θέλω  νὰ  ξελαφρώσω,  Ἤ,  ὅταν  ἔχω  κάτι  περίσσιο  στὸ  Κελλί  μου, αἰσθάνομαι σάν νὰ φορῶ μία σφιχτή φανέλλα. Ἄν δὲν βρῶ ποῦ νὰ τὰ δώσω, καλύτερα νὰ τὰ πετάξω. Ἐνῶ, μόλις τὰ δώσω, νιώθω μία ἀνακούφιση, μία ἐλευθερία. Ἦρθε μία φορά κάποιος γνωστός καὶ μοῦ λέει: «Γέροντα, ὁ τάδέ μου ἔδωσε αὐτὰ  τὰ πράγματα νὰ σᾶς τὰ φέρω καὶ ζήτησε νὰ εὐχηθῆτε νὰ τοῦ φύγη τὸ ἄγχος». «Νὰ φύγη ἀπὸ ἐκεῖνον καὶ νὰ ἔρθη σ' ἐμένα; Παρ' τα καὶ φύγε, τοῦ λέω. Ἐγώ τώρα γέρασα, δὲν μπορῶ νὰ πηγαίνω νὰ μοιράζω86 πράγματα».
Ὅλες οἱ εὐκολίες ποὺ ἔχουν οἱ ἄνθρωποι σκλαβώνουν τὸν μοναχό ἀντί νὰ τὸν βοηθήσουν. Ὁ μοναχός πρέπει νὰ προσπαθῆ νὰ ἐλαττώνη τὶς ἀνάγκες του καὶ νὰ ἁπλοποιῆ τὴν ζωή του, ἀλλιῶς δὲν ἐλευθερώνεται. Ἄλλο καθαριότητα, ἄλλο λοῦσο. Πολύ βοηθάει, γιὰ νὰ μπορέση νὰ ἐλαττώση τὶς ἀπαιτήσεις του, νὰ κάνη πολλές δουλειές μὲ ἕνα πράγμα. Στὸ Σινά εἶχα ἕνα κονσερβοκούτι καὶ ἐκεῖ ἐφτίαχνα καὶ τὸ τσάι, ἐκεῖ καὶ τὸν χυλό. Τί νομίζετε πῶς χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ ζήση; Παλιά στὴν ἔρημο ἔτρωγαν μόνο χουρμάδες. Οὔτε φωτιά ἀναβαν οὔτε ξύλα χρειάζονταν. Ἐγώ τώρα πῆρα ἕνα κονσερβοκούτι ἀπὸ γάλα, τὸ ἔκοψα λίγο καὶ ἔκανα κάτι σάν χερούλι. Πιὸ εὔκολο εἶναι νὰ κάνης μ' αὐτὸ καφέ ἤ τσάι. Ἕνα καὶ ἕνα στὸ καμινέτο ζεσταίνεται! Ποῦ ἐκεῖνα τὰ μπρίκια! Θέλουν ἕνα σωρό οἰνόπνευμα, γιὰ νὰ ζεσταθοῦν! Μὲ αὐτό, λίγο βαμβάκι μὲ οἰνόπνευμα βάζεις, καὶ τάκ, γίνεται ὁ καφές. Καὶ γιὰ φῶς οὔτε λάμπα ἔχω. Μόνο μὲ τὸ κερί περνῶ τὸ βράδυ.
Γενικά τὰ ἁπλά πολύ βοηθοῦν. Νὰ ἔχετε ἁπλά καὶ στέρεα πράγματα. Τὸ ταπεινό καὶ ἁπλό καὶ οἱ κοσμικοί τὸ ἐκτιμοῦν καὶ τούς μοναχούς βοηθάει. Θυμᾶται κανεὶς τὴν φτώχεια, τὸν πόνο, τὴν καλογερική. Ὅταν εἶχε πάει στὴν Μεγίστη Λαύρα ὁ βασιλιάς Γεώργιος, οἱ Πατέρες βρῆκαν ἕναν ἀσημένιο δίσκο καὶ τοῦ πῆγαν τὸ κέρασμα. Μόλις τὸν εἶδε ἐκεῖνος, τούς εἶπε: «Ἐγώ περίμενα κάτι ἄλλο ἀπὸ σας, περίμενα ξύλινο δίσκο. Τέτοιους δίσκους τούς ἔχω βαρεθή».
Αὐτήν τὴν γλύκα τῆς ἁπλότητος δὲν τὴν ἔχετε καταλάβει. Ἡ ἁπλότητα ξεκουράζει. Κοίταξε τί ὡραῖο κρεμαστὰρι γίνετε μὲ ἕνα καρούλι! Πολύ πρακτικό! Ἐσεῖς βασανίζεσθε! Ἔχετε ἐδῶ ἕνα καρφάκι ψιλό, γιὰ νὰ κρεμάση καεῖς τὸ ράσο του. Ἄν βγῆ ὁ  ἀσβέστης,  θὰ  πρέπη  κάθε  φορὰ  ποὺ  ξεκρεμᾶς  τὸ  ράσο  νὰ  τὸ  τρίβης,  γιὰ  νὰ καθαρίση!  Δὲν  βάζετε  μερικά  μεγάλα  καρφιά  στὸν  τοῖχο,  γιὰ  νὰ  ἐξυπηρετηθῆτε. Τόσος τοῖχος οὔτε ἕνα καρφί! Ἤ βάζετε μία ξύλινη κρεμάστρα. Αὐτή θέλει λοῦστρο,ξεσκόνισμα  κ.λπ.  Ἀντί  νὰ  ἁπλοποιῆτε  τὰ  πράγματα,  γιὰ  νὰ  μή  χάνετε  χρόνο, μπαίνετε στό... «πολυχρόνιο». Θέλετε τὸ τέλειο καὶ ταλαιπωρεῖσθε. Τὸ τέλειο στὰ πνευματικά νὰ τὸ θέλετε. Νὰ μή δίνετε ὅλον τὸν δυναμισμό σας σὲ ἐξωτερικά καλλιτεχνικά, ἀλλὰ στὴν καλλιτεχνία τῆς ψυχῆς. Μέρα-νύχτα νὰ κοιτάζετε γιὰ τὴν τελειοποίηση τῆς ψυχῆς. Ἄν τὸ καλλιτεχνικό τὸ ἀξιοποιήσετε στὴν καλλιέργεια τῆς ψυχῆς, θὰ χαίρεστε γιὰ τὸ πνευματικό παλατάκι σας.
– Γέροντα, λένε μερικοί ὅτι τὰ Μοναστήρια εἶχαν τὰ πιὸ πολυτελῆ πράγματα καὶ κράτησαν τὸν πολιτισμό στὸν κόσμο!...– Μπορεῖ νὰ ἐννοοῦν τὰ κειμήλια. Τὰ περισσότερα κειμήλια ξέρετε πότε μαζεύτηκαν;  Μετά  τὴν  Ἅλωση  τῆς  Κωνσταντινουπόλεως  μαζεύτηκαν.  Ὅλα  αὐτὰ ἦταν πρῶτα στὰ παλάτια. Ἀλλά μετά, γιὰ νὰ τὰ φυλάξουν, τὰ πήγαιναν στὰ Μοναστήρια. Ἡ βασίλισσα Μάρω87  λ.χ. τὰ κουβαλοῦσε λίγα-λίγα ἀπὸ τὸν Σουλτάνο. Ἤ τὰ ἄφηνε κανεὶς στὸ Μοναστήρι, ὅταν πέθαινε, γιὰ νὰ μή χαθοῦν. Ὄχι ὅτι τὰ Μοναστήρια ἐπεδίωκαν νὰ τὰ παίρνουν, ἀλλὰ ἐκεῖνοι ποὺ τὰ εἶχαν, ἐνίωθαν μία ἀσφάλεια καὶ τὰ πήγαιναν ἐκεῖ. Στὰ Μοναστήρια πάλι τοῦ Ἁγίου Ὅρους ἄφηναν περιουσίες, γιὰ νὰ τρώη ψωμί ὁ κόσμος, ἐπειδή δὲν ὑπῆρχαν οὔτε Γηροκομεῖα οὔτε Ὀρφανοτροφεῖα οὔτε Ψυχιατρεῖα οὔτε Φιλανθρωπικά Ἱδρύματα. Ἔδιναν καὶ μεγάλες ἐκτάσεις, γιὰ νὰ ἔχουν τὰ Μοναστήρια νὰ δίνουν στούς λαϊκούς ποὺ εἶχαν ἀνάγκη. Τότε δηλαδή ἔβλεπαν πιὸ πέρα, βοηθοῦσαν ἐκεῖνα τὰ δύσκολα χρόνια τὸν καημένο τὸν κόσμο ὑλικά, γιὰ νὰ τὸν βοηθήσουν μετά καὶ πνευματικά. Στὰ Μοναστήρια, ὅταν πήγαιναν οἱ φτωχοί, τούς ἔδιναν καμμιά εὐλογία, καὶ ἔτσι πάντρευαν τὸ παλληκάρι τους ἤ τὴν κοπέλα τους. Δηλαδή σκοπός τούς ἦταν νὰ βοηθήσουν τὸν καημένο τὸν κόσμο, γι' αὐτὸ ἐφτίαχναν καὶ μεγάλα κτίρια. Στὴν Κατοχή ξέρεις πόσο κόσμο βοήθησαν   τὰ   Μοναστήρια;   πάρα   πολύ!   Πολλοί   κοσμικοί   τότε   εἶχαν   ἐπίθετο «Καράκαλλος», γιατί, ὅταν ἕνα σπίτι ἦταν φιλόξενο, ἔλεγαν ὅτι εἶναι σάν τὴν Μονή Καρακάλλου88.  Γι'  αὐτὸ  γίνονταν  καὶ  τὰ  πανηγύρια  στὶς  Μονές,  ὅταν  γιόρταζε  ὁ Ἅγιος, γιὰ νὰ βρῆ λίγο ψάρι ὁ φτωχός κόσμος νὰ φάη. Νὰ χαρῆ λίγο καὶ παράλληλα νὰ βοηθηθῆ πνευματικά. Τώρα γιὰ ποιό λόγο νὰ γίνωνται τὰ πανηγύρια; Ποιός ὁ σκοπός νὰ φάη ὁ κόσμος ψάρι, ἀφοῦ σήμερα δὲν στερεῖται;


Ἡ πολυτέλεια κοσμικοποιεῖ τούς μοναχούς


– Γέροντα, πόσο στόλισμα μπορεῖ νὰ βάλη κανεὶς σὲ ἕναν Ναό; – Στὴν ἐποχή μας, ὅσο πιὸ ἁπλό εἶναι κάτι, ἀκόμη καὶ σὲ ἕναν Ναό, τόσο πιὸ πολύ βοηθάει, γιατί δὲν ζοῦμε τώρα στὸ Βυζάντιο.

– Στὸ τέμπλο λ.χ. τί σχέδιο εἶναι καλό νὰ κάνουμε;
– Σχέδιο... «καλογερικῆς»! Ὅσο μπορεῖτε, ὅλα νὰ εἶναι σεμνά, ἁπλά. Ὁ Ὅσιος Παχώμιος89  στράβωσε τὴν κολόνα, γιὰ νὰ μή θαυμάζουν τὰ ἔργα τοῦ οἱ ἄνθρωποι. Θυμάστε τὸ περιστατικό; Εἶχε φτιάξει Ναό στὸ Μοναστήρι μὲ πολλή ἐπιμέλεια καὶ τὶς κολόνες τὶς εἶχε κάνει μὲ πλίνθους. Τὸν ἔβλεπε πόσο ὡραῖος ἦταν καὶ χαιρόταν. Ἀλλά μετά σκέφθηκε ὅτι τὸ νὰ χαίρεται γιὰ τὸ ὡραῖο ἔργο ποὺ ἐφτίαξε, δὲν ἦταν κατὰ Θεόν. Ἔδεσε λοιπόν τὶς κολόνες μὲ σχοινιά καὶ, ἀφοῦ προσευχήθηκε, εἶπε στούς ἀδελφούς νὰ τὰ τραβήξουν, ὥσπου στράβωσαν οἱ κολόνες.
Ἐκεῖ στὸ Κελλί κόβω κάθε χρόνο λαμαρίνες καὶ βάζω στὴν σκεπή, στὰ παράθυρα, γιατί εἶναι χαλασμένα καὶ μπαίνει ἀέρας. Βάζω καὶ σανίδια, νάυλον καὶ τὰ κλείνω. Θὰ μοῦ πῆς: «Γιατί δὲν φτιάχνεις διπλά παράθυρα;». Καὶ ἐγώ τὸ ξέρω αὐτό, μαραγκός εἶμαι. Ἄν ἤθελα, μποροῦσα νὰ φτιάξω παράθυρα καὶ μὲ τρεῖς πατοῦρες, ἀλλὰ μετά φεύγει ἡ καλογερική. Ὁ τοῖχος εἶναι τελείως χάλια. Μποροῦσα καὶ ἀπὸ ἄλλους νὰ ζητήσω νὰ μὲ βοηθήσουν καὶ νὰ βολέψω τὸ Καλύβι, ἀλλὰ καὶ ἔτσι βολεύομαι. Νὰ κάνω αὐτὸ τὸ ἔξοδο γιὰ τὸν τοῖχο, ἐνῶ ὑπάρχει ἀλλοῦ τόση ἀνάγκη; Δὲν   μὲ   βοηθάει   αὐτό.   Ἄν   ἔχω   κανένα   πεντακοσάρικο,   προτιμῶ   νὰ   πάρω σταυρουδάκια, εἰκονάκια καὶ νὰ τὰ δώσω σὲ κανέναν πονεμένο, γιὰ νὰ βοηθηθῆ. Ἐγώ χαίρομαι μὲ τὸ νὰ δίνω. Καὶ ἀνάγκη νὰ τὸ ἔχω, δὲν τὸ ξοδεύω γιὰ μένα.
Ὅπως ὅταν ξεκινᾶ κανεὶς γιὰ πνευματικά, δὲν χορταίνει ποτέ, ἔτσι καὶ ὅταν ξεκινᾶ γιὰ τὰ ὄμορφα, δὲν χορταίνει ποτέ. Τώρα ξέρεις τί πρέπει νὰ γίνεται; Νὰ μή φροντίζης γιὰ τὰ καλοφτιαγμένα κτίρια, νὰ φτιάχνης τὰ ἀπαραίτητα καὶ νὰ στραφῆς στὴν δυστυχία τοῦ κόσμου μὲ προσευχή, ὅταν δὲν ἔχης νὰ δώσης, καὶ μὲ ἐλεημοσύνη, ὅταν ἔχης. Νὰ κάνετε προσευχή καὶ τὰ πιὸ ἀπαραίτητα ἀπὸ δουλειές. Ὅλα αὐτὰ  ποὺ κάνουμε, δὲν ἔχουν πολλή ζωή. Καὶ ἀξίζει νὰ δίνουμε τὴν ζωή μας, καὶ νὰ δυσκο- λεύωνται ζωές καὶ νὰ πεθαίνουν ἀπὸ τὴν πείνα ἄλλοι; Τὰ ἁπλά κτίρια καὶ τὰ ταπεινά ἀντικείμενα μεταφέρουν τούς μοναχούς νοερά στὶς σπηλιές καὶ στὰ ἀπέριττα Ἀσκητήρια τῶν Ἁγίων Πατέρων μας, καὶ ἔτσι ὠφελοῦνται πνευματικά. Ἐνῶ τὰ κοσμικά   θυμίζουν   κόσμο   καὶ   κάνουν   τούς   μοναχούς   κοσμικούς   στὴν   ψυχή. Πρόσφατα90   ἔγιναν ἀνασκαφές καὶ βρέθηκαν στὴν Νιτρία τὰ πρῶτα «Κελλία» τῶν μοναχῶν, τὰ ἀσκητικά. Στὴν συνέχεια βρέθηκαν τὰ λίγο μεταγενέστερα, ποὺ ἦταν λίγο κοσμικά, καὶ κατόπιν τὰ τελευταία ποὺ ἐμοίαζαν μὲ τὰ σαλόνια τῶν πλουσίων ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, μὲ κάδρα καὶ ζωγραφιές στούς τοίχους κ.λπ., τὰ ὁποία ἔφεραν τὴν ὀργή τοῦ Θεοῦ, τὰ λήστεψαν καὶ τὰ κατέστρεψαν οἱ κακοποιοί.
Ὁ Χριστός γεννήθηκε στὴν Φάτνη. Ἄν ἀναπαυώμαστε στὰ κοσμικά, θὰ μᾶς φτύση ὁ Χριστός, ποὺ δὲν ἔφτυσε κανέναν: «Ἐγώ δὲν εἶχα τίποτε, θὰ πῆ. Ὅλα αὐτὰ  τὰ βρήκατε γραμμένα στὸ Εὐαγγέλιο; Τὰ εἴδατε σ' Ἐμένα; Κοσμικοί δὲν εἶστε, καλόγεροι δὲν εἶστε. Τί νὰ σᾶς κάνω; Ποῦ νὰ σᾶς βάλω;».

Τὰ ὡραῖα καὶ τέλεια εἶναι κοσμικά καὶ τούς πνευματικούς ἀνθρώπους δὲν τούς ἀναπαύουν. Τὰ ντουβάρια θὰ γκρεμισθοῦν ὅλα. Ἡ ψυχή... Μία ψυχή ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ ὅλο τὸν κόσμο. Τί κάνουμε γιὰ τὴν ψυχή; Νὰ ἀνοίξουμε δουλειά πνευματική. Νὰ μπῆ ἡ καλή ἀνησυχία. Ὁ Χριστός θὰ ζητήση ἀπὸ μᾶς σὲ τί βοηθήσαμε τὸν κόσμο πνευματικά καὶ τί πνευματική δουλειά κάναμε, ὄχι τί ντουβάρια φτιάξαμε. Αὐτὰ  οὔτε θὰ τὰ ἀναφέρη. Γιὰ τὴν πνευματική μας πρόοδο θὰ μᾶς ζητηθῆ λόγος. Θέλω νὰ καταλάβετε τὸ πνεῦμα μου, δὲν λέω νὰ μήν γίνωνται καὶ αὐτά, χτισίματα κ.λπ., ἤ νὰ μή  γίνωνται  καλά,  ἀλλὰ  πρῶτα  τὰ  πνευματικά  καὶ  ὕστερα  ὅλα  τὰ  ἄλλα  μὲ πνευματική διάκριση.


Ἁπλοποιῆστε τὴν ζωή σας!


Οἱ κοσμικοί λένε: «Καλότυχοι αὐτοί ποὺ ζοῦν στὰ παλάτια καὶ ἔχουν ὅλες τὶς εὐκολίες». Ἀλλ' ὅμως μακάριοι εἶναι αὐτοί ποὺ κατόρθωσαν νὰ ἁπλοποιήσουν τὴν ζωή τους καὶ  ἐλευθερώθηκαν  ἀπὸ  τὴν  θηλειά τῆς κοσμικῆς αὐτῆς ἐξελίξεως τῶν πολλῶν εὐκολιῶν, ἴσον τῶν πολλῶν δυσκολιῶν, καὶ ἀπαλλάχθηκαν ἀπὸ τὸν φοβερό ἄγχος τῆς σημερινῆς ἐποχῆς μας. Ἄν δὲν ἁπλοποιήση τὴν ζωή τοῦ ὁ ἄνθρωπος, βασανίζεται. Ἐνῶ, ἄν τὴν ἁπλοποιήση, δὲν θὰ ἔχη αὐτὸ τὸ ἄγχος.
Ἕνας   Γερμανός   μία   φορά   στὸ   Σινά   εἶπε   σὲ   ἕνα   Βεδουϊνάκι   ποὺ   ἦταν πανέξυπνο:  «Ἐσύ  εἶσαι  ἔξυπνο,  μπορεῖς  νὰ  μάθης  γράμματα».  «Καί  μετά;»,  τὸν ρωτάει ἐκεῖνο. «Μετά θὰ γίνης μηχανικός». «Καὶ μετά;». «Μετά θ' ἀνοίξης ἕνα συνεργεῖο αὐτοκινήτων». «Καί μετά;». «Μετά θὰ τὸ μεγαλώσης». «Καί μετά;». «Μετά θὰ πάρης καὶ ἄλλους νὰ δουλεύουν καὶ θὰ ἔχης πολύ προσωπικό». «Δηλαδή, τοῦ λέει, νὰ ἔχω ἕναν πονοκέφαλο, νὰ βάλω ἄλλον ἕναν πονοκέφαλο καὶ μετά νὰ βάλω καὶ ἕναν   ἄλλον;   Δὲν   εἶναι   καλύτερα   τώρα   ποῦ   ἔχω   ἥσυχο   τὸ   κεφάλι   μου;».   Ὁ περισσότερος  πονοκέφαλος  εἶναι  ἀπὸ  αὐτές  τὶς  σκέψεις,  νὰ  κάνουμε  αὐτό,  νὰ κάνουμε ἐκεῖνο. Ἄν ἦταν πνευματικές οἱ σκέψεις, θὰ ἐνίωθε κανεὶς πνευματική παρηγοριά καὶ δὲν θὰ εἶχε πονοκέφαλο.
Τώρα καὶ στούς κοσμικούς τονίζω πολύ τὴν ἁπλότητα. Γιατί πολλά ἀπὸ αὐτὰ ποὺ κάνουν, δὲν χρειάζονται καὶ τούς τρώει τὸ ἄγχος. Τούς μιλάω γιὰ τὴν λιτότητα καὶ τὴν ἀσκητικότητα. Συνέχεια φωνάζω: «Ἁπλοποιῆστε τὴν ζωή σας, γιὰ νὰ φύγη τὸ ἄγχος». Καὶ τὰ περισσότερα διαζύγια ἀπὸ 'κει ξεκινοῦν. Πολλές δουλειές, πολλά πρά- γματα ἔχουν νὰ κάνουν οἱ ἄνθρωποι καὶ ζαλίζονται. Δουλεύουν καὶ οἱ δύο, πατέρας καὶ μάνα, ἀφήνουν καὶ τὰ παιδιά ἐγκαταλελειμμένα. Κούραση, νεῦρα – μικρό θέμα, μεγάλος καυγᾶς – αὐτόματο διαζύγιο μετά, ἐκεῖ φθάνουν. Ἄν ἁπλοποιοῦσαν ὅμως τὴν ζωή τους, θὰ ἦταν καὶ ξεκούραστοι καὶ χαρούμενοι. Αὐτὸ τὸ ἄγχος εἶναι καταστροφή!
Μία φορά βρέθηκα σὲ ἕνα σπίτι ποὺ ἦταν ὅλο πολυτέλεια καὶ, καθώς συζητούσαμε, μοῦ εἶπαν: «Ζοῦμε στὸν Παράδεισο, ἐνῶ ἄλλοι ἄνθρωποι στερούνται». «Ζῆτε στὴν κόλαση, τούς λέω. «Ἄφρον, ταύτη τῇ νυκτί»91, εἶπε ὁ Θεὸς στὸν πλούσιο. Ἄν ὁ Χριστός μὲ ρωτοῦσε: «Ποῦ θέλεις νὰ σὲ βάλουμε, σὲ μία φυλακή ἤ σὲ ἕνα σπίτι σάν αὐτό;», θὰ ἔλεγα: «Σὲ μία σκοτεινή φυλακή». Γιατί ἡ φυλακή θὰ μὲ βοηθοῦσε. Θὰ μοῦ θύμιζε τὸν Χριστό, θὰ μοῦ θύμιζε τους ἁγίους Μάρτυρες, θὰ μοῦ θύμιζε τούς ἀσκητές ποὺ ἦταν στὶς ὀπές τῆς γής, θὰ μοῦ θύμιζε καλογερική. Ἡ φυλακή θὰ ἐμοίαζε καὶ λίγο μὲ τὸ κελλί μου καὶ θὰ χαιρόμουν. Αὐτὸ τὸ δικό σας τί θὰ μοῦ θύμιζε καὶ σὲ τί θὰ μὲ βοηθοῦσε; Γι' αὐτὸ οἱ φυλακές μὲ ἀναπαύουν καλύτερα ὄχι μόνον ἀπὸ ἕνα σαλόνι κοσμικό ἀλλὰ καὶ ἀπ'ἕνα ὡραῖο κελλί μοναχοῦ. Χίλιες φορές στὴν φυλακή παρά σὲ ἕνα τέτοιο σπίτι».
Κάποτε ποὺ εἶχα φιλοξενηθῆ στὴν Ἀθήνα σ' ἕναν φίλο μου, μὲ παρακάλεσε νὰ δεχθῶ  ἕναν  οἰκογενειάρχη  πρίν  φωτίση,  γιατί  ἄλλη  ὥρα  δὲν  εὐκαιροῦσε.  Ἦρθε λοιπόν χαρούμενος καὶ συνέχεια δοξολογοῦσε τὸν Θεό. Εἶχε καὶ πολλή ταπείνωση καὶ ἁπλότητα καὶ μὲ παρακαλοῦσε νὰ εὔχωμαι γιὰ τὴν οἰκογένειά του. Ὁ ἀδελφός αὐτός ἦταν περίπου τριάντα ὀκτώ ἐτῶν καὶ εἶχε ἑπτά παιδιά. Δυὸ τὸ ἀνδρόγυνο καὶ ἄλλοι δυὸ οἱ γονεῖς του, ἐν ὅλῳ ἕντεκα ψυχές, καὶ ἔμεναν ὅλοι σὲ ἕνα δωμάτιο. Μοῦ ἔλεγε μὲ τὴν ἁπλότητα ποὺ εἶχε: «Ὄρθιούς μας χωράει τὸ δωμάτιο, ἀλλά, ὅταν ξαπλώνουμε, δὲν μᾶς παίρνει, εἶναι λίγο στενόχωρα. Δόξα τῷ Θεῶ, τώρα κάναμε ἕνα ὑπόστεγο γιὰ κουζίνα καὶ βολευτήκαμε. Ἐμεῖς ἔχουμε καὶ στέγη. Πάτερ μου, ἐνῶ εἶναι ἄλλοι ποὺ μένουν  στὴν  ὑπαιθρο».    ἐργασία  τοῦ  ἦταν  σιδερωτής.  Ἔμενε  στὴν  Ἀθήνα  καὶ ἔφευγε πρίν φωτίση, γιὰ νὰ βρεθῆ ἐγκαίρως στὸν Πειραιά ὅπου ἐργαζόταν. Ἀπὸ τὴν ὀρθοστασία καὶ τὶς πολλές ὑπερωρίες τὰ πόδια τοῦ εἶχαν κιρσούς καὶ τὸν ἐνοχλοῦσαν, ἀλλὰ ἡ πολλή ἀγάπη του πρὸς τὴν οἰκογένειά του τὸν ἔκανε νὰ ξεχνάη τούς πόνους καὶ τὶς ἐνοχλήσεις. Ἐλεεινολογοῦσε μάλιστα τὸν ἑαυτό τοῦ συνέχεια καὶ ἔλεγε ὅτι δὲν ἔχει ἀγάπη, γιατί δὲν κάνει καλωσύνες σάν Χριστιανός, καὶ ἐπαινοῦσε τὴν γυναίκα του ὅτι ἐκείνη κάνει καλωσύνες, γιατί ἐκτός ἀπὸ τὰ παιδιά καὶ τὰ πεθερικά της ποὺ φρόντιζε, πήγαινε καὶ ἔπαιρνε τὰ ροῦχα ἀπὸ τούς γέρους τῆς γειτονιᾶς, τὰ ἐπλένε, τούς συγύριζε καὶ τὰ σπίτια, τούς ἐφτίαχνε καὶ καμμιά σούπα. Ἔβλεπε κανεὶς στὸ πρόσωπο τοῦ καλοῦ αὐτοῦ οἰκογενειάρχη ζωγραφισμένη τὴν θεία Χάρη. Εἶχε μέσα τοῦ τὸν Χριστό καὶ ἦταν γεμάτος χαρὰ καὶ τὸ δωμάτιό του γεμάτο ἀπὸ παραδεισένια χαρά. Ἐνῶ αὐτοί ποὺ δὲν ἔχουν μέσα τούς τὸν Χριστό, εἶναι γεμάτοι ἀπὸ ἄγχος, καὶ δυὸ ἄνθρωποι νὰ εἶναι, δὲν χωρᾶνε μέσα σὲ ἕντεκα δωμάτια. Ἐνῶ οἱ ἕντεκα αὐτοί ἄνθρωποι μὲ τὸν Χριστό, χωροῦσαν μέσα σ' ἕνα δωμάτιο.
Ἀκόμη καὶ πνευματικοί ἄνθρωποι, ὅσους χώρους καὶ νὰ ἔχουν, βλέπεις νὰ μή χωροῦν, γιατί μέσα τους δὲν ἔχει χωρέσει ὁ Χριστός ὁλόκληρος. Ἄν οἱ γυναῖκες ποὺ ζοῦσαν στὰ Φάρασα ἔβλεπαν τὴν πολυτέλεια ποὺ ὑπάρχει σήμερα, ἀκόμη καὶ σὲ πολλά Μοναστήρια, θὰ ἔλεγαν: «Θὰ ρίξη ὁ Θεὸς φωτιά νὰ μᾶς κάψη! Ἐγκατάλειψη Θεοῦ!». Ἐκεῖνες μάζευαν τὶς δουλειές τάκα-τάκα. Πρωί-πρωί ἔπρεπε νὰ βγάλουν τὰ γίδια, μετά νὰ συμμάσουν τὸ σπίτι. Ὕστερα πήγαιναν στὰ ἐξωκκλήσια ἤ μαζεύονταν στὶς σπηλιές, καὶ μία ποὺ ἤξερε λίγα γράμματα διάβαζε τὸ Συναξάρι τοῦ Ἁγίου της ἡμέρας. Μετά δωσ' τοῦ μετάνοιες, ἔλεγαν καὶ τὴν εὐχή. Καὶ δούλευαν, κουράζονταν. Μία γυναίκα ἔπρεπε νὰ ξέρη νὰ ράβη ὅλα τὰ ροῦχα τοῦ σπιτιοῦ. Καὶ τὰ ἔρραβαν μὲ τὸ χέρι.  Μηχανές  τοῦ  χεριοῦ  λίγες  εἶχαν  σὲ  καμμιά  πόλη,  στὰ  χωριά  δὲν  εἶχαν.  Ἄν ὑπῆρχε στὰ Φάρασα ὅλο καὶ ὅλο μία μηχανή τοῦ χεριοῦ. Ἔρραβαν ἀκόμη καὶ τοῦ ἄνδρα  τὰ  ροῦχα  καὶ  ἦταν  πιὸ  ἄνετα,  καὶ  τὶς  κάλτες  τὶς  ἔπλεκαν  στὸ  χέρι.  Εἶχαν γοῦστο, μεράκι, ἀλλὰ τούς περίσσευε καὶ χρόνος, γιατί τὰ εἶχαν ὅλα ἁπλά. Οἱ Φαρασιῶτες δὲν κοιτοῦσαν λεπτομέρειες. Ζοῦσαν τὴν χαρὰ τῆς καλογερικῆς. Καὶ ἄν, γιὰ παράδειγμα, ἡ κουβέρτα δὲν ἦταν καλά στρωμένη καὶ κρεμόταν λίγο ἀπὸ τὴν μία μεριά καὶ ἔλεγες: «Σιάξε τὴν κουβέρτα», θὰ σοῦ ἔλεγαν: «Σὲ ἐμποδίζει στὴν προσευχή σου;».
Αὐτήν  τὴν  χαρὰ  τῆς  καλογερικῆς  οἱ  ἄνθρωποι  σήμερα  δὲν  τὴν  γνωρίζουν. Νομίζουν  ὅτι  δὲν  πρέπει  νὰ  στερηθοῦν,  νὰ  ταλαιπωρηθοῦν.  Ἄν  σκέφτονταν  οἱ ἄνθρωποι   λίγο   καλογερικά,   ἄν   ζοῦσαν   πιὸ   ἁπλά,   θὰ   ἦταν   ἥσυχοι.   Τώρα βασανίζονται. Ἄγχος καὶ ἀπελπισία στὴν  ψυχή.  «Ὁ τάδε πέτυχε ποὺ ἐφτίαξε δύο πολυκατοικίες ἤ ποὺ ἔμαθε πέντε γλῶσσες κ.λπ.! Ἐγώ δὲν ἔχω οὔτε ἕνα διαμέρισμα, δὲν ξέρω οὔτε μία ξένη γλώσσα. Ὤχ, χάθηκα!». Ἔχει κάποιος ἕνα αὐτοκίνητο καὶ ἀρχίζει: «Ὁ ἄλλος ἔχει καλύτερο. Νὰ πάρω καὶ ἐγώ». Παίρνει τὸ καλύτερο, ὕστερα μαθαίνει ὅτι ἄλλοι ἔχουν ἀεροπλάνα ἀτομικά καὶ πάλι βασανίζεται. Τελειωμό δὲν ἔχουν. Ἐνῶ ἄλλος ποὺ δὲν ἔχει αὐτοκίνητο, ὅταν δοξάζη τὸν Θεό, χαίρεται: «Δόξα τῷ Θεῶ, λέει, ἄς μήν ἔχω αὐτοκίνητο, ἔχω γερά τὰ πόδια μου καὶ μπορῶ νὰ περπατήσω. Πόσοι ἄνθρωποι εἶναι μὲ κομμένα πόδια, δὲν μποροῦν νὰ ἐξυπηρετηθοῦν, νὰ βγοῦν ἕναν περίπατο, θέλουν ἕναν ἄνθρωπο νὰ τούς ὑπηρετή, ἐνῶ ἐγώ ἔχω τὰ πόδια μου!». Κια ἕνας κουτσός ποὺ λέει: «Καὶ ἄλλοι ποὺ δὲν ἔχουν καὶ τὰ δυὸ πόδια;», καὶ αὐτός χαίρεται.
Ἡ ἀχαριστία καὶ ἡ ἀπληστία εἶναι μεγάλο κακό. Ὁ κυριευμένος ἀπὸ ὑλικά πράγματα εἶναι κυριευμένος πάντα ἀπὸ στενοχώρια καὶ ἄγχος, γιατί πότε τρέμει μήν τοῦ τὰ πάρουν καὶ πότε μήν τοῦ πάρουν τὴν ψυχή. Μία μέρα ἦρθε ἕνας πλούσιος ἀπὸ τὴν Ἀθήνα καὶ μοῦ λέει: «Πάτερ, ἔχασα τὴν ἐπαφή μὲ τὰ παιδιά μου, ἔχασα τὰ παιδιά μού». «Πόσα παιδιά ἔχεις;», τοῦ λέω. «Δύο, μοῦ λέει. Τὰ μεγάλωσα μὲ τὸ πουλιοῦ τὸ γάλα. Τί ἤθελαν καὶ δὲν τὸ εἶχαν! Ἀκόμη καὶ αὐτοκίνητο τὰ πήρα». Ἀπὸ τὴν συζήτηση βγῆκε ὅτι εἶχε καὶ αὐτός δικό του αὐτοκίνητο καὶ ἡ γυναίκα τοῦ δικό της καὶ τὰ παιδιά δικό τους. «Εὐλογημένε, τοῦ λέω, ἐσύ, ἀντί νὰ λύσης τὰ προβλήματά σου, τὰ μεγάλω- σες. Τώρα θέλεις ἕνα μεγάλο γκαράζ γιὰ τὰ αὐτοκίνητα, ἕναν μηχανικό νὰ τὸν πλη- ρώνης τετραπλάσια, γιὰ νὰ τὰ διορθώνης, χώρια ποὺ κινδυνεύετε καὶ οἱ τέσσερις κάθε στιγμή νὰ σκοτωθῆτε. Ἐνῶ, ἄν εἶχες ἁπλοποιήσει τὴν ζωή σου, θὰ ἦταν ἑνωμένη ἡ οἰκογένειά σου, θὰ καταλάβαινε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ δὲν θὰ εἶχες αὐτὰ   τὰ προβλήματα. Δὲν φταῖνε τὰ παιδιά σου τώρα, ἐσύ φταῖς ποὺ δὲν φρόντισες νὰ δώσης ἄλλη ἀγωγή στὰ παιδιά σοῦ». Μία οἰκογένεια τέσσερα αὐτοκίνητα, ἕνα γκαράζ, ἕναν μηχανικό κ.λπ.! Ἄς πάη ὁ ἄλλος λίγο ἀργότερα. Ὅλη αὐτή ἡ εὐκολία γεννάει δυσκολίες.
Ἄλλη φορὰ ἦρθε ἕνας ἄλλος οἰκογενειάρχης στὸ Καλύβι – ἦταν πέντε ἄτομα ἡ οἰκογένειά του – καὶ μοῦ λέει: «Πάτερ, ἔχουμε ἕνα αὐτοκίνητο καὶ σκέφτομαι νὰ πάρουμε ἄλλα δύο. Θὰ μᾶς διευκολύνη». «Καί πόσο θὰ σᾶς δυσκολέψη τὸ σκέφτηκες; τοῦ λέω. Τὸ ἕνα τὸ βάζεις ἐκεῖ σὲ μία τρύπα, τὰ τρία ποῦ θὰ τὰ βάλης; Θὰ θέλης ἕνα γκαράζ καὶ μία ἀποθήκη γιὰ καύσιμα. Θὰ διατρέχετε τρεῖς κινδύνους. Καλύτερα νὰ ἔχετε ἕνα καὶ νὰ περιορίσετε τὶς ἐξόδους σας. Θὰ ἔχετε χρόνο νὰ δῆτε τὰ παιδιά σας. Θὰ ἔχετε τὴν ἠρεμία σας. Ἡ ἁπλοποίηση εἶναι τὸ παν». «Δὲν τὸ σκέφθηκα αὐτό», μοῦ λέει.
– Γέροντα, μᾶς εἶπε κάποιος ὅτι δυὸ φορές δὲν μποροῦσε νὰ σταματήση τὸν συναγερμό τοῦ αὐτοκινήτου. Τὴν μία φορά, γιατί εἶχε μπή μία μύγα, καὶ τὴν ἄλλη, γιατί εἶχε μή ὁ ἴδιος ἀντικανονικά στὸ αὐτοκίνητο.
  Μαρτυρική  εἶναι    ζωή  τους,  γιατί  δὲν  ἁπλοποιοῦν  τὰ  πράγματα.  Οἱ περισσότερες εὐκολίες δυσκολίες προξενοῦν. Οἱ κοσμικοί πνίγονται ἀπὸ τὰ πολλά. Ἔχουν γεμίσει εὐκολίες-εὐκολίες καὶ ἔκαναν τὴν ζωή τούς δύσκολη. Ἄν δὲν ἁπλοποιήση κανεὶς τὰ πράγματα, μία εὐκολία γεννάει ἕνα σωρό δυσκολίες.
Ὅταν ἤμασταν μικρά, κόβαμε τὸ καρούλι στὶς ἄκρες, βάζαμε μία σφήνα μέσα καὶ κάναμε ἕνα ὡραῖο παιχνίδι καὶ χαιρόμασταν μ' αὐτό. Τὰ μικρά παιδιά χαίρονται
μὲ ἕνα αὐτοκινητάκι πιὸ πολύ ἀπὸ ὅ,τι ὁ πατέρας τους, ὅταν ἀγοράζη μερσεντές. Ἄν ρωτήσης ἕνα κοριτσάκι: «Τί θέλεις, ἕνα κουκλάκι ἤ μία πολυκατοικία;», νὰ δής, θὰ σοῦ πῆ: «Ἕνα κουκλάκι». Καὶ τελικά τὰ μικρά παιδιά γνωρίζουν τὴν ματαιότητα τοῦ κόσμου.
– Γέροντα, τί βοηθάει περισσότερο, γιὰ νὰ καταλάβη κανεὶς αὐτήν τὴν χαρὰ τῆς λιτότητος; –  Νὰ  συλλάβη  κανεὶς  τὸ  βαθύτερο  νόημα  τῆς  ζωῆς.  «Ζητεῖτε  πρῶτον  τὴνΒασιλείαν τοῦ Θεοῦ...»92. Ἀπὸ ἐκεῖ ξεκινᾶ ἡ ἁπλότητα καὶ κάθε σωστή ἀντιμετώπιση.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
77. Στὸ κεφάλαιο αὐτὸ φαίνεται τὸ ἀγωνιστικό πνεῦμα ποὺ εἶχε ὁ Γέροντας ὡς ἀσκητής καὶ ἡ ἀγωνία του μήπως ἀλλοιωθῆ τὸ ἀσκητικό πνεῦμα τοῦ Μοναχισμοῦ. Ὁ Γέρνοντας δὲν εἶναι ἐνάντιος του πολιτισμοῦ. Θέλει νὰ τονίση ὅτι δὲν πρέπει νὰ μᾶς κυβερνάη ὁ πολιτισμός, ἀλλὰ νὰ τὸν κυβερνοῦμε. Εἰδικά ὁ μοναχός, ἔλεγε, θὰ πρέπη νὰ κυριαρχῆ στὰ σύγχρονα μέσα καὶ νὰ τὰ χρησιμοποιῆ μὲ διάκριση, γιὰ νὰ μπορῆ νὰ διοχετεύη τὶς δυνάμεις του στὸν πνευματικό ἀγώνα.
78. 1962-1964
79. Τὸ Σινά, ποὺ τώρα ἀνήκει στὴν Αἴγυπτο, τότε ἄνηκε στὸ Ἰσραήλ.
80. Ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος ὁ Μέγας (354) καταγόταν ἀπὸ τὴν Ρώμη. Ἦταν μέγας κατὰ τὴν σοφία καὶ τὴν ἀρετή. Ὀνομαζόταν «πατήρ Βασιλέων», γιατί ὁ αὐτοκράτορας Θεοδόσιος τοῦ ἀνέθεσε τὴν μόρφωση τῶν δύο παιδιῶν του. Τὸ 394 μετά ἀπὸ θεία πληροφορία ἀναχωρεῖ γιὰ τὴν ἔρημό της Αἰγύπτου. Ἄν καὶ εἶχε ζήσει στὰ ἀνάκτορα, διακρίθηκε ὡς μοναχός γιὰ τὴν μεγάλη αὐστηρότητα καὶ τὴν σκληραγωγία του.
81. Ὁ Γέροντας, ὅταν ἀναφέρεται στούς Εὐρωπαίους καὶ στὴν Δύση, δὲν ὑποτιμᾶ τούς λαούς αὐτούς, ἀλλὰ θέλει νὰ χτυπήση τὸ ὀρθολογιστικό καὶ ἀθεϊστικό πνεῦμα.
82. Τὸν Νοέμβριο τοῦ 1990
83. Ἐννοεῖ τὸ ἀπορρυπαντικό «ΚΛΙΝ».
84. Στὰ παλιά μηχανοστὰσια «τρελλή ρόδα» ὀνόμαζαν τὴν ρόδα ποὺ δὲν παρῆγε ἔργο, ἀλλὰ τὴν χρησιμοποιοῦσαν ἁπλῶς γιὰ νὰ περνοῦν τὸ λουρί τοῦ τροχοῦ, ὅταν ἤθελαν νὰ τὸν ἀπενεργοποιήσουν.
85. Ψαλμ. 89, 10
86. Ὁ Γέροντας μοίραζε τὰ πράγματα ποὺ τοῦ πήγαιναν σὲ ἄλλους μοναχούς ποὺ εἶχαν ἀνάγκη.
87.    βασίλισσα  Μάρω  (1418-1487)  ἦταν  κόρη  τοῦ  ἡγεμόνα  τῆς  Σερβίας  Γεωργίου Μπράνκοβιτς (1375-1456), ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ δεύτερος κτίτορας τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ἁγίου
Παύλου Ἁγίου Ὅρους. Ἡ Μάρω παντρεύθηκε τὸν Σουλτάνο Μουράτ, πατέρα τοῦ Μωάμεθ τοῦ Πορθητοῦ, καὶ χάρισε στὴν Μονή τοῦ Ἁγίου Παύλου τὰ Τίμια Δῶρα, πολλά ἅγια Λείψανα καὶ ἱερά κειμήλια. Στὴν Ἱερά Μονή Ἁγίου Παύλου σώζεται τὸ πρωτότυπό της διαθήκης της, μὲ τὴν ὁποία ἀφήνει σ' αὐτήν τὴν Μονή ὅλα τὰ κινητά πολύτιμα ἀντικείμενα ποὺ εἶχε.
88. Ἕνα ἀπὸ τὰ εἴκοσι Μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὅρους.
89. Ὁ Ὅσιος Παχώμιος γεννήθηκε στὴν Ἄνω Θηβαΐδα τῆς Αἰγύπτου γύρω στὸ 280. Μετά τὴν ἀπόλυσή του ἀπὸ τὸν στρατό ἀσκήτεψε σὲ ἕναν ἐγκαταλελειμμένο εἰδωλολατρικό ναό. Τὸ 320 περίπου, μετά ἀπὸ θεϊκή ὀπτασία, ἵδρυσε τὸ πρῶτο Μοναστήρι τῶν Ταβεννησιωτῶν στὴν Ἄνω Θηβαΐδα. Ἵδρυσε συνολικά ἐννέα ἀνδρικά Μοναστήρια καὶ δύο γυναικεῖα. Κοιμήθηκε τὸ 346. Εἶναι ὁ θεμελιωτής τῆς κοινοβιακῆς ζωῆς στὴν Αἴγυπτο.
90. Εἰπώθηκε τὸ 1986.
91. Λουκ. 12, 20.
92. Ματθ. 6, 33. 


Εισαγωγή στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο απο το Βιβλίο :

ΛΟΓΟΙ Α’ - ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ
ΓΕΡΟΝΤΟΣ  ΠΑΪΣΙΟΥ  ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΙΕΡΟΝ  ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ  ΙΩΑΝΝΗΣ  Ο  ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ  ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 1998
© Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον Μοναζουσῶν
«Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου