Σάββατο 18 Ιουλίου 2020

Θα κάνουμε πνευματικό συνεργείο προσευχής. Αν θα γίνεται προσευχή με πόνο, ξέρετε τί δύναμη θα έχη; Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης


Παναγία Πλατυτερα_Panagia Platytera_ Богоматерь ЗнамениеvOG_R6MpIlUΟ Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος εμφανίστηκε στον π.Ιωάσαφ γέροντα των Ιωσαφαίων, στο Άγιον Όρος και του είπε:«Εάν θέλεις την σωτηρία της ψυχής σου, μην αφήνεις ποτέ την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό». Έτσι θα αποκτήσεις καθαρό νου και καρδιά και θα δείς μυστήρια Θεού. .…λέγε αδιάκοπα την ευχή, χωρίς να σκέπτεσαι τίποτε άλλο.Αδελφέ, Ιωάσαφ λίγοι εκλεκτοί άνθρωποι ευρίσκονται σήμερα στον κόσμο, με την διαφορά ότι, όποιος κοπιάσει για λίγη αρετή, υπομείνει τον αδελφό του και δεν τον κατακρίνει, αυτός θα ευχαριστήσει τον Θεό και θα κληθεί «μέγας εν τη βασιλεία των ουρανών».Γεώργιος Κεφαλοφόρος ΟΡΑΣ ΤΙ ΠΕΠΡΑΧΑΣΙ ΟΙ ΑΝΟΜΟΙ ΛΟΓΕ_Saint George the Trophy-bearer_ Святой Георгий Победоносец_წმინდა გიორგი გმირავს_233
Καρδιακή Προσευχή με πόνο
Να κάνης δικό σου τον πόνο των άλλων
Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου
Θα κάνουμε πνευματικό συνεργείο προσευχής. Αν θα γίνεται προσευχή με πόνο, ξέρετε τί δύναμη θα έχη; Θα προσεύχεσθε για τα προβλήματα του κόσμου και όσοι άνθρωποι ζητούν εκείνη την ώρα βοήθεια από τον Θεό και βρίσκονται στην ίδια συχνότητα, θα δέχωνται την βοήθειά Του. Εγώ αισθάνομαι τις ψυχές που προσεύχονται· σαν κύματα-κύματα δυνάμεως νιώθω την προσευχή τους. Πολλές φορές καταλαβαίνω και ποιά ώρα έκανε προσευχή ένας άρρωστος και βοηθήθηκε… Όταν γίνεται προσευχή με πόνο, ακόμη και άγνωστοι άνθρωποι το πληροφορούνται. 
– Γέροντα, πότε η προσευχή μας για τους άλλους είναι περισσότερο ευπρόσδεκτη στον Θεό;
– Όταν την αισθανώμαστε. Και την αισθανόμαστε, αν βάζουμε τον εαυτό μας στην θέση των άλλων. Αν μπούμε δηλαδή στην θέση των αρρώστων ή των κεκοιμημένων, αυτό θα μας βοηθήση να προσευχηθούμε με πόνο· ο πόνος κατεβαίνει στην καρδιά και η προσευχή μας γίνεται καρδιακή.
Ξέρεις πόσες οικογένειες είναι διαλυμένες, πόσα κακόμοιρα παιδάκια είναι εγκαταλελειμμένα στους δρόμους ή σε ιδρύματα δίχως στοργή; Πόσοι αυτήν την στιγμή φωνάζουν: «βοήθεια, βοήθεια!», και δεν υπάρχει κανείς κοντά τους να τους βοηθήση; Πόσοι βουλιάζουν στο πέλαγος, πόσοι αυτοκτονούν, πόσοι υποφέρουν; Τόσοι άνθρωποι έχουν ανάγκη από τις προσευχές των μοναχών, κι εμείς να χάνουμε τον πολύτιμο χρόνο μας με μπανταλούς λογισμούς ή παιδικά παράπονα και να μην κάνουμε ούτε τα πνευματικά μας καθήκοντα όπως πρέπει; Κοίταξε να βγής από τον εαυτό σου και να κάνης δικό σου τον πόνο των άλλων. Έτσι και ειρήνη θα βρής, και μισθό θα έχης από τον Θεό, και βοήθεια θα προσφέρης στους άλλους.
Εγώ, όσο πιο πολύ πονώ τον κόσμο, τόσο πιο πολύ προσεύχομαι και χαίρομαι πνευματικά, γιατί τα λέω όλα στο Χριστό και εκείνος τα τακτοποιεί.
Και εσύ να προσεύχεσαι και να χαίρεσαι, γιατί ο Χριστός θα τα οικονομήσει όλα.
Στην πνευματική αντιμετώπιση δεν υπάρχει θλίψη. Με τον κόσμο τώρα πόσο πόνο πέρασα! Δεν τα περνούσα έτσι τα θέματά τους. Πονούσα, αναστέναζα, αλλά σε κάθε αναστεναγμό άφηνα το θέμα στο Θεό, και στον πόνο που ένιωθα για τον άλλον έδινε ο Θεός παρηγοριά. Δηλαδή με την πνευματική αντιμετώπιση ερχόταν θεία παρηγοριά, γιατί ο πόνος που έχει μέσα την ελπίδα στο Θεό έχει θεία παρηγοριά. Αλλιώς πως θα αντέξει κανείς! Πώς θα μπορούσα διαφορετικά να τα βγάλω πέρα με τόσα που ακούω;
Πονάω, αλλά σκέφτομαι και την θεία ανταμοιβή στους πονεμένους. Είμαστε στα χέρια του Θεού. Αφού υπάρχει θεία δικαιοσύνη, θεία ανταπόδοση, τίποτε δεν πάει χαμένο. Όσο βασανίζεται κανείς, άλλο τόσο θα ανταμειφθεί. Ο Θεός, ενώ βλέπει τόσον πόνο πάνω στη γη, ακόμη και πράγματα που εμείς δεν μπορούμε να τα συλλάβουμε, δεν τα χάνει.
«Περισσότερο υποφέρεις, λέει, περισσότερο θα σε οικονομήσω στην άλλη ζωή», και γι’ αυτό χαίρεται.
***
Παΐσιος ο Αγιορείτης _ св. Паисий Святогорец_ St.Paisios of the Holy Mountain_άγιος Παίσιος Παναγία…Να λες στον Θεό με πολλή ταπείνωση: «Θεέ μου, τέτοια που είμαι, δεν πρέπει να με ακούσεις. Αλλά δεν είναι αδικία να υποφέρουν οι άλλοι εξ αιτίας μου; Γιατί, εάν είχα πνευματική κατάσταση, παρρησία, θα με άκουγες και θα τους βοηθούσες. Φταίω και εγώ, που ο άλλος υποφέρει. Τώρα όμως τι φταίει να υποφέρει εξ αιτίας μου; Σε παρακαλώ, βοήθησέ τον».
Εξαρτάται δηλαδή πως τοποθετείσαι για τους άλλους. Νιώθεις ότι δεν είσαι άξια, αλλά τυχαίνει, βλέπεις έναν πονεμένο, στενοχωριέσαι, πονάς, προσεύχεσαι. Όταν λ.χ. βλέπω έναν τυφλό, αισθάνομαι τον εαυτό μου ένοχο, γιατί, αν είχα πνευματική κατάστασή, θα μπορούσα να τον θεραπεύσω.
Ο Θεός μας έδωσε την δυνατότητα να γίνουμε άγιοι, να κάνουμε θαύματα, όπως έκανε και Εκείνος. Αναγνωρίζουμε την μεγάλη ή μικρή μας πνευματική αρρώστια και ταπεινά ζητούμε την σωματική υγειά για τον συνάνθρωπό μας, ως ένοχοι για την αρρώστια του. Γιατί, εάν είχαμε πνευματική υγειά, θα είχε θεραπευθεί προ καιρού και δεν θα παιδευόταν. ‘Όταν τοποθετούμαστε σωστά, ότι είμαστε ένοχοι για όλη την κατάσταση του κόσμου, και λέμε «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς», βοηθιέται και ο κόσμος όλος. Και για τα χάλια του πρέπει να πονέσει κανείς και να ζητήσει το έλεος του Θεού. Φυσικά, αν φθάσει σε μια πνευματική κατάσταση, τότε για τον εαυτό του δεν ζητάει τίποτε.
Η ευχή ενός ταπεινού ανθρώπου, που πιστεύει ότι είναι χειρότερος από όλους, έχει περισσότερη αξία από την αγρυπνία που κάνει ένας άλλος με υπερήφανο λογισμό. Όταν προσευχόμαστε με υπερηφάνεια, κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας.
Ο μοναχός πρέπει να προσπαθήσει να μην πονοκεφαλάει για τηv άλφα ή βήτα δυσκολία, είτε είναι ατομική είτε ενός συνανθρώπου του είτε αφορά στην γενική κατάσταση, αλλά να καταφεύγει στην προσευχή και να στέλνει δια του Θεού πολλές θείες δυνάμεις. ‘Άλλωστε και το έργο του μονάχου αυτό είναι, και εάν αυτό δεν το έχει καταλάβει ο μοναχός, η ζωή του δεν έχει κανένα νόημα.
Όταν βλέπετε ότι σας απασχολούν πράγματα για τα οποία ανθρωπίνως δεν υπάρχει λύση και δεν τα εμπιστεύεστε στον Θεό, να ξέρετε ότι αυτό είναι τέχνασμα του πειρασμού, για να αφήσετε τηv προσευχή, με τηv οποία μπορεί ο Θεός να στείλει όχι απλώς θεία δύναμη αλλά θείες δυνάμεις, και η βοήθεια τότε δεν θα είναι απλώς θεία βοήθεια αλλά θαύμα Θεού.
Επίσης καλύτερα είναι ο μοναχός να βοηθάει τους άλλους με την προσευχή του παρά με τα λόγια του. Αν δεν έχει την δύναμη να συγκρατήσει κάποιον που κάνει κακό, ας τον βοηθήσει από μακριά με την προσευχή, γιατί διαφορετικά μπορεί και να βλαφτεί. Μια ευχή καλή, καρδιακή, έχει περισσότερη δύναμη από χιλιάδες λόγια, όταν οι άλλοι δεν παίρνουν από λόγια. Παρόλο που λένε ότι βοηθώ τον κόσμο που έρχεται και με βρίσκει, ως θετική προσφορά μου στον κόσμο βλέπω την μιάμιση ώρα που διαβάζω το Ψαλτήρι. Το άλλο το θεωρώ ψυχαγωγία, να πουν οι καημένοι τον πόνο τους, να τους δώσω καμία συμβουλή.
Γι’ αυτό την βοήθεια δεν την θεωρώ προσφορά δική μου. Η προσευχή είναι που βοηθάει. Αν είχα όλο τον χρόνο μου για προσευχή, περισσότερο θα βοηθούσα τον κόσμο. Ας πούμε ότι θα δω την ημέρα διακόσιους πονεμένους, μόνο διακόσιοι πονεμένοι υπάρχουν στον κόσμο; Αν δεν δω κανέναν και προσευχηθώ για όλον τον κόσμο, τότε βλέπω όλον τον κόσμο. Γι’ αυτό λέω στον κόσμο: «Εγώ θέλω να μιλώ για σας στον Θεό, και όχι σ’ εσάς για τον Θεό. Αυτό είναι καλύτερο για σας, αλλά δεν με καταλαβαίνετε» .
Να μην παραμελούμε το θέμα τnς προσευχής σ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια. Είναι ασφάλεια η προσευχή, είναι επικοινωνία με τον Θεό.
Η αγωνία για τον εαυτό μας είναι ολιγοπιστία· η αγωνία για τον άλλον είναι πόνος. Το σωστό λειώσιμο για τον πόνο των άλλων συνοδεύεται με προσευχή και ακολουθεί μετά η θεία παρηγοριά. Γι’ αυτό, να εύχεσαι όσο μπορείς και μετά να τα αφήνης όλα στα χέρια του Θεού και να ειρηνεύης.
Ο Θεός σε όποιον πονάει πνευματικά και υποφέρει για τους άλλους δίνει πολλή παρηγοριά, γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσε να αντέξη. Ξέρετε πώς πικραίνομαι με τόσα γράμματα που παίρνω από ανθρώπους με ένα σωρό προβλήματα; Πίκρα, φαρμάκι είναι το στόμα μου, και μετά δεν θέλω να φάω τίποτε. Από αυτόν όμως τον πόνο βγαίνει η πραγματική χαρά. Ανταμείβει ο Θεός με παρηγοριά ανάλογη με τον πόνο· παρηγορεί με τέτοια παρηγοριά, που δεν μπορείς να την αντέξης. Και ενώ προηγουμένως πονούσες για τον άλλον και έκλαιγες, μετά νιώθεις μια αγαλλίαση. Σαν να σού λέη ο Καλός Θεός: «Μη στενοχωριέσαι, παιδί μου, άκουσα το αίτημά σου».
Ο Θεός ξέρει το συμφέρον του παιδιού Του και σαν στοργικός Πατέρας θα ενεργήση ανάλογα.
Προσευχή_PRAYER- Моление-christians-praying-iconΠολλές φορές όταν προσεύχομαι, λέω: «Θεέ μου, εσύ ξέρεις τις ανάγκες κάθε ανθρώπου. Φρόντισε τον καθένα σαν καλός Πατέρας». Και εκείνη την ώρα μεταφέρομαι σε τόπους που δεν γνωρίζω· σε νοσοκομείο, σε οικογένειες που έχουν ανάγκη, σε ανθρώπους που είναι έτοιμοι να κάνουν κακό στον εαυτό τους. Τους βλέπω μπροστά μου ή αισθάνομαι ότι είμαι εκεί παρών. Έτσι βρέθηκα κοντά σ’ αυτό το παιδί που πήγαινε να καταστραφή».
– Γέροντα, τί να ζητάμε στην προσευχή μας για όλον τον κόσμο;
Να ευχώμαστε για όλους «καλόν Παράδεισο». Ο Χριστός θυσιάστηκε, για να σωθούν όλοι οι άνθρωποι, και αυτοί που είναι κοντά Του και αυτοί που είναι μακριά Του. Να παρακαλούμε λοιπόν να γνωρίσουν όλοι τον Θεό, για να Τον αγαπήσουν, να Τον ευαρεστήσουν και να σωθούν· να πάνε στον Παράδεισο. Κάποιος[1] έλεγε: «Θεέ μου, εγώ έζησα τον Παράδεισο από ‘δώ από την γη. Πήγαινέ με εμένα στην κόλαση και τον αδελφό μου βάλ’ τον στον Παράδεισο». Αλλά και στην κόλαση αν πάη ένας τέτοιος άνθρωπος, από την μεγάλη του αγά­πη, η οποία θα μεταφερθή και στην κόλαση, νομίζω ότι εκείνο το μικρό κομματάκι της κολάσεως θα μεταβληθή σε Παράδεισο, διότι, όπου υπάρχει αγάπη, εκεί είναι ο Χριστός, και όπου είναι ο Χριστός, εκεί Παράδεισος.
[1] Πρόκειται για τον ίδιο τον Γέροντα Παΐσιο.
Από το βιβλίο Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου – «Πνευματική αφύπνιση», Λόγοι Β’, Ι. Ησυχαστήριον ” Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος” Σουρωτή Θεσσαλονίκης
Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου Λόγοι, τόµος 6ος, Περί Προσευχής, έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου “Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος”, Σουρωτή.
***
Κατάσταση συναγερμού
Μην ξεχνάτε ότι περνούμε δύσκολους καιρούς και χρειάζεται πολλή προσευχή. Να θυμάστε την μεγάλη ανάγκη που έχει ο κόσμος σήμερα και την μεγάλη απαίτηση που έχει ο Θεός από μας για προσευχή. Να εύχεσθε για την γενική εξωφρενική κατάσταση όλου του κόσμου, να λυπηθή ο Χριστός τα πλάσματά Του, γιατί βαδίζουν στην καταστροφή. Να επέμβη θεϊκά στην εξωφρενική εποχή που ζούμε, γιατί ο κόσμος οδηγείται στην σύγχυση, στην τρέλλα και στο αδιέξοδο.
Εάν εμείς οι μοναχοί δεν κάνουμε προσευχή, ποιοί θα κάνουν; Ο στρατιώτης σε καιρό πολέμου είναι σε κατάσταση συναγερμού, έτοιμος με τα παπούτσια. Στην ίδια κατάσταση πρέπει να είναι και ο μοναχός. Άχ, Μακκαβαίος θα έβγαινα! Στα βουνά θα έφευγα, για να προσεύχωμαι συνέχεια για τον κόσμο. Πρέπει να βοηθήσουμε με την προσευχή τον κόσμο όλο, να μην κάνη ο διάβολος ό,τι θέλει… να γίνετε ραντάρ, γιατί και τα πράγματα ζορίζουν. Θα διοργανώσουμε ένα συνεργείο προσευχής. Να κάνετε πόλεμο με το κομποσχοίνι. Με πόνο να γίνεται η προσευχή. Ξέρετε τί δύναμη έχει τότε η προσευχή; 
Πολύ πληγώνομαι, όταν βλέπω μοναχούς να ενεργούν ανθρωπίνως και όχι με την προσευχή δια μέσου του Θεού στα δυσκολοκατόρθωτα ανθρωπίνως. Ο Θεός μπορεί όλα να τα τακτοποιήση… Ο μοναχός πρέπει να προσπαθήση να μην πονοκεφαλάη για την άλφα ή βήτα δυσκολία, είτε είναι ατομική είτε ενός συνανθρώπου του είτε αφορά στην γενική κατάσταση, αλλά να καταφεύγη στην προσευχή και να στέλνη δια του Θεού πολλές θείες δυνάμεις. Άλλωστε και το έργο του μοναχού αυτό είναι, και εάν αυτό δεν το έχη καταλάβει ο μοναχός, η ζωή του δεν έχει κανένα νόημα. Προσευχή-αγια-ΝΙΝΑ_PRAYER- Моление-8456ce96d63bc489b24e155e84b2dc5b (1)Ο Γέροντας, ξεριζωμένος από την βρεφική του ηλικία, και έχοντας ζήσει την φρίκη του πολέμου και της Κατοχής, γνώριζε από την πείρα του ότι το να «διάγωμεν ήρεμον και ησύχιον βίον» είναι μεγάλη ευλογία.
Αγαπούσε την Πατρίδα και έλεγε: «Και η Πατρίδα είναι μια μεγάλη οικογένεια».
Ενώ ζούσε εκτός κόσμου, αγωνίσθηκε όσο λίγοι για το καλό της Πατρίδος. Αξιοθαύμαστη ήταν η δραστηριότητα και η προσφορά του στα εξωτερικά εθνικά θέματα μας. Μιλούσε εναντίον των ανθελληνικών ρευμάτων, των πλαστογράφων της ιστορικής αληθείας, και κυρίως εναντίον των αδίκων εδαφικών διεκδικήσεων σε βάρος της Ελλάδος, των Σκοπιανών, «Πανσλαυϊστών», Αλβανών, Τούρκων κ.ά. Έλεγε: «Ο ένας θέλει την Θεσσαλονίκη, ο άλλος θέλει να φθάση μέχρι την Λάρισα, ο άλλος θέλει το Αιγαίο. Μα τέλος πάντων δεν υπήρχε ποτέ Ελλάδα;».
Επεσήμαινε τούς εθνικούς κινδύνους, πριν ακόμη φανούν. Βοήθησε πολλούς να δουν ξεκάθαρα τις ξένες προπαγάνδες σε βάρος της Πατρίδος, και όσοι είχαν θέσεις και ευαισθησία έλαβαν τα ανάλογα μέτρα.
Γενικώς συμβούλευε όλους να έχουν σεβασμό και αγάπη προς την Πατρίδα, να ενεργούν για το κοινό καλό ευσυνείδητα και να μην παρασύρωνται από το γενικό πνεύμα της αδιαφορίας, της ισοπεδώσεως των πάντων, του βολέματος και της καταχρήσεως.
Κυρίως όμως ο Γέροντας βοήθησε την Πατρίδα αφανώς με την προσευχή του.
Όταν υπήρχε ένταση στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις, έλεγε: «Πολλά σύννεφα μαζεύτηκαν. Αν μπορέσουμε να τα διώξουμε» (με την προσευχή).
Σε παρόμοια περίπτωση έκανε θεία Λειτουργία στο Καλύβι του. Στους Μακαρισμούς δεν έψαλλε ό,τι προέβλεπε το τυπικό, αλλά από τον κανόνα του οσίου Νικολάου του Κατασκεπηνού, γιατί ήταν κατάλληλο για την περίπτωση αυτή: «Αθέων Αγαρηνών τα βέλη σύντριψον Δέσποινα, και πάσαν επιβουλήν δαιμόνων ματαίωσον, λαόν χριστεπώνυμον σκέπων και φυλάττων, ίνα πόθω σε δοξάζωμεν» .
Την σωτηρία του Έθνους την περίμενε από τον Θεό. Έλεγε: «Αν ο Θεός άφηνε την τύχη του Έθνους στους πολιτικούς θα καταστρεφόμασταν. Αλλά αφήνει λίγο τα πράγματα, για να φανούν οι διαθέσεις του καθενός».
Για τούς πολιτικούς που έκαναν κακό στο Έθνος έλεγε: «Με αναπαυμένη συνείδηση παρακαλώ τον Θεό να τους δίνη μετάνοια και να τους παίρνη, για μην κάνουν μεγαλύτερο κακό, και να αναστήση Μακκαβαίους».
Πίστευε ότι ένας μοναχός μπορεί να βοηθήση ολόκληρο το Έθνος. «Άλλον ο Θεός τον κάνει μοναχό για να βοηθήση μια οικογένεια και άλλον για να βοηθήση ολόκληρο Έθνος».
Κάθισμα αγίου Παϊσίου. Ήχος πλ. δ΄. Την Σοφίαν και Λόγον.
Γλυκυτάτω τω βέλει της θεϊκής, αγαπήσεως Πάτερ εκκεντηθείς, τον κόσμον κατέλιπες και μητρός σχέσιν έρριψας, και εν ερήμω εκτήσω την θείαν προς άπαντας, γενικήν αγάπην ης βέλος σε ένυττεν, Όσιε απαύστως προς ανάπαυσιν πάντων· διό εκ του αίματος σης καρδίας ηλέησας, ασθενείς κινδυνεύοντας, πενθούντας πλανωμένους πτωχούς, έτι δε τεθνεώσιν έδωκας, αναψυχήν ταις ευχαίς σου προς Κύριον.
Ωδή η΄. Τον Βασιλέα.
Υπέρ του έθνους, προς τον Σωτήρα ως πρέσβυς, στήθι Όσιε Παΐσιε πρεσβεύων, εξ εχθρών παντοίων λυτρούσθαι εις αιώνας.
Πίστιν γνησίαν, Ορθοδοξίας φυλάττειν, γενναιότατα ως άλλοι Μακκαβαίοι, στήριξον τους νέους ταις προς Θεόν ευχαίς σου.
Η ελπίς μου ο Πατήρ, καταφυγή μου ο Υιός, σκέπη μου το Πνεύμα το Άγιον, Τριάς Αγία, δόξα Σοι.
Την πάσαν ελπίδα μου εις Σε ανατίθημι, Μήτηρ του Θεού, φύλαξον ημάς υπό την σκέπην Σου.

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020

Άγιος Παΐσιος για Πόλη: Θα αναγκαστούν να μας τη δώσουν










Οι Τούρκοι θα φθάσουν στα Εξαμίλια;
Ένα μεσημέρι έφθασε στό κελί τού Γέροντα μιά παρέα προσκυνητών. Αφού πήραν τήν ευχή του, κάθισαν στό υπαίθριο αρχονταρίκι. Μέ πολύ καλοσύνη τούς…
πρόσφερε δροσερό νερό, λουκούμι, καί φρέσκα κορόμηλα. Σέ λίγο ή συζήτηση άρχισε…
— Πώς πάει ό κόσμος έξω; ρώτησε ό Γέροντας.
— Γενικώς πάτερ μου, τά μέσα ενημερώσεως προβάλλουν τό κακό. Φθάσαμε στό σημείο νά αισχρολογούν ακόμη καί τά μικρά παιδιά…Πώς πρέπει άραγε νά φερόμαστε μέσα στήν κακία αυτού τού κόσμου;

Οδοιπορικό στα ασκητήρια του γέροντα Ιωσήφ του ησυχαστή

Το κοινό Πνεύμα στις διαθήκες των αγίων Παϊσίου και Πορφυρίου!... Του Ανδρέα Χριστοφόρου


 
Εικ. & φωτο από εδώ

Στις δύο Διαθήκες που ακολουθούν φαίνεται η ομόνοια του Αγίου Πνεύματος που είναι η συνέχεια της Πεντηκοστής στους Αγίους Αποστόλους, φαίνεται το θεμέλιο της Εκκλησιαστικής Συνείδησης των Αγίων μας από τους Αγίους Αποστόλους μέχρι σήμερα.
Οι δύο αυτές Διαθήκες φανερώνουν πιό πρέπει να είναι το ήθος κάθε Ορθόδοξου Χριστιανού αλλά και κάθε ανθρώπου αφού ο Χριστός είναι παρών στον Κόσμο μετά την Ανάληψη Του.
Εξετάζουν τον εαυτό τους οι Άγιοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας από την Πεντηκοστή που το Άγιο Πνεύμα κατακλύζει τον Κόσμο και φωτίζει τις συνειδήσεις εάν παραβαίνουν τις Εντολές του Χριστού απο την παιδική ηλικία τους μέχρι τον θάνατό τους.
Η απάντηση τους είναι ότι παραβαίνουν τις Εντολές όχι μόνο σαν πράξη αλλά και σαν λογισμό, επιθυμία αλλά και σαν ροπή προς την αμαρτία.
Έχουν διαρκή συναίσθηση αμαρτωλότητας, συνεχή Μετάνοια, εξομολογούνται και κοινωνούν τον Χριστό στη Λειτουργία.
Αυτή η διαρκής Μετάνοια και η ακολουθούσα Άφεση Αμαρτιών ελκύει βαθμιαία το Άγιο Πνεύμα που τους καθαρίζει, τους φωτίζει και τους ενώνει με τον Χριστό και την Εκκλησία Του, δηλαδή τους θεώνει κατά Χάριν.
Δεν όμως εφησυχάζουν ουτε στιγμή και στο τέλος της Ζωής τους δεν αρκούνται στην Εξομολόγηση στον Χριστό και στον Ιερέα, αλλά εξομολογούνται με τις δύο Διαθήκες ενώπιον της Εκκλησίας και όλου του Κόσμου!
Όπως ακριβώς θα γίνει στη Μέλλουσα Κρίση!
Έτσι μας αποκαλύπτουν ότι το Μυστικό του αγιασμού είναι η συνεχής επιμελημένη Μετάνοια!
Διότι η Εξομολόγηση και η Θεία Κοινωνία γίνονται τακτικά, η Μετάνοια όμως ως μυστική καρδιακή εξομολόγηση στον Χριστό που είναι παρών στις συνειδήσεις μας είναι επιμελημένη, δηλαδή γίνεται όχι αυθόρμητα αλλά με προσοχή και φροντίδα και είναι συνεχής.
Αυτή η Ζωή της Τήρησης των Εντολών δηλαδή της φύλαξης τους στην καρδιά μας, ως θησαυρού και της Μετανοίας που ακολουθεί, είναι ακριβώς η Ζωή της Ημέρας της Πεντηκοστής στην Ορθόδοξη Εκκλησία που συνεχίζεται αδιάλειπτα απο τους Αγίους Αποστόλους μέχρι σήμερα.
Ακολουθούν οι δύο Διαθήκες:
Η Διαθήκη του Οσίου Παΐσιου του Αγιορείτη
«Του λόγου μου ο Μοναχός Παΐσιος, όπως εξέτασα τον εαυτόν μου, ίδα ότι όλες της εντολές του Κυρίου της παρέβην, όλες της αμαρτίες της έχω κάνη. Δεν έχει σημασία εάν, ορισμένες έχουν γίνη σε μικρότερο βαθμό, διότι δεν έχω καθόλου ελαφριντικά, επειδή με έχει εβεργετίση πολύ ο Κύριος.
Εύχεσθε να με ελεήση ο Χριστός. Συνχωρέστε με, και συνχωρημένοι να είναι όσοι νομίζουν ότι με λύπησαν.
Ευχαριστώ πολύ, και πάλη εύχεσθε.
Μοναχός Παΐσιος».
Αυτό το ιδιόγραφο κείμενο του Γέροντα βρέθηκε αυτοτελές στο κελλί του «Παναγούδα», μετά την κοίμησή του. Δημοσιεύεται στο βιβλίο του μακαριστού ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, Άγιον Όρος 2004, σ. 716-717.
ΔΙΑΘΗΚΗ ΑΓΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ
«Ἀγαπητὰ πνευματικά μου παιδιά,
Τώρα ποὺ ἀκόμη ἔχω τὰ φρένας μου σώας θέλω νὰ σᾶς πῶ μερικὲς συμβουλές. Ἀπὸ μικρὸ παιδὶ ὅλο στὶς ἁμαρτίες ἤμουνα. Καὶ ὅταν μὲ ἔστελνε ἡ μητέρα μου νὰ φυλάω τὰ ζῶα στὸ βουνό, γιατί ὁ πατέρας μου, ἐπειδὴ ἤμασταν πτωχοὶ εἶχε πάει στὴν Ἀμερική, γιὰ νὰ ἐργαστεῖ στὴ διώρυγα τοῦ Παναμᾶ γιὰ ἐμᾶς τὰ παιδιά του, ἐκεῖ ποὺ ἔβοσκα τὰ ζῶα, συλλαβιστὰ διάβαζα τὸ βίο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Καλυβίτου καὶ πάρα πολὺ ἀγάπησα τὸν Ἅγιο Ἰωάννη καὶ ἔκανα πάρα πολλὲς προσευχὲς σὰν μικρὸ παιδὶ ποὺ ἤμουν 12 – 15 χρονῶν, δὲν θυμᾶμαι ἀκριβῶς καλά, καὶ θέλοντας νὰ τὸν μιμηθῶ μὲ πολὺ ἀγώνα ἔφυγα ἀπὸ τοὺς γονεῖς μου κρυφὰ καὶ ἦλθα στὰ Καυσοκαλύβια τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ ὑποτάχτηκα σὲ δύο γέροντες αὐταδέλφους, Παντελεήμονα καὶ Ἰωαννίκιο. Μοῦ ἔτυχε νὰ εἶναι πολὺ εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετοι καὶ τοὺς ἀγάπησα πάρα πολὺ καὶ γι’ αὐτό, μὲ τὴν εὐχή τους, τοὺς ἔκανα ἄκρα ὑπακοή.
Αὐτὸ μὲ βοήθησε πάρα πολύ, αἰσθάνθηκα καὶ μεγάλη ἀγάπη καὶ πρὸς τὸν Θεό, καὶ πέρασα πάρα πολὺ καλά. Ἀλλά, κατὰ παραχώρηση Θεοῦ, γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου, ἀρρώστησα πολὺ καὶ οἱ Γέροντές μου μοῦ εἶπαν νὰ πάω στοὺς γονεῖς μου στὸ χωριό μου εἰς τὸν ἅγιο Ἰωάννη Εὐβοίας.
Καὶ ἐνῶ ἀπὸ μικρὸ παιδὶ εἶχα κάνει πολλὲς ἁμαρτίες, ὅταν ξαναπῆγα στὸν κόσμο, συνέχισα τὶς ἁμαρτίες, οἱ ὁποῖες μέχρι σήμερα ἔγιναν πάρα πολλές.
Ὁ κόσμος ὅμως μὲ πῆρε ἀπὸ καλὸ καὶ ὅλοι φωνάζουνε ὅτι εἶμαι ἅγιος. Ἐγὼ ὅμως αἰσθάνομαι ὅτι εἶμαι ὁ πιὸ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος τοῦ κόσμου.
Ὅσα ἐνθυμόμουνα βεβαίως τὰ ἐξομολογήθηκα, ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι γιὰ αὐτὰ ποὺ ἐξομολογήθηκα μὲ συγχώρησε ὁ Θεός, ἀλλὰ ὅμως τώρα ἔχω ἕνα συναίσθημα ὅτι καὶ τὰ πνευματικά μου ἁμαρτήματα εἶναι πάρα πολλὰ καὶ παρακαλῶ ὅσοι μὲ ἔχετε γνωρίσει νὰ κάνετε προσευχὴ γιὰ μένα, διότι καὶ ἐγώ, ὅταν ζοῦσα, πολὺ ταπεινὰ ἔκανα προσευχὴ γιὰ σᾶς, ἀλλὰ ὅμως τώρα ποὺ θὰ πάω γιὰ τὸν οὐρανὸ ἔχω τὸ συναίσθημα ὅτι ὁ Θεὸς θὰ μοῦ πεῖ: Τί θέλεις ἐσὺ ἐδῶ; Ἐγὼ ἕνα ἔχω νὰ τοῦ πῶ.
Δὲν εἶμαι ἄξιος, Κύριε, γιὰ ἐδῶ, ἀλλὰ ὅτι θέλει ἡ ἀγάπη σου ἂς κάμει γιὰ μένα. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα δὲν ξέρω τί θὰ γίνει.
Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ ἐνεργήσει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καὶ πάντα εὔχομαι τὰ πνευματικά μου παιδιὰ νὰ ἀγαπήσουν τὸν Θεό, ποὺ εἶναι τὸ πᾶν, γιὰ νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ μποῦμε στὴν ἐπίγειο ἄκτιστο ἐκκλησία Του. Γιατὶ ἀπὸ ἐδῶ πρέπει νὰ ἀρχίσουμε.
Ἐγὼ πάντα εἶχα τὴν προσπάθεια νὰ προσεύχομαι καὶ νὰ διαβάζω τοὺς Ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας, τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς βίους τῶν Ἁγίων μας καὶ εὔχομαι καὶ ἐσεῖς νὰ κάνετε τὸ ἴδιο. Ἐγὼ προσπάθησα μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ τὸν πλησιάσω τὸ Θεὸ καὶ εὔχομαι καὶ σεῖς νὰ κάνετε τὸ ἴδιο.
Παρακαλῶ ὅλους σας νὰ μὲ συγχωρέσετε γιὰ ὅ,τι σᾶς στεναχώρησα.
Ἱερομόναχος Πορφύριος
Ἐν Καυσοκαλυβίοις τῇ 4/7 Ἰουνίου 1991».
——————————————
Οι Άγιοι έχουν την ίδια συνείδηση, διότι με την διαρκή Μετάνοια έχουν Μυστικο Ιατρό και Διδάσκαλο το Ίδιο το Άγιο Πνεύμα!

Μιλώντας για τον Άγιο Παΐσιο, με τον δικό του τρόπο!



Ανθολόγηση-Επιμέλεια: Αναστάσιος Ομ. Πολυχρονιάδης
Δρ. Θεολογίας ΑΠΘ

Τι & πώς
 
Ο λογοτέχνης Αλέξανδρος Κοσματόπουλος στο βιβλίο του «Λόγος εις Νίκον Γαβριήλ Πεντζίκη» εξομολογείται:
«Η γνωριμία μου με τον Νίκο Πεντζίκη ξεκινά τον Δεκέμβριο του 1973, όταν Αγιορείτης πνευματικός πατέρας, που συνάντησα περιπλανώμενος στο Άγιον Όρος, μου συνέστησε να τον επισκεφτώ και να τον γνωρίσω. Μ’ αυτές τις συστάσεις του τηλεφώνησα κι εκείνος απάντησε: Εφόσον έρχεσαι εκ μέρους του πατρός Παϊσίου είσαι φίλος».
Σε κάποιο άλλο σημείο του ίδιου βιβλίου γράφει ο Κοσματόπουλος: «Τον πλησίασα κατόπιν προτροπής του Αγιορείτου Γέροντος Παϊσίου, γυρεύοντας ένα δρόμο πνευματικό μέσα στο χάος όπου παράδερνε η ψυχή μου».
Από το έργο, λοιπόν, του θεσσαλονικιού δημιουργού εντοπίζουμε και μεταφέρουμε, εν συνεχεία, τα αναφερόμενα στο πρόσωπο του αγίου Παϊσίου, τα οποία ο Κοσματόπουλος «εντοιχίζει» ευλαβικά στα δικά του έργα.
Κατόπιν προτροπής του αγίου Παϊσίου στο βιβλίο «Ο πιο σύντομος δρόμος» σημειώνει ο Θεσσαλονικιός λογοτέχνης:



 

«Στην οδό Βασιλίσσης Όλγας 197 έμενε ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης.
Τον Πεντζίκη τον επισκέφτηκες στο σπίτι του τον Δεκέμβριο του 1973 μετά από προτροπή του αγιορείτου Γέροντος Παϊσίου. Διάβαζες από χρόνια πριν τα βιβλία του, που σε έθελγαν και σε εισήγαγαν σε ένα κόσμο που τον ζητούσες, αλλά ελάχιστα γνώριζες την ύπαρξή του […]
Τον Γέροντα Παΐσιο τον γνώρισες το 1971 όταν σε είχαν στείλει να τον ρωτήσεις για μια γυναίκα που έβλεπε οράματα και ήταν περιστοιχισμένη από μια αδελφότητα λαϊκών ανθρώπων δοσμένων στην προσευχή. Δεν είχες ξανακούσει το όνομά του και ήταν ο πρώτος καλόγερος που γνώρισες. Έμενε στο κελί του Τιμίου Σταυρού, πάνω απ’ την Καλλιάγρα, κοντά στη Σταυρονικήτα. Βαδίζοντας στο στενό μονοπάτι προς το κελί του, προς στιγμήν χάθηκες. Φτάνοντας στο ξέφωτο με τις ελιές είδες το μικρό καλύβι. Τις λαμαρίνες της στέγης, για να μην τις παίρνει ο αέρας, τις συγκρατούσαν μεγάλες πέτρες. Λίγο πιο πέρα από την στενή είσοδο υπήρχαν τρεις-τέσσερις χοντρές φέτες από κορμούς δέντρων για να κάθονται οι επισκέπτες.

Παρέκει ο τάφος του παπα-Τύχωνα, ο οποίος ασκήτευε εκεί πριν από τον π. Παΐσιο, και είχε ζητήσει να μην τον ξεθάψουν μέχρι να έρθει η Δευτέρα Παρουσία. Ένας σταυρός χωρίς όνομα και λίγες μισοχωμένες στο έδαφος πέτρες όριζαν τον τάφο ανάμεσα στα δενδρολίβανα. Ο παπα-Τύχων, που ήταν Ρώσος, είχε χρόνια να βγει από το Άγιον Όρος, αλλά κάποτε που είχε πιάσει φωτιά στην Καψάλα, τον ανάγκασαν να πάει μαζί με άλλους ως μάρτυρας στη Θεσσαλονίκη. Όταν γύρισε, τον ρώτησαν οι πατέρες πως είδε την πόλη και τον κόσμο μετά από τόσα χρόνια. Εγώ δεν είδα πολιτεία με ανθρώπους απάντησε εκείνος, αλλά δάσος με καστανιές. 
Κάθε Χριστούγεννα οικονομούσε μια ρέγγα, για να περάσει το Δωδεκαήμερο. Τη ραχοκοκαλιά της ρέγγας δεν την πετούσε. Την κρεμούσε με μια κλωστή και, όποτε ήταν Δεσποτική ή Θεομητορική εορτή και είχαν κατάλυση ιχθύος, έβραζε νερό σε ένα κονσερβοκούτι, βουτούσε την ραχοκοκαλιά δυο-τρεις φορές στο νερό για να πάρει μυρωδιά, και έριχνε μετά λίγο ρύζι. Τη ραχοκοκαλιά την κρεμούσε πάλι στο καρφί και για άλλη φορά, μέχρι που άσπριζε.
Ο Γέρων Παΐσιος στο βιβλίο του «Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα», αναφέρει πως ο παπαΤύχων φανερώθηκε μετά το θάνατό του. Κάποιος μοναχός είχε έρθει στο κελί να τον επισκεφτεί και κάθισε να περιμένει κάτω από μιαν ελιά. Είδε τότε τον παπα-Τύχωνα να ξεπροβάλει από τα δενδρολίβανα λέγοντας: Ποιόν περιμένεις; Τον Πατέρα Παΐσιο. Εδώ είναι, του αποκρίθηκε, και έδειξε με το δάχτυλο προς το κελί.
Όταν συνάντησες τον π. Παΐσιο, του μίλησες για τα οράματα που έβλεπε η γυναίκα. Εσείς μπορείτε να μου πείτε, τον ρώτησες, από πού προέρχονται αυτά τα οράματα κι αν είναι αληθινά; Υπάρχουν εκεί πολλές ψυχές που αγωνιούν. Μπορώ, απάντησε. Ανήκεις κι εσύ σ’ αυτή την ομάδα; Όχι, εγώ δεν ανήκω πουθενά. Όλα είναι εικόνες χωρίς αντίκρισμα, είπε. Και άρχισε να σου μιλά για τους δαίμονες και τις ενέργειές τους, πως εμφανίζονται και πως ενεργούν παραπλανώντας τον άνθρωπο.
Με τον π. Παΐσιο μιλούσατε ώρες στο κελί του, στον Τίμιο Σταυρό, πριν μετοικίσει στο κελί Παναγούδα έξω απ’ τις Καρυές, οπόταν άρχισε να τον επισκέπτεται πολύς κόσμος. Πρώτη φορά άκουγες για την νοερά προσευχή και για τους Πατέρες της Εκκλησίας. Το καλό, σου είπε μια μέρα, θέλει θυσίες. Η προσευχή τότε μόνο ξεπερνά τον εαυτό σου αν βάλεις στην καρδιά σου τον πόνο του άλλου. Η νοερά προσευχή είναι θείος έρωτας. Πιέζοντας τον εαυτό μας να μάθει την ευχή μπορεί να οδηγηθούμε σε πλάνη, βάζοντας ένα φράγμα ανάμεσα σε μας και στον Θεό.
Τον π. Παΐσιο τον συνάντησες για δεύτερη φορά τον Οκτώβριο του 1973. Όμως τότε πήγες για τον εαυτό σου. Σε μια απ’ τις συζητήσεις σας έγινε λόγος για τον Πεντζίκη. Γιατί δεν πας να τον γνωρίσεις; σου είπε. Η γυναίκα του, η κυρία Νίκη, είναι πολύ καλή. Ένα μήνα μετά την επιστροφή σου του τηλεφώνησες. Σας τηλεφωνώ εκ μέρους του π. Παϊσίου, είπες. Εφ’ όσον έρχεσαι εκ μέρους του Πατρός Παϊσίου είσαι ευπρόσδεκτος, απάντησε. Βέβαια γνώριζε το οικογενειακό σου όνομα και τον πατέρα σου, όμως εσένα ούτε είχε περάσει απ’ το μυαλό σου κάτι τέτοιο. Πήγες στο σπίτι του και άρχισε να σου μιλάει για διάφορα πράγματα, αλλά εσύ δεν ανταποκρινόσουν. Ήταν όλα καταβαραθρωμένα μέσα σου.
Μια μέρα έτυχε να συντύχετε στο σπίτι του με τον τότε ηγούμενο της Μονής Σταυρονικήτα και νυν της Μονής Ιβήρων (τώρα προηγούμενο της Μονής Ιβήρων) Βασίλειο. Μου τον έστειλε ο πατήρ Παΐσιος, του είπε ο Πεντζίκης, αλλά δεν μιλάει [...]

Ο λόγος του (ενν. του Πεντζίκη) είχε χαρακτήρα αποκαλυπτικό γύρω από πνευματικά ζητήματα και θέματα της ψυχής. Εκστόμιζε ξαφνικά κάτι, και το πράγμα φανερωνόταν και φωτιζόταν σ’ όλο το βάθος του. Λάβαινε μια μεταμόρφωση, αποκαλύπτονταν η πραγματική του υπόσταση, η οποία προηγουμένως παρέμενε κρυμμένη. Ο πατήρ Παΐσιος είχε πει γι’ αυτόν, ίσως επειδή ο Πεντζίκης μιλούσε μερικές φορές χωρίς να λογαριάζει, πως πετά στεφάνια στολισμένα με διαμάντια και σπάζουν τα ευαίσθητα κεφάλια.
Σε μια επίσκεψή σας στη Μονή Σταυρονικήτα είχες μπει στο οστεοφυλάκιο, στο κοιμητήριο της Μονής, κι εκείνος χάριν παιδιάς, έκλεισε την πόρτα την ξύλινη του οστεοφυλακίου και έβαλε από πίσω το μπαστούνι του (σημ. δική μας: δώρο του π. Παϊσίου) για να μην μπορείς να βγεις. Έμεινες κάμποσες στιγμές στο σκοτάδι, στα κατακλείδια της γης, περιτριγυρισμένος από τα λείψανα των αποδημησάντων πατέρων της Μονής, και θυμήθηκες το περιστατικό που του είχε διηγηθεί ο Στρατής Δούκας, και σου το είχε πει, για τον ερωτισμό που τον είχε κατακλύσει σε ένα από τα οστεοφυλάκια που υπάρχουν σε αρκετούς ναούς της Καστοριάς, μετά την κάθοδό του από τις περιπλανήσεις του στις ράχες του Βοΐου. Το μεγαλύτερο δίδαγμά του (ενν. του Πεντζίκη) για σένα ήταν η εκμηδένιση του κοινωνικού του προσώπου».
 

Η αγία Ευφημία στο κελί του αγίου Παϊσίου  
«Ας μην μας εκπλήσσει το ερώτημα που απευθύνει ο Γέρων Παΐσιος στην αγία Ευφημία, όταν εκείνη παρουσιάστηκε σωματικώς στο κελί του μετά από αίτημα του Γέροντα για κάποιο ζήτημα δογματικό. Την ερώτησε πως αντιμετώπισε το μαρτύριο, διότι και εκείνου η ύπαρξη φλεγόταν κι ο νους του ήταν στραμμένος προς τα επέκεινα [...] η αγία απάντησε πως αν γνώριζε ποιο μπορούσε να είναι το ουράνιο κάλλος, θα παρακαλούσε εκείνο το μαρτύριο να μην τελείωνε, γιατί μπροστά σ’ αυτά που της χαρίστηκαν το μαρτύριο δεν το λογάριαζε για τίποτα».
 


Θεία τρέλα και υπέρβαση του θανάτου  
«Με τον πόλεμο των λογισμών οι ασκηταί της ερήμου αποκτούν τη διάκριση, το μεγάλο δώρο του Θεού. Δεν μπορεί κανείς να μη θαυμάσει τη Θεία τρέλα που τους συνέπαιρνε, προσδίδοντας στη ζωή και στο θάνατο ένα νόημα τελείως διαφορετικό, καθώς δεν διαχώριζαν τη ζωή απ’ το θάνατο, ζώντας τον καθημερινά ως απτό γεγονός. Κατά την ώρα του θανάτου ο αναχωρητής μπορεί να γνωρίσει και τον ίδιο του τον εαυτό, όπως ο Γέροντας του παπα-Μεθόδιου. Ενώ είχε ξεψυχήσει, επανήλθε στη ζωή και διηγήθηκε πως ένας άγγελος του είπε να επιστρέψει για να αποχαιρετήσει τον αδελφό του. Δεν έχω αδελφό, ούτε στη ζωή, ούτε στην καλογερική, του απάντησε ο γέρων. Και ο άγγελος αποκρίθηκε: Εννοώ το σώμα σου, αδελφό της ψυχής σου. Να το αποχαιρετήσεις γιατί μ’ αυτό εκακοπάθησες. Και επιστρέφοντας στο σώμα του γνώρισε τον εαυτό του, και σε λίγο έφυγε πάλι στον ουρανό.
Το πρόσωπο του αββά Σισώη έλαμψε σαν τον ήλιο πριν την τελευτή του και εφοβήθησαν πάντες. Μόλις δε παρέδωσε το πνεύμα έγινε σαν αστραπή, και το κελί γέμισε από ευωδία». 


Η γλυκύτητα του κελιού  

«Στον Θεόδωρο της Φέρμης διαβάζουμε: Άνθρωπος μαθών την γλυκύτητα του κελλίου, ουχ ως ατιμάζων τον πλησίον του φεύγει. Δεκαπέντε αιώνες αργότερα θα ακουστεί η ίδια λαλιά από το στόμα αγιορείτη ασκητού (σημ. δική μας: ενν. του αγίου Παϊσίου): Το κελλί μου δεν το αλλάζω με όλα τα παλάτια του κόσμου, το γλυκό Κατούνι μου! Και ο αββάς Μωϋσής […] Ύπαγε κάθισον εις το κελλίον σου και το κελλίον σου διδάσκει τα πάντα». 

Το ευλογημένο ψέμα  

«Το αυτεξούσιον του ανθρώπου, το να διαθέτει κανείς τον εαυτό του όπως αυτός θέλει, είναι η παράδοξη όσο και οδυνηρή ελευθερία που μπορεί να ξεπερνά κάθε ηθικό κώδικα. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του αββά Αλωνίου, όταν ρωτήθηκε απ’ τον αββά Αγάθωνα πώς να κρατάει τη γλώσσα του ώστε να μην ψεύδεται. Η απάντηση ήταν πως αν δεν ψεύδεται θα κάνει πολλές αμαρτίες. Και ανέφερε το φονιά που καλύτερα θα ήταν να αφεθεί στην κρίση του Θεού, παρά να παραδοθεί στις αρχές, με αποτέλεσμα να θανατωθεί. Και ο παπα-Τύχων ο Αγιορείτης ήταν απαρηγόρητος όταν του ζήτησαν να καταθέσει για τον άνθρωπο που τον λήστεψε, θεωρώντας υπεύθυνο τον εαυτό του για τη σύλληψη και λέγοντας: Εγώ τον συγχώρεσα τον κλέφτη. Πόση εγκαρτέρηση, τι λογής δοκιμασία συνεπάγεται η απόκτηση αυτού του είδους της ελευθερίας».
 

Θεία τρέλα και παραδείσια γλυκύτητα  
«Ο γέρων Παΐσιος περιγράφει τη θεία τρέλα του όταν τον επισκέφθηκε ένα απόγευμα ο άγιος Αρσένιος και έτρεχε στην περιοχή του καλυβιού του φωνάζοντας σαν τρελός το όνομα του αγίου. Ευτυχώς, λέει, που δεν είχε έρθει κανένας επισκέπτης, διότι δεν θα μπορούσα να του πω την αιτία εκείνης της θείας τρέλας για να τον καθησυχάσω. Συγχρόνως ένιωθε μια παραδείσια γλυκύτητα που ήταν αδύνατο ν’ αντέξει η πήλινη καρδιά του. Τόση ήταν η αγαπητική τους ένωση, που υπάρχουν περιπτώσεις πιστών που ενώ επικαλούνταν τον άγιο να τους βοηθήσει σε κάποια ασθένειά τους, εμφανίζονταν στον ύπνο τους ο πατήρ Παΐσιος». 

Το θαύμα της Παναγίας στον άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη  

«Το θαυμάσιο […] που περιγράφεται στο βιβλίο Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης, όταν ο Όσιος [Αρσένιος], που ζούσε και διακονούσε στα Φάρασα της Καππαδοκίας, πριν την ανταλλαγή των πληθυσμών του 1922, έχοντας τελειώσει την τακτική, σύμφωνα με το τυπικό του, λειτουργία σε ένα ξωκκλήσι της Παναγίας, σε ύψος πολλών δεκάδων μέτρων από το έδαφος, βγήκε στον εξώστη που εκτεινόταν από τον βράχο, δύο-τρία μέτρα από την πόρτα του παρεκκλησιού, και ξαφνικά βρέθηκε στο κενό, γιατί τα ξύλινα κάγκελα όπου ακούμπησε υποχώρησαν. Τότε μια Γυναίκα (εννοεί την Παναγία) τον κράτησε σαν μωρό στην αγκαλιά της, και τον απίθωσε μαλακά στο έδαφος, χωρίς να πάθει τίποτε, πάρεξ να του κοπεί από συγκίνηση η λαλιά». 

Η Θεσσαλονίκη, δάσος με καστανιές!  

«Ο παπα-Τύχων, ένας ρώσος μοναχός που ασκήτευε στο κελί του Τιμίου Σταυρού στην Καψάλα, το κελί όπου ασκήτευσε κατόπιν και ο κατά κάποιον τρόπο υποτακτικός του πατήρ Παΐσιος, είχε πολλά χρόνια να βγει από το Άγιον Όρος. Κάποτε, που είχε πιάσει φωτιά η περιοχή, τον υποχρέωσαν να πάει μαζί με άλλους μάρτυρες στη Θεσσαλονίκη για να καταθέσει. Όταν γύρισε, τον ρώτησαν πως είδε την πόλη μετά από τόσα χρόνια. Εγώ δεν είδα πολιτεία με ανθρώπους, απάντησε, αλλά δάσος με καστανιές. Θέλοντας να πει, προφανώς, ότι το ταξίδι στην πόλη ουδόλως τον απομάκρυνε από την περιοχή του κελιού του».
 

Ο θησαυρός της ευλάβειας 

«Ο άνθρωπος που φλέγεται από τη θεία αγάπη μήτε που ξέρει γιατί προσεύχεται. Έρχεται από αλλού και πηγαίνει αλλού. Αλλού βρίσκεται ο θησαυρός και ο πλούτος του. Αλλού βρίσκεται η δύναμή του. Οι δρόμοι της ταπεινοφροσύνης δεν έχουν σχέση με την ευσέβεια. Υπάρχει μόνο η ευλάβεια αυτών που έχουν την καλή βλάβη, που είναι βλαμμένοι για τον Χριστό (Γέροντος Παϊσίου)». 


Το Ανώνυμο Όνομα  

«Το όνομά μου είναι ο τάφος μου Πώς να δεχθεί κανείς πως η σιωπή που περιέχει σφύζει από ζωή; Πώς να ισχυριστεί ότι εμπεριέχει κρυφά τη διάζευξη Ελευθερία ή θάνατος; Και πώς να αντικρούσει τον ποιητή που διακηρύσσει ότι το όνομά μας είναι η ψυχή μας; Ποιος θα βρει το κουράγιο να μιλήσει για τη σοφία της ανασφάλειας; […] ποιος τολμά να αφεθεί στου Θεού το έλεος, ποιος θα τολμήσει να ισχυριστεί ότι το όνομα αποκτάται διά της απωλείας του; Ας διατηρήσει ο λόγος τη μοναδικότητά του. Ας παραμείνει σιωπηλός και ερμητικά ανερμήνευτος». «Το όνομά μου είναι ο τάφος μου. Για το όνομα αυτό δεν υπάρχει ταυτότητα, και δεν αναγράφεται σε καμιά ληξιαρχική πράξη. Είναι το όνομα των μικρών και ελαχίστων, που τόσο αγάπησε ο Γέρων Παΐσιος. Των ελαχίστων, των μετεχόντων του Ανωνύμου Ονόματος. Ω, πόση ανεκλάλητη ευτυχία περιέχει αυτό το Όνομα».
 

Η λήψη του πραγματικού ονόματος 

«Το όνομά μου είναι ο τάφος μου. Στον τάφο θα λάβει ο καθένας το παραγματικό του όνομα. Έξι ημέρες εν τη γεωργία της ζωής και την τήρηση των εντολών τελειούνται· και η έβδομη ολοκληρώνεται στο τάφο· και η όγδοη είναι η αναχώρηση απ’ αυτόν. Ο απράγμων βίος είναι ο προθάλαμος του ασύγκριτου Σαββάτου που είναι το μνήμα. Το Σάββατο το αληθινό, το ασύγκριτο είναι το μνήμα, που αποκαλύπτεται και φανερώνεται ως τέλεια κατάπαυση από τις θλίψεις των παθών, και από την εργασία εναντίον τους. Εκεί ολόκληρος ο άνθρωπος, και η ψυχή και το σώμα σαββατίζει». 


Η αγαλλίαση από την ανάγνωση του βίου του αγίου Αρσενίου του Καππαδόκη  

«Ήθελα πολύ να μιλήσω στον Πατέρα Παΐσιο, στη Σουρωτή, αλλά με σταματούσε ο σωρευμένος ανθρώπινος πόνος που έβλεπα γύρω του, άνθρωποι που περίμεναν ώρες για υποθέσεις σοβαρές. Μην μπορώντας να του μιλήσω, πήρα και διάβασα ξανά το βίο του αγίου Αρσενίου του Καππαδόκη, για να συνομιλήσω μαζί του μέσω του βιβλίου που είχε γράψει. Κάθε που το διαβάζω πάντα κάτι ανακαλύπτω, ένα σημείο που δεν είχα προσέξει και που με κάνει να αγάλλομαι. Αντέγραψα όλα τα ονόματα των ανθρώπων που αναφέρονται στο βιβλίο, ότι έδωσαν πληροφορίες ή διηγήθηκαν συμβάντα για τον άγιο, και έβλεπα την υπόσταση που λάβαιναν αυτά τα τόσο στριφνά και δυσκολοπρόφερτα ονόματα, υπόσταση βαρύτερη απ’ αυτή που έχουν ονόματα διασήμων. Καταλάβαινα ότι οι άνθρωποι αυτοί υπήρχαν ατόφιοι, ολόκληροι, έχοντας μια πραγματική ζωή, βαθιά και πλούσια».
 

H «συνεργασία» αγίου Αρσενίου του Καππαδόκη και πατρός Παϊσίου στη θεραπεία πονοκεφάλου  
«Είμαστε παράξενοι άνθρωποι, είπε ο Τρύφων. Αγαπάμε και δεν ξέρουμε πώς να εκδηλώσουμε την αγάπη μας. Υπέφερα από τρομερούς πονοκεφάλους, στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Εκείνες τις μέρες διάβαζα το βιβλίο για τον άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη. Αφού το διάβασα, παρακαλούσα τον άγιο να σταματήσει ο πονοκέφαλος. Κάποια μέρα, ξημερώματα, σηκώνομαι και κάνω όρθρο και μετά κοιμούμαι λίγο. Βλέπω λοιπόν, εκείνες τις πρωινές ώρες, έναν μοναχό στον ύπνο μου με ένα σκουφάκι στο κεφάλι. “Εγώ είμαι ο πατήρ Παΐσιος”, μου λέει. Δεν τον ήξερα ακόμη τότε. “Πονάει πολύ το κεφάλι σου;” με ρωτά. Συγχρόνως πίεζε με το δάχτυλο το πίσω μέρος του κεφαλιού μου. Ξύπνησα, τον έχασα απ’ τα μάτια μου. Δεν είχα προσέξει ότι το βιβλίο για τον άγιο Άρσενιο το είχε γράψει ο πατήρ Παΐσιος, γιατί δεν είχε στο εξώφυλλο όνομα συγγραφέα. Κατάλαβα τότε ότι αντί για τον άγιο Αρσένιο που είχα επικαλεστεί, παρουσιάστηκε ο πατήρ Παΐσιος, και ότι τα δύο αυτά πρόσωπα κινούνταν σαν ένα, ζώντας την ίδια ζωή, παρ’ ότι ο άγιος Αρσένιος είχε πεθάνει το 1924, μετά που ήρθαν πρόσφυγες από τα Φάρασα της Καππαδοκίας».
 

Η προσευχή καθαρίζει τις γνώμες  
Γράφει ο Κοσματόπουλος:
«Από το 1981 πηγαίνεις τακτικά στο Μετόχι της Μονής Γρηγορίου στη Σταυρούπολη, όπου κατά παράδοξο τρόπο ξαναβρήκες τους ανθρώπους που πλαισίωναν την γυναίκα που έβλεπε οράματα, για την οποία σε είχαν στείλει το 1971 να ρωτήσεις τον π. Παΐσιο. Η γυναίκα είχε πεθάνει, αλλά ζούσε ακόμη όταν είχαν βρει το οικόπεδο για να κτίσουν την εκκλησία. Ήταν μια αδελφότητα από πρόσφυγες της Μικράς Ασίας και του Πόντου. Ο τρόπος της ζωής τους σου έκανε από την πρώτη στιγμή εντύπωση. Υπήρχε η λαϊκή ευλάβεια και πίστη που προ πολλού είχε εκλείψει από τον αστικό χώρο. Σε συγκινούσε η αθωότητά τους, αλλά και μια φλόγα που δεν είχες ξανασυναντήσει. Πίστευαν σαν μικρά παιδιά, χωρίς λογισμούς, προσπαθώντας να εφαρμόζουν στην καθημερινή ζωή τις εντολές της Εκκλησίας. Όσο ζούσε η «μητέρα», έτσι αποκαλούσαν την γυναίκα εκείνη από αγάπη, τριγυρνούσαν σε εκκλησίες μακρινές και ξωκλήσια και έκαναν ολονυκτίες, ή μαζεύονταν στο σπίτι της, στην οδό Κασσάνδρου. 

Η πόρτα του διαμερίσματός της ήταν πάντοτε ανοικτή. Την εκκλησία του Μετοχίου την είχαν κτίσει παράνομα, δουλεύοντας νύχτα και κρατώντας τσίλιες. Στην περιοχή τότε δεν υπήρχαν παρά μόνο χωράφια, κι εκείνοι, εργάτες οι περισσότεροι στις οικοδομές, έκτιζαν χωρίς σχέδιο. Κι αυτό το χωρίς σχέδιο οικοδόμημα, έχει απλότητα και χάρη […] Το οικόπεδο για την εκκλησία, μετά από αποκάλυψη ενός ιερέα στις Σέρρες, το βρήκαν δύο γυναίκες που έμεναν στην Σταυρούπολη. Άρχισαν να μαζεύουν χρήματα για το κτίσιμο. Πήγαν στην Μητρόπολη να ζητήσουν άδεια. Χρειάζονται τέσσερα στρέμματα, τους λένε. Ήταν εκτός σχεδίου πόλεως. 
Κάποιο βράδυ συζητούσαν. Αχ, λέει ο Κώστας, το οικόπεδο χωράφι στέκεται. Ξέρεις τι σκέφτομαι; Να πάμε στον νοικοκύρη που μας το πούλησε, ίσως μπορέσει να βγάλει άδεια να κάνει δήθεν αποθήκη. Στην αρχή το κάνουμε αποθήκη και μετά το μετατρέπουμε σε εκκλησία. Ήταν η ώρα έντεκα τη νύχτα. Του λέει η Κυριακή, τώρα σε φώτισε ο Θεός. Να σηκωθείτε και να πάτε αμέσως στη μητέρα Ειρήνη, και αν το εγκρίνει να γίνει. Της λένε, μόλις το είπαμε ευλογημένη, εσύ δεν αφήνεις αναπνοή να πάρουμε. Όχι, τους απαντά, η Βασιλεία των Ουρανών βιάζεται. Δεν κοιμάται η μητέρα, έχει κόσμο και αγρυπνία.
Σηκώθηκαν, πήγαν. Ευλογημένο είναι, να γίνει, τους απαντά. Ενήργησαν, ο νοικοκύρης έβγαλε άδεια για αποθήκη, τους την έδωσε στο χέρι. Μετά απ’ αυτό ο καθένας άρχισε να δίνει γνώμη, πώς να κτιστεί η εκκλησία, πόσα μέτρα, πόσες κολώνες. Κανείς να μην πει γνώμη είπε ο Χρυσόστομος. Η προσευχή θα μας πει, που καθαρίζει τις γνώμες. Αγρυπνίες πολλές, και στο τέλος άρχισε το κτίσιμο. Γύριζαν απ’ την δουλειά οι άντρες, και στις δέκα το βράδυ αρχίζανε με την μπαλαντέζα. Όλη νύχτα δούλευε μπετονιέρα. Οι γυναίκες στο παρεκκλήσι που είχαν κατασκευάσει πρόχειρα, παρακλήσεις και προσευχές. Όλη η δουλειά τη νύχτα γίνονταν. Όταν ερχόταν αστυνομία χτυπούσε το καμπανάκι κι έφευγαν στα χωράφια.
Κάποια μέρα αποφάσισαν να πάνε στο Άγιον Όρος να υποταχτούν. Έντεκα φορές πήγαν ψάχνοντας σε πολλά Μοναστήρια. Τέλος ο γιος του Κώστα, ο Γιώργος, που αργότερα σκοτώθηκε μαζί του σε δυστύχημα, λέει, τι τυραννιέστε από μοναστήρι σε μοναστήρι, και δεν πάτε στον π. Παΐσιο να σας οδηγήσει; Πήγαν στον π. Παΐσιο και τους λέει στου Γρηγορίου, στου Γρηγορίου. Εκεί θα σας εξυπηρετήσουν, ο πατήρ Γεώργιος. Και θα του δοθεί ευκαιρία τον πλούτο που έχει να τον μεταδώσει προς τα έξω.


Η Κυριακή σου διηγήθηκε πώς έγινε και της πέρασε ο πονοκέφαλος. Όταν υπήχθη το Μετόχι της Σταυρούπολης στη Μονή Γρηγορίου, το 1980, υπέφερε από φοβερούς πονοκεφάλους. Δεκαπέντε μέρες πονοκέφαλος.
Εκείνο τον καιρό διάβαζε το βιβλίο για τον Άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη. Άγιε Αρσένιε, προσευχόταν, εσύ και τουρκάλες γιάτρεψες, έπαιρναν χώμα απ’ το κατώφλι του σπιτιού σου και γίνονταν καλά, άνοιγαν τα μάτια τους, κι εμένα δεν μπορείς να με γιατρέψεις; Όλον τον κόσμο καταδεχόσουν, κι εμένα δεν μ’ αγαπάς που τυραννιέμαι; Γιατί δεν σταματάς τον πόνο στο κεφάλι, τουλάχιστον να μπορώ να εκκλησιάζομαι. Την πονούσε από τότε που είχε πάθει κλονισμό από κεραυνό. Αφού διάβασα το βιβλίο, συνέχισε, με δάκρυα παρακαλούσα τον άγιο Αρσένιο. 

Όταν έφυγε ο σύζυγος στις πέντε το πρωί, σηκώνομαι, κάνω όρθρο, και μετά κοιμάμαι πάλι λίγο. Ήταν χειμώνας, μόλις είχε γίνει το μετόχι. Βλέπω λοιπόν αυτές, τις πρωϊνές ώρες, έναν καλόγερο στον ύπνο μου, μέτριο ανάστημα, μ’ ένα σκουφάκι στο κεφάλι, και μου λέει: ‘Εγώ είμαι ο πατήρ Παΐσιος’. Δεν τον ήξερα ακόμη τότε, μετά τον γνώρισα. ‘Πονάει πολύ το κεφάλι σου παιδί μου;’ ρωτάει. Συγχρόνως με πίεζε με το δάχτυλο στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Συνέχισε να πιέζει χωρίς να μιλά. Περίμενα να μου πει και άλλα, δεν μίλησε. Ξύπνησα, τον έχασα από τα μάτια μου. Ακουστά τον είχα βέβαια, το μετόχι είχε γίνει με την μεσολάβησή του, αλλά ο π. Παΐσιος, σκεφτόμουν, βρίσκεται εν ζωή. Ξαναπαίρνω το βιβλίο του αγίου Αρσενίου, διαβάζω, βλέπω ότι το είχε γράψει ο πατήρ Παΐσιος. Προηγουμένως δεν το είχα προσέξει, δεν υπάρχει το όνομά του στο εξώφυλλο.
Παράξενο πράγμα, εν ζωή ο π. Παΐσιος, να έρθει, χωρίς να τον γνωρίζω, στον ύπνο μου. Πολύ έκλαψα όταν εννόησα ποιος είχε γράψει το βιβλίο. Μου δείξανε και μια φωτογραφία και τον αναγνώρισα. Από τότε το κεφάλι μου έπαψε να πονά».

Αντί επιλόγου Η βιωματική παράθεση όλων αυτών των γεγονότων από τη ζωή και το έργο του αγίου Παϊσίου καθίσταται ευλαβική προσφορά του λογοτέχνη Αλέξανδρου Κοσματόπουλου προς όλους εμάς. Ταυτόχρονα, η γραφίδα του εν λόγω νεοέλληνα δημιουργού μεταμορφώνεται σε θυμιατήριο ενώπιον της εικόνος του Αγιορείτη Οσίου, καλώντας όλους μας σε προσκύνηση και ασπασμό.

https://www.romfea.gr/

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2020

Συνεννόηση του αγίου Παϊσίου με ετερογλώσσους



Ιερομόναχος Ισαάκ
'Αγιος Παΐσιος


Είναι γνωστό ότι ο άγιος Παΐσιος εκτός από Ελληνικά δεν γνώριζε άλλη γλώσσα. Όμως συνέβη επανειλημμένως ‒όταν υπήρχε λόγος‒ με την γλώσσα της Πεντηκοστής να συνομιλήση και να συνεννοηθή θαυμάσια με ετερογλώσσους.



«Ήμουν παρών», διηγείται ο ι. Ε. Κ., «κάποτε στο Κελλί του Γέροντα μαζί με άλλους τρεις επισκέπτες και ένα Γάλλο, που δεν μιλούσε λέξη Ελληνικά. Όταν ήρθε η σειρά του να μιλήση με τον Γέροντα, πήγαν πιο πέρα και για δεκαπέντε λεπτά συνωμιλούσαν καθισμένοι στα κούτσουρα. Τους βλέπαμε που συζητούσαν με ενδιαφέρον. Πώς επικοινωνούσαν, αφού δεν υπήρχε κοινή γλώσσα επικοινωνίας; Ο ξένος έφυγε χαρούμενος. Η ικανοποίηση φαινόταν έκδηλη στο πρόσωπό του».



Γάλλος περιηγητής είχε συμφωνήσει με κάποιον μοναχό να πάνε μαζί να δουν τον Γέροντα. Το βράδυ είχε αγρυπνία στο Μοναστήρι που έμενε. Ο μοναχός μετά την αγρυπνία πήγε στο κελλί του να ξεκουραστή. Ο αλλοδαπός από τον πόθο να δη τον Γέροντα κατέβηκε μόνος του στο Καλύβι. Συνωμίλησαν θαυμάσια και από την συζήτηση σχημάτισε την εντύπωση ότι ο Γέροντας γνώριζε άπταιστα Γαλλικά.



Ο π. Βασίλειος Γρηγοριάτης μαρτυρεί: «Είχα πάει στο Κελλί του Γέροντα καταμεσήμερο. Η πόρτα ήταν κλειστή. Ένας νεαρός περίμενε ξαπλωμένος στο χώμα. Ήταν Ελληνοαμερικανός και ήξερε μόνο Αγγλικά. «Πώς θα συνεννοηθείς με τον Γέροντα;», τον ρώτησα. «Κάποιον θα στείλει ο Θεός», απάντησε. «Να, εσένα», συμπλήρωσε. Τελικά βρέθηκα και εγώ μαζί τους τάχα για να κάνω τον δραγουμάνο με τα σπασμένα λιγοστά Αγγλικά, που και κείνα τα είχα ξεχάσει. Παρατήρησα όμως, με μεγάλη μου έκπληξη, πως ο π. Παΐσιος καταλάβαινε όλα όσα του έλεγε το παιδί, καλύτερα από μένα, και του απαντούσε Ελληνικά βέβαια, που μετέφραζα εγώ, με πολλά απλά και σοφά παραδείγματα. Εκείνο που θα μου μείνει αλησμόνητο είναι η λύση που έδωσε σ’ ένα πρόβλημα που του εξέθεσε ο νέος, στο οποίο φανερωνόταν η μεγάλη πίστη και εμπιστοσύνη του στην πρόνοια του Θεού. «Η μητέρα μου», παραπονέθηκε ο νεαρός, «μου ζητά συνεχώς χρήματα, και όσα και αν της δώσω από τις λίγες οικονομίες μου, τα σπαταλά άσκοπα. Δεν ξέρω τι να κάνω». «Άκου, παιδί μου», του απαντά ο π. Παΐσιος. «Τα χρήματα που θάδινες στην μητέρα σου να τα δίνης ελεημοσύνη σ’ ένα φτωχό και κείνη την ώρα να κάνης μια προσευχή. Να λες: Θεέ μου, αυτά τα δίνω για την μητέρα μου, εσύ φρόντισέ την. Τότε ο Θεός θα την αναλάβει από μόνος Του, θα βρει τρόπους»».



Μαρτυρία π. Π. Λ.: «Πήγα με τον Δανιήλ, έναν Ισπανό που έγινε Ορθόδοξος, στον γέροντα Παΐσιο. Ήθελε να μιλήση μαζί του και εγώ θα έκανα τον διερμηνέα. Έκανε μια ερώτηση ο Δανιήλ και πριν κάνω την μετάφραση ο Γέροντας απάντησε. Ο Δανιήλ απόρησε και με ρώτησε δυο φορές: «Πώς γίνεται, δεν έκανες την μετάφραση». Του είπα: «Τι φταίω εγώ, σε απάντησε σωστά». Ο Γέροντας τον καθησύχασε λέγοντάς του: «Άστον αυτόν (εμένα τον μεταφραστή) και πες μου τι θέλεις». Άρχισαν να μιλούν, εκείνος στα Ισπανικά και ο Γέροντας στα Ελληνικά. Θαύμαζα και χαμογελώντας είπα: «Τι χρειάζομαι εγώ, καλύτερα να φύγω». Ο Γέροντας με κράτησε το χέρι λέγοντας: «Κάθησε, αλλά να μη μάθη κανείς». Σκεφτόμουν πόσο μεγάλος Άγιος είναι ο Γέροντας. Παρακολούθησα όλη την συζήτηση αλλά μετά δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τίποτε παρά μόνο το τελευταίο: «Αυτή την αμαρτία πρέπει να την εξομολογηθής», του είπε ο Γέροντας».



Πνευματικό τέκνο του Γέροντα διηγείται: «Μια μέρα πήγα πολύ πρωί στην «Παναγούδα». Μόλις είχε φωτίσει. Χτύπησα το σιδηράκι και μου άνοιξε ο Γέροντας χαμογελώντας. Με ρώτησε:

– Τι λες εσύ, παπα-…, όταν ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος επισκέφθηκε τον Μέγα Βασίλειο, χρειάσθηκαν διερμηνέα;

– Νομίζω όχι, Γέροντα, του είπα.

»Πέρασα στο Αρχονταρίκι και βρήκα έναν αλλοδαπό επισκέπτη. Μέχρι να ετοιμάση ο Γέροντας το κέρασμα, με τα λίγα Αγγλικά που ήξερα, πιάσαμε την συζήτηση και μου είπε ότι χθες βράδυ ήρθε αργά. Καθυστέρησε, γιατί έχασε τον δρόμο, πέρασε η ώρα και ο Γέροντας τον φιλοξένησε. Στην αρχή δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν. Ο Γέροντας τον άφησε για δέκα λεπτά (φαίνεται έκανε προσευχή) και μετά συνεννοούνταν χωρίς καμμιά δυσκολία. Ο Γέροντας μιλούσε Ελληνικά και ο αλλοδαπός Αγγλικά αλλά καταλάβαινε ο ένας τον άλλο».

Από το βιβλίο: Ιερομονάχου Ισαάκ, ΒΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Στ’ έκδοσις, Άγιον Όρος 2008, σελ. 618.