Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

Γιώργος Αγέτης Ο Δεκάλογος: Ένα άγνωστο κείμενο του Οσίου Παϊσίου

Τέλη Αυγούστου του 1998. Αγιονόρος, Καρυές, μεσημέρι. Μου λέει ξαφνικά ο λογισμός να πάω στα Κατουνάκια στον Άγιο Υπάτιο[1]. Έκανα έντονη ευχή και ο λογισμός επέμενε καθαρός. Πήρα το σακίδιο και έφυγα. Σταυρός, Καστανάρα, Αντίθωνας, Χωραφίνα. Περπατούσα αργά, για να είμαι το πρωΐ στα Κατουνάκια. Κατέβηκα στον Άγιο Παύλο, Νέα Σκήτη, Αγία Άννα, Μικρή Αγία Άννα, Κατουνάκια, Άγιος Υπάτιος ψηλά το πρωΐ. Πήγα παράμερα στα βράχια όπου καθόμουν κάθε που περνούσα, και συλλογιζόμουν τον λόγο του ερχομού μου. Σηκώθηκα απότομα και μπήκα στο κελλάκι στον διάδρομο. Στο δεύτερο βήμα κάτι συνέβη και σταμάτησα και στράφηκα αριστερά και βλέπω στον σοβά με κάρβουνο γραμμένο το παρακάτω κείμενο με κεφαλαία, ακριβώς στη διάταξη που το παραθέτω.
10logospai
«Η αναζήτηση της τελειότητας του πνεύματος είναι η μόνη πράξη που δικαιώνει το ανθρώπινο γένος.
Αστόχαστε διαβάτη που δεν γνωρίζεις
Συλλογίσου συνέχεια
Εχθρός είναι
Ο εγωϊσμός
Το βόλεμα
Το τυπικό χωρίς ουσία
Η στενοκεφαλιά
Το παραδεκτό
Το πρόγραμμα
Η καταπίεση
Η ατολμία
Ο φόβος
Ο θάνατος
Το έγραψα αμέσως στο τεφτέρι μου και με ένα ξύλο έσβησα τα γράμματα στον σοβά, ο οποίος ήταν σαν σκόνη από την υγρασία.
Γνωρίζω ότι το κείμενο είναι του ΓεροΠαΐσιου
[1] Στο κελλί του Αγίου Υπατίου είχε διαμείνει και ασκητεύσει ο Άγιος Παΐσιος κατά το έτος 196

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Η αναίδεια διώχνει την θεία Χάρη Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου



Χρειάζεται πολλή προσοχή. Η άτακτη και απρόσεκτη
συμπεριφορά είναι εμπόδιο της θείας Χάριτος.
Η έλλειψη του σεβασμού είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο για να πλησιάσει η Χάρις του Θεού.
Όσο πιο πολύ σεβασμό έχουν τα παιδιά
στους γονείς, στους δασκάλους, στους μεγαλύτερους γενικά, τόσο δέχονται την Χάρη του Θεού.

Όσο ατίθασα είναι, τόσο εγκαταλείπονται από την Χάρη του Θεού.




Η κοσμική ελευθερία έδιωξε όχι μόνον την ευλάβεια αλλά και την
κοσμική ευγένεια. Έρχονται εκεί στο Καλύβι μερικά παιδιά και
φωνάζουν στον πατέρα τους: «Ε, πατέρα, έχεις τσιγάρα;
τέλειωσαν τα δικά μου». Που πρώτα; Και να κάπνιζε κανένα,
θα κάπνιζε κρυφά. Τώρα σαν να μη συμβαίνει τίποτε! Πώς να
μην απογυμνωθούν μετά τελείως από την θεία Χάρη; Σήμερα
κοπέλες βρίζουν τα αδέλφια τους, επειδή θρησκεύουν,
μπροστά στον πατέρα και την μητέρα με τόσο βρώμικες
κουβέντες, και ο πατέρας δεν λέει τίποτε. Σηκώθηκαν τα
μαλλιά μου, όταν το άκουσα.


Παραμιλούσα όταν έμεινα μόνος.
Το κοσμικό περιβάλλον και οι κοσμικοί γονείς
καταστρέφουν τα παιδιά. Το περιβάλλον επιδρά πολύ. Λίγα
παιδιά είναι που έχουν συστολή και φιλότιμο. Τα περισσότερα
παιδιά που είναι άγρια, είναι γιατί φέρονται με αναίδεια.
Πολλοί γονείς μου φέρνουν τα παιδιά τους και μου λένε:
«Πάτερ, το παιδί μου έχει δαιμόνιο». Και βλέπω ότι τα παιδιά
δεν έχουν δαιμόνιο – Θεός φυλάξοι! Λίγα είναι τα παιδιά που
έχουν δαιμόνιο. Όλα τα άλλα έχουν μια εξωτερική δαιμονική
επήρεια. Δηλαδή το δαιμόνιο τα κάνει κουμάντο απ’ έξω. δεν
είναι μέσα τους, αλλά την δουλειά του και απ’ έξω την κάνει.
Και από πού ξεκινάει; Από την αναίδεια. Όταν τα παιδιά
μιλούν με αναίδεια στους μεγαλυτέρους, διώχνουν την Χάρη
του θεού. Και όταν φύγει η Χάρις του Θεού, έρχονται τα
ταγκαλάκια και τα παιδιά αγριεύουν, κάνουν αταξίες. Ενώ τα
παιδιά που έχουν ευλάβεια, σεβασμό, ακούν τους γονείς,
τους δασκάλους, τους μεγαλυτέρους, δέχονται συνέχεια την
Χάρη του θεού και έχουν την ευλογία Του. Τα σκεπάζει η
Χάρις του Θεού. Η πολλή ευλάβεια στον Θεό, με τον πολύ
σεβασμό στους μεγαλυτέρους, φέρνει την πολλή θεία Χάρη
στις ψυχές και τα χαριτώνει, μέχρι που προδίδονται από την
θεία λάμψη της Χάριτος. Η Χάρις του Θεού δεν πάει στα
ανταρτάκια. πάει στα φιλότιμα, στα φρόνιμα, στα ευλαβικά
παιδιά. Και τα παιδιά που έχουν σεβασμό, ευλάβεια
φαίνονται. Έχουν ένα βλέμμα που ακτινοβολεί! Και όσο πιο
πολύ σεβασμό έχουν στους γονείς, στους μεγαλυτέρους, τόσο
δέχονται την Χάρη του Θεού. Όσο ατίθασα είναι, τόσο
εγκαταλείπονται από την Χάρη του Θεού.
Όποιος αρχίζει: «Όχι, θέλω εκείνο, θέλω το άλλο», με
μια απαίτηση, θα γίνει αντάρτης, θα γίνει διάβολος. Γιατί και
ο Εωσφόρος ήθελε να βάλει τον θρόνο του πάνω από τον
θρόνο του Θεού. Να δείτε, όλα τα παιδιά που τους κάνουν τα
θελήματα γίνονται ανταρτάκια. Εάν δεν μετανοήσουν τα
παιδιά, για να απαλλαγούν από το κακό κύμα που τα χτυπάει,
και συνεχίσουν να φέρονται με αναίδεια, τότε – Θεός
φυλάξοι! – γίνεται διπλή εγκατάλειψη και φθάνουν σε σημείο
να μιλούν και για τον Θεό άσχημα, και τότε πια
κουμαντάρονται από τα κακά πνεύματα.



«Με Πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο»

Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2016

Προσευχηθείτε με υπομονή και ο Θεός θα μιλήσει''



Εικόνα

«Όταν ο άνθρωπος προσεύχεται με πίστη, υποχρεώνει τον Θεό κατά κάποιο τρόπο για την πίστη του αυτή να του εκπληρώσει το αίτημά του»

- Γέροντα, μένει ψυχρή η καρδιά μου στην προσευχή.

Είναι γιατί ο νους δεν δίνει τηλεγράφημα στην καρδιά. Ύστερα στην προσευχή χρειάζεται να εργασθεί κανείς· δεν μπορεί από την μια στιγμή στην άλλη να φθάσει σε κατάσταση, ώστε να μη φεύγει καθόλου ο νους του. Θέλει υπομονή. Βλέπεις, άλλος χτυπάει την πόρτα, ξαναχτυπάει, περιμένει, και μετά ανοίγει η πόρτα. Εσύ θες να χτυπήσεις μια και να μπεις μέσα. Δεν γίνεται έτσι.

Στην προσευχή χρειάζεται επιμονή. «Και παρεβιάσαντο αυτον» (Λουκ. 24, 25), λέει το Ευαγγέλιο για τους δύο Μαθητές που συνάντησαν τον Χριστό στον δρόμο προς Εμμαούς. Έμεινε ο Χριστός μαζί τους, γιατί είχαν μια συγγένεια με τον Χριστό και το δικαιούνταν. Είχαν ταπείνωση, απλότητα, καλοσύνη, θάρρος με την καλή έννοια, όλες τις προϋποθέσεις, γι' αυτό και ο Χριστός έμεινε μαζί τους.

Πρέπει να προσευχόμαστε με πίστη για κάθε ζήτημα και να κάνουμε υπομονή, και ο Θεός θα μιλήσει. Γιατί, όταν ο άνθρωπος προσεύχεται με πίστη, υποχρεώνει τον Θεό κατά κάποιο τρόπο για την πίστη του αυτή να του εκπληρώσει το αίτημά του. Γι' αυτό, όταν ζητούμε κάτι από τον Θεό, να μη «διακρινώμεθα» και θα εισακουσθούμε. «Να έχετε πίστη χωρίς να διακριθείτε» (Ματθ. 21, 21), είπε ο Κύριος. Ο Θεός ξέρει να μας δώσει αυτό που ζητούμε, ώστε να μη βλαφτούμε πνευματικά.

Μερικές φορές ζητούμε κάτι από τον Θεό, αλλά δεν κάνουμε υπομονή και ανησυχούμε. Αν δεν είχαμε δυνατό Θεό, τότε να ανησυχούσαμε. Αλλά αφού έχουμε Θεό Παντοδύναμο και έχει πάρα πολλή αγάπη, τόση που μας τρέφει και με το Αίμα Του, δεν δικαιολογούμαστε να ανησυχούμε.

Μερικές φορές δεν αφήνουμε ένα δύσκολο θέμα μας στα χέρια του Θεού, αλλά ενεργούμε ανθρώπινα. Όταν ζητούμε κάτι από τον Θεό και κλονίζεται η πίστη μας και θέλουμε να ενεργήσουμε ανθρωπίνως στα δυσκολοκατόρθωτα, χωρίς να περιμένουμε την απάντηση στο αίτημά μας από τον Θεό, είναι σαν να κάνουμε αίτηση στον βασιλέα Θεό και την παίρνουμε πίσω, την ώρα που Εκείνος απλώνει το χέρι Του, για να ενεργήσει.

Τον παρακαλούμε πάλι, αλλά και πάλι κλονίζεται η πίστη μας και ανησυχούμε και επαναλαμβάνουμε το ίδιο. Έτσι διαιωνίζεται η ταλαιπωρία μας. Κάνουμε δηλαδή σαν εκείνον που κάνει μια αίτηση στο Υπουργείο και ύστερα από λίγο μετανιώνει και την αποσύρει. Ξαναμετανιώνει, την υποβάλλει· μετά από λίγο πάλι την αποσύρει. Η αίτηση όμως πρέπει να μείνει, για να παίρνει την σειρά της.

Προσευχή με πόνο

- Γέροντα, πως κάνετε ευχή για ένα θέμα;

Όλη η βάση που γίνεται η ευχή είναι να πονάει ο άνθρωπος. Αν δεν πονάει, μπορεί να κάθεται ώρες με το κομποσχοίνι και η προσευχή του να μην έχει κανένα αποτέλεσμα. Αν υπάρχει πόνος για το θέμα για το οποίο προσεύχεται, ακόμη και με έναν αναστεναγμό κάνει καρδιακή προσευχή.

Πολλοί, όταν την στιγμή που τους ζητούν οι άλλοι να προσευχηθούν δεν έχουν χρόνο, προσεύχονται με έναν αναστεναγμό για το πρόβλημά τους. Δεν λέω να μην κάνει κανείς προσευχή, αλλά, αν τυχόν δεν υπάρχει χρόνος, ένας αναστεναγμός για τον πόνο του άλλου είναι μια καρδιακή προσευχή· ισοδυναμεί δηλαδή με ώρες προσευχής.

Διαβάζεις λ.χ. ένα γράμμα, βλέπεις ένα πρόβλημα, αναστενάζεις και μετά προσεύχεσαι. Αυτό είναι μεγάλο πράγμα! Πριν πιάσεις το ακουστικό, πριν ακόμα καλέσεις, σε ακούει ο Θεός! Και το πληροφορείται ο άλλος. Να δείτε πως οι δαιμονισμένοι καταλαβαίνουν πότε κάνω προσευχή γι' αυτούς και φωνάζουν όπου κι αν βρίσκονται!

Η πραγματική προσευχή ξεκινάει από έναν πόνο· δεν είναι ευχαρίστηση, «νιρβάνα». Τι πόνος είναι; Βασανίζεται με την καλή έννοια ο άνθρωπος. Πονάει, βογκάει, υποφέρει, όταν κάνει προσευχή για οτιδήποτε.

Ξέρετε τι θα πει υποφέρει; Ναι, υποφέρει, γιατί συμμετέχει στον γενικό πόνο του κόσμου ή στον πόνο ενός συγκεκριμένου ανθρώπου. Αυτήν την συμμετοχή, αυτόν τον πόνο, τον ανταμείβει ο Θεός με την θεία αγαλλίαση. Δεν ζητάει βέβαια ο άνθρωπος την θεία αγαλλίαση, αλλά η θεία αγαλλίαση έρχεται ως συνέπεια, επειδή συμμετέχει στον πόνο του άλλου.

Πηγή: Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου "Λόγοι περί προσευχής"

Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2016

Πολύτιμες διδαχές του Οσιου Παϊσίου για τη ζωή μέσα στον κόσμο


454545454454
– Γέροντα, σήμερα πολλοί νέοι άνθρωποι δεν θέλουν να κάνουν παιδιά γιατί σκέφτονται σε τί είδους κόσμο θα φέρουν το παιδί τους.
Μόλυνση από τα χημικά από τα πυρηνικά, ζωή γεμάτη άγχος, άγρια κοινωνία, πόλεμοι… Αν είμαστε κιόλας στον καιρό του Αντίχριστου, σκέφτομαι και εγώ, μήπως δεν αξίζει κανείς να παντρεύεται και να κάνει παιδιά.
— Όχι, Θανάση, δεν είναι έτσι!… Οι χριστιανοί στον καιρό των διωγμών δεν παντρεύονταν; δεν κάναν παιδιά; Και παντρευόντουσαν και παιδιά κάναν! Είχαν την ελπίδα τους στηριγμένη στον Χριστό… όχι στους ανθρώπους.
Είναι ολιγοπιστία αυτός ο λογισμός. Ο Θεός σε μια στιγμή μπορεί να τα διορθώσει όλα. Να σβήσει όλα τα στραβά. Κάνουν οι άνθρωποι σχέδια… έχει και ο Θεός τα δικά Του.
Νάξερες πόσες φορές τύλιξε ο διάβολος τη γη με την ουρά του για να την καταστρέψει… Δεν τον αφήνει ο Θεός… του χαλάει τα σχέδια· και το κακό που πάει να κάνει ο διάβολος, ο Θεός το αξιοποιεί και βγάζει μεγάλο καλό. Μήν ανησυχείς!
— Γέροντα, μέχρι που φτάνει η υποχρέωση που εχει ένας γονιός για τα παιδιά του; Να τα αφήσει κάτι, σκέφτεται. Πόσο κάτι; Ένα, δύο,… τρία σπίτια;

— Ένας γνωστός μου εργοστασιάρχης που είχε πολλά χρήματα, πολυκατοικίες κ.λ.π. τι έκανε; Τα σπούδασε τα παιδιά του, τελείωσαν πανεπιστήμιο, κάναν και μεταπτυχιακά, και τους άφησε από ένα διαμέρισμα. Τα υπόλοιπα τάδωσε στους εργάτες του και σ’ άλλους πούχαν ανάγκη.

Πρώτα απ’ όλα να τους δώσει κανείς καλή, χριστιανική ανατροφή. Αυτό είναι το σπουδαιότερο εφόδιο για τη ζωή τους. Μετά να τα σπουδάσει να μάθουν λίγα γράμματα. Αν θέλουν να προχωρήσουν πανεπιστήμιο, μεταπτυχιακά, να τα βοηθήσει ή να μάθουν μία τέχνη. Να τα βοηθήσει δηλαδή να βγάζουν το ψωμί τους. Ε! μετά αν έχει την δυνατότητα να τους αφήσει και κάτι… κανένα οικόπεδο, κανένα σπίτι. Νάχουν κι αυτά μια φωλιά!

Είναι και μερικοί γονείς που αδιαφορούν για τα παιδιά τους και τα τρώνε όλα… δεν αφήνουν τίποτα για τα παιδιά τους! Μερικοί μάλιστα αφήνουν μόνο χρέη!… Αυτό είναι πολύ άσχημο.

Όταν ήρθαν οι πρόσφυγες, το 1924, από την Μικρασία, ο πρόεδρος του χωριού κοιτούσε να τους βολέψει όλους. Αυτός να πάρει αυτό το χωράφι, ο άλλος εκείνο το κτήμα κ.λ.π. Τον εαυτό του τον άφησε τελευταίο… δεν τον υπολόγισε.
Όταν μεγάλωσαν τα παιδιά του, του παραπονέθηκαν: — «Καλά όλους τους βόλεψες… Εμάς δεν μας σκέφτηκες;…» και είχαν δίκιο τα παιδιά… Άλλο νάναι κανείς μόνος του… Αν έχει κανείς οικογένεια πρέπει να σκέφτεται πρώτα την  του και μετά τους άλλους που έχουν και αυτοί τους δικούς τους να τους σκεφτούν.

 ***
Στην κατοχή είχε μείνει στην γειτονιά ένα ορφανό. Κανείς δεν το έπαιρνε σπίτι του. Σκεφτόντουσαν διάφορα πράγματα. Κατοχή είναι… τα βολεύω δύσκολα… πως θα το ταΐσω… κ.λ.π.
Ένας πολύτεκνος, είχε δέκα παιδιά, ήταν και φτωχός, μόλις το είδε το κακόμοιρο, το λυπήθηκε!! Το φώναξε σπίτι του και τόχωσε κάτω από τις κουβέρτες μαζί με τ’ άλλα. — «Δέκα έχω… και ένα αυτό ένδεκα!!» σκέφτηκε «έχει ο Θεός»…
Γέλασε ο γέροντας χαρούμενος και ευτυχισμένος και συνέχισε.
— Βλέπεις ο πολύτεκνος είχε πλούσια καρδιά… κι ας ήταν φτωχός… γι’ αυτό είχε και πλούσια την βοήθεια του Θεού.

 ***
— Γέροντα, είναι μερικά ζευγάρια που ενώ θέλουν, δεν μπορούν να κάνουν παιδιά. Γιατί συμβαίνει αυτό;
— Για να βολεύεται και κανένα ορφανό. Κάποιοι μόλις πήραν ένα ορφανό… τους έδωσε και ο Θεός ένα δικό τους μετά!

  ***
Όταν γυρίζει κανείς από την δουλειά και είναι νευριασμένος η αγχωμένος καλύτερα είναι να πάει μια βόλτα σ’ ένα πάρκο για είκοσι λεπτά και να γυρίσει στο σπίτι του ήρεμος και με χαμόγελο, και ας πάει καθυστερημένος.
  ***

Μια φορά ήρθε εδώ ένας πολύ στεναχωρημένος. Δεν τα πήγαινε καλά με την γυναίκα του. Τόσο δεν ήθελε να δεί ο ένας τον άλλο, που ούτε στο τραπέζι κάθονταν μαζί να φάνε. Αφού τα παιδάκια τους, είχαν τέσσερα, έψαχναν τις τσέπες τους, μήπως έφερε τίποτα από έξω η μάννα για να φάνε.
Δηλαδή πήγαιναν για χωρισμό. Πήγαινε αυτός και στους πνευματικούς και του έλεγαν: «Υπομονή, μεγάλο σταυρό σηκώνεις». Εμένα δεν μου άρεζε αυτό.
— Για βάστα, του λέω, όταν παντρευτήκατε, αγαπιόσασταν;
— Ναι! Πολύ! Τη λάτρευα περισσότερο και από το Θεό, μου λέει.
(Άκου να δεις! Περισσότερο από το Θεό! Μου έκανε άσχημη εντύπωση).

— Εγώ, μου λέει, όταν ήταν να παντρευτώ ζήτησα από τον Θεό, να είναι όμορφη, να είναι πλούσια, να είναι και μορφωμένη. Πράγματι μου τα έδωσε ο Θεός.
Έτσι μου είπε! Και ήταν αυτός όλη την ώρα με το sex! τόσο πολύ κόντευε να χάσει την ψυχή του! Κινδύνευε! Πήρε λοιπόν και ο Θεός τη Χάρη Του από τη γυναίκα του για να τον σώσει.
Του λέω:
— Τι μεγάλο σταυρό σηκώνεις κ.λ.π.; Εσύ είσαι φταίχτης! Για τα πάθη δουλεύεις και γίνεται προσπάθεια να διορθωθείς από τα πάθη σου!

  ***
Ο π. Παΐσιος μου είπε:
—…Τον δίκαιο άνθρωπο, τον πράο, όλοι προσπαθούν να τον σπρώξουν στην χειρότερη θέση, να τον αδικήσουν, να τον βάλουν στον πάτο, αλλά όσο οι άνθρωποι τον σπρώχνουν προς τα κάτω τόσο ο Θεός τον ανεβάζει, να, σαν τον φελλό!! όσο τον σπρώχνεις στον πάτο τόσο το νερό τον ανεβάζει προς τα πάνω. Να ένα αληθινό περιστατικό, μου το είπε ο ίδιος ο άνθρωπος: «Πέθανε ο πατέρας και πήγαν τα αδέρφια να χωρίσουν τα χωράφια. Όταν είδα τα μεγάλα μου αδέλφια να φωνάζουν, έτοιμοι να αρπαχτούν, εγώ, μικρότερος, τι να πώ, ό,τι μου δώσουν, είπα. Μου έδωσαν κάτι χωράφια όλο άμμο. Δεν καλλιεργούσες τίποτα. Δεν μπορούσα να ζήσω με αυτά. Αναγκάσθηκα να φύγω στην Γερμανία, για να δουλέψω, να ζήσω την οικογένειά μου. Όταν γύρισα μετά από πολλά χρόνια τι βρήκα; Από την μια και την άλλη μεριά του χωραφιού είχαν χτίσει δύο μεγάλα ξενοδοχεία. Και τα δύο ζητούσαν να αγοράσουν το χωράφι. Έτσι η τιμή ανέβηκε στα ύψη.

Πήρα εκατοντάδες εκατομμύρια!! Είπα γέροντα να δώσω τα μισά ελεημοσύνη και ήρθα να μου πείτε που να τα δώσω». — «Δώσε πρώτα στα αδέλφια σου, για να μην τα κακοκαρδίσης και τα υπόλοιπα κάνε τα ό,τι θέλεις, έτσι του είπα Θανάση, για να μην έχουν μνησικακία μεταξύ τους.

 ***
Ο ταπεινός άνθρωπος είναι συνήθως πολυμαθής, ενώ ο εγωιστής, επειδή δεν ταπεινώνεται να ρωτήσει, δεν έχει γνώσεις.
  ***
Πρέπει να απλοποιήσουμε την ζωή μας. Η πολυτέλεια κουράζει. Είναι μερικοί που συνέχεια θέλουν να αλλάζουν έπιπλα κ.λ.π. Τρέχουν μετά να βγάλουν περισσότερα χρήματα και έτσι γεμίζουν άγχος.
Πηγή: Αθανάσιος Ρακοβαλής «Ο πατήρ Παΐσιος μου είπε…», εκδόσεις «Μέλισσα», Θεσσαλονίκη 1998

Ο Όσιος Παΐσιος για την μετά θάνατον ζωή



Οι υπόδικοι νεκροί
-Γέροντα, όταν πεθάνη ο άνθρωπος, συναισθάνεται αμέσως σε τι κατάσταση βρίσκεται;

Ναι, συνέρχεται και λέει «τι έκανα;», αλλα «φαϊντά γιόκ[1]», δηλαδή δεν οφελεί αυτό. Όπως ένας μεθυσμένος, αν σκοτώση λ.χ. την μάνα του, γελάει, τραγουδάει, επειδή δεν καταλαβαί­νει τι έκανε, και, όταν ξεμεθύση, κλαίει και οδύρεται και λέει «τι έκανα;», έτσι και όσοι σ' αυτήν την ζωή κάνουν αταξίες είναι σαν μεθυσμένοι.

Δεν καταλα­βαίνουν τι κάνουν, δεν αισθάνονται την ενοχή τους. Όταν όμως πεθάνουν, τότε φεύγει αυτή η μέθη και συ­νέρχονται. Ανοίγουν τα μάτια της ψυχής τους και συ- ναισθάνονται την ενοχή τους, γιατί η ψυχή, όταν βγη από το σώμα, κινείται, βλέπει, αντιλαμβάνεται με μια ασύλληπτη ταχύτητα.

Μερικοί ρωτούν πότε θα γίνη η Δευτέρα Παρου­σία. Για τον άνθρωπο όμως που πεθαίνει γίνεται κατά κάποιον τρόπο η Δευτέρα Παρουσία, γιατί κρίνεται ανάλογα με την κατάσταση στην οποία τον βρίσκει ο θάνατος.

- Γέροντα, πως είναι οι κολασμένοι;

- Είναι υπόδικοι, φυλακισμένοι, που βασανίζονται ανάλογα με τις αμαρτίες που έκαναν και περιμένουν να γίνη η τελική δίκη, η μέλλουσα κρίση. Υπάρχουν βαρυποινίτες, υπάρχουν και υπόδικοι με ελαφρότερες ποινές.

- Και οι Άγιοι και ο ληστής[2];

- Οι Άγιοι και ο ληστής είναι στον Παράδεισο, άλλα δεν έχουν λάβει την τέλεια δόξα, όπως και οι υπόδικοι είναι στην κόλαση, άλλα δεν έχουν λάβει την τέλεια καταδίκη. Ο Θεός, ενώ έχει πει εδώ και τόσους αιώνες το «μετανοείτε ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών[3]», παρατείνει-παρατείνει τον χρόνο, επειδή περιμένει εμάς[4] να διορθωθούμε. Αλλά εμείς παραμένοντας στις κακομοιριές μας αδικούμε τους Αγίους, γιατί δεν μπορούν να λάβουν την τέλεια δόξα, την οποία θα λά­βουν μετά την μέλλουσα Κρίση.

Η προσευχή και τα μνημόσυνα για τους κεκοιμημένους[5]

- Γέροντα, οι υπόδικοι νεκροί μπορούν να προσεύ­χονται;

- Έρχονται σε συναίσθηση και ζητούν βοήθεια, αλλά δεν μπορούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Όσοι βρί­σκονται στον Άδη μόνον ένα πράγμα θα ήθελαν από τον Χριστό: να ζήσουν πέντε λεπτά, για να μετανοή­σουν. Εμείς που ζούμε, έχουμε περιθώρια μετανοίας, ενώ οι καημένοι οι κεκοιμημένοι δεν μπορούν πια μό­νοι τους να καλυτερεύσουν την θέση τους, αλλά περι­μένουν από μας βοήθεια. Γι' αυτό έχουμε χρέος να τους βοηθούμε με την προσευχή μας.

Μου λέει ο λογισμός ότι μόνον το δέκα τοις εκατό από τους υπόδικους νεκρούς βρίσκονται σε δαιμονική κατάσταση και, εκεί που είναι, βρίζουν τον Θεό, όπως οι δαίμονες. Δεν ζητούν βοήθεια, αλλά και δεν δέχονται βοήθεια. Γιατί, τί να τους κάνη ο Θεός; Σαν ένα παιδί που απομακρύνεται από τον πατέρα του, σπαταλάει όλη την περιουσία του και από πάνω βρίζει τον πατέ­ρα του. Ε, τι να το κάνη αυτό ο πατέρας του; Οι άλλοι όμως υπόδικοι, που έχουν λίγο φιλότιμο, αισθάνονται την ενοχή τους, μετανοούν και υποφέρουν για τις αμαρτίες τους. Ζητούν να βοηθηθούν και βοηθιούνται θετικά με τις προσευχές των πιστών. Τους δίνει δηλα­δή ο Θεός μια ευκαιρία, τώρα που είναι υπόδικοι, να βοηθηθούν μέχρι να γίνη η Δευτέρα Παρουσία. Και όπως σ' αυτήν την ζωή, αν κάποιος είναι φίλος με τον βασιλιά, μπορεί να μεσολαβήση και να βοηθήση έναν υπόδικο, έτσι και αν είναι κανείς «φίλος» με τον Θεό, μπορεί να μεσολαβήση στον Θεό με την προσευχή του και να μεταφέρη τους υπόδικους νεκρούς από την μια «φυλακή» σε άλλη καλύτερη, από το ένα «κρατητήριο» σε ένα άλλο καλύτερο. Η ακόμη μπορεί να τους μετα­φέρη και σε «δωμάτιο» η σε «διαμέρισμα».

Όπως ανακουφίζουμε τους φυλακισμένους με αναψυκτικά κ.λπ. που τους πηγαίνουμε, έτσι και τους νεκρούς τους ανακουφίζουμε με τις προσευχές και τις ελεημοσύνες που κάνουμε για την ψυχή τους. Οι προ­σευχές των ζώντων για τους κεκοιμημένους και τα μνη­μόσυνα είναι η τελευταία ευκαιρία που δίνει ο Θεός στους κεκοιμημένους να βοηθηθούν, μέχρι να γίνη η τε­λική Κρίση. Μετά την δίκη δεν θα υπάρχη πλέον δυνα­τότητα να βοηθηθούν.

Ο Θεός θέλει να βοηθήση τους κεκοιμημένους, γιατί πονάει για την σωτηρία τους, αλλά δεν το κάνει, γιατί έχει αρχοντιά. Δεν θέλει να δώση δικαίωμα στον διά­βολο να πη: «Πως τον σώζεις αυτόν, ενώ δεν κοπίασε;». Όταν όμως εμείς προσευχώμαστε για τους κεκοιμημένους, Του δίνουμε το δικαίωμα να επεμβαίνη. Περισσό­τερο μάλιστα συγκινείται ο Θεός, όταν κάνουμε προ­σευχή για τους κεκοιμημένους παρά για τους ζώντες.

Γι' αυτό και η Εκκλησία μας έχει τα κόλλυβα, τα μνημόσυνα. Τα μνημόσυνα είναι ο καλύτερος δικηγό­ρος για τις ψυχές των κεκοιμημένων. Έχουν την δυνα­τότητα και από την κόλαση να βγάλουν την ψυχή. Κι εσείς σε κάθε Θεία Λειτουργία να διαβάζετε κόλλυβο για τους κεκοιμημένους. Έχει νόημα το σιτάρι. «Σπεί- ρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία»[6], λέει η Γρα­φή. Στον κόσμο μερικοί βαριούνται να βράσουν λίγο σιτάρι και πηγαίνουν στην εκκλησία σταφίδες, κουρα­μπιέδες, κουλουράκια, για να τα διαβάσουν οι ιερείς. Και βλέπεις, εκεί στο Άγιον Όρος κάτι γεροντάκια τα καημένα σε κάθε Θεία Λειτουργία κάνουν κόλλυβο και για τους κεκοιμημένους και για τον Άγιο που γιορ­τάζει, για να έχουν την ευλογία του.

- Γέροντα, αυτοί που έχουν πεθάνει πρόσφατα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από προσευχή;

- Εμ, όταν μπαίνη καποιος στην φυλακή, στην αρχή δεν δυσκολεύεται πιο πολύ; Να κάνουμε προσευχή για τους κεκοιμημένους που δεν ευαρέστησαν στον Θεό, για να κάνη κάτι και γι' αυτούς ο Θεός. Ιδίως, όταν ξέρουμε ότι κάποιος ήταν σκληρός -θέλω να πω, ότι φαινόταν σκληρός, γιατί μπορεί να νομίζουμε ότι ήταν σκληρός, αλλά στην πραγματικότητα να μην ήταν- και είχε και αμαρτωλή ζωή, τότε να κάνουμε πολλή προ­σευχή, Θείες Λειτουργίες, Σαρανταλείτουργα για την ψυχή του και να δίνουμε ελεημοσύνη[7] σε φτωχούς για την σωτηρία της ψυχής του, για να ευχηθούν οι φτωχοί «ν' αγιάσουν τα κόκκαλά του», ώστε να καμφθή ο Θεός και να τον ελεήση. Έτσι, ο,τι δεν έκανε εκείνος, το κά­νουμε εμείς γι' αυτόν. Ενώ ένας άνθρωπος που είχε καλωσύνη, ακόμη και αν η ζωή του δεν ήταν καλή, επειδή είχε καλή διάθεση, με λίγη προσευχή πολύ βοηθιέται.

Έχω υπ' όψιν μου γεγονότα που μαρτυρούν πόσο οι κεκοιμημένοι βοηθιούνται με την προσευχή πνευ­ματικών ανθρώπων. Κάποιος ήρθε στο Καλύβι και μου είπε με κλάματα: «Γέροντα, δεν έκανα προσευχή για κάποιον γνωστό μου κεκοιμημένο και μου παρουσιά­σθηκε στον ύπνο μου. «Είκοσι μέρες, μου είπε, έχεις να με βοηθήσης με ξέχασες και υποφέρω». Πράγματι, μου λέει, εδώ και είκοσι μέρες είχα ξεχασθή με διάφορες μέριμνες και ούτε για τον εαυτό μου δεν προσευχό­μουν».

- Όταν, Γέροντα, πεθάνη κάποιος και μας ζητήσουν να προσευχηθούμε γι' αυτόν, είναι καλό να κάνουμε κάθε μέρα ένα κομποσχοίνι μέχρι τα σαράντα;

- Άμα κάνης κομποσχοίνι γι' αυτόν, βάλε και άλλους κεκοιμημένους. Γιατί να πάη μια αμαξοστοιχία στον προορισμό της με έναν μόνον επιβάτη, ενώ χωράει και άλλους; Πόσοι κεκοιμημένοι έχουν άνάγκη οι καημέ­νοι και ζητούν βοήθεια και δεν έχουν κανέναν να προσευχηθή γι' αυτούς!

Μερικοί κάθε τόσο κάνουν μνημόσυνο μόνο για κάποιον δικό τους. Με αυτόν τον τρόπο δεν βοηθιέται ούτε ο δικός τους, γιατί η προσευχή τους δεν είναι τόσο ευάρεστη στον Θεό. Αφού τόσα μνημόσυνα έκαναν γι' αυτόν, ας κάνουν συγχρόνως και για τους ξένους.

- Γέροντα, με απασχολεί μερικές φορές η σωτηρία του πατέρα μου, γιατί δεν είχε καμμιά σχέση με την Εκκλησία.

- Δεν ξέρεις την κρίση του Θεού την τελευταία στιγ­μή. Πότε σε απασχολεί; Κάθε Σάββατο;

- Δεν έχω παρακολουθήσει, αλλά γιατί το Σάββατο;

- Γιατί αυτήν την ημέρα την δικαιούνται οι κεκοιμη­μένοι.

- Γέροντα, οι νεκροί που δεν έχουν ανθρώπους να προσεύχωνται γι' αυτούς βοηθιούνται από τις προσευ­χές εκείνων που προσεύχονται γενικά για τους κεκοιμημένους;

- Και βέβαια βοηθιούνται. Εγώ, όταν προσεύχομαι για όλους τους κεκοιμημένους, βλέπω στον ύπνο μου τους γονείς μου, γιατί αναπαύονται από την προσευχή που κάνω. Κάθε φορά που έχω Θεία Λειτουργία, κάνω και γενικό μνημόσυνο για όλους τους κεκοιμημένους και εύχομαι για τους βασιλείς, για τους αρχιερείς κ.λπ. και στο τέλος λέω «και υπέρ ων τα ονόματα ουκ εμνημονεύθησαν». Αν καμμιά φορά δεν κάνω ευχή για τους κεκοιμημένους, παρουσιάζονται γνωστοί κεκοιμημένοι μπροστά μου. Έναν συγγενή μου, που είχε σκοτωθή στον πόλεμο, τον είδα ολόκληρο μπροστά μου μετά την Θεία Λειτουργία, την ώρα του μνημοσύνου, γιατί αυτόν δεν τον είχα ολόκληρο γραμμένο με τα ονό­ματα των κεκοιμημένων, επειδή μνημονευόταν στην Προσκομιδή με τους ηρωικώς πεσόντες. Κι εσείς στην Αγία Πρόθεση να μη δίνετε να μνημονευθούν μόνον ονόματα ασθενών, αλλά και ονόματα κεκοιμημένων, γιατί μεγαλύτερη ανάγκη έχουν οι κεκοιμημένοι.

Το καλύτερο μνημόσυνο για τους κεκοιμημένους

Το καλύτερο από όλα τα μνημόσυνα που μπορούμε να κάνουμε για τους κεκοιμημένους είναι η προσεκτική ζωή μας, ο αγώνας που θα κάνουμε, για να κόψουμε τα ελαττώματά μας και να λαμπικάρουμε την ψυχή μας. Γιατί η δική μας ελευθερία από τα υλικά πράγμα­τα και από τα ψυχικά πάθη, έκτος από την δική μας ανακούφιση, έχει ως αποτέλεσμα και την ανακούφιση των κεκοιμημένων προπάππων όλης της γενιάς μας. Οι κεκοιμημένοι νιώθουν χαρά, όταν ένας απόγονός τους είναι κοντά στον Θεό. Αν εμείς δεν είμαστε σε καλή πνευματική κατάσταση, τότε υποφέρουν οι κε­κοιμημένοι γονείς μας, ο πάππους μας, ο προπάππος μας, όλες οι γενεές. «Δες τι απογόνους κάναμε!», λένε και στενοχωριούνται. Αν όμως είμαστε σε καλή πνευ­ματική κατάσταση, ευφραίνονται, γιατί και αυτοί έγι­ναν συνεργοί να γεννηθούμε και ο Θεός κατά κάποιον τρόπο υποχρεώνεται να τους βοηθήση. Αυτό δηλαδή που θα δώση χαρά στους κεκοιμημένους είναι να αγωνισθούμε να ευαρεστήσουμε στον Θεό με την ζωή μας, ώστε να τους συναντήσουμε στον Παράδεισο και να ζήσουμε όλοι μαζί στην αιώνια ζωή.

Επομένως, αξίζει τον κόπο να χτυπήσουμε τον πα­λαιό μας άνθρωπο, για να γίνη καινός και να μη βλάπτη πια ούτε τον εαυτό του ούτε άλλους ανθρώπους, αλλά να βοηθάη και τον εαυτό του και τους άλλους, είτε ζώντες είναι είτε κεκοιμημένοι.

Η παρρησία των δικαίων προς τον Θεό

- Γέροντα, στην προς Αρχαρίους Επιστολή σας γρά­φετε: «Παρόλο που καταλαβαίνουν οι αληθινοί μοναχοί ότι αυτό που απολαμβάνουν σ' αυτήν την ζωή είναι μέ­ρος της χαράς του Παραδείσου και ότι στον Παράδεισο θα είναι περισσότερη, εν τούτοις από πολλή αγάπη προς τον πλησίον τους θέλουν να ζήσουν επί της γης, για να βοηθούν τους ανθρώπους με την προσευχή, να επεμβαίνη ο Θεός και να βοηθιέται ο κόσμος»[8].

- Γράψε: «Θέλουν να ζήσουν επί της γης, για να συ­μπάσχουν με τους ανθρώπους και να τους βοηθούν με την προσευχή».

- Στην άλλη ζωή, Γέροντα, ένας σωστός μοναχός πάλι δεν θα βοηθάη με την προσευχή του τους ανθρώπους;

- Και στην άλλη ζωή θα βοηθάη με την προσευχή του, αλλά δεν θα υποφέρη, ενώ τώρα συμπάσχει δεν περνάει χαρούμενα εδώ, «με χαρούμενη την όψη και με βλέμμα λαμπερό»! Όσο όμως υποφέρει για τον πλη­σίον του, τόσο ανταμείβεται με θεία παρηγοριά, και αυτό είναι κατά κάποιον τρόπο και η πληροφορία ότι βοηθιέται ο άλλος. Αύτη η παραδεισένια χαρά είναι η θεία ανταμοιβή για τον πόνο που νιώθει για τον αδελφό του.

- Δηλαδή, Γέροντα, οι Άγιοι που επικαλούμαστε να μας βοηθήσουν δεν συμπάσχουν μαζί μας;

- Εκεί δεν έχει πόνο, βρε παιδάκι μου! Στον Παρά­δεισο υποφέρουν; «Ένθα ουκ έστι πόνος ου λύπη ου στεναγμός»[9] δεν λέει;

Ύστερα οι Άγιοι έχουν υπ όψιν τους την θεία ανταμοιβή που θα λάβουν όσοι άνθρωποι βασανί­ζονται σ' αυτήν την ζωή και αυτό τους κάνει να χαίρωνται. Μα και ο Ίδιος ο Θεός που έχει τόση αγάπη, τόση ευσπλαχνία, πως αντέχει αυτόν τον μεγάλο πόνο των ανθρώπων; Αντέχει, γιατί έχει υπ' όψιν Του την θεία ανταμοιβή που τους περιμένει. Όσο δηλαδή βα­σανίζονται εδώ οι άνθρωποι, τόσο τους αποταμιεύει εκεί ουράνιο μισθό. Ενώ εμείς αυτά δεν τα βλέπουμε και συμπάσχουμε με όσους υποφέρουν. Γι' αυτό, όταν κάποιος τα βλέπη λίγο αυτά και έχη υπ' όψιν του την ανταμοιβή που θα λάβουν, δεν υποφέρει τόσο πολύ.

- Όταν, Γέροντα, παρακαλούμε τον Θεό να βοηθήση κάποιον κεκοιμημένο που δεν έχει ανάγκη, πάει χα­μένη αυτή η προσευχή;

- Πως να πάη χαμένη; Όταν λέμε «ανάπαυσον τον τάδε» και αυτός είναι σε καλή θέση στην άλλη ζωή, δεν παρεξηγείται ίσα- ίσα συγκινείται. «Για δες, λέει, εγώ είμαι σε καλή θέση και εκείνοι αγωνιούν», οπότε φιλοτιμείται και μας βοηθάει πιο πολύ, πρεσβεύοντας στον Θεό για μας. Άλλα που να ξέρης σε τι κατάσταση βρίσκεται ο άλλος; Φυσιολογικά κάνεις ευχή πρώτα γι' αυτούς που γνωρίζεις ότι με την ζωή τους λύπησαν τον Θεό και εύχεσαι και για άλλες ανάλογες περιπτώσεις και ύστερα εύχεσαι και για όλους τους κεκοιμημένους.

Η μέλλουσα Κρίση

- Γέροντα, πως εξαγνίζεται η ψυχή;

- Όταν ο άνθρωπος εργασθή τις εντολές του Θεού, κάνη δουλειά στον εαυτό του και καθαρισθή από τα πάθη, τότε ο νους φωτίζεται, φθάνει σε ύψος θεωρίας, και η ψυχή λαμπρύνεται και γίνεται όπως ήταν πρίν από την πτώση των Πρωτοπλάστων. Σε τέτοια κατάσταση θα βρίσκεται μετά την ανάσταση των νεκρών. Μπορεί όμως ο άνθρωπος να δη την ανάσταση της ψυχής του πριν από την κοινή ανάσταση, αν καθαρισθή τελείως από τα πάθη. Το σώμα του τότε θα είναι αγγελικό, άυλο, και δεν θα νοιάζεται για τροφή υλική.

- Γέροντα, πως θα γίνη η μέλλουσα Κρίση;

- Στην μέλλουσα Κρίση θα αποκαλυφθή σε μια στι­γμή η κατάσταση του κάθε ανθρώπου και μόνος του καθένας θα τραβήξη για 'κει που είναι. Καθένας θα βλέπη[10] σαν σε τηλεόραση τα δικά του χάλια και την πνευματική κατάσταση του άλλου. Θα καθρεφτίζη τον εαυτό του στον άλλον και θα σκύβη το κεφάλι και θα πηγαίνη στην θέση του. Δεν θα μπορή λ.χ. να πη μια νύφη που καθόταν μπροστά στην πεθερά της σταυρο- πόδι και η πεθερά της με σπασμένο πόδι φρόντιζε το εγγονάκι: «γιατί, Χριστέ μου, βάζεις την πεθερά μου στον Παράδεισο κι εμένα δεν με βάζεις;», επειδή θα έρχεται μπροστά της εκείνη η σκηνή. Θα θυμάται την πεθερά της που στεκόταν όρθια με σπασμένο πόδι και φρόντιζε το εγγονάκι της και δεν θα έχη μούτρα να πάη στον Παράδεισο, αλλά ούτε και θα χωράη στον Παρά­δεισο. Ή οι μοναχοί θα βλέπουν τι δυσκολίες, τι δο­κιμασίες είχαν οι κοσμικοί και πως τις αντιμετώπισαν και, αν δεν έχουν ζήσει σωστά, θα σκύψουν το κεφάλι και θα τραβήξουν μόνοι τους για εκεί που θα είναι.

Θα δουν εκεί οι μοναχές, που δεν ευαρέστησαν στον Θεό, ηρωίδες μάνες, που ούτε υποσχέσεις έδωσαν, ούτε τις ευλογίες και τις ευκαιρίες τις δικές τους είχαν, πως αγωνίσθηκαν και σε τι κατάσταση πνευματική έφθασαν, και εκείνες, καλόγριες, με τι μικροπρέπειες ασχολούνταν και βασανίζονταν, και θα ντρέπονται! Έτσι μου λέει ο λογισμός ότι θα γίνη η Κρίση. Δεν θα πη δηλαδή ο Χριστός: «έλα εδώ εσύ, τι έκανες;» η «εσύ θα πας στην κόλαση, εσύ στον Παράδεισο», αλλά ο καθένας θα συγκρίνη τον εαυτό του με τον άλλον και θα τραβήξη για εκεί που θα είναι[11].

Η μέλλουσα ζωή
- Γέροντα, έφερα γλυκά να κεράσετε.

- Δες πως χαίρονται! Στην άλλη ζωή θα λέμε: «Με τι χαζά χαιρόμασταν! Τι μας συγκινούσαν τότε!». Ενώ τώρα σκιρτάει η καρδιά γι' αυτά.

- Γέροντα, πως θα το καταλάβουμε αυτό από τώρα;

- Άμα το καταλάβετε αυτό από τώρα, δεν θα το πήτε μεθαύριο στην άλλη ζωή. Πάντως, όσοι βρίσκονται εκεί επάνω, καλά περνούν. Ξέρεις τι εργόχειρο κάνουν εκεί στον Ουρανό; Συνέχεια δοξολογούν τον Θεό.

- Γέροντα, γιατί το σώμα Του νεκρού λέγεται «λεί­ψανο»;

- Γιατί είναι ό,τι μένει εδώ στην γη από τον άνθρωπο μετά τον θάνατο. Ο κυρίως άνθρωπος, που είναι η ψυχή, φεύγει στον Ουρανό. Στην μέλλουσα Κρίση θα αναστήση ο Θεός και το σώμα, για να κριθή με αυτό ο άνθρωπος, γιατί με αυτό έζησε και αμάρτησε. Στην άλλη ζωή όλοι θα έχουν το ίδιο σώμα - πνευματικό σώμα-, το ίδιο ανάστημα, και οι κοντοί και οι ψη­λοί, την ίδια ηλικία, και οι νέοι και οι γέροι και τα μωρά, αφού η ψυχή είναι ίδια. Θα υπάρχη δηλαδή μια αγγελική ηλικία.

- Γέροντα, στην άλλη ζωή όσοι θα είναι στην Κόλα­ση θα βλέπουν αυτούς που θα είναι στον Παράδεισο;

- Κοίταξε, όπως αυτοί που είναι την νύχτα έξω στο σκοτάδι βλέπουν όσους είναι μέσα σε ένα δωμάτιο φωτισμένο, έτσι και όσοι θα βρίσκονται στην κόλα­ση θα βλέπουν όσους θα είναι στον Παράδεισο. Και αυτό θα είναι μεγαλύτερη κόλαση. Όπως πάλι όσοι την νύχτα είναι στο φως, δεν βλέπουν αυτούς που είναι έξω στο σκοτάδι, έτσι και αυτοί που θα βρίσκονται στον Παράδεισο δεν θα βλέπουν αυτούς που θα είναι στην κόλαση.

Γιατί, αν έβλεπαν τους κολασμένους, θα πονούσαν, θα θλίβονταν για την ταλαιπωρία τους, και δεν θα απολάμβαναν τον Παράδεισο, αλλά εκεί «ουκ εστί πόνος...»[12]. Και όχι μόνο δεν θα τους βλέπουν, αλλά ούτε θα θυμούνται αν είχαν αδελφό η πατέρα η μητέρα, αν δεν είναι και εκείνοι στον Παράδεισο. «Εν εκείνη τη ημέρα απολούνται πάντες οι διαλογισμοί αυτού»[13]λέει ο Ψαλμωδός. Γιατί, άμα τους θυμούνται, πως θα είναι Παράδεισος; Αύτος μάλιστα που θα είναι στον Παράδεισο, θα νομίζουν ότι δεν θα υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, ούτε θα θυμούνται τις αμαρτίες που είχαν κάνει. Γιατί, αν θυμούνται τις αμαρτίες τους, δεν θα αντέχουν από φιλότιμο στην σκέψη ότι λύπησαν τον Θεό.

Η ποσότητα πάλι της χαράς του καθενός στον Παρά­δεισο θα είναι διαφορετική. Άλλος θα έχη μια δαχτυλήθρα χαρά, άλλος ένα ποτήρι, άλλος μια ολόκληρη δεξα­μενή. Όλοι όμως θα αισθάνονται πλήρεις και κανένας δεν θα ξέρη το μέγεθος της χαράς, της αγαλλιάσεως, του άλλου. Τα κανόνισε έτσι ο Καλός Θεός, γιατί, αν γνώριζε ο ένας ότι ο άλλος έχει περισσότερη χαρά, δεν θα ήταν τότε Παράδεισος, επειδή θα υπήρχε το «γιατί εκείνος να έχη περισσότερη χαρά και εγώ λιγότερη; ». Δηλαδή καθένας θα βλέπη στον Παράδεισο την δόξα του Θεού ανάλογα με την καθαρότητα των οφθαλμών της ψυχής του. Η ορατότητα όμως δεν θα καθορισθή από τον Θεό, άλλα θα εξαρτηθή από την δική του κα­θαρότητα.

- Γέροντα, μερικοί δεν πιστεύουν ότι υπάρχει κόλα­ση και Παράδεισος.

- Δεν πιστεύουν ότι υπάρχει κόλαση και Παρά­δεισος; Πως είναι δυνατόν οι νεκροί να μείνουν στην ανυπαρξία, αφού είναι ψυχές; Ο Θεός είναι αθάνατος και ο άνθρωπος είναι κατά χάριν αθάνατος. Επομένως αθάνατος θα είναι και στην κόλαση. Ύστερα τον Πα­ράδεισο και την κόλαση τα ζη η ψυχή μας σε έναν βαθμό και από αυτήν την ζωή, ανάλογα με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Όταν κάποιος έχη τύψεις συνειδήσεως και νιώθη φόβο, ταραχή, άγχος, απελπισία, η είναι κυριευμένος από μίσος, από φθόνο κ.λπ., τότε ζη την κόλαση. Ενώ, όταν μέσα του υπάρχη αγάπη, χαρά, ειρήνη, πραότητα, καλοσύνη κ.λπ., τότε ζη τον Παρά­δεισο. Όλη η βάση είναι η ψυχή, γιατί αυτή είναι που αισθάνεται και την χαρά και τον πόνο. Να, πήγαινε σε έναν πεθαμένο και πες του τα πιο ευχάριστα πράγμα­τα, λ.χ. «ήρθε ο αδελφός σου από την Αμερική» κ.λπ., δεν θα καταλάβη τίποτε. Αν Του σπάσης τα χέρια, τα πόδια, πάλι δεν θα καταλάβη.

Επομένως η ψυχή είναι που αισθάνεται. Αυτά όλα δεν τους προβληματίζουν; Η, ας υποθέσουμε, βλέπεις ένα ωραίο, ένα ευχάριστο όνειρο, χαίρεσαι, χτυπάει γλυκά η καρδιά σου και, δεν θέλεις να τελείωση. Ξυπνάς και στενοχωριέσαι, γιατί ξύπνησες. Η βλέπεις ένα άσχημο όνειρο, ότι έπεσες λ.χ. και έσπασες τα πόδια σου, και υποφέρεις, κλαις. Από την αγωνία σου ξυπνάς με δάκρυα στα μάτια, βλέπεις ότι δεν έπαθες τίποτε και λες: «Ευτυχώς όνειρο ήταν!». Δηλαδή συμμετέχει η ψυχή. Από ένα άσχημο όνειρο υποφέρει κανείς περισσότερο από ό,τι στην πραγμα­τικότητα, όπως και ο άρρωστος υποφέρει πιο πολύ την νύχτα απ' ό,τι την ημέρα. Έτσι και όταν πεθάνη ο άνθρωπος, αν πάη στην κόλαση, θα είναι πιο οδυνηρό. Σκεφθήτε να ζη κανείς ένα αιώνιο εφιαλτικό όνειρο και να βασανίζεται αιώνια! 'Εδώ δεν μπορείς να αντέξης για λίγα λεπτά ένα άσχημο όνειρο, άντε τώρα αιώνια -Θεός φυλάξοι- να είσαι μέσα στην θλίψη. Γι' αυτό κα­λύτερα να μην πάμε στην κόλαση. 'Εσείς τι λέτε;

- Τόσον καιρό, Γέροντα, κάνουμε αγώνα να μην πάμε στην κόλαση λέτε, εκεί να καταλήξουμε;

- Αν δεν έχουμε μυαλό, εκεί θα πάμε. Εγώ εύχομαι η όλοι στον Παράδεισο η κανένας στην κόλαση... Κα­λά δεν λέω; Είναι πολύ βαρύ, μετά από όσα έκανε ο Θεός για μας τους ανθρώπους, να πάμε στην κόλαση και να Τον λυπήσουμε. Ο Θεός να φυλάξη, όχι μόνον άνθρωπος, αλλά ούτε πουλί να μην πάη στην κόλαση.

Ο Καλός Θεός ας μας δώση καλή μετάνοια, για να μας βρη ο θάνατος σε καλή πνευματική κατάσταση και, να απόκατασταθούμε στην Ουράνια Βασιλεία Του. Αμήν.

Η μετά θάνατον ζωή - Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου

Βήμα Ορθοδοξίας

Ο Γέρων Παΐσιος και η διδασκαλία του για την προσευχή



Ο Γέρων Παΐσιος και η διδασκαλία του για την προσευχή
Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος
Ο ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ ΚΑΙ Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
(115Ν-2)
Σεβασμιώτατε Πάτερ καί Δέσποτα, στά πλαίσια τῆς πατρικῆς σας προτροπῆς θά προσπαθήσωμε, δι᾽ εὐχῶν σας, νά κάνωμε κάποιες νύξεις στό πολυδιάστατο θέμα πού ἀναθέσατε στήν ἀναξιότητά μας. Τό θέμα εἶναι «Ὁ Γέρων Παΐσιος καί ἡ διδασκαλία του γιά τήν προσευχή».
Ὡς ἐκ τούτου, θά ἀναφέρωμε, ἐντελῶς ἐπιγραμματικά, κάποιες διδαχές καί γεγονότα πού ἀφοροῦν τόν μακαριστό Γέροντα μέ τό ἐν λόγῳ θέμα, ἀντλῶντας κυρίως ἀπό κάποιες προσωπικές μας σημειώσεις πού κρατούσαμε τόν καιρό ἐκεῖνο, εἴτε ἀπό τίς ἀπαντήσεις καί διδασκαλίες τοῦ Γέροντος Παϊσίου, εἴτε τοῦ Γέροντός μου π. Ἰσαάκ Ἁγιορείτου Λιβανέζου, ἄν καί τά πλεῖστα ἐξ αὐτῶν εἶναι χαραγμένα ἀνεξίτηλα μέσα μας.
Συχνά ἔλεγε ὁ Γέροντας, ὅτι προσευχή εἶναι τό ὀξυγόνο τῆς ψυχῆς, εἶναι ἡ ζωή τῆς ψυχῆς, εἶναι ὁ καθρέφτης τῆς πνευματικῆς προκοπῆς καί καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου. Δέν νοεῖται πρόοδος στά πνευματικά χωρίς προσωπική βελτίωσι στήν προσευχή, ὅπου ἐκεῖ φαίνεται ἡ πνευματική μας κατάστασις. Τόνιζε τήν ἀνιδιοτέλεια στήν πνευματική ζωή, πρᾶγμα τό ὁποῖο φυσικά ἔχει ἀντανάκλασι καί στήν προσευχή. Ἡ προσευχή του ἔφθανε ἕως καί τούς ἐχθρούς ὡς ἀληθής μιμητής τοῦ Χριστοῦ. Ἔλεγε ὅτι ὁ Χριστιανός πρέπει νά ἀγκαλιάζη καί αὐτούς πού τόν μισοῦν, νά προσεύχεται καί γιά τούς σταυρωτάς του. 
Ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας μάλιστα, μέ πολύ πόνο, κάποτε προσευχόταν νά ἐλεήση ὁ Θεός ἀκόμη καί τούς δαίμονες. Τούς ἐλυπᾶτο, διότι διεπίστωνε τήν «πρόοδό» τους στήν κτηνωδία ἀπό τά πλεῖστα ὅσα κακά τά ὁποῖα προσπαθοῦσαν, ζωντανά πλέον καί ὕπουλα, νά προξενήσουν στόν Γέροντα οἱ δαίμονες. Πονοῦσε δηλαδή γιά τήν αὔξησι τῆς προσωπικῆς τους κολάσεως. Κατά τήν διάρκεια ὅμως τῆς προσευχῆς του βλέπει δαίμονα μετασχηματισθέντα σέ ἕνα μακάβριο αἱμοβόρο σκυλίσιο κεφάλι νά τοῦ βγάζη σαρκαστικά καί εἰρωνικά τήν γλῶσσα του ἔξω, πολύ μακρυά, καί νά τόν κοροϊδεύη κυνικά.
Ἔλεγε ὁ Γέροντας, ὅτι πρέπει συνεχῶς νά εἴμαστε σέ ἐπαφή καί ἑτοιμότητα μέ τό Οὐράνιο Κέντρο σάν καλοί στρατιῶτες καί ἀσυρματιστές τοῦ Θεοῦ. Πρέπει νά πιάνωμε καθαρή καί δυνατή ἐπαφή μέ τόν Οὐράνιο Σταθμό. Ἄς μᾶς ἐπιτραπῆ αὐτό νά τό ὀνομάσωμε Οὐράνιο Διαδίκτυο (Θειο-νέτ), Θεο-νέτ. Γιά νά γίνη αὐτό ἀπαιτεῖται οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς μας, κατά τόν Γέροντα πάντα, νά ἐκτελοῦν σωστά, τά ''διακονήματα'', τά ''ἐργόχειρά'' τους - λέξεις τοῦ Γέροντα αὐτές -, τίς δυνατότητές τους, δηλαδή τίς θεόθεν δοθεῖσες σέ ἐμᾶς.
Ὅταν κάποτε ἠρωτήθη ὁ Γέροντας «τόν Θεό τόν πλησιάζομε μέ τήν λογική ἤ μέ τήν καρδιά;», ἀπήντησε μέ ἁπλοϊκό, παραστατικό καί σοφό λόγο: «Γιά νά πιάσωμε ἐπαφή καί νά ἀκούσωμε ἕναν ραδιοφωνικό σταθμό χρειάζεται νά ρυθμίσωμε κατάλληλα δύο κουμπιά. Καί τήν συχνότητα, καί τήν ἔντασι τοῦ ἤχου. Ἡ ἔντασις εἶναι ἡ λογική καί ἡ συχνότητα εἶναι ἡ καρδιά». Χρειάζονται δηλαδή καί τά δύο, στήν ἀρχή τοὐλάχιστον.
Βέβαια, σέ ἄλλη συνάφεια, ὁ Γέροντας, μιλῶντας πιό βαθειά, μᾶς εἶπε μεταξύ τῶν ἄλλων ὅτι: «Τό πιό ἀνώτερο πού ἔδωσε ὁ καλός Θεός στόν ἄνθρωπο εἶναι ὁ ''νοῦς'', ἡ ''ἁγία τριάδα'' τῆς ψυχῆς μας». Διότι, μόνον στόν νοῦ φανερώνεται ὁ Θεός, ὅπου ἑνώνεται ἡ ἄκτιστος ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ μέ τήν οὐσία τοῦ νοός μας καί προφανῶς μέ τήν προσευχή, ὅταν ξεπαγώσουν τά ''πνευματικά λάδια'', ὅλα αὐτά τότε ἐνεργοποιοῦνται, μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται.
Πρακτική συνέπεια τῶν προαναφερθέντων εἶναι νά ρυθμίσωμε τόν πομπό μας στήν ἀγάπη καί τόν δέκτη μας στήν ταπείνωσι. Μέ αὐτό ἐννοοῦσε ὁ Γέροντας ὅτι μόνον ἔτσι θά ὑπάρχη ὀντολογική ὑπαρξιακή ζωντανή ἀνατροφοδότησις μεταξύ ἡμῶν καί τοῦ Θεοῦ.
Ποτέ ὁ Γέροντας δέν αὐτονομοῦσε τήν προσευχή ἀπό τήν ὑπόλοιπη πνευματική ζωή. Σέ κάποιες μάλιστα περιπτώσεις, τόνιζε τό ἑξῆς: «Ἐδῶ χρειάζεται περισσότερο προσοχή καί λιγώτερο προσευχή». Ἔδινε μεγάλη σημασία στό ταπεινό φρόνημα καί στούς σωστούς λογισμούς. Ἔλεγε: «Ἕνας λογισμός μπορεῖ νά ''φρακάρη'' ἤ νά ''ξεφρακάρη'' τήν εὐχή. Ὅταν δέν συγχωροῦμε ἤ δέν ζητοῦμε συγχώρησι, ἡ προσευχή μας, ὄχι ἁπλᾶ δέν πετάει στόν οὐρανό, ἀλλά δέν ξεπερνάει σέ ὕψος καί αὐτό τοῦτο τό κεφάλι μας». Φυσικά, ἐδῶ ὁ Γέροντας ὡμιλοῦσε μεταφορικά.
Προφανῶς, τήν προσευχή δέν τήν ἐθεωροῦσε αὐτοσκοπό, ἀλλά ἀπαραίτητο καί διαρκές μέσο, μαζί μέ τήν λοιπή ἄσκησι, γιά τήν ἀπέκδυσι τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου καί τήν ἕνωσί μας μέ τόν Θεό. Ἔλεγε περίπου τά ἑξῆς: «Νά σκεφτώμαστε τίς ἄπειρες εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, τίς ἀμέτρητες γνωστές καί ἄγνωστες ἁμαρτίες μας, παραλείψεις μας, κλπ. Ὅλα αὐτά, μετά μᾶς προξενοῦν ταπείνωσι, καρδιακο-σωτήριο πόνο, καί ἔτσι ἡ προσευχή δέν εἶναι τυπική, κουραστική, ἀλλά γίνεται μία διαρκής φυσική προσωπική μας ἀνάγκη ἐπικλήσεως τοῦ θείου ἐλέους, ἀλλά καί δοξολογίας».
Αὐτό, τό ἐθεωροῦσε πολύ ἀνώτερο ἀπό τήν ἐφαρμογή διαφόρων προσευχητικῶν τεχνικῶν, ὅπως ἀναπνοές, σκαμνάκια, κλπ. Βέβαια, καί αὐτά ἐννοεῖται ὅτι τά ἐσέβετο, ἀλλά τά ἐθεωροῦσε ἁπλῶς ὡς βοηθητικά μέσα γιά τήν συγκέντρωσι τοῦ νοός στήν προσευχή. Παράλληλα ὅμως, εὐκαίρως-ἀκαίρως, ἐπεσήμαινε διαφόρους φυσικούς καί πνευματικούς κινδύνους, νά νομίζωμε δηλαδή ὅτι τάχα κάτι σπουδαῖο ἐφαρμόζομε, ἀλλά καί ὀργανικούς ἀκόμη κινδύνους, ὅπως πρόβλημα στήν καρδιά μας ἀπό τό σαρκικό σφίξιμο, κλπ.
Ἔλεγε συχνά, ὅτι πρίν μετρήσωμε τά κομβοσχοίνια, νά μετρᾶμε πρῶτα τίς ἀναρίθμητες ἁμαρτίες μας, νά διαβάζωμε ἕνα πατερικό κείμενο γιά νά ἐρχώμεθα σέ συναίσθησι, νά ξεφεύγωμε ἔτσι ἀπό τά βιωτικά, καί νά προσέχωμε μόνο στά λόγια τῆς προσευχῆς. Νά περιφρονοῦμε ὅλους ἀνεξαιρέτως τούς λογισμούς, προσωπικούς, ἐμπαθεῖς, δαιμονικούς, ἐξ ἀριστερῶν, ἐκ δεξιῶν, ὠφελίμους, βλασφήμους, κλπ.
Τόνιζε τό ἑξῆς: « Νά μή παραξενευώμεθα, γιατί ἰδίως πολλές φορές κατά τήν προσευχή, ὁ ἐχθρός δέν ἡσυχάζει. Μποροῦμε μάλιστα, ἔλεγε, νά τόν ἐκμεταλλευθοῦμε κάνοντάς τον γιά λογαριασμό μας ἐργάτη ἄμισθο, βοηθῶντας μας ἔτσι στήν ἀδιάλειπτο προσευχή». Καί ἐξηγούμεθα. Μᾶς ἔλεγε κάποια στιγμή γιά κάποιον ἀγωνιστή, πού ὅταν ξάπλωσε νά κοιμηθῆ οἱ δαίμονες τοῦ ἔβαζαν αἰσχρούς λογισμούς. Ὁπότε καί ἐκεῖνος εἶπε: «Καλά πού μέ ἐθυμίσατε». Καί ἐσηκώθηκε καί ἔκανε πολλές μετάνοιες. Καί ἐσχολίαζε ὁ Γέροντας ὅτι, ὅταν ἔχωμε τέτοιο φρόνημα, τότε τό ταγκαλάκι - δέν εἶναι κουτό - ὅταν βολιδοσκοπῆ, ἄς ὑποθέσωμε - τό ἔλεγε συχνά αὐτό -, ὅταν βολιδοσκοπῆ ὅτι θά χάση τόν πόλεμο, δέν τό συμφέρει, τό ταγκαλάκι, νά δουλεύη δωρεάν καί ἀντί γιά κακό νά μᾶς προξενῆ μάλιστα καί καλό.
Ἐπίσης, ἔδινε μεγάλη σημασία στούς λογισμούς καί στό σωστό ὑγιές φρόνημα, στήν σωστή πνευματική μας τοποθέτησι ἔναντι τοῦ Θεοῦ, τοῦ πλησίον, κλπ. «Ἐδῶ ἔλεγε,  κι ἄν ''χάνωμε ἕνα σωρό λάδια'', καί γι᾽ αὐτό δέν ὑπάρχουν, δυστυχῶς, πνευματικοί καρποί ».
Τόνιζε, νά ζητᾶμε στήν προσευχή μας μόνο τό θεῖο ἔλεος, ὥστε νά μποροῦμε νά μετανοοῦμε σωστά, θεάρεστα, ὥστε νά συγχωρηθοῦμε γιά νά μπορέσωμε ἔτσι νά γνωρίσωμε καλύτερα καί εἰς βάθος τά χάλια τοῦ ἑαυτοῦ μας. «Μόνο ἔτσι, ἔλεγε, ὁ Θεός θά σοῦ δώση, εὐλογημένε, τήν Χάρι Του, καί ὅ,τι ἄλλο χρειάζεται γιά τήν σωτηρία τήν δική σου καί τοῦ πλησίον». Ἄν δέν σιχαθοῦμε κατά Θεόν, δηλαδή χωρίς ἴχνος ἀπελπισίας, τόν ἑαυτό μας, συνεχῶς θά ἔχωμε νέες κρυφές καί φανερές πτώσεις. Φυσικά, αὐτή ἡ κατάστασις νοηματοδοτεῖται διαφορετικά ἀπό τήν κατάστασι τῶν ἀρχαρίων μέχρι τῶν τελείων, πού φυσικά δέν ἔχει τελειωμό.
Ἔλεγε ὁ σύγχρονος ὅσιος πατήρ: «Εἶμαι ἕνα κονσερβοκούτι, πού ἐπειδή καμμιά φορά ἀντανακλᾶται σέ αὐτό τό ἡλιακό φῶς, νομίζετε ὅτι εἶμαι ἥλιος». Ἄλλες φορές ἔλεγε, καί τό ἐννοοῦσε 100%, τό ἑξῆς: «Εἶμαι τενεκές ξεγάνωτος».
Ἔλεγε ἐπίσης γιά κάποιον μοναχό μέ ἀρκετή ἄσκησι, ὁμολογουμένως, καί καλή φήμη: «Νά βράσω τά κομποσχοίνια πού κάνει...» Κάτι ἀρνητικό θά ἔβλεπε σ᾽ αὐτόν ὁ Γέροντας... Γι᾽ αὐτό καί πολλές φορές ἐπεσήμαινε ὅτι δέν πρέπει νά κάνωμε μία ξερή, ἄγευστη ἄσκησι ἐπιδιώκοντας, φανερά ἤ κρυφά, θεῖες ἐμπειρίες, φῶτα, χαρίσματα, προφητεῖες, κλπ. Κάποιοι τόνιζε, αὐξάνουν τά κομβοσχοίνια, ἐφαρμόζουν ἐξωτερική ἐπιδερμική ἀκρίβεια σέ διάφορα τυπικά, χωρίς φυσικά νά φταῖνε τά τυπικά - κάθε ἄλλο -, νομίζοντας ματαίως ὅτι ἐφαρμόζουν πιστά τά φιλοκαλικά κείμενα. Μέ μία λέξι, ἄμεσα-ἔμμεσα αὐτολιβανίζονται, αὐτοπροβάλλονται, αὐτοαγιάζονται. Ὅταν δέ τυχόν ἔλθουν καί οἱ ἔπαινοι τῶν εὐλαβῶν, ἀθώων, ἀφελῶν, εὐλαβοπαθῶν, ἀπείρων, φαντασιοπλήκτων, ψυχοπαθῶν, πονηρῶν, καιροσκόπων, συμφεροντολόγων, κλπ., ἀνθρώπων, τότε τά πράγματα γίνονται ἀπό κάθε ἄποψι ἄκρως ἐπικίνδυνα, ἀνεξέλεγκτα καί δυστυχῶς, τίς πιό πολλές φορές, σχεδόν ἀνίατα. Τά ἐκμεταλλεύεται δηλαδή ὕπουλα, ἀόρατα, μέ μεγάλη μαεστρία, τό ταγκαλάκι καί δημιουργεῖ ''ταγκαλίστικες'', ὅπως ἔλεγε, ἐμπειρίες, ἐντυπώσεις, αὐταπάτες, δῆθεν προφητεῖες, συμπτώσεις, πλᾶνες ἐπί πλανῶν, ὧν οὔκ ἐστιν ἀριθμός, κλπ.
Ἔλεγε, ὅτι ἡ θεάρεστη προσευχή, παρά τίς δυσκολίες της, τελικά ξεκουράζει καί δημιουργεῖ ἀνείπωτη εἰρήνη μέσα μας. Εἶναι ντροπή, τόνιζε, τό ὅτι, ἐνῶ ὁ Χριστός μᾶς δίνει τήν δυνατότητα τῆς ἐπικοινωνίας μαζί του, ἐμεῖς νά μήν εἴμαστε πρόθυμοι, ἤ νά μήν ἔχωμε τήν ἀνάλογη συναίσθησι κατ᾽ αὐτήν τήν συνομιλία. Ἀπό τήν μία ζηλεύομε καί μακαρίζομε ἐκείνους πού ἔζησαν στήν ἐποχή τοῦ Χριστοῦ καί μποροῦσαν νά Τοῦ μιλήσουν, καί δέν σκεπτόμεθα ὅτι τελικά ἐμεῖς εἴμαστε σέ πλεονεκτικώτερη θέσι, ἐφ᾽ ὅσον ἐμεῖς τώρα ἔχωμε τήν δυνατότητα, ἰδίως μέ τήν νοερά προσευχή, νά εὑρισκώμεθα σέ συνεχῆ πνευματική γραμμή μαζί Του. Ἐνῶ, ἐκεῖνοι τότε δέν εἶχαν τήν δυνατότητα νά ἀπασχολήσουν πολύ τόν Χριστό, ποιός τότε δηλαδή νά πρωτοπρολάβη, κλπ.
Ὁ Γέροντας, ἐκτός ἀπό τήν ποιότητα, τόνιζε καί τήν ποσότητα τῆς προσευχῆς. Ἄλλωστε, ὅταν τό δεύτερο γίνεται μέ σωστό τρόπο, βελτιώνεται καί τό πρῶτο. Ὁ ἴδιος φυσικά προσευχόταν ὧρες ἐπί ὡρῶν, ἀτελείωτες νύχτες, ἀλλά καί ἡμέρες. Ἀλλά, τί λέγω; Ὁ Γέροντας προφανῶς καί εἶχε τήν καρδιακή, ἀβίαστη, αὐτενέργητη νοερά προσευχή σέ ὕπνο καί ξύπνιο, εἴτε ὡμιλοῦσε, εἴτε ὁ,τιδήποτε ἄλλο ἔκανε. Αὐτό βέβαια ἦτο δίκαιος θεόθεν καρπός καί δῶρο πολλῶν προσωπικῶν του πνευματικῶν παραμέτρων, ἀγώνων καί προαγωγικῶν πειρασμῶν.
Τόσο πολύ προσηύχετο, πού, γιά παράδειγμα, ὅταν ἀσκήτευε στό Σινᾶ, ἔξω ἀπό τό Μοναστήρι κατά μόνας, νέος τότε καί σχετικά ἄγνωστος καί ἄσημος, γιά ἕνα διάστημα ἐπήγαινε στό Μοναστήρι ἀραιά, κάθε δεκαπέντε ἡμέρες δηλαδή, καί μάλιστα μόνο καί μόνο γιά νά κοινωνήση, γιά κανέναν ἄλλον λόγο. Τότε, μία φορά - καί νά ἦταν μόνο ἐκείνη... - ὑπέφερε ἀπό τόν πειρασμό ἀνείπωτα μαρτύρια. Ἔλεγε: «Αἰσθανόμουν σάν νά ἤμουν καρφωμένος στόν Σταυρό». Βέβαια, αὐτό τό καταλαβαίνει κανείς, ὄχι ὅταν τό ἀκούη, ἀλλά μόνον ὅταν τό ζῆ, ὅταν τό ἔχη ζήσει καί στό ποσοστό πού τό ἔχει ζήσει, βέβαια.
Μεταξύ τῶν ἄλλων, ἐκεῖνο πού θεωροῦμε ταπεινά ὅτι μᾶς ἐπιτρέπεται νά ποῦμε εἰς τήν ἀγάπη σας εἶναι ὅτι τόν ἔσπρωχνε ὁ διάβολος νά πάη στό Μοναστήρι - νά σπρώχνη κάποιον ὁ διάβολος νά πάη στό μοναστήρι...! - γιά νά κάνη μέ τούς ἄλλους πατέρες ἀκολουθίες κλπ., δηλαδή γιά νά φύγη ἀπό τήν ἡσυχία. Τό προτιμοῦσε δηλαδή ἐν προκειμένῳ αὐτό ὁ διάβολος. Καί δυστυχῶς τότε ἐδέχετο ὁ π. Παΐσιος πρός αὐτό καί διάφορες ἀνθρώπινες πιέσεις, ἀκόμη καί ἀπό πνευματικούς ἀνθρώπους - ἄς μή ποῦμε περισσότερα ἐπάνω σέ αὐτό. Ἄλλωστε, δέν ἦταν μόνο τότε καί μόνο γιά αὐτό τό θέμα, ἀλλά καί γιά ἄλλα, καί πιό πρίν, καί πιό μετά, κλπ. Λοιπόν, ὁ Γέροντας ἀντιστεκόταν γενναίως σ᾽ αὐτό τό θέλημα τοῦ πειρασμοῦ. Ὅταν ὅμως ἐκοινώνησε στό Μοναστήρι μετά ἀπό δεκαπέντε ἡμέρες, αἰσθάνθηκε τήν Θεία Κοινωνία σάν γλυκό κρέας, καί ὄχι μόνο, καί ἐγέμισε μέ οὐράνια γλυκύτητα-ἄκτιστο Φῶς. Ὁπότε, μέ νέες πνευματικές δυνάμεις καί οὐράνιες ἐμπειρίες, προκαλοῦσε, ὄχι φυσικά τούς ἀνθρώπους - ποτέ ὁ Γέροντας δέν ἐπροκαλοῦσε ἀνθρώπους - ἀλλά ἐπροκαλοῦσε μόνο τόν διάβολο γιά τό ἑπόμενο δηλαδή δεκαπενθήμερο τῆς κατά μόνας ἡσυχίας του καί ἔλεγε στόν διάβολο: «Ἅμα θές, ἔλα τώρα νά ξαναπαλαίψωμε», ἐν Κυρίῳ φυσικά καυχώμενος. Καί ἐννοοῦσε, σύν τοῖς ἄλλοις, ὅτι δέν θά χαλοῦσε τήν ἡσυχία του μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται.
Ἐδῶ φυσικά, χρειάζεται μία ἀπαραίτητος διευκρίνησις. Αὐτό ἴσχυε μόνο γιά τά πνευματικά μέτρα τοῦ Γέροντα. Ἄλλωστε, ὁ ἴδιος συχνά ἐτόνιζε τήν ἀξία τῆς κοινῆς προσευχῆς. Ἔλεγε: «Ὁ ναός εἶναι τό σπίτι τοῦ Θεοῦ. Ἡ κατ᾽ ἰδίαν προσευχή εἶναι προετοιμασία γιά τήν κοινή προσευχή». Βέβαια, ἡ κοινή προσευχή ἔχει διασπάσεις, κλπ., ἄρα κάποιες φορές εἶναι ποιοτικά ἴσως κατώτερη. Ὅμως, εἶναι πιό δυνατή, καί λόγῳ τῆς ἑνότητος - μεγάλη σημασία αὐτό, νά μή τό ἀναλύσωμε -, καί λόγῳ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν προσευχομένων.
Σεβαστοί μου ἀδελφοί, δέν εἶναι λίγες οἱ φορές πού ὅταν κάποιος στό κελλί του κάνη σωστά τόν κανόνα του, χωρίς ὅμως παρά ταῦτα ὁ Θεός νά τοῦ δίνη αἰσθητή γεῦσι Χάριτος, στήν ἐκκλησία ὅμως μετά, κάποιες φορές, ἐντελῶς ἄκοπα καί ἀβίαστα νά μή μπορῆ νά σταματήση τά ὑπερβαλλόντως ἡδονικώτατα κύματα τῆς Χάριτος. Ἄκτιστη ''θεϊκή βροχή''. Οἱ περιπτώσεις βέβαια εἶναι πάμπολλες καί τό θέμα θέλει εἰδική ἐξέτασι.
Περιττό νά ἀναφέρωμε, ὅτι ὁ Γέροντας ἔδινε μεγίστη σημασία στήν συμμετοχή στήν μυστηριακή ἐκκλησιαστική ζωή μέ ἀποκορύφωμα βέβαια τήν σωστή λῆψι τῆς Θείας Κοινωνίας.
Κάποια φορά, ὅταν ἐκοινώνησε σέ κάποιο Κελλί στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἐκεῖ ὁ Γέροντας ἐκρύωνε λόγῳ ἐλλείψεως θερμάνσεως, ἡλικίας καί διαφόρων ἀσθενειῶν πού εἶχε, ξαφνικά, ὅλως ὑπερφυσικῶς, μέ τήν Θεία Κοινωνία ἐζεστάθη, καί πνευματικά, ἀλλά καί σωματικά, σέ βαθμό πού, κατά τήν ἐπιστροφή εἰς τό Κελλί του, ἐζεσταίνετο ἀκόμη καί ὁ δρόμος. Ὧδε ''σπατάλη'' θερμοθεϊκῆς ἐνεργείας...
Ὁ Γέροντας ἐπίστευε πολύ στήν δύναμι καί ὠφέλεια τῆς προσευχῆς, γι᾽ αὐτό καί ἀπέφευγε μέ ταπείνωσι συστηματικά πολλές φορές καί γιά μεγάλα διαστήματα τόν κόσμο. Στό Σινᾶ, ἀκόμη καί νεκροκεφαλές ἐσχεδίαζε ὁ ἴδιος, ὡς σῆμα κινδύνου. Ἤθελε δηλαδή  νά νομίζουν οἱ ἐπισκέπτες ὅτι ἡ περιοχή εἶναι ναρκοπέδιο καί ἐπικίνδυνη.
Ἦτο δέ πάρα πολύ ἑτοιμόλογος, πολύ εὔστροφος, μέ πηγαῖο ὠφέλιμο χιοῦμορ καί πολύ δυναμικό καί ζωηρό, κατά Θεόν βέβαια, χαρακτῆρα.
Γιά παράδειγμα, κάποτε κάποιος χτυποῦσε τό καμπανάκι τῆς καλύβης του στό Ἅγιον Ὄρος γιά νά τοῦ ἀνοίξη ὁ Γέροντας. Ὅταν μετά ἀπό ἀρκετή ὥρα τοῦ ἄνοιξε, εἶπε ὁ Γέροντας: «Ἔ, τί θέλεις παλληκάρι;» «Θέλω νά σέ δῶ, Γέροντα», εἶπε ἐκεῖνος. «Ἔ, δέν μέ εἶδες ἤδη; Νά κάνω καί μία στροφή ἐπί τόπου γιά νά μέ δῆς καί καλύτερα;» Καί ὁ ἐπισκέπτης τά ἔχασε καί μέ κάποια σχετική ἀγωνία, ἤ μᾶλλον μέ ἀπορία τοῦ εἶπε: «Θέλω νά προσευχηθῆς, Γέροντα, γιά μένα». Καί τοῦ ἀπήντησε ὁ Γέροντας μέ χιοῦμορ: «Φῦγε γιά νά προσευχηθῶ. Ἅμα δέν φύγης, πῶς θά προσευχηθῶ;»
Σέ ἕναν ἄλλον πού ἐφοβεῖτο ὅτι θά γινόταν πόλεμος, εἶπε ὁ Γέροντας: «Μή φοβᾶσαι, γιατί δέν ἔχει γίνει ἀκόμη ἀνάκλησις τῶν πρεσβευτῶν», μεταξύ τῶν ἐμπλεκομένων κρατῶν δηλαδή. Καί μετά, ἀστειευόμενος, συνέχισε καί εἶπε: «Ἄν γίνη ἀνάκλησις πρεσβειῶν, μόνο τότε νά ποῦμε ''ταῖς πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, Σῶτερ σῶσον ἡμᾶς''». Ἔπαιζε δηλαδή ὁ Γέροντας μέ τίς λέξεις σοφά καί ὠφέλιμα καί ὑπονοοῦσε ἐν προκειμένῳ ὅτι δέν θά γινόταν πόλεμος στήν περίπτωσι ἐκείνη.
Περιττό νά ποῦμε, ὅτι εἰδικά στήν Παναγούδα, ὁ κόσμος εἶχε πολύ αὐξηθῆ, πού ἐπήγαιναν γιά νά τόν συμβουλευθοῦν. Ὁ Γέροντας, πολλές φορές, μέ τήν θεόθεν ὄντως διόρασι, πού δέν τήν ἔβγαζε ποτέ ''στό σφυρί'', καταλάβαινε πότε ἔπρεπε νά ἀνοίξη ἤ ὄχι, νά μιλήση πολύ ἤ λίγο, καί φυσικά αὐτό τό ἔκρυβε μέ μεγάλη μαεστρία. Βέβαια, κάποιες σχετικά ἐλάχιστες φορές, τό ἐφανέρωνε ἀμυδρῶς καί ἔχοντας τό ἄλλοθι. Τόν ἐπρόδιδε, εἴτε ἡ ἀγάπη του, εἴτε κυρίως τόν ''ἐπίεζε'' ὁ ἴδιος ὁ Θεός νά τό πῆ.
Κάποτε, μία εὐσεβής γυναῖκα τοῦ εἶπε, ὅταν τόν συνάντησε στόν κόσμο: «Γέροντα, συνεχῶς σέ ἐπεκαλούμην στό Κελλί σου στό Ἅγιο Ὄρος. Μέ ἄκουγες;» Καί ἐκεῖνος ἀπήντησε λιτά καί μέ χιοῦμορ: «Ἔ, τί, κουφός εἶμαι;»
Παρά τά ὑψηλά του πνευματικά μέτρα ἐφοβεῖτο, λόγῳ τοῦ κόσμου, μή χάση τήν βύθισι τοῦ νοός του στήν πολύωρη προσευχή, πού σταματᾶ καί χάνεται ἐκεῖ ὁ χωροχρόνος. Ὅπως ἔλεγε: «Ἄν ὁ νοῦς γλυκαθῆ μέσα στήν καρδιά, δέν τοῦ κάνει καρδιά νά φύγη». Δηλαδή, ὅπως λέμε ἐπί τό θεολογικώτερον, ἐπιστροφή τῆς ἐνεργείας τοῦ νοῦ στήν οὐσία τοῦ νοῦ. Σέ αὐτήν τήν μακαρία κατάστασι σταματᾶ ὁ νοῦς λόγῳ τῆς αἰσθητῆς καί ὑπερβολικῆς ἡδονικῆς θείας Χάριτος. Παύει τότε κάποιες φορές ἡ ἐπαφή μέ τό περιβάλλον καί παύει οὐσιαστικά καί ἡ προσευχή. Σέ ''ταξειδεύει'' ἡ θεία Χάρις ὅπου Ἐκείνη θέλει, χωρίς νά σέ ἐρωτήση. «Θεϊκός ἐξαναγκασμός», προϊόν ὅμως τῆς ἰδεατῆς καί σωστῆς κατά Θεόν χρήσεως τοῦ αὐτεξουσίου μας.
Ὅμως, δύο οὐράνια γνωστά σέ μᾶς γεγονότα τόν προέτρεψαν καί τόν ὑπεχρέωσαν νά βλέπη πλέον τόν κόσμο. Τήν μία φορά τοῦ ἐνεφανίσθη οὐρανόθεν, διά δευτέρα γνωστή φορά, ὁ μακαριστός Γέροντάς του παπα-Τύχων ὁ Ρῶσος, πού ἐχτυποῦσε τό καμπανάκι σάν ἐπίγειος ἐπισκέπτης. Καί τοῦ εἶπε, μέ οὐράνια φωνή: «Χαίρομαι πού δέχεσαι κόσμο». Τήν πρώτη φορά, τοῦ εἶχε ἐμφανισθῆ ὁ παπα-Τύχων, οὐρανόθεν πάντα, στίς 10/9/1971. Βέβαια, καί κάποια ἄλλη φορά, προσοχή ἐδῶ, ὁ διάβολος προσποιήθηκε τήν μορφή τοῦ παπα-Τύχωνα γιά νά τόν παραπλανήση, ἀλλά ὁ Γέρων Παΐσιος τά εἶχε τετρακόσια...
Τήν δεύτερη φορά βέβαια, ὁ Γέροντας ἔλαβε ἐντολή ἀπό τήν ἴδια τήν Παναγία νά δέχεται κόσμο. Ἄς μή κάνωμε σχόλια.
Σάν βασική προσευχή μέ κομβοσχοίνι γιά μοναχούς κελλιῶτες στό κελλί τους, ἀλλά καί ὄχι μόνον κελλιῶτες, καί ὄχι μόνον μοναχούς, συνήθως, ἐθεωροῦσε ὡς βάσι - γιά νά πάρωμε μία μικρή γεῦσι ἁπλῶς θά ἀναφέρωμε κάποια νούμερα - τά ἑξῆς: Ἀρχικά, τέσσερα σταυρωτά τριακοσάρια κομβοσχοίνια, μέ μικρές δηλαδή μετάνοιες, τά τρία στόν Χριστό - «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με» - καί τό τέταρτο στήν Παναγία - «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον με». Ἐπί πλέον, τέσσερα ἐλεύθερα κομβοσχοίνια, μέ ἤ ὄχι σταυρούς δηλαδή, ὅπως καί πρίν, γιά τόν ἑαυτό μας. «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με», «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον με». Ἐπίσης, τέσσερα ἐλεύθερα, τριακοσάρια πάντα κομβοσχοίνια γιά τούς ζῶντες, λέγοντες, στά τρία πρῶτα, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησον ἡμᾶς», καί ἕνα «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς». Ἀκόμη, τέσσερα τριακοσάρια γιά τούς κεκοιμημένους, ἐκ τῶν ὁποίων τά τρία «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἀνάπαυσον τούς δούλους σου» καί στό τελευταῖο τριακοσάρι «Ὑπεραγία Θεοτόκε ἀνάπαυσον τούς δούλους σου». Τέλος, ἕνα τριακοσάρι στούς Ἁγίους τῆς κάθε ἡμέρας: «Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ πρεσβεύσατε ὑπέρ ἡμῶν». Σύνολο δηλαδή 17 τρακοσάρια κομβοσχοίνια σέ ἡμερήσια-νυχτερινή βάσι καί πολλά-πολλά ἄλλα, κι ἄλλες μεθόδους κλπ., πού τώρα φυσικά δέν εἶναι δυνατόν νά ἀναφερθοῦν.
Ἔδινε σημασία στό νά μή λέμε τήν εὐχή γρήγορα, γιά νά τήν χωνεύωμε καί γενικῶς - αὐτό κυρίως ἐνδιαφέρει ἐμᾶς - ἡ ἀναλογία χρόνου μεταξύ Χριστοῦ, Παναγίας συνήθως ἦτο, κατά τόν Γέροντα πάντα, τρία πρός ἕνα (3:1) χωρίς φυσικά αὐτό νά εἶναι ἀπόλυτο ἤ δεσμευτικό. Φυσικά, συνιστοῦσε καί πολλές ἐδαφιαῖες μετάνοιες. Μᾶς ἔλεγε ἐπίσης γιά κάποιον μοναχό πού ἔβλεπε κάποιες φορές τούς Ἁγίους τῆς κάθε ἡμέρας, γνωστούς καί ἀγνώστους. 
Τό κεφάλαιο ''Γέρων Παΐσιος - Προσευχή'' εἶναι προφανῶς ἀνεξάντλητο. Μᾶς ἄφησε πάρα πολλά ὁ Γέροντας. Ἐν τούτοις, τά ἀσυγκρίτως περισσότερα τά ἐπῆρε μαζί του, γιατί, ἐκτός τῶν ἄλλων δέν ἐγνωρίζαμε καί τήν μετάφρασι, ἄν δηλαδή θά μᾶς ἔλεγε περισσότερα.
Κάποιος, ὅταν τόν ἐρώτησε γιά τό ἄκτιστο Φῶς, ὁ Γέροντας, ἄν καί πάμπολλες φορές κολυμποῦσε σέ αὐτό, ἀπήντησε: «Ποῦ νά ξέρω τί εἶναι αὐτό; Μιά σόμπα πού ἔχω στό κελλί μου εἶναι κτιστή πάντως». Ἐννοοῦσε τίς ρουμάνικες/ρώσικες κτιστές σόμπες μέ πυρότουβλα.
Τέλος, ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Ὅταν ἔχης λύπη, κάτι σοῦ λείπει». Γι᾽ αὐτό, εὐχηθῆτε, Σεβασμιώτατε, ἐσεῖς, πού πάμπολλες φορές ἔμπρακτα ἐκδηλώνετε διαχρονικά τόν σεβασμό σας πρός τήν ἁγιασμένη μορφή τοῦ Γέροντος Παϊσίου, ὅπως φαίνεται καί στό Ἡμερολόγιο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φθιώτιδος τοῦ 2011, καί τόσα ἄλλα, εὐχηθῆτε νά μᾶς δίνη ὁ μακαριστός ὄντως ὅσιος Γέροντας ἀπό τούς οὐρανούς, στόν καθένα ἀπό ἐμᾶς, τίς ''πνευματικές βιταμῖνες'' πού μᾶς λείπουν. Ἔτσι, ὁλοένα καί περισσότερο θά εἰσερχώμεθα ὅλοι μας σέ μία πιό Ὀρθόδοξη σωστή προσωπική πνευματική τροχιά, ἡ ὁποία θά διώχνη τήν λύπη τῆς ἁμαρτίας μας καί θά μᾶς δίνη τήν κατά Θεόν εἰρήνη, τήν πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν.
Ἀμήν.
Γένοιτο!
Δι᾽ εὐχῶν σας. Σᾶς εὐχαριστῶ. 
Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος,
Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος
(Ὁμιλία εἰς τόν Ἱερόν Μητροπολιτικόν Ναόν Λαμίας - 16/3/2014)

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Η «σφαλιάρα» του ΑΓΙΟΥ ΠΑΙΣΙΟΥ και σφαλιάρα της Deutsche Bank.



Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Βαρδάκας «Τώρα µια µπόρα θα είναι, µια µικρή κατοχή του αντίχριστου σατανά. Θα φάει µετά µια...
%cf%86%cf%89%cf%84%ce%bf-6   
Δημοσίευση

28 Σεπτεμβρίου 2016, 8:18 πμ

Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Βαρδάκας

«Τώρα µια µπόρα θα είναι, µια µικρή κατοχή του αντίχριστου σατανά. Θα φάει µετά µια σφαλιάρα από τον Χριστό, θα συγκλονισθούν όλα τα έθνη…»

« Ο κόσµος µοιάζει σήµερα, σαν µια κοχλάζουσα χύτρα ταχύτητος, µε πολλές βαλβίδες! Θα σκάσει εδώ, θα σκάσει εκεί. Προσεύχεσθε µη γίνει µ’ εµάς η αρχή.» ΑΓΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ

Και αν λάβουμε υπόψη μας ότι ο ΑΓΙΟΣ των ημερών μας προέβλεψε την διάλυση της ΕΕ τότε τα γεγονότα συγκλίνουν σε μεγάλες ιστορικές ανατροπές.

Ας ετοιμαζόμαστε γιατί οι σφαλιάρες θα πέφτουν βροχή Παγκοσμίως.

¨Δικαιολογημένα όταν ο τραπεζικός γίγαντας της Ευρωζώνης χάνει σε αξία το 90% της τιμής της μετοχής του (από 100 ευρώ σε 10,6) τότε όχι μόνο η Γερμανία, αλλά ολόκληρη η Ευρωζώνη αρχίζει να τρέμει. Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν η καγκελάριος της Γερμανίας κ. Μέρκελ δεσμεύεται δημόσια ότι δεν πρόκειται το κράτος να τρέξει να την σώσει (bail out). Ταυτόχρονα όμως πίσω από τον τεράστιο όγκο της Deutshe Bank φαίνεται να κρύβεται κάτι πολύ πιο μεγάλο. Στο τελευταίο τριμηνιαίο δελτίο της η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS) (σελ. 15 του BIS Quarterly Review, Σεπτέμβριος 2016), η μοναδική διεθνής και θεσμικά αρμόδια τραπεζική αρχή που είχε προειδοποιήσει για τον κίνδυνο που ξέσπασε το 2008, παρουσιάζει μία σειρά διαγραμμάτων με τα οποία ένας ποιοτικά διαφορετικός κίνδυνος αρχίζει να αναδύεται.¨ Του Γ. Αγγέλη http://www.capital.gr/

H Deutsche Bank είναι το τραπεζικό «διαμάντι» της Γερμανίας, όπως η Volkswagen είναι το φωτεινό σύμβολο της αυτοκινητοβιομηχανίας της και η Siemens το λαμπρό σύμβολο στον χώρο της τεχνολογίας. Δεδομένου ότι στο προηγούμενο διάστημα είδαμε κατακόρυφη πτώση της αίγλης τόσο της Siemens όσο και της Volkswagen στα μάτια πελατών και επενδυτών, λόγω αθέμιτων πρακτικών και συστηματικής απάτης, αναρωτιόμαστε αν το ίδιο τώρα θα γίνει στην Deutsche Bank, και τι μπορεί αυτό να σημαίνει για όλους μας.

¨H zombie Deutsche bank με 1,62 τρισ ενεργητικό έχει 14,5 δισ αξία αγοράς

Εκτινάσσονται τα CDS της Deutsche bank –

Μετεξελίσσεται σε τράπεζα zombie έτσι απλά, η Γερμανία βρίσκεται σε ίδια θέση με την Fed και η κυβέρνηση των ΗΠΑ το Σεπτέμβριο του 2008 είχε τονίσει αφήστε την τράπεζα να αποτύχει και να ασχοληθεί με τις καταστροφικές συνέπειες, ή ένεση με μερικά ακόμη δισεκατομμύρια για να την κρατήσει ζωντανή για λίγα τρίμηνα. Πράγματι, «η πολιτική της διάσωσης είναι τρομερή, αλλά τα οικονομικά στοιχεία της κατάρρευσης είναι ακόμα χειρότερα.

Για την Deutsche bank μια φράση είναι ενδιαφέρουσα ο ελέφαντας στο δωμάτιο: Η Deutsche Bank διαθέτει 75 τρισεκ. στα παράγωγα είναι 20 φορές μεγαλύτερο από το ΑΕΠ της Γερμανίας» http://www.bankingnews.gr/ 27/09/2016 – 23:37

Phoenix Capital: Θα είναι η κατάρρευση της Deutsche Bank χειρότερη από της Lehman Brothers;

Η Deutsche Bank έχει χάσει το 20% της αξίας της σε λιγότερο από δύο εβδομάδες, τονίζει η Phoenix Capital¨ http://www.bankingnews.gr/ 27/09/2016 – 19:42

Η Σφαλιάρα θα πάει σύννεφο γιατί θέλουν δεν θέλουν λειτουργούν πνευματικοί νόμοι…

«Τώρα µια µπόρα θα είναι, µια µικρή κατοχή του αντίχριστου σατανά. Θα φάει µετά µια σφαλιάρα από τον Χριστό, θα συγκλονισθούν όλα τα έθνη και θα έρθει η γαλήνη στον κόσµο για πολλά χρόνια. Αυτήν την φορά θα δώσει ο Χριστός µια ευκαιρία, για να σωθεί το πλάσµα Του. Θα αφήσει το πλάσµα του ο Χριστός; Θα παρουσιασθεί στο αδιέξοδο των ανθρώπων, για να τους σώσει από τα χέρια του Πονηρού. Θα επιστρέψουν στο Χριστό και θα έρθει µια πνευµατική γαλήνη σε όλη την οικουµένη για πολλά χρόνια.»

Από το βιβλίο: «Πνευµατική Αφύπνιση», Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, (έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος – Σουρωτή Θεσσαλονίκης).simeiakairwn.wordpress.com

Και αν λάβουμε υπόψη μας ότι ο ΑΓΙΟΣ των ημερών μας προέβλεψε την διάλυση της ΕΕ τότε τα γεγονότα συγκλίνουν σε μεγάλες ιστορικές ανατροπές.Με πνευματική ευθύνη και συνείδηση.

πηγή: http://www.pentapostagma.gr/2016/09/%ce%b7-%cf%83%cf%86%ce%b1%ce%bb%ce%b9%ce%ac%cf%81%ce%b1-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%85-%cf%80%ce%b1%ce%b9%cf%83%ce%b9%ce%bf%cf%85-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%83%cf%86%ce%b1.html#ixzz4LXEqvKQS

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

Το «κανόνι» και ο Άγιος Παϊσιος (ιστορία)



 Το Σάββατο και την Κυριακή ο Πατήρ Παϊσιος πήγαινε να λειτουργηθή άλλοτε στο Κελλί των Δανιηλαίων και άλλοτε στη Μικρά Αγία Άννα ή πιο μακριά στην Κερασιά. Συνήθως έφευγε αμέσως μετά τη Θεία Λειτουργία, χωρίς να κερασθή, και σε όλους τους Πατέρες έκανε εντύπωση η ασκητική μορφή του, καθώς και τα μετρημένα λόγια του.

Όταν βοηθούσε στις πανηγύρεις των Κελλιών αυτών, είχαν την ευκαιρία να τον συναναστραφούν λίγο περισσότερο και έβλεπαν και τον αθόρυβο τρόπο, με τον οποίο διακονούσε:
«Βλέποντας τον πατέρα Παϊσιο να διακονή, έλεγε αργότερα ο π. Δανιήλ, καταλάβαινες ότι ο πνευματικός άνθρωπος ότι και να κάνει το κάνει με προθυμία. Ήταν άνθρωπος γεννημένος να ζή για τον πλησίον»

Επίσης αν και ταλαιπωρημένος από την εγχείρηση, πήγαινε συχνά στην Καψάλα, απόσταση αρκετών ωρών, για να επισκεφθή τον παπα-Τύχωνα και να εξομολογηθή.
Για πνευματική ωφέλεια επισκεπτόταν και τον γερο-Γαβριήλ τον Καρουλιώτη, ο οποίος έμενε τότε κατάκοιτος στην σπηλιά ενός απόκρημνου βράχου.

Επικοινωνία είχε και με έναν άλλον αγωνιστή ασκητή, τον Ρουμάνο τον γερο-Δανιήλ, ο οποίος έμενε χαμηλά στην Κερασιά. 
Μια μέρα ο γερο-Δανιήλ τον ρώτησε:
-Εσύ Πάτερ Παϊσιε, τι τυπικό έχεις;
-Για πες εσύ το τυπικό το δικό σου και μετά να θυμηθώ κι εγώ το δικό, είπε ο Πάτερ Παϊσιος.
-Εγώ, απάντησε εκείνος, μόλις σηκωθώ τη νύχτα, αρχίζω πρώτα το κανόνι. Και εννοούσε τον κανόνα.
-Πολύ καλά το λες, Γέροντα, είπε ο Όσιος. Κανόνι είναι !!!

Από το βιβλίο «Ο Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης»
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΒΑΣΙΛΙΚΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης. Για να περάσεις στην βουλή του Θεού, πρέπει να γίνεις "βουλευτής του Θεού, όχι "βολευτής" του εαυτού σου



Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης. Για να περάσεις στην βουλή του Θεού, πρέπει να γίνεις
 
«Για να περάσεις στην βουλή του Θεού, πρέπει να γίνεις ‟βουλευτής” του Θεού, όχι ‟βολευτής” του εαυτού σου».
 
- Γέροντα πώς τα βλέπετε τα πράγματα;
 
- Εσείς πώς τα βλέπετε;
 
- Εμείς τι να πούμε, Γέροντα; Εσείς να μας λέγατε.
 
- Η ησυχία που επικρατεί με ανησυχεί. Κάτι ετοιμάζεται. Δεν έχουμε καταλάβει καλά σε τι χρόνια ζούμε ούτε σκεφτόμαστε ότι θα πεθάνουμε. Δεν ξέρω τι θα γίνει, πολύ δύσκολη κατάσταση! Η τύχη του κόσμου κρέμεται από τα χέρια μερικών, αλλά ακόμη ο Θεός κρατά φρένο. Χρειάζεται να κάνουμε πολλή προσευχή με πόνο, για να βάλει ο Θεός το χέρι Του. Να το πάρουμε στα ζεστά και να ζήσουμε πνευματικά. Είναι πολύ δύσκολα τα χρόνια.
 
Έχει πέσει πολλή στάχτη, σαβούρα, αδιαφορία. Θέλει πολύ φύσημα, για να φύγει. Οι παλιοί έλεγαν ότι θα έρθει ώρα που θα κλωτσήσουν οι άνθρωποι. Πετάνε τους φράκτες, δεν υπολογίζουν τίποτε. Είναι φοβερό! Έγινε μία βαβυλωνία. Διαβάστε την προσευχή των Τριών Παίδων, να δείτε με πόση ταπείνωση προσεύχονταν και τον 82ο Ψαλμό: «Ο Θεός, τις ομοιωθήσεταί σοι, μη σιγήσεις…». Αυτό πρέπει να γίνει, αλλιώς δεν γίνεται χωριό. Θέλει Θεϊκή επέμβαση.
 
Μπαίνουν μερικές αρρώστιες ευρωπαϊκές και προχωρούν όλο προς το χειρότερο. Μου είπε ένας Κύπριος οικογενειάρχης που μένει στην Αγγλία: «Κινδυνεύουμε πνευματικά. Πρέπει να φύγω από την Αγγλία οικογενειακώς». Βλέπεις εκεί ο πατέρας να παίρνει την κόρη, η μάνα το γιο. Όλους τους στεφανώνουν, όλους τους ευλογούν. Κάτι πράγματα…, ντρέπομαι να τα πω. Και εμείς κοιμόμαστε με τα τσαρούχια. Δεν λέω να πάρουμε πλακάτ, αλλά να στρέψουμε την προσοχή μας στον μεγάλο κίνδυνο που περιμένουμε και να υψώνουμε τα χέρια στον Θεό. Να κοιτάξουμε πώς να αμυνθούμε κατά του κακού. Χρειάζεται να κρατάμε λίγο φρένο, γιατί όλα πάνε να τα ισοπεδώσουν. Τώρα είναι να λέει κανείς το ψαλμικό: «Θου τους άρχοντας αυτών ως τον Ωρήβ και Ζηβ και Ζεβεέ και Σαλμανά…, οίτινες είπαν κληρονομήσωμεν εαυτοίς το αγιαστήριον του Θεού».
 
Σύγχυση μεγάλη υπάρχει. Μύλος γίνεται, είναι ζαλισμένοι οι άνθρωποι. Ο κόσμος είναι όπως οι μέλισσες. Αν χτυπήσεις την κυψέλη, οι μέλισσες βγαίνουν έξω και αρχίζουν «βούου…» και γυρίζουν γύρω από την κυψέλη αναστατωμένες. Ύστερα η κατεύθυνσή τους θα εξαρτηθεί από τον άνεμο που θα φυσήξει. Αν φυσήξει βοριάς, θα πάνε μέσα. Αν φυσήξει νοτιάς, θα φύγουν. Έτσι και τον κόσμο τον φυσάει… «Εθνικός Βοριάς», «Εθνικός Νοτιάς», και είναι ο καημένος ζαλισμένος. Όμως, αν και γίνεται τέτοιο βράσιμο, νιώθω μέσα μου μια παρηγοριά, μια σιγουριά. Μπορεί να ξεράθηκε η ελιά, αλλά θα πετάξει νέα βλαστάρια. Υπάρχει μια μερίδα Χριστιανών, στους οποίους αναπαύεται ο Θεός. Υπάρχουν ακόμη οι άνθρωποι του Θεού, οι άνθρωποι της προσευχής, και ο Καλός Θεός μάς ανέχεται, και πάλι θα οικονομήσει τα πράγματα. Αυτοί οι άνθρωποι της προσευχής μάς δίνουν ελπίδα. Μη φοβάσθε. Περάσαμε σαν έθνος τόσες μπόρες και δεν χαθήκαμε, και θα φοβηθούμε την θύελλα που πάει να ξεσπάσει; Ούτε και τώρα θα χαθούμε. Ο Θεός μας αγαπά. Ο άνθρωπος έχει μέσα του κρυμμένη δύναμη για ώρα ανάγκης. Θα είναι λίγα τα δύσκολα χρόνια. Μία μπόρα θα είναι.
 
Δεν σας τα λέω αυτά, για να φοβηθείτε, αλλά για να ξέρετε που βρισκόμαστε. Για μας είναι μια μεγάλη ευκαιρία, είναι πανηγύρι οι δυσκολίες, το μαρτύριο. Να είστε με τον Χριστό, να ζείτε σύμφωνα με τις εντολές Του και να προσεύχεστε, για να έχετε θείες δυνάμεις και να μπορέσετε να αντιμετωπίσετε τις δυσκολίες. Να αφήσετε τα πάθη, για να έρθει η θεία Χάρις. *Αυτό που θα βοηθήσει πολύ είναι να μπει μέσα μας η καλή ανησυχία: πού βρισκόμαστε, τι θα συναντήσουμε, για να λάβουμε τα μέτρα μας και να ετοιμασθούμε. Η ζωή μας να είναι πιο μετρημένη. Να ζούμε πιο πνευματικά. Να είμαστε πιο αγαπημένοι. Να βοηθούμε τους πονεμένους, τους φτωχούς με αγάπη, με πόνο, με καλοσύνη. Να προσευχόμαστε να βγουν καλοί άνθρωποι.
 
Εισαγωγή από λόγους του Γέροντα
Σελ. 17-19
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

Πριν τα κόλλυβα των τούρκων, δοξολογία για την ΒΟΡΕΙΟ ΗΠΕΙΡΟ.



vardakas1
Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Βαρδάκας
Εξεπλάγην ο προσκυνητής όταν άκουσε από τα χείλη του ΑΓΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΥ.
– «Εσείς οι στρατιωτικοί, την Αλβανία να προσέχετε. Από εκεί θα έρθει η απειλή».
Φυσικό ήταν να έχει τις ενστάσεις του ο συνομιλητής του ΑΓΙΟΥ.
-«Γέροντα, άμα φτύσουμε, οι Αλβανοί θα πνιγούν στο σάλιο μας, και σεις λέτε ότι θα έρθει απειλή από την Αλβανία; Δεν μπορώ να το πιστέψω».
Και η απάντηση του Γέροντα του Έθνους μας.
-«Άκου το Γέροντα!»
Πηγή των διαλόγων- μαρτυριών
(Υποστράτηγος ε.α., Τσιαλίκης Χρήστος, Θεολόγος, Κομοτηνή, Νικολάου Ζουρνατζόγλου, Μαρτυρίες Προσκυνητών, Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης, τόμος Β’, σελ 373)
Το μεγάλο πνευματικό ανάστημα του ΟΣΙΟΥ ΠΑΙΣΙΟΥ του Αγιορείτη και η αγάπη για την πατρίδα του που την υπηρέτησε ο ίδιος πραγματικά σαν ασυρματιστής του ΘΕΟΥ του έδιναν την προορατική χάρη να βλέπει ακριβώς το σήμερα εν έτη 2016.
Γιατί δεν είπε ο ΑΓΙΟΣ για την Τουρκία σε πρώτη φάση;
Εν ΑΓΙΩ ΠΝΕΥΜΑΤΙ είχε μεταφερθεί από το1990 στις μέρες μας 2016 και έβλεπε την αποψίλωση του τουρκικού στρατεύματος που επιτελείται μετά το πραξικόπημα.
¨Οι άνδρες ενός από τους μεγαλύτερους στρατούς στο ΝΑΤΟ, εμφανίστηκαν στο πάτωμα, ημίγυμνοι και δαρμένοι από το πλήθος, ανασύροντας στη μνήμη εικόνες από τα βασανιστήρια που είχαν υποστεί οι μουσουλμάνοι στο Αμπου Γκράιμπ.
Ο Ερντογάν στην προσπάθειά του να επαναπροσδιορίσει τα συστατικά της Τουρκίας, αποδομεί τον βασικό παράγοντα του κεμαλικού κράτους: τις Ένοπλες Δυνάμεις.
Αυτό είναι απόλυτα συμβατό με την ισλαμική αντίληψη του Τούρκου προέδρου.
Όποιος βλέπει τις εικόνες των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων που έκαναν το γύρο του κόσμου τις τελευταίες ημέρες, κατανοεί ότι το αξιόμαχο έχει διαλυθεί.
Ο Στρατός έχει καταρρακωθεί. Οι παραστάσεις ισχύος των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων απομειώνονται ακόμα περισσότερο από την ήττα που υπέστη από την Αστυνομία στο πλαίσιο των εσωτερικών εκκαθαρίσεων.
Ωστόσο ο στρατός ήταν ανέκαθεν μέρος της εικόνας της «ισχυρής Τουρκίας» και με αυτή την έννοια ο Τούρκος πρόεδρος στην προσπάθειά του να εκκαθαρίσει το στράτευμα από τους πολιτικούς του αντιπάλους, αποδομεί την ίδια την ισχύ της χώρας.
Η Τουρκία καθίσταται έτσι ανίσχυρη στα μάτια τόσο του μουσουλμανικού κόσμου, στον οποίο θέλει να πρωταγωνιστήσει όσο και της Δύσης, στην οποία θέλει να μετέχει ως ισχυρή χώρα.¨
Γιατί μίλησε ο ΑΓΙΟΣ για πρώτη απειλή από την Αλβανία;

Ο Γέροντας Παΐσιος ασκητεύοντας για λίγο στα Κατουνάκια


Ἐγκατάσταση στὸ Κελλὶ τοῦ Ὑπατίου.
Ἡ ἀναζήτηση τόπου μὲ ξηρὸ κλίμα ἔφερε τὸν Πατέρα Παΐσιο στὰ ἐρημικὰ Κατουνάκια. Στὰ μέσα Ἰουλίου τοῦ 1967 ἐγκαταστάθηκε στὸ βορειότερο Κελλὶ τῶν Κατουνακίων, τὸ ὁποῖο, ἐπειδὴ δὲν ἔχει ναό, εἶναι γνωστὸ ὡς Κελλὶ τοῦ Ὑπατίου, ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ μοναχοῦ ποὺ ἔμενε ἐκεῖ πρὶν ἀπὸ τὸν Πατέρα Παΐσιο. Τὸ φτωχικὸ αὐτὸ Κελλί, καθὼς εἶναι ἀπομονωμένο μέσα σὲ μία μικρὴ λαγκαδιά, ἀνέπαυσε τὸν Ὅσιο. Ἔλεγε: «Μὲ βοηθάει ποὺ δὲν βλέπω οὔτε ἕνα σπίτι· αἰσθάνομαι μόνος, μόνος».
Τὸ Κελλὶ ἀποτελεῖτο ἀπὸ τέσσερα μικρὰ κτίσματα, ποὺ εἶχαν ξεχωριστὴ εἴσοδο τὸ καθένα καὶ ἦταν σὲ τόσο κακὴ κατάσταση, ποὺ ἔμοιαζαν περισσότερο μὲ ὀρνιθῶνες. Ἕνας Πατέρας ἀπὸ τὴν γειτονικὴ συνοδεία τῶν Δανιηλαίων τὸν ῥώτησε:
-Θὰ ἀνακαινίσεις, Πάτερ, τὸ Κελλί;
-Τί νὰ ἀνακαινίσω; Γιὰ ἐκεῖ ἐπάνω νὰ ἀνακαινίσω, τοῦ ἀπάντησε καὶ ἔδειξε τὸν οὐρανό.

Ἐπισκεύασε μόνον τὶς λαμαρίνες τῆς στέγης τοῦ κελλιοῦ ὅπου θὰ ἔμενε καὶ καθάρισε τὰ ἄλλα τρία κελλάκια, γιὰ νὰ τὰ χρησιμοποιήσει, τὸ ἕνα ὡς ἐργαστήριο, τὸ ἄλλο ὡς ἀρχονταρίκι καὶ τὸ τρίτο ὡς ξυλαποθήκη. Μέσα στὸ κελλί του βρῆκε ἕνα στενὸ καὶ χαμηλὸ σεντούκι, τὸ ὁποῖο χρησιμοποίησε τὸ κρεββάτι. Ἐπειδὴ ἦταν χειρουργημένος, ἔβαλε γιὰ στρῶμα μία κουρελοῦ καὶ ἀπὸ ἐπάνω ἔστρωσε ἕνα μαῦρο σεντόνι. Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸ τὸ μικρὸ σεντούκι, δὲν χωροῦσε τίποτε ἄλλο μέσα στὸ κελλί. Στὸν τοῖχο ὑπῆρχαν λίγες εἰκόνες, καὶ στὸ ὑπέρθυρο ἦταν ἀκουμπισμένες δύο νεκροκεφαλές· ὁ Πατὴρ Παΐσιος τὰ κράτησε ὅλα ὅπως τὰ βρῆκε.
***

Ο Γέροντας Παΐσιος βοηθώντας ανθρώπους στο Κελλί του Τιμίου Σταυρού


Στὴν ἔρημο μαζὶ μὲ ἄλλους ἀνθρώπους.
Στὸ Κελλὶ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἡ κάθε ἡμέρα τοῦ Ὁσίου Παϊσίου ἦταν «Ἀναστάσεως ἡμέρα» καὶ «Πάσχα Κυρίου, Πάσχα». Ἀφοῦ τὰ προηγούμενα χρόνια εἶχε σπείρει μὲ ὑπομονὴ τοὺς ἀσκητικούς του ἀγῶνες, θέριζε τώρα τοὺς καρποὺς τῆς ἀγαλλιάσεως. Στὸν «μικρὸ Παράδεισο» τῆς φτωχικῆς του Καλύβης, ὁ Θεὸς τὸν ἔτρεφε μὲ παραδεισένιες χαρές, καὶ πολλὲς φορὲς ἔφθανε σὲ κατάσταση«θείας τρέλλας». Ἔγραψε σὲ ἐπιστολή του: «Ἔχω καὶ ἐγὼ μία μικρὴ πεῖρα ἀπὸ τὴν πνευματικὴ τρέλλα, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὸν θεῖο ἔρωτα. Φθάνει τότε ὁ ἄνθρωπος στὴν θεία ἀφηρημάδα καὶ δὲν θέλει νὰ σκέφτεται τίποτε ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Θεό, τὰ θεῖα, τὰ πνευματικά, τὰ οὐράνια. Ἐρωτευμένος πιὰ θεϊκά, καίγεται ἐσωτερικά, γλυκά, καὶ ξεσπάει ἐξωτερικά, παλαβά, μέσα στὸν θεῖο χῶρο τῆς σεμνότητος, δοξολογώντας τὸν Θεό».
Στὴν κατάσταση αὐτὴ ἔνιωθε «ἀχρηστευμένος» γιὰ τὴν πρόσκαιρη τούτη ζωή. Ἔλεγε:
 
«Ὅταν φουντώνει ὁ θεῖος ἔρως, οὔτε κοιμᾶται κανεὶς οὔτε τρώει, κάνει διαρκῶς προσευχή, ἄσκηση καὶ μετάνοιες, καὶ τρέφεται περισσότερο ἀπὸ τὴν οὐράνια θέρμη. Καὶ ἂν τὸν ζητοῦν νὰ πάει κάπου, παλεύει, ποσπαθεῖ νὰ βγῆ ἀπὸ τὴν κατάσταση αὐτή, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ· πέφτει κάτω δηλαδή... Γι’ αὐτὸ πάει πιὸ βαθιὰ στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ μὴν τὸν διακόπτουν». Ἀλλὰ ὁ Πατὴρ Παΐσιος, παρὰ τὸν μεγάλο του πόθο, δὲν μποροῦσε πλέον νὰ πάει «πιὸ βαθιὰ στὴν ἔρημο». Ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός, τὸ ὄνομά του προσείλκυε ὅλο καὶ περισσότερους ἀνθρώπους στὴν Καλύβη του, ὥστε νὰ φθάσει νὰ τὸ θεωρῆ ὡς «τὸ μεγαλύτερο ἐχθρό του», ἀφοῦ τοῦ γινόταν ἐμπόδιο στὴν ἡσυχαστικὴ ζωή. Τὸ μόνο ποὺ μποροῦσε νὰ κάνει ἦταν νὰ ἀπομακρύνεται γιὰ λίγο «σὲ κοντινὰ καὶ μακρινὰ λημέρια», ὅπως τὰ ἔλεγε.
Τὸ πιὸ συνηθισμένο του «λημέρι»ἦταν ἕνα πρόχειρο καλυβάκι ποὺ εἶχε φτιάξει σὲ μία χαράδρα, πιὸ κάτω ἀπὸ τὸ Κελλί του. Ἐκεῖ,«ἐν λάκκῳ κατωτάτῳ», μέσα στὴν πυκνὴ βλάστηση, ἐξαφανιζόταν ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ εὐφραινόταν «μόνῃ τῇ τοῦ Θεοῦ θεωρίᾳ, καὶ διαπύρῳ ἀγάπῃ». Κάποτε, ἕνας κυνηγὸς τὸν πέρασε γιὰ ἀγριογούρουνο καὶ τὸν πυροβόλησε, ἀλλὰ ὁ Θεὸς φύλαξε καὶ δὲν τὸν σκότωσε. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὸν ἀνησύχησε ὅμως καὶ στενοχωρήθηκε πολύ, ὅταν ἀντιλήφθηκε ὅτι κάποιος τὸν εἶδε νὰ προσεύχεται ἐκεῖ γονατιστός. Εἶπε: «Θὰ προτιμοῦσα νὰ μὲ σκότωνε, παρὰ νὰ μὲ ἔβλεπε».
Ὅταν ἔφευγε ἀπὸ τὸ Καλύβι του, ἄφηνε ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ φράκτη λίγα λουκούμια καὶ ἕνα μικρὸ κουτὶ μὲ σημείωμα ποὺ ἔλεγε:«Γράψτε τὰ ὀνόματά σας καὶ ὅ,τι θέλετε, καὶ ἀφῆστέ τα στὸ κουτί, καὶ θὰ σᾶς βοηθήσω ἀργότερα μὲ τὴν προσευχή. Ἐδῶ δὲν ἦρθα γιὰ νὰ κάνω τὸν δάσκαλο ἀλλὰ προσευχή». Καὶ σὲ ἐπιστολή του τὸ 1976 ἔγραψε: «Ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια, νιώθω περισσότερο τὴν ἀνάγκη τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Ἕνας τελείως ἄγνωστος τόπος θὰ μὲ βοηθοῦσε νὰ πλησιάσω πιὸ κοντὰ στὸν Θεὸ καὶ νὰ βοηθήσω πιὸ θετικὰ τὰ πλάσματά Του. Συνέχεια αὐτὸ εἶναι στὴν προσευχή μου, καὶ περιμένω τὴν ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ».