Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

Ωφέλιμες διηγήσεις του αγίου Παϊσίου.

https://www.youtube.com/watch?time_continue=2&v=YcF5etPwEzo

Aπό την ραδιοφωνική εκπομπή «Εν τω Φωτί σου οψόμεθα Φως». Αποσπάσματα του εξαιρετικού βιβλίου με τίτλο ΟΣΙΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ «ΩΦΕΛΙΜΕΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ». Έκδοση της Ιεράς Μονής Αγίου Ιλαρίωνος Προμάχων Αριδαίας τη επιμελεία του Ιερομονάχου Παϊσίου. Επιμέλεια παρουσίαση : Νώντας Σκοπετέας.
Ο Λαϊκός Ασκητής.
Κάποτε στο Άγιον Όρος εργάζονταν ένας λαϊκός με το παιδί του για αρκετά χρόνια. Αργότερα βρέθηκε μια καλή δουλειά στην πατρίδα τους και ο πατέρας θέλησε να πάρει και το παιδί του να είναι όλη η οικογένεια κοντά του. Ο γιος του όμως δεν θέλησε να ακολουθήσει τον πατέρα του στον κόσμο, γιατί είχε συγκινηθεί από την ασκητική ζωή των πατέρων. Είχε υπόψιν του και την κοσμική ζωή με το άγχος. Δεν τον ακολούθησε. Μάλιστα του είπε και το εξής: αφού έχεις και άλλα παιδιά πατέρα, άφησε και ένα στο Περιβόλι της Παναγίας. Και τελικά τον άφησε.
Το παλληκάρι αυτό όμως ήτο πολύ ευαίσθητο, φιλότιμο, με πολλή απλότητα αλλά και αγράμματο. Αισθάνονταν τον εαυτόν του πολύ ανάξιο για να γίνει μοναχός αλλά και νόμιζε ότι δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στα μοναχικά του καθήκοντα, ενώ στην ουσία έκανε μεγάλη άσκηση όπως θα ιδούμε και πιο κάτω.
Είχε βρει λοιπόν μια μικρή καλύβα που έμεναν παλαιά ζώα, χωρίς πόρτα και παράθυρα τα οποία έκλεισε με πέτρες και φτέρες, δηλαδή την πόρτα και το παράθυρο, και άφησε μία μικρή στρογγυλή τρύπα για να μπαίνει στριμωχτά και να την κλείνει την τρύπα με ένα κουρελιασμένο παλτό που είχε βρει εκεί πεταγμένο από χρόνια. Οι φωλιές των πουλιών φυσικά ήταν ανώτερες από την φωλιά του αλλά και τα γιατάχια των ζώων πάλι ήταν καλύτερα από το δικό του. Αλλά την χαρά όμως που είχε αυτή η ψυχή δεν την έχουν αυτοί που ζούνε σε πλούσια παλάτια, γιατί αυτός αγωνίζονταν για τον Χριστό και ο Χριστός ήτο κοντά του, όχι μόνο στην καλύβα του αλλά και μέσα στο πνευματικό του σπίτι, στο σώμα του, στην καρδιά του. Και ζούσε μέσα στον Παράδεισο.
Φυσικά, για την πνευματική του ζωή μόνον ο Θεός γνωρίζει γιατί ζούσε απλά και αθόρυβα, στην αφάνεια. Μόνο από ένα περιστατικό που έγινε γνωστό, από αυτό πολλά θα καταλάβει κανείς.
Από τη φωλιά του λοιπόν έβγαινε κατά καιρούς, περνούσε από κανένα κελλί που είχαν εργασίες εξωτερικές στους κήπους, βοηθούσε λίγο και έπαιρνε λίγο παξιμάδι και λίγες ελιές. Εάν δεν τον άφηναν να εργαστεί δεν δέχονταν ευλογίες. Έπρεπε να τις πληρώσει με την εργασία του διπλά.
Επειδή ήτο αγράμματος, όπως ανέφερα, πέρασε από ένα Μοναστήρι μια φορά να ρωτήσει πότε αρχίζει η Μεγάλη Σαρακοστή, αν και για αυτόν όλος ο χρόνος σχεδόν ήταν Μεγάλη Σαρακοστή. Αφού του είπαν ποια μέρα, πήγε και κλείστηκε στην φωλιά του. Ενώ είχαν περάσει μήνες δεν κατάλαβε πότε πέρασαν. Βγαίνει λοιπόν και πηγαίνει σε ένα Μοναστήρι να δει τι γίνεται. Παρακολούθησε την Ακολουθία, κοινώνησε μετά την Θεία Λειτουργία και εν συνεχεία πήγαν στην τράπεζα. Είδε στην τράπεζα κόκκινα αυγά γιατί ήταν απόδοσις του Πάσχα. Παραξενεύτηκε και ρώτησε έναν αδελφό. Καλά, ήρθε το Πάσχα; Του απαντά ο αδελφός. Τι Πάσχα ρωτάς; Αύριο είναι της Αναλήψεως.
Με τέτοιο τρόπο αγωνίζονταν μέχρι την ώρα του θανάτου του. Τον βρήκε νεκρό ένας κυνηγός μετά από δυο μήνες και ειδοποίησαν την αστυνομία και τον γιατρό, ο οποίος μου είπε όχι μόνο δεν μύριζε το πτώμα του, αλλά αντιθέτως είχε μία ευχάριστη μυρωδιά.
Ο Πιστός Χριστιανός και Καλός Οικογενειάρχης.
Κάποτε που είχα φιλοξενηθεί στην Αθήνα σε έναν φίλο μου, με παρεκάλεσε να δεχθώ έναν οικογενειάρχη πριν φωτίσει γιατί άλλη ώρα δεν ευκαιρούσε. Ήρθε λοιπόν χαρούμενος και συνέχεια δοξολογούσε τον Θεό. Είχε δε πολλή ταπείνωση και απλότητα και με παρακαλούσε να εύχομαι για την οικογένειά του.
Ο αδελφός αυτός ήταν γύρω στα 38 και είχε 7 παιδιά. Δύο το ανδρόγυνο και άλλοι δυο οι γονείς του, εν όλω 11 ψυχές. Έμεναν όλοι σε ένα δωμάτιο. Μου έλεγε δε με την απλότητά του: Όρθιους μας χωράει το δωμάτιο αλλά όταν ξαπλώνουμε δεν μας παίρνει. Λίγο στενόχωρα. Δόξα τω Θεώ. Τώρα κάναμε ένα υπόστεγο για κουζίνα και βολευτήκαμε. Εμείς έχουμε και στέγη πάτερ μου ενώ άλλοι.. Ενώ άλλοι μένουν στην ύπαιθρο.
Η εργασία του ήταν σιδερωτής και ενώ έμενε στην Αθήνα έφευγε πριν φωτίσει για να βρεθεί στον Πειραιά. Εκεί εργαζόταν. Από την ορθοστασία και τις πολλές υπερωρίες τα πόδια του είχαν κιρσούς και τον ενοχλούσαν, αλλά η πολλή αγάπη του προς την οικογένειά του τον έκανε να ξεχνάει τους πόνους και τις ενοχλήσεις. Ελεεινολογούσε μάλιστα τον εαυτό του συνέχεια και έλεγε ότι δεν έχει ούτε αγάπη, γιατί δεν κάνει καλοσύνες σαν Χριστιανός και επαινούσε την γυναίκα του ότι εκείνη κάνει καλοσύνες, διότι εκτός από τα παιδιά και τους γέρους που φροντίζει, πηγαίνει και παίρνει τα ρούχα από τους γέρους της γειτονιάς, τους πλένει και τους συγυρίζει και τα σπίτια, τους φτιάχνει και καμιά σούπα.
Έβλεπε κανείς στο πρόσωπο του καλού αυτού οικογενειάρχη ζωγραφισμένη την Θεία Χάρη. Ήτο γεμάτος χαρά και το δωμάτιό του γεμάτο από παραδεισένια χαρά. Ενώ αυτοί που δεν έχουν μέσα τους τον Χριστό είναι γεμάτοι από άγχος. Και δύο άνθρωποι να είναι δεν χωράνε μέσα σε 11 δωμάτια. Ενώ αυτοί οι 11 άνθρωποι με τον Χριστό, χωρούσαν μέσα σε 1 δωμάτιο.
Ο Δια Χριστόν Κλέφτης.
Κάποτε με επισκέφτηκε ένας νεαρός πρωί-πρωί και χτυπούσε το σιδεράκι. Έριξα μια ματιά να δω ποιος είναι γιατί δεν ήταν η ώρα να ανοίξω. Όταν είδα έναν νέο με φωτεινό πρόσωπο κατάλαβα ότι έχει πνευματικά ενδιαφέροντα και διέκοψα διότι ήμουν απασχολημένος. Του πρόσφερα ένα νερό και με τρόπο τον ρωτούσα να μάθω γύρω από την ζωή του γιατί είχε πνευματικό περιεχόμενο και μου άνοιξε απλά την καρδιά του.
Εγώ πάτερ μου τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα στις φυλακές. Τώρα είμαι 26 χρονών.
Τον ρωτάω. Καλά, τί έκανες παλληκάρι;
Και άρχισε να μου διηγείται. Από μικρός που ήμουν πονούσα όταν έβλεπα δυστυχισμένους και τους ήξερα όλους, όχι μόνο της ενορίας μας αλλά και από άλλες ενορίες. Ο παπάς της ενορίας μας επειδή συνέχεια μάζευε χρήματα και έφτιαχνε κτήρια, αίθουσες, οι φτωχές οικογένειες είχαν ξεχαστεί. Εγώ δεν κρίνω αν ήταν απαραίτητα αυτά που φτιάχνει ή όχι, αλλά έβλεπα να είναι πολύ δυστυχισμένοι οι άνθρωποι. Πήγαινα λοιπόν κρυφά και έκλεβα χρήματα της Εκκλησίας, αγόραζα τρόφιμα και τα άφηνα κρυφά έξω από τα φτωχά σπίτια και αμέσως πήγαινα στην αστυνομία και τους έλεγα ότι εγώ έκλεψα τα χρήματα της Εκκλησίας για να μην πιάσουν άλλον άδικα, χωρίς να τους πω τίποτε άλλο. Μετά, με άρχιζαν στο ξύλο και στο βρισίδι. «Αλήτη», «κλέφτη». Εγώ σιωπούσα και με έκλειναν στην φυλακή. Αυτή η δουλειά γινόταν για χρόνια. Όλη η πόλη και άλλες πόλεις με είχαν μάθει και αλήτη με ανέβαζαν, κλέφτη με κατέβαζαν. Εγώ σιωπούσα και αισθανόμουνα καλά. Κάποτε μάλιστα με είχαν κλείσει τρία ολόκληρα χρόνια στην φυλακή. Άλλες φορές με έκλειναν και όταν έπιαναν τον ένοχο με άφηναν. Έτσι πέρασα όλα αυτά τα χρόνια. Γι’ αυτό σου είπα πάτερ μου ότι τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου τα έκανα σε φυλακές.
Αφού τον άκουσα με προσοχή του είπα να μην το επαναλάβει αυτό που κάνει όσο καλό κι αν φαίνεται. Να πάει σε άλλη πόλη άγνωστη να βρει μια εργασία., γνώριζε και από υδραυλικά, για να βοηθάει όσο μπορεί και από το υστέρημά του. Αυτό έχει και μεγαλύτερη αξία. Και όταν δεν έχει καθόλου να δώσει σε έναν φτωχό και πονάει η καρδιά του, τότε κανείς κάνει ανώτερη ελεημοσύνη διότι κάνει ελεημοσύνη με αίμα της καρδιάς. Διότι αν είχε κάτι και έδινε θα αισθανόταν και χαρά, ενώ όταν δεν έχει να δώσει αισθάνεται πόνο στην καρδιά.
Έφυγε μετά χαρούμενος και μου υποσχέθηκε ότι θα ακούσει την συμβουλή μου. Πέρασαν λοιπόν από τότε που έφυγε 7 μήνες και μου γράφει από τις φυλακές του Κορυδαλλού και παραξενεύτηκα. Ανοίγω και διαβάζω το γράμμα του και μου έλεγε τα εξής:
Ασφαλώς πάτερ μου θα απορήσεις μετά από τόσες συμβουλές σου και μετά από τις υποσχέσεις που σου έδωσα, να σου γράφω πάλι από την φυλακή. Μάθε ότι αυτήν την φορά υπηρετώ μία φυλάκιση την οποία είχα υπηρετήσει. Κάτι λάθος έγινε. Ευτυχώς που δεν υπάρχει ανθρώπινη δικαιοσύνη και έτσι δεν χάνουν οι πνευματικοί άνθρωποι τον ουράνιο μισθό.
Όταν διάβασα αυτά θαύμασα τον νεαρό. Πόσο στα ζεστά πήρε την πνευματική ζωή και πως συνέλαβε τόσο βαθειά το βαθύτερο νόημα της ζωής. Είπα μετά με τον λογισμό μου, τους μεν μεγάλους κλέφτες πολλές φορές δεν τους κλείνουν ούτε μια φορά στην φυλακή, ενώ αυτόν τον δόλιο και από δύο φορές για την ίδια ποινή.
Απομαγνητοφώνηση Φαίη για το ΑΒΕΡΩΦ.



AKTINEΣ

Γιά τίς σαρκικές διαστροφές ἐντός τοῦ γάμου, Ἁγίου Παϊσίου Ἁγιορείτου


ΓΙΑ ΤΑ ΣΑΡΚΙΚΑ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΓΑΜΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥΣ» ΠΟΥ ΤΑ ΕΠΙΤΡΕΠΟΥΝ

             Διήγησις τοῦ π. Σάββα Ἁγιορείτη περί τοῦ Ἁγίου Παϊσίου: «Μοῦ διηγήθηκε κάποια κυρία ἀπό τήν Θεσσαλονίκη, ὅτι κάποτε ὁ Ὅσιος Παΐσιος ἔδωσε δυναμικό τέλος σ’ ἕνα φορτικό καί ἄκρως ἐφάμαρτο συζυγικό της βάσανο. Εἶχαν διαφορετικό Πνευματικό ἐκείνη καί ὁ σύζυγός της. Ὁ δικός της Πνευματικός ἦταν πατερικός καί εὐσυνείδητος καί ὑπεδείκνυε τίς θεοχάρακτες γραμμές καί προϋποθέσεις τοῦ τίμιου γάμου. Ὁ Πνευματικός τοῦ συζύγου της ἦταν νεωτεριστής καί μεταπατερικός καί ἔλεγε στό σύζυγό της τό γνωστό καί βλάσφημο καί ἀμοραλιστικό λόγιο ὅτι "ὁ Θεός ἀφήνει ἐλεύθερες τίς κρεβατοκάμαρες καί δέν ἀσχολεῖται μέ τό τί κάνουν οἱ σύζυγοι κατά τήν σχέση, ἀλλά μέ τήν καρδιά…". Ὁ σύζυγος ἀπαιτοῦσε νά μεταβληθεῖ ἡ σύζυγός του σέ χοιρώδη καί λασπώδη κρεάτινη μάζα καί διαρκῶς τήν πίεζε νά ἐνδώσει, μέ εὐλογία τοῦ Πνευματικοῦ του, στήν παρά φύσιν θεομίσητη καί βδελυρή ἁμαρτία!!! Ἐκείνη ἀκολουθοῦσε τήν ὑπόδειξη τῆς φωνῆς τοῦ Θεοῦ μέσω τοῦ καλοῦ της Πνευματικοῦ καί οὐδέποτε διανοήθηκε νά προβεῖ σέ ἕνα τέτοιο παθογενές ἀνοσιούργημα..
Κάποτε ἀπελπισμένη κατέφυγε στήν Ἱερά Μονή Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου Σουρωτῆς καί συνάντησε τόν ἐκεῖ παρεπιδημοῦντα Γέροντα τῆς ἀδελφότητος Ὅσιο καί Θεοφόρο πατέρα Παΐσιο τόν Ἁγιορείτη. Τοῦ ἐκμυστηρεύθηκε τό πρόβλημά της καί ζήτησε τήν βοήθειά του. Ὁ Ὅσιος, κατά μαρτυρία τῆς γυναίκας, ἔγινε κατά τό κοινῶς λεγόμενο «ἡφαίστειο» ἀπό ἱερά ἀγανάκτηση. Ὑπέδειξε στή γυναίκα νά μήν ἐνδώσει οὔτε καί μέ ἀπειλή θανάτου στίς σιχαμερότερες καί θανασιμότερες ἁμαρτίες πού ἔχει νά παρουσιάσει ὀ ἐκπεσών ἄνθρωπος. Ἐξήγησε ὅτι μέσω αὐτῶν τῶν ἁμαρτιῶν ἐπεισέρχεται ὁ διάβολος στό γάμο καί φυγαδεύεται ὁ Παράκλητος. Γίνονται οἱ ἄνθρωποι ὑποκτηνώδη ὄντα, πού ἔπρεπε νἀ ἐντρέπονται τά φυσιολογικά κτήνη καί νά διδάσκονται ἀπ’ αὐτά. Ἐξήγησε ἀκόμη ὅτι εἶναι ἀναίρεση τοῦ σκοποῦ τοῦ γάμου πού διασώζει τό κατά φύσιν καί ἀναγάγει στό ὑπερ φύσιν, καί ὅτι οἱ βδελυρές καί πυρίκαυστες οὐρανόθεν στά Σόδομα αὐτές πράξεις εἶναι οἱ προσφιλέστερες στόν διάβολο, γιατί ὁδηγοῦν τόν κατ’ εἰκόνα καί ὁμοίωσιν Θεοῦ πλασθέντα ἄνθρωπο στήν κατακόρυφη πτωτική κατεύθυνση τοῦ διεστραμμένου δαίμονα καί ὄχι στήν ὑπερυψωθεῖσα θριαμβευτική θέση, πού ὑπέδειξε ἡ τεθεωμένη ἀνθρώπινη φύση πού προσέλαβε ὁ Χριστός, ἤτοι στά δεξιά τοῦ Πατρός… Ὀνόμασε τίς πράξεις αὐτές μάστιγα τῆς ἐποχῆς καί παθογένεια γιά τά διαζύγια, τήν ψυχική διάσπαση τῶν συζύγων, καί ἰδίως γιά τήν διαστροφή καί κατρακύλα τῶν σημερινῶν παιδιῶν, πού εἰσροφοῦν δαιμονική ἐνέργεια ἀπό τά κυριαρχικά δικαιώματα πού ἔχει ὁ διάβολος ἐπί τοῦ γενετικοῦ ὑλικοῦ ἀπό τό ὁποῖο προέρχονται καί ἀπό τίς χαίνουσες πνευματικές πληγές, πού ὐπάρχουν ἀθεράπευτες στίς ψυχές τῶν γονέων τους..
              Ἐκεῖνο πού ἔκανε ἰδιαίτερη ἐντύπωση στήν κυρία ἐκείνη, ἦταν ἡ ἐπιμονή τοῦ Ὁσίου Παϊσίου νά καταγγείλει τόν «Πνευματικό» τοῦ συζύγου της στόν Ἐπίσκοπο του γιά νά τόν καθαιρέσει. Τῆς εἶπε ἐπί λέξει: «Νά πᾶς νά τό πεῖς στό Δεσπότη γιά νά τόν ξυρίσει!!!».
Διαπιστώνουμε τήν ξεκάθαρη, σύμφωνη μέ ὅλους τούς Ἁγίους Πατέρες, θέση τοῦ Ἁγίου Παϊσίου, ἐνάντια στίς ὅποιες σαρκικές διαστροφές εἴτε ἐκτός, εἴτε ἐντός τοῦ γάμου. Αὐτές καθιστοῦν τό γάμο ἕναν «νομιμοφανή» σοδομισμό μέ καταστροφικές συνέπειες τόσο στούς συζύγους, πού ἄν δέν μετανοήσουν κολάζονται, ὄσο καί στά τέκνα τους. Διαπιστώνουμε ἐπίσης τήν ἁγιοπατερική στάση του ἀπέναντι ἐκείνων τῶν «Πνευματικῶν», τῶν χωρίς Ἅγιο Πνεῦμα, πού συμβουλεύουν ὀλέθρια τά πνευματικά τους τέκνα «χαϊδεύοντας» τά πάθη τους. Ὅπως μᾶς διδάσκει ἡ Ἁγιοπατερική Γραμματεία ὁ Πνευματικός ἔχει ἐξουσία νά συγχωρεῖ ἐκεῖνα πού συγχωροῦνται σύμφωνα μέ τόν νόμο τοῦ Θεοῦ καί ὄχι τά πάντα. Ἡ ἐθελοτυφλία καί ἡ ἄνομη κακή συγχώρηση αὐτῶν πού ἁμαρτάνουν ἀμετανόητα κολάζει τόσο τόν ἐξομολογούμενο  ὅσο καί τόν Πνευματικό του.
 Ὁ Κύριος νά μᾶς δίνει σύνεση καί νά μᾶς εὐλογεῖ ὅλους δι’ εὐχῶν τοῦ Ἁγίου Του, Ὁσίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου».

«ΤΟ ΑΓΧΟΣ καὶ ΟΙ ΝΟΘΕΥΜΕΝΕΣ ΤΡΟΦΕΣ ΦΕΡΝΟΥΝ ΑΡΡΩΣΤΙΕΣ» (γέρ. Παΐσιος Ἁγιορ.)


Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου

Λόγοι Α´- Μὲ πόνο καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο,

ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος»,
Σουρωτὴ Θεσ/νίκης 1998, σελ. 132-133

ΤΙ  ΚΑΤΟΡΘΩΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

 πολιτισμς καλς εναι, λλά, γι ν φελήση, πρέπει ν “πολιτισθ” κα  ψυχή. Ἀλλιῶς εἶναι καταστροφή. Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς εἶπε: “Ἀπὸ τοὺς γραμματισμένους θὰ ἔρθη τὸ κακὸ”. Παρ᾽ ὅλο ποὺ ἡ ἐπιστήμη ἔχει προχωρήσει τόσο πολὺ καὶ ἔκανε πρόοδο μεγάλη, ἐν τούτοις μὲ ὅ,τι κάνουν γιὰ νὰ βοηθήσουν τὸν κόσμο, χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουν, καταστρέφουν τὸν κόσμο. Ὁ Θεὸς ἄφησε τὸν ἄνθρωπο νὰ κάνη τοῦ κεφαλιοῦ του, ἀφοῦ δὲν Τὸν ἀκούει, καὶ ἔτσι τρώει τὸ κεφάλι του. Καταστρέφεται μόνος του ὁ ἄνθρωπος μὲ αὐτὰ ποὺ φτιάχνει.
.               Τί κατόρθωσαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ 20ου αἰῶνος μὲ τὸν πολιτισμό! Παλάβωσαν τὸν κόσμο, μόλυναν τὴν ἀτμόσφαιρα, τὰ πάντα. Ἡ ρόδα, ἂν ξεφύγη ἀπὸ τὸν ἄξονα, γυρίζει συνέχεια χωρὶς σκοπό. Ἔτσι καὶ οἱ ἄνθρωποι, ἅμα ξεφύγουν ἀπὸ τὴν ἁρμονία τοῦ Θεοῦ, βασανίζονται! Παλι πέφεραν ονθρωποι π τν πόλεμο, σήμερα ποφέρουν π τν πολιτισμό. Τότε ἔφευγαν ἀπὸ τὶς πόλεις στὰ χωριὰ ἐξ αἰτίας τοῦ πολέμου καὶ μὲ ἕνα χωραφάκι περνοῦσαν. Τώρα θὰ φύγουν ἀπὸ τὶς πόλεις ἐξ αἰτίας τοῦ πολιτισμοῦ, γιατί δὲν θὰ μποροῦν νὰ ζήσουν μέσα σ᾽ αὐτές. Τότε ὁ πόλεμος ἔφερνε θάνατο. Τώρα πολιτισμς φέρνει ρρώστια.

 – Γέροντα, γιατί πλήθυνε τόσο πολὺ ὁ καρκίνος;

– Τὸ Τσερνομπὶλ κ.λπ. τί ἔκαναν; Ἀπὸ ἐκεῖ εἶναι. Αὐτὰ κάνουν οἱ ἄνθρωποι… Τί σακατεμένος κόσμος ὑπάρχει! Σὲ ποιά ἐποχὴ ἦταν τόσοι ἄρρωστοι; Παλιὰ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἦταν ἔτσι. Τώρα, ὅποιο γράμμα ἀνοίξω, καρκίνο ἢ ψυχοπάθεια ἢ ἐγκεφαλικὸ ἢ διαλυμένες οἰκογένειες, αὐτὰ θὰ συναντήσω. Ἄλλοτε σπάνια ὑπῆρχε καρκίνος. Βλέπεις, ἦταν φυσικὴ ἡ ζωή. Ἄλλο θέμα τί ἐπέτρεπε ὁ Θεός. Ἔτρωγε κανεὶς φυσικὲς τροφὲς καὶ ἦταν ὑγιέστατος. Φροῦτα, κρεμμύδια, ντομάτες, ἦταν ὅλα καθαρά. Τώρα καὶ αὐτὲς οἱ φυσικὲς τροφὲς σακατεύουν τὸν ἄνθρωπο. Αὐτοὶ ποὺ τρῶνε ὅλο τέτοιες τροφὲς παθαίνουν μεγαλύτερη ζημιά, γιατί ὅλα ἔχουν μολυνθῆ. Ἂν ἦταν παλιὰ ἔτσι, ἐγὼ θὰ πέθαινα ἀπὸ νέος, γιατί σὰν καλόγερος ἔτρωγα ὅ,τι εἶχε ὁ κῆπος, πράσα, μαρούλια, κρεμμύδια, λάχανα, ὅλο τέτοια, καὶ ἤμουν μία χαρά. Τώρα ἔχουν λιπάσματα, ραντίσματα. Τί τρῶνε σήμερα οἱ ἄνθρωποι! Τ γχος, ο νοθευμένες τροφς ρρώστια φέρνουν.Ἀχρηστεύεται ὁ κόσμος, ὅταν χρησιμοποιῆ ἀδιάκριτα τὴν ἐπιστήμη.



20 χρόνια ἀπό τήν κοίμηση τοῦ βιογράφου τοῦ ὁσίου Παϊσίου Ἱερομ. Ἰσαάκ τοῦ Λιβανέζου Ἁγιορείτη Πνευματικοῦ


1937–16/7/1998, ν.η
Ὁ κατά κόσμον Φάρες Ἀττάλα γεννήθηκε στό Ναμπάυ τοῦ πολύπαθου Λιβάνου τό 1937. Νέος μόνασε στήν πατρίδα του. Στή συνέχεια ἦλθε γιά σπουδές στή Θεολογική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τήν περίοδο αὐτή γνωρίσθηκε καί συνδέθηκε πνευματικά μέ πατέρες τοῦ Ἁγίου Ὅρους καί κυρίως μέ τόν μακαριστό Γέροντα Παΐσιο (f 1994), τοῦ ὁποίου στάθηκε καλός βιογράφος.
Τό 1979 ἔλαβε τό μέγα καί ἀγγελικό σχῆμα καί ἀπό Φίλιππος ὀνομάσθηκε ‘Ἰσαάκ. Τό μοναχικό σχῆμα τοῦ τό ἔδωσε ὁ Γέροντας Παΐσιος. Διετέλεσε Πνευματικός τῶν μαθητῶν τῆς Ἀθωνιάδος Σχολῆς καί πολλῶν ἀνθρώπων. Ἄφησε ἀγαθό παράδειγμα ἀγωνιστού στήν εὐλογημένη συνοδεία τοῦ Σταυρονικητιανοῦ Κελλιοῦ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου στήν Κάτω Καψάλα.
Ἄνθρωπος εὐφυής, γλυκομίλητος, φιλόπονος, φιλότιμος, ψάλλοντας θαυμάσια μέ τήν ὡραία φωνή του. Ὑπῆρξε ἀγαθός παρηγορητής Ἑλλήνων καί Ἀράβων. Γιά τούς δεύτερους εἶχε ἀρχίσει μεταφράσεις πατερικῶν βιβλίων πρός....
πνευματική τροφοδοσία τους. Εὐλαβής, σεμνός καί μέ φόβο Θεοῦ. Ἀγάπησε τήν προσευχή, τήν ἄσκηση, τήν ἱεροσύνη, τόν μοναχισμό, τήν ἀρετή καί τήν ἐλεημοσύνη.
Ἔγραφε ὁ πάπα-Ἰσαάκ γιά τόν Γέροντα Παΐσιο στό ὡραῖο βιβλίο του. Βίος Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου: «Τούς Ἀσκητικούς Λόγους τοῦ ἀββᾶ Ἰσαάκ τούς εἶχε στό προσκέφαλό του καί τούς μελετοῦσε πάντοτε. Γιά μία περίοδο ἔξι ἐτῶν ἦταν ἡ μοναδική του πνευματική ἀνάγνωση. Ἔπαιρνε ἕνα στίχο καί ὅλη τήν ἡμέρα τόν ἐπανέφερε συχνά στόν νοῦ του. τόν μελετοῦσε βαθειά καί πρακτικά, “ὅπως τά ζῶα ἀναμηρυκάζουν τήν τροφή τους”, κατά τήν ἔκφρασή του. Μοίραζε εὐλογία ἕνα ἀπάνθισμα ἀπό τούς λόγους του, γιά νά παρακινήσει στή μελέτη τους. Πίστευε ὅτι “πολύ βοηθᾶ ἡ μελέτη στά Ἀσκητικά του ἀββᾶ Ἰσαάκ, διότι καί τό βαθύτερο νόημα τῆς ζωῆς δίνει νά καταλάβει κανείς καί κάθε εἴδους μικρό ἡ μεγάλο κόμπλεξ καί ἐάν ἔχει ὁ ἄνθρωπος πού πιστεύει στόν θεό, τόν βοηθάει γιά νά τό διώξει. Ἡ ὀλίγη μελέτη στόν ἀββᾶ Ἰσαάκ ἀλλοιώνει τήν ψυχή μέ τίς πολλές της βιταμίνες”.
Συνιστοῦσε καί στούς λαϊκούς νά τόν διαβάζουν, ἀλλά λίγο-λίγο, γιά νά τόν ἀφομοιώνουν. Ἔλεγε ὅτι τό βιβλίο τοῦ ἀββᾶ Ἰσαάκ ἀξίζει ὁλόκληρη πατερική βιβλιοθήκη. Ὄχι μόνο τόν μελετοῦσε ὁ Γέροντας, ἀλλά καί πολύ τόν εὐλαβεῖτο καί ἰδιαιτέρως τόν τιμοῦσε ὡς ἅγιο. Πάνω στή μικρή Ἁγία Τράπεζα τῆς “Παναγούδας” ἡ μία ἀπό τίς πέντε-ἔξι εἰκόνες πού εἶχε ἦταν τοῦ ὁσίου Ἰσαάκ. Ἀπό ἀγάπη καί εὐλάβεια πρός αὐτόν ἔδωσε τό ὄνομά του σέ κάποιον, ὅταν τόν ἔκανε μεγαλόσχημο…».
Σ’ ἕναν ἐπισκέπτη τοῦ Κελλιοῦ του, μέ πολλές ἐρωτήσεις, ἀπάντησε σχετικά: «Τό μόνο πού ἔχει νά ἐπιδείξει ἡ Ἑλλάδα στήν Εὐρώπη εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Φοβᾶμαι ὅμως, καί αὐτό τό λέω μέ πόνο καί θλίψη, ὅτι οἱ Ἕλληνες σήμερα δέν εἶναι σέ θέση νά ἀναλάβουν μία τέτοια ἀποστολή. Τό ὀρθόδοξο κύτταρο μέσα τούς ὑπολειτουργεῖ. Σκέφτομαι πόσο σέ παλιές ἐποχές ἡ θεολογία ἀποτελοῦσε ἀνάγκη βιοτική του λαοῦ καί πόσο σήμερα ἔχει ἀποξενωθεῖ ἀπό τά ἐνδιαφέροντά του».


Ἀναχώρησε γιά τήν οὐράνια πατρίδα ὅλων μας στίς 3.7.1998, μετά ἀπό μακρά καί πολυώδυνη ἀσθένεια, ἡ ὁποία τόν καταταλαιπώρησε καί τήν ὁποία ὑπέμεινε γενναία. Στό νοσοκομεῖο πού τόν ἐπισκεφθήκαμε μᾶς ὑποδέχθηκε καί ἀποχαιρέτησε μ’ ἕνα ὡραῖο χαμόγελο, «τελειωθεῖς ἐν ὀλίγω ἐπλήρωσε χρόνους μάκρους», κατά τό γραφικό λόγιο. Ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία τοῦ ἔγινε στό Κελλί τῆς Ἀναστάσεως. χοροστατοῦντος τοῦ φίλου του μητροπολίτου Ξάνθης Παντελεήμονος καί πλήθους ἱερομονάχων καί μοναχῶν, τήν ἑπομένη ἡμέρα. Ἀναπαύεται τώρα ἀπολαμβάνοντας τούς μισθούς τῶν καμάτων του, μέσα στό φῶς καί τή χάρη τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, τόν ὁποῖο ἀπό μικρός ἀγάπησε καί ἀκολούθησε μέ ὅλη τή θέρμη τῆς καρδιᾶς του.


Μετά τήν κοίμησή του. ἕνας Πνευματικός τόν εἶδε καί τόν ρώτησε: «Πῶς εἶσαι»; Τοῦ ἀπάντησε: «Καλά εἶμαι». Τόν ρώτησε ξανά: «Ὁ Γέροντας Φανούριος πῶς εἶναι»; «Καλά», τοῦ ἀπάντησε. Ὁ Γέροντας Ἠρωδίων, «Καλά». Τόν ρώτησε καί γιά κάποιον ἄλλο καί τοῦ εἶπε πώς δέν εἶναι καλά. Δέν τοῦ εἶπε τ ὄνομά του. Σέ ἕναν ἐπισκέπτη τοῦ ἔλεγε: «Παλιά μιλοῦσαν μέσα στά μπακάλικα καί τά καφενεῖα γιά ἀλήθειες δογματικές. Ἡ θεολογία ἔγινε ὑπόθεση πανεπιστημιακή κι ὄχι κατάσταση βιωματική. Τρέφεται ἀπό τή λογοκρατία, ἐνῶ θά ἔπρεπε νά ζοῦσε ἀπό τόν Λόγο. Τό μεγαλύτερο κακό γιά τόν σημερινό ἄνθρωπο εἶναι τ’ ὅτι μέσα στήν κοινωνία δέχεται τόσα πολλά ἐρεθίσματα. ὥστε τοῦ μένει ἐλάχιστος χρόνος γιά νά σκεφθεῖ τόν Θεό. Αὐτοί πού ἔχουν ἐπιδοθεῖ στήν προσπάθεια γιά τήν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν δέν ἔχουν οἱ ἴδιοι ἑνωθεῖ μέ τό Ἅγιον Πνεῦμα ἡ δέν ἐνίωσαν τήν ἀνάγκη νά ἑνωθοῦν μέ Αὐτό».

Πηγές-Βιβλιογραφία:


Μωυσέως Ἁγιορείτου μοναχοῦ, Ἱερομόναχος Ἰσαάκ (1937-1998). Πρωτάτον 71/1998, σ. 79. Ἰσαάκ ἱερομ., Βίος Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου. Ἅγιον Ὅρος 2004. Γέρων Π αἴσιος ὁ Ἁγιορείτης (1924-1994). Ὁ ἀσυρματιστής τοῦ στρατοῦ καί τοῦ Θεοῦ. Ἅγιον Ὅρος 2005.


Πηγή: Μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου, Μέγα Γεροντικό ἐναρέτων ἁγιορειτῶν τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος Τόμος Γ’ – 1956-1983, σέλ. 1457-1460, Ἐκδόσεις Μυγδονία, Ἅ΄ Ἔκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.
pemptousia.gr


Κυριακή, 8 Ιουλίου 2018

Ο άγιος Γέροντας Παΐσιος για τα φιλενωτικά κινήματα και την αποτείχιση (Μητροπολίτου Γόρτυνος Ἰερεμία)



Ἀποτελεῖ μεγάλη ἔκπτωση τοῦ Μητροπολίτη Γόρτυνος αὐτὸ τὸ κήρυγμα, ποὺ μάλιστα τὸ ἔστειλε καὶ στὰ ἱστολόγια γιὰ δημοσίευση. Μετὰ τὴν διαστρέβλωση τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου ἀπὸ τὸν μητροπολίτη Πειραιῶς (σ’ ἐκείνη τὴν στημένη Ἡμερίδα ποὺ διοργάνωσε στὸν Πειραιᾶ), ἔρχεται τώρα ὁ κ. Ἱερεμίας νὰ διαστρεβλώσει ἕνα κείμενο τοῦ Ἁγίου Παϊσίου.
Θὰ παραθέσουμε τὸ κείμενο, χωρὶς νὰ χρειάζεται νὰ κάνουμε ἀνάλυση τῆς διαστρέβλωσης τῶν λόγων τοῦ Ἁγίου Παϊσίου. Ἀρκεῖ νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι τότε, οὐδεμία σχεδὸν συζήτηση γινόταν ἐπισήμως στὴν Ἐκκλησία μας, περὶ ἀποτειχίσεως. Ὅσα ἔγραψε ὁ Ἅγιος Παΐσιος, τὰ ἔγραψε γιὰ τὶς Παλαιοημερολογίτικες Παρατάξεις.
Ἂς θυμηθεῖ ὁ Γόρτυνος ἐκείνους τοὺς Ἁγίους, ποὺ στὴν δεσποτικὴ ἐναντίον τῆς Ἀποτειχίσεως παραζάλη τὰ ξέχασε. Οἱ Ἅγιοι Μ. Ἀθανάσιος, Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος, Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, Θεόδωρος Στουδίτης, Γρηγόριος Παλαμᾶς, Μᾶρκος Εὐγενικὸς καὶ ὅσοι ἄλλοι, ὅταν δίδασκαν καὶ ἔκαναν ἀποτείχιση, δὲν ἦσαν ἐκτὸς Ἐκκλησίας.

Γράφει ὁ κ. Ἱερεμίας:
«Ἐπειδή εἶναι ἕνα ὡραῖο ὁμολογιακό κείμενο, μεταξύ τῶν δύο ἄκρων, τῶν φιλοενωτικῶν ἀπό τήν μιά μεριά, καί τῶν ἀποτειχιστῶν ἀπό τήν ἄλλη (αὐτῶν δηλαδή πού λέγουν νά παύσουμε ἀκαίρως τό μνημόσυνο τοῦ Πατριάρχου), δέν θά ἤθελα νά τό στερηθεῖ τό ποίμνιο πού διακονῶ».
                               (ερεμίας Γόρτυνος).


         ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
  ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ-ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΣ

Δημητσάνα - Μεγαλόπολις, Κυριακή 25 Ἰανουαρίου 2015
ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ
1. Σήμερα, ἀδελφοί μου χριστιανοί, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τήν μνήμη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Ὁ πατέρας αὐτός εἶναι ὁ ἄριστος θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας μετά τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη. Πραγματικός θεολόγος, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο, δέν εἶναι ἐκεῖνος πού ἔχει ἁπλᾶ διαβάσει μερικά ἤ καί πολλά θεολογικά συγγράμματα, ἀλλά εἶναι ἐκεῖνος πού μέ τήν προσευχή, τήν τήρηση τῶν προσταγμάτων τοῦ Θεοῦ καί τόν ὅλο του ἀσκητικό ἀγώνα, ἀναζητᾶ συνεχῶς τόν Θεό καί πετυχαίνει τήν θεοπτία. Τήν θεοπτία ὁ ἅγιος Γρηγόριος τήν ὀνομάζει «θεωρία». Καί λέγει: «Πρᾶξις ἐπίβασις θεωρίας»! Μέ τήν «πράξη», δηλαδή μέ τήν ἄσκηση, θά πετύχουμε τήν «θεωρία», τήν θεοπτία, τήν θέα καί τήν βαθύτερη ἀπόλαυση τοῦ Θεοῦ. –Ἀλλά ἐνθυμοῦμαι, ἀγαπητοί μου, ὅτι σᾶς ἔχω ὁμιλήσει ἄλλοτε γιά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν θεολόγο.
 Καί μάλιστα θυμᾶμαι ὅτι στήν ὁμιλία μου ἐκείνη σᾶς εἶπα ποιά εἶναι, κατά τόν ἅγιο, τά «ὀπίσθια τοῦ Θεοῦ», πού εἶδε ὁ Μωυσῆς. Εἶναι αὐτό πού θά γινόταν στά «πίσω», στά μετέπειτα ἀπό τόν Μωυσῆ χρόνια. Καί αὐτό εἶναι τά «Χριστούγεννα», ἡ σάρκωση δηλαδή τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία προφητικῶς εἶδε ὁ Μωυσῆς. Ἀλλά κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν θεολόγο, πού ἑορτάζουμε σήμερα, καί κατά ἄλλους πατέρες, «ὀπίσθια τοῦ Θεοῦ», εἶναι οἱ θεῖες ἐνέργειες, μέ τίς ὁποῖες μποροῦμε νά νοήσουμε τόν Θεό. Τό «πρόσωπο» τοῦ Θεοῦ, τήν οὐσία Του δηλαδή, δέν μποροῦμε καθόλου νά τήν νοήσουμε. Ἀλλά γνωρίζουμε τόν Θεό καί δέν ἔχουμε παντελῆ ἄγνοιά Του. Πῶς τόν γνωρίζουμε; Τόν γνωρίζουμε διά τῶν θείων Του ἀκτίστων ἐνεργειῶν. Στό Θεό ὑπάρχει τό «ἄληπτον», δηλαδή τό ἀκατάληπτο καί αὐτό εἶναι ἡ Θεία Οὐσία. Ἀλλά ὑπάρχει καί τό «ληπτόν», δηλαδή τό καταληπτό, καί αὐτό εἶναι οἱ θεῖες ἐνέργειες, «ἵνα τῷ ληπτῷ μέν ἕλκῃ, τῷ δέ ἀλήπτῳ θαυμάζηται», λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ θεολόγος, πού ἑορτάζουμε σήμερα.
2. Στό σημερινό μου ὅμως κήρυγμα, ἀδελφοί χριστιανοί, θά ἤθελα νά μᾶς μιλήσει γιά λίγο ὁ ἅγιος Γέροντας Παΐσιος ὁ ἁγιορείτης, τοῦ ὁποίου τώρα τελευταῖα εἴχαμε τήν ἐπίσημη ἁγιοποίησή του. Ὁ πατήρ Παΐσιος, σάν ἅγιος στήν ζωή του, ἦταν σέ ὅλα του «σωστός». Μέ αὐτό πού λέγω ἐννοῶ τό ἑξῆς: Εἶναι μερικοί, πού κάνουν τόν ἀγωνιστή καί τόν ὁμολογητή τῆς ὀρθόδοξης πίστης, ἀλλά αὐτό πρέπει νά συνοδεύεται καί μέ τήν ὀρθόδοξη πνευματικότητά τους μέ προσευχή, μέ ταπείνωση, μέ ἀγάπη,  μέ ἀσκητικότητα, καί ἀκόμη οἱ ἀγωνιστές τῆς πίστης πρέπει νά ἔχουν θεολογική γνώση, διαφορετικά δέν εὐλογοῦνται οἱ ἀγῶνες τους, γιατί δέν εὐαρεστοῦν τόν Θεό μέ ἐνάρετη ζωή. Εἶναι ὅμως πάλι ἄλλοι, πού ἀγαποῦν τήν προσευχή καί τήν ἄσκηση, κάνουν ἱερές ἀκολουθίες, ἀλλά δέν φαίνεται νά ἔχουν θερμότητα γιά τήν Ὀρθόδοξη πίστη, γιατί δέν τήν ὑπερασπίζονται ὅταν προσβάλλεται καί δέν ἀνησυχοῦν γιά τά προδοτικά κινήματα πού γίνονται εἰς βάρος της. Καί ὅμως, ἀγαπητοί μου, ἡ πίστη μας εἶναι ἡ βάση γιά τήν ἁγιότητά μας καί οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἔδωσαν δυνατούς ἀγῶνες γιά τήν ὑπεράσπιση τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων.
Ὁ ἅγιος Γέροντας πατήρ Παΐσιος, λοιπόν, ἦταν, λέγω, «σωστός», γιατί ὅλη του τήν ζωή τήν πέρασε μέ προσευχή καί ἀσκητικά παλαίσματα, ἀλλά ἦταν καί ὁμολογητής καί ἀγωνιστής τῆς πίστεώς μας, ὅταν τό καλοῦσαν οἱ περιστάσεις. Ἔτσι, ὅταν ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἔκανε τά προδοτικά του κινήματα πρός τήν Δύση γιά συναντήσεις μέ τόν Πάπα, ἀποβλέποντας στήν ἕνωση μαζί του, ὁ πατήρ Παΐσιος ἐξέφρασε τήν ἀνησυχία του ζωηρά, ὅπως τό βλέπουμε σέ μία του ἐπιστολή* στόν μακαριστό πατέρα Χαράλαμπο Βασιλόπουλο, τόν γεννήτορα καί πνευματικό πατέρα τῆς ἐφημερίδος «Ὀρθόδοξος Τύπος». Τήν ἐπιστολή αὐτή ὡς προερχομένη ἀπό ἅγιο ἀσκητή τήν θεωροῦμε ὡς πατερικό κείμενο. Ἐπειδή εἶναι ἕνα ὡραῖο ὁμολογιακό κείμενο, μεταξύ τῶν δύο ἄκρων, τῶν φιλοενωτικῶν ἀπό τήν μιά μεριά, καί τῶν ἀποτειχιστῶν ἀπό τήν ἄλλη (αὐτῶν δηλαδή πού λέγουν νά παύσουμε ἀκαίρως τό μνημόσυνο τοῦ Πατριάρχου), δέν θά ἤθελα νά τό στερηθεῖ τό ποίμνιο πού διακονῶ. Γι᾽ αὐτό καί δημοσιεύω ὡς Κυριακάτικο Κήρυγμα τήν ἐπιστολή αὐτή τοῦ ἁγίου Γέροντος πρός τόν μακαριστό, ἅγιο πάλι Γέροντα, πατέρα Χαράλαμπο Βασιλόπουλο: 

Ἐπειδή βλέπω τόν μεγάλον σάλον πού γίνεται εἰς τήν Ἐκκλησίαν μας, ἐξ αἰτίας τῶν διαφόρων φιλενωτικῶν κινήσεων καί τῶν ἐπαφῶν τοῦ Πατριάρχου μετά τοῦ Πάπα, ἐπόνεσα  καί ἐγώ σάν τέκνον Της καί ἐθεώρησα καλόν, ἐκτός ἀπό τίς προσευχές μου, νά στείλω καί ἕνα μικρό κομματάκι κλωστή (πού ἔχω σάν φτωχός μοναχός), διά νά χρησιμοποιηθῇ καί αὐτό, ἔστω καί γιά μία βελονιά, διά τό πολυκομματιασμένο φόρεμα τῆς Μητέρας μας. Πιστεύω ὅτι θά κάμετε ἀγάπην καί θά τό χρησιμοποιήσετε διά μέσου τοῦ θρησκευτικοῦ σας φύλλου. Σᾶς εὐχαριστῶ.
Θά ἤθελα νά ζητήσω συγγνώμην ἐν πρώτοις ἀπ᾽ ὅλους, πού τολμῶ νά γράψω κάτι, ἐνῶ δέν εἶμαι οὔτε ἅγιος, οὔτε θεολόγος. Φαντάζομαι ὅτι θά μέ καταλάβουν ὅλοι, ὅτι τά γραφόμενά μου δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἕνας βαθύς μου πόνος διά τήν γραμμήν καί κοσμικήν ἀγάπην, δυστυχῶς, τοῦ πατέρα μας κ. Ἀθηναγόρα. Ὅπως φαίνεται, ἀγάπησε μίαν ἄλλην γυναίκα μοντέρνα, πού λέγεται Παπική Ἐκκλησία, διότι ἡ Ὀρθόδοξος Μητέρα μας δέν τοῦ κάμνει καμμίαν ἐντύπωσι, ἐπειδή εἶναι πολύ σεμνή. Αὐτή ἡ ἀγάπη, πού ἀκούσθηκε ἀπό τήν Πόλι, βρῆκε ἀπήχησι σέ πολλά παιδιά του, πού τήν ζοῦν εἰς τάς πόλεις. Ἄλλωστε αὐτό εἶναι καί τό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς μας: ἡ οἰκογένεια νά χάσῃ τό ἱερό νόημά της ἀπό τέτοιου εἴδους ἀγάπες, πού ὡς σκοπόν ἔχουν τήν διάλυσιν καί ὄχι τήν ἕνωσιν.
Μέ μιά τέτοια περίπου κοσμική ἀγάπη καί ὁ Πατριάρχης μας φθάνει στή Ρώμη. Ἐνῶ θά ἔπρεπε νά δείξῃ ἀγάπη πρῶτα σέ μᾶς τά παιδιά του καί στή Μητέρα μας Ἐκκλησία, αὐτός, δυστυχῶς, ἔστειλε τήν ἀγάπη του πολύ μακριά. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν νά ἀναπαύσῃ μέν ὅλα τά κοσμικά παιδιά, πού ἀγαποῦν τόν κόσμον καί ἔχουν τήν κοσμικήν αὐτήν ἀγάπην, νά κατασκανδαλίσῃ ὅμως ὅλους ἐμᾶς, τά τέκνα τῆς Ὀρθοδοξίας, μικρά καί μεγάλα, πού ἔχουν φόβο Θεοῦ.
Μετά λύπης μου, ἀπό ὅσους φιλενωτικούς ἔχω γνωρίσει, δέν εἶδα νά ἔχουν οὔτε ψίχα πνευματική οὔτε φλοιό. Ξέρουν, ὅμως, νά ὁμιλοῦν γιά ἀγάπη καί ἑνότητα, ἐνῶ οἱ ἴδιοι δέν εἶναι ἑνωμένοι μέ τόν Θεόν, διότι δέν Τόν ἔχουν ἀγαπήσει.
Θά ἤθελα νά παρακαλέσω θερμά ὅλους τούς φιλενωτικούς ἀδελφούς μας: Ἐπειδή τό θέμα τῆς ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν εἶναι κάτι τό πνευματικόν καί ἀνάγκην ἔχουμε πνευματικῆς ἀγάπης, ἄς τό ἀφήσουμε σέ αὐτούς πού ἀγαπήσανε πολύ τόν Θεόν καί εἶναι θεολόγοι, σάν τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας –καί ὄχι νομολόγοι–  πού προσφέρανε καί προσφέρουν ὁλόκληρο τόν ἑαυτό τους εἰς τήν διακονίαν τῆς Ἐκκλησίας (ἀντί μεγάλης λαμπάδας), τούς ὁποίους ἄναψε τό πῦρ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί ὄχι ὁ ἀναπτήρας τοῦ νεωκόρου. Ἄς γνωρίζωμεν ὅτι δέν ὑπάρχουν μόνον φυσικοί νόμοι, ἀλλά καί πνευματικοί. Ἑπομένως, ἡ μέλλουσα ὀργή τοῦ Θεοῦ δέν μπορεῖ νά ἀντιμετωπισθῇ μέ συνεταιρισμόν ἁμαρτωλῶν (διότι διπλῆν ὀργήν θά λάβωμεν), ἀλλά μέ μετάνοιαν καί τήρησιν τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου.
Ἐπίσης, ἄς γνωρίσωμεν καλά ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας δέν ἔχει καμμίαν ἔλλειψιν. Ἡ μόνη ἔλλειψις, πού παρουσιάζεται, εἶναι ἡ ἔλλειψις σοβαρῶν Ἱεραρχῶν καί Ποιμένων μέ πατερικές ἀρχές. Εἶναι ὀλίγοι οἱ ἐκλεκτοί. Ὅμως, δέν εἶναι ἀνησυχητικόν. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καί Αὐτός τήν κυβερνάει. Δέν εἶναι Ναός, πού χτίζεται μέ πέτρες, ἄμμο καί ἀσβέστη ἀπό εὐσεβεῖς καί καταστρέφεται μέ φωτιά βαρβάρων, ἀλλά εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. «Καί ὁ πεσῶν ἐπί τόν λίθον τοῦτον συνθλασθήσεται, ἐφ᾽ ὅν δ᾽ ἄν πέσῃ, λικμήσει αὐτόν» (Ματθ. 21,44). Ὁ Κύριος, ὅταν θά πρέπῃ, θά παρουσιάσῃ τούς Μάρκους τούς Εὐγενικούς καί τούς Γρηγόριους Παλαμάδες, διά νά συγκεντρώσουν ὅλα τά κατασκανδαλισμένα ἀδέλφια μας, διά νά ὁμολογήσουν τήν Ὀρθόδοξον Πίστιν, νά στερεώσουν τήν Παράδοσιν καί νά δώσουν χαράν μεγάλην εἰς τήν Μητέρα μας.
Εἰς τούς καιρούς μας βλέπομεν ὅτι πολλά πιστά τέκνα τῆς Ἐκκλησίας μας, μοναχοί καί λαϊκοί, ἔχουν δυστυχῶς, ἀποσχισθῇ ἀπό αὐτήν, ἐξ αἰτίας τῶν φιλενωτικῶν. Ἔχω τήν γνώμην ὅτι δέν εἶναι καθόλου καλόν νά ἀποχωριζώμεθα ἀπό τήν Ἐκκλησίαν κάθε φορά πού θά πταίῃ ὁ Πατριάρχης. Ἀλλά ἀπό μέσα, κοντά στήν Μητέρα Ἐκκλησία ἔχει καθῆκον καί ὑποχρέωσι ὁ καθένας ν᾽ ἀγωνίζεται μέ τόν τρόπον του. Τό νά διακόψῃ τό μνημόσυνον τοῦ Πατριάρχου, νά ἀποσχισθῇ καί νά δημιουργήσῃ ἰδικήν του Ἐκκλησίαν καί νά ἐξακολουθῇ νά ὁμιλῇ ὑβρίζοντας τόν Πατριάρχη, αὐτό, νομίζω, εἶναι παράλογον.
Ἐάν διά τήν α ἤ τήν β λοξοδρόμησι τῶν κατά καιρούς Πατριαρχῶν χωριζώμεθα καί κάνωμε δικές μας Ἐκκλησίες – Θεός φυλάξει! – θά ξεπεράσωμε καί τούς Προτεστάντες ἀκόμη. Εὔκολα χωρίζει κανείς καί δύσκολα ἐπιστρέφει. Δυστυχῶς, ἔχουμε πολλές «ἐκκλησίες» στήν ἐποχή μας. Δημιουργήθηκαν εἴτε ἀπό μεγάλες ὁμάδες ἤ καί ἀπό ἕνα ἄτομο ἀκόμη. Ἐπειδή συνέβη στό καλύβι των (ὁμιλῶ διά τά ἐν Ἁγίῳ Ὄρει συμβαίνοντα) νά ὑπάρχῃ καί ναός, ἐνόμισαν ὅτι μποροῦν νά κάνουν δική τους ἀνεξάρτητη Ἐκκλησία. Ἐάν οἱ φιλενωτικοί δίνουν τό πρῶτο πλῆγμα στήν Ἐκκλησία, αὐτοί, οἱ ἀνωτέρω, δίνουν τό δεύτερο. Ἄς εὐχηθοῦμε νά δώσῃ ὁ Θεός τόν φωτισμόν Του σέ ὅλους μας καί εἰς τόν Πατριάρχην μας κ. Ἀθηναγόραν, διά νά γίνῃ πρῶτον ἡ ἕνωσις αὐτῶν τῶν «ἐκκλησιῶν», νά πραγματοποιηθῇ ἡ γαλήνη ἀνάμεσα στό σκανδαλισμένο ὀρθόδοξο πλήρωμα, ἡ εἰρήνη καί ἡ ἀγάπη μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν καί κατόπιν ἄς γίνῃ σκέψις διά τήν ἕνωσιν μετά τῶν ἄλλων «Ὁμολογιῶν», ἐάν καί ἐφ᾽ ὅσον εἰλικρινῶς ἐπιθυμοῦν νά ἀσπασθοῦν τό Ὀρθόδοξον Δόγμα.
Θά ἤθελα ἀκόμη νά εἰπῶ ὅτι ὑπάρχει καί μία τρίτη μερίδα μέσα εἰς τήν Ἐκκλησίαν μας. Εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ἀδελφοί, πού παραμένουν πιστά τέκνα Αὐτῆς, δέν ἔχουν ὅμως συμφωνίαν πνευματικήν ἀναμεταξύ τους. Ἀσχολοῦνται μέ τήν κριτικήν ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου καί ὄχι διά τό γενικώτερον καλόν τοῦ ἀγῶνος. Παρακολουθεῖ δέ ὁ ἕνας τόν ἄλλον (περισσότερον ἀπό τόν ἑαυτό του) εἰς τό τί θά εἰπῇ ἤ τί θά γράψῃ, διά νά τόν κτυπήσῃ κατόπιν ἀλύπητα. Ἐνῶ ὁ ἴδιος ἄν ἔλεγε ἤ ἔγραφε τό ἴδιο πράγμα, θά τό ὑπεστήριζε καί μέ πολλές μάλιστα μαρτυρίες τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Πατέρων. Τό κακό πού γίνεται εἶναι μεγάλο, διότι ἀφ᾽ ἑνός μέν ἀδικεῖ τόν πλησίον του, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ καί τόν γκρεμίζει μπροστά στά μάτια τῶν ἄλλων πιστῶν. Πολλές φορές σπέρνει καί τήν ἀπιστία στίς ψυχές τῶν ἀδυνάτων, διότι τούς σκανδαλίζει. Δυστυχῶς, μερικοί ἀπό ἐμᾶς ἔχουμε παράλογες ἀπαιτήσεις ἀπό τούς ἄλλους. Θέλουμε οἱ ἄλλοι νά ἔχουν τόν ἴδιο μέ ἐμᾶς πνευματικόν χαρακτήρα. Ὅταν κάποιος ἄλλος δέν συμφωνῇ μέ τόν χαρακτῆρα μας, δηλαδή εἶναι ὀλίγον ἐπιεικής ἤ ὀλίγον ὀξύς, ἀμέσως βγάζουμε τό συμπέρασμα ὅτι δέν εἶναι πνευματικός ἄνθρωπος. Ὅλοι χρειάζονται εἰς τήν Ἐκκλησίαν. Ὅλοι οἱ Πατέρες προσέφεραν τάς ὑπηρεσίας των εἰς Αὐτήν. Καί οἱ ἥπιοι χαρακτῆρες καί οἱ αὐστηροί. Ὅπως διά τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπαραίτητα καί τά γλυκά καί τά ξυνά καί τά πικρά ἀκόμη ραδίκια (τό καθένα ἔχει τίς δικές του οὐσίες καί βιταμίνες), ἔτσι καί διά τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλοι εἶναι ἀπαραίτητοι. Ὁ ἕνας συμπληρώνει τόν πνευματικό χαρακτῆρα τοῦ ἄλλου καί ὅλοι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νά ἀνεχώμεθα ὄχι μόνον τόν πνευματικό του χαρακτῆρα, ἀλλά ἀκόμη καί τίς ἀδυναμίες, πού ἔχει σάν ἄνθρωπος.
Καί πάλιν ἔρχομαι νά ζητήσω εἰλικρινῶς συγγνώμην ἀπό ὅλους, διότι ἐτόλμησα νά γράψω. Ἐγώ εἶμαι ἕνας ἁπλός μοναχός καί τό ἔργον μου εἶναι νά προσπαθῶ, ὅσο μπορῶ, νά ἀπεκδύωμαι τόν παλαιόν ἄνθρωπον καί νά βοηθῶ τούς ἄλλους καί τήν Ἐκκλησίαν, μέσω τοῦ Θεοῦ διά τῆς προσευχῆς. Ἀλλ᾽ ἐπειδή ἔφθασαν μέχρι τό ἐρημητήριό μου θλιβερές ειδήσεις διά τήν Ἁγίαν Ὀρθοδοξίαν μας, ἐπόνεσα πολύ καί ἐθεώρησα καλό νά γράψω αὐτά πού ἔνοιωθα.
Ἄς εὐχηθοῦμε ὅλοι νά δώσῃ ὁ Θεός τήν χάριν Του καί ὁ καθένας μας ἄς βοηθήσῃ μέ τόν τρόπον του διά τήν δόξαν τῆς Ἐκκλησίας μας.
Μέ πολύν σεβασμόν πρός ὅλους Παΐσιος μοναχός
Ἄς ἔχουμε τήν εὐχή τοῦ  ἁγίου Γέροντος καί ἄς ἀκολουθοῦμε τίς ἅγιες νουθεσίες του γιά νά εὐαρεστήσουμε τόν Κύριόν μας Ἰησοῦ Χριστό καί νά σωθεῖ ἡ ψυχή μας.

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

Ο θαυμαστός βίος ενός άγνωστου Πατριάρχη: Αγώνας για την προφύλαξη του ποιμνίου από τους αιρετικούς. --Εγκύκλιος κατά των Σιμωνιακών!






Ὁ ἅγιος Γεννάδιος
Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
   
«Πολλοὶ τὸν πλοῦτον ἐμίσησαν, τὴν δὲ δόξαν οὐδείς» λένε κι ἐπαναλαμβάνουν συνήθως οἱ ἄνθρωποι, σὰν θέλουν νὰ τονίσουν τὴν τεράστια δύναμη ποὺ τὰ κοσμικὰ μεγαλεῖα καὶ ἡ ἀγάπη τῆς δόξας ἔχουν πάνω στὴν ἀνθρώπινη καρδιά. Καὶ ὅμως ὁ Ἅγιος Γεννάδιος, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἀγάπησε μὲ τὴν ψυχή του, ξεπέρασε τὸ μεγάλο καὶ ἀχόρταστο τοῦτο πάθος καὶ νίκησε. Μιὰ γρήγορη ματιὰ στοὺς πιὸ σημαντικοὺς σταθμοὺς τῆς ζωῆς του θὰ μᾶς τὸ ἀποδείξει. Ἀλλὰ καὶ μία προσεκτικὴ μελέτη τούτων θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ἐκτιμήσουμε περισσότερο τὸ ψυχικὸ μεγαλεῖο του.
    Ποιὰ ἦταν ἡ ἰδιαίτερη πατρίδα τοῦ Ἁγίου δὲν γνωρίζουμε οὔτε καὶ ποιὰ ἡ καταγωγή του. Ἐκεῖνο, ποὺ γνωρίζουμε εἶναι, πὼς αὐτὸς ἤκμασε στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορα Λέοντος Α’ τοῦ γνωστοῦ καὶ μὲ τὸ ἐπώνυμο τοῦ Μακέλλη (457 – 474 μ.Χ.). Ἐπίσης ὅτι ἦταν σύγχρονος τῶν μεγάλων ἀσκητῶν Δανιὴλ τοῦ Στυλίτη, ποὺ ἔζησε τριάντα τρία χρόνια πάνω σ’ ἕναν στυλό, καὶ τοῦ Ἀνδρέα τοῦ διὰ Χριστὸν Σαλοῦ. Ὁ σεμνὸς ἐγκωμιαστής του, ὁ γλυκύτατος τῆς Κύπρου Ἅγιος, ὁ μακάριος Νεόφυτος ἀναφέρει πὼς ὁ «γενναῖος Γεννάδιος ἣν πρεσβύτερος τῆς μεγάλης Ἐκκλησίας». Καὶ ἀκόμη πὼς στὴν ἕδρα τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, τὴν ξακουστὴ Πόλη ὅπου ζοῦσε ἀπὸ νωρὶς διακρίθηκε γιὰ τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ τὴ σεμνότητα τοῦ βίου του, μὰ καὶ τὴ μεγάλη του ἐξυπνάδα καὶ ἀρετή. Τὸ παράδειγμα τῆς ζωῆς τῶν ἁγίων πατέρων καὶ ὁσίων της Ἐκκλησίας μας ποὺ παρακολουθοῦσε καὶ μὲ προσοχὴ μελετοῦσε, πολὺ τὸν συγκινοῦσε καὶ μὲ πόθο βαθὺ ἀγωνιζόταν νὰ τὸ μιμηθεῖ. Ἡ ψυχή του φλεγόταν ἀπὸ τὴν ἱερὴ ἐπιθυμία νὰ ἀφιερωθεῖ καὶ αὐτὸς στὸν Θεὸ καὶ νὰ βαδίσει τὸν δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἠθικὴ τελειότητα. Τὸ εὐαγγελικὸ «ἔσεσθε οὒν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειος ἐστίν» (Ματθ. ε’ 48), δηλαδὴ ἀγωνισθεῖτε νὰ γίνετε τέλειοι, ὅπως τέλειος εἶναι κι ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος, κυκλοφοροῦσε διαρκῶς καὶ ἔντονα στὴν σκέψη του. Καὶ τὸν συγκινοῦσε. Καὶ τὸν γοήτευε. Καὶ τὸν παρορμοῦσε νὰ εἶναι προσεκτικὸς καὶ ν’ ἀγωνίζεται σκληρά, γιὰ νὰ προχωρεῖ κάθε μέρα καὶ πιὸ πετυχημένα στὴν καλλιέργεια τοῦ χαρακτήρα του. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν κόπων καὶ τῶν προσπαθειῶν του παρουσιαζόταν κάθε τόσο καὶ πιὸ πλούσιο σ’ εὐλογίες. Ἡ προκοπή του στὴν ἄσκηση μεγάλωνε σταθερὰ καὶ ἡ ἀρετή του σὰν πολύεδρο διαμάντι σκορποῦσε γύρω καὶ παντοῦ τὴν λάμψη καὶ τὴν μαρτυρία μίας λαμπρῆς καὶ ζηλευτῆς πολιτείας. Μίας πολιτείας τόσο ὑπέροχης, ὥστε ὁ χρονογράφος Εὐφραίμιος νὰ τὸν χαρακτηρίζει «τύπον εὐσέβειας καὶ παντὸς κάλου».
    Αὐτὴ ἡ λάμψη τῆς ἀρετῆς του ποὺ ἀκτινοβολοῦσε τὸν ὑπέροχο χαρακτήρα του καὶ τὴν ἐξαίρετη ἀνθρωπιά του, ἔγινε αἰτία, (ὥστε Βασιλιὰς καὶ Σύγκλητος καὶ κλῆρος καὶ λαὸς σ’ αὐτὸν νὰ στραφοῦν μόλις πέθανε ὁ τότε Πατριάρχης Ἀνατολίας, καὶ αὐτὸν νὰ ὑποδείξουν καὶ νὰ
καλέσουν ὡς τὸν μόνο κατάλληλο, γιὰ ν’ ἀναλάβει στὰ στιβαρὰ χέρια του τὸ πηδάλιο τῆς χειμαζόμενης Ἐκκλησίας. Καὶ δικαιώθηκαν.
    Στὴν ἅγια μορφὴ τοῦ ἱεροῦ Γενναδίου ὁ πιστὸς λαὸς τῆς Βασιλεύουσας βρῆκε τὸν ἄξιο καὶ στοργικὸ ποιμένα του. Γιὰ δέκα τρία χρόνια καὶ δυὸ μῆνες (458 – 471) ὁ συνετὸς καὶ φλογερὸς Ἱεράρχης ἀνέλαβε καὶ διεξήγαγε ἕνα σταθερὸ καὶ ἀσταμάτητο ἀγώνα γιὰ τὴν πνευματικὴ ἄνοδο τοῦ ποιμνίου του, τὴν φύλαξή του ἀπὸ τὶς αἱρέσεις καὶ τὴν προσήλωσή του στὴν ὀρθὴ πίστη τῶν Πατέρων. Στὸ πρόσωπό του εἶδαν καὶ βρῆκαν ὅλοι τὸν ἀκούραστο καὶ ἄγρυπνο πατέρα, ποὺ ἤξερε νὰ ἀναλίσκεται σὰν λαμπάδα γιὰ νὰ φωτίζει μὲ τὸ παράδειγμά του, νὰ θερμαίνει μὲ τὴν ἀγάπη του καὶ νὰ γλυκαίνει μὲ τὰ λόγια καὶ τὶς περιποιήσεις του τὸν πόνο τοῦ λαοῦ του.
    Τὸ χριστιανικὸ καὶ βιβλικὸ κήρυγμά του ἀπευθυνόταν πρὸς ὅλους. Καὶ ἦταν ἄλλοτε εἰρηνικὸ καὶ γαλήνιο κι ἄλλοτε ἐλεγκτικό: Εἰρηνικὸ καὶ γαλήνιο πρὸς τὸν πιστὸ καὶ ἀφοσιωμένο λαό, ποὺ μὲ δίψα ἔτρεχε ν’ ἀκούσει καὶ νὰ ὠφεληθεῖ ἀπὸ τὰ λόγια οἰκοδομῆς καὶ παρηγοριᾶς, ποὺ τοῦ πρόσφερε ὁ φιλόστοργος πατέρας. Ἐλεγκτικὸ καὶ αὐστηρὸ σ’ ἐκείνους ποὺ παρανομοῦσαν, ὁποιοιδήποτε καὶ ἂν ἦταν αὐτοί, καὶ ζητοῦσαν νὰ κατασκανδαλίσουν τὸν ἀθῶο καὶ πονεμένο λαό.
    Ἡ μέριμνα καὶ ἡ φροντίδα του γιὰ τὸ ποίμνιό του τὸν συνεῖχε μέρα καὶ νύχτα. Ἡ διακήρυξη τοῦ θείου Παύλου «τὶς ἀσθενεῖ καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τὶς σκανδαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι» (Β’ Κοριν. ια’ 29), ἦταν καὶ δική του. Πολλὲς φορὲς ὁ ὕπνος ἀρνιόταν νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ καὶ νὰ κλείσει τὰ βλέφαρά του, σὰν θυμόταν πὼς μερικὰ ἀπὸ τὰ πνευματικὰ παιδιά του δὲν εἶχαν τὸ ἀνάλογο φόρεμα τῆς πίστεως καὶ τῆς χριστιανικῆς ἐλπίδος καὶ ἀγάπης. Ἢ σὰν ἄκουε πὼς κάποιος αἱρετικὸς εἶχε γλιστρήσει ἀνάμεσα στοὺς χριστιανούς του καὶ ἀπειλοῦσε νὰ τοὺς παρασύρει καὶ τοὺς ἀποκόψει ἀπὸ τὴν μάνδρα τῆς Ὀρθοδοξίας. Γνώριζε ὁ ἄγρυπνος καὶ πολύπειρος ἱεράρχης, πὼς ὁ χρόνος ποὺ πέρασε εἶχε σκορπίσει πολλὰ ξένα σώματα στὸ καθαρὸ καὶ ἄδολο χρυσάφι τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ. Οἱ αἱρετικοὶ μὲ πεῖσμα καὶ φανατισμό, μὰ καὶ ἔντεχνα εἶχαν κατορθώσει ἀπὸ καιρὸ νὰ σπείρουν τὰ ζιζάνια τῆς πλάνης τους στὸν ἀγρὸ τῆς «μίας, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας». Ὅμως ὁ φρόνιμος καὶ φιλόπονος οἰκονόμος τῶν Μυστηρίων τοῦ θεοῦ, ποὺ εἶχε βαθιὰ ἐπίγνωση τῆς ἀποστολῆς καὶ τῶν ὑποχρεώσεών του ἔναντι τῶν ψυχῶν τοῦ ποιμνίου του, ἀκούραστος πάντα καὶ μὲ ζῆλο ἀποστολικὸ δίδασκε κάθε μέρα καὶ νουθετοῦσε τὸν λαό του στὴν ὀρθὴ πίστη. Ὡς δόκιμος καὶ καλὸς γεωργὸς φρόντιζε νὰ περιποιεῖται καὶ νὰ κρατᾶ τὸ «γεώργιόν» του μακριὰ ἀπὸ τὶς ἐπιβουλὲς τῶν κακῶν γεωργῶν, ποὺ σὰν λύκοι μὲ ἔνδυμα προβάτου ἐρχόντουσαν νὰ σκορπίσουν τὰ ζιζάνια τῶν αἱρέσεών τους στὸν ὀρθόδοξο χριστιανικὸ ἀγρό.
     Τέτοιοι κακοὶ γεωργοὶ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ὑπῆρξαν μαζὶ μὲ ἄλλους οἱ ὀπαδοὶ τῆς παλαιᾶς αἱρέσεως τοῦ μονοφυσιτισμοῦ καὶ οἱ σιμωνιακοί. Ἡ λέξη προῆλθε ἀπὸ κάποιο Σίμωνα μάγο. Αὐτός, ὅπως μᾶς ἀναφέρουν αἱ Πράξεις (η’ 14 – 24), σὰν εἶδε ἐκεῖ στὴν Σαμάρεια ὅπου ζοῦσε τοὺς Ἀποστόλους Πέτρο καὶ Ἰωάννη νὰ μεταδίδουν μὲ τὴν ἐπίθεση τῶν χειρῶν τους ἐπάνω στοὺς νεοβαπτισθέντας χριστιανοὺς τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πλησίασε καὶ πρόσφερε χρήματα πολλὰ στοὺς Ἀποστόλους, γιὰ νὰ δώσουν καὶ σ’ αὐτὸν τοῦτο τὸ χάρισμα. Στὴν πρότασή του, ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἀπήντησε μὲ καυστικὴ δριμύτητα καὶ τὸν ἔδιωξε. Ἀπὸ τότε ὅσοι ζητοῦν μὲ χρήματα ν’ ἀγοράσουν τὴν δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, καλοῦνται «σιμωνιακοί» καὶ ἡ πράξη τους «σιμωνία». Οἱ πρῶτοι μὲ τρόπο ὕπουλο ἀγωνίζονταν νὰ νοθεύσουν τὸ ὀρθὸ δόγμα. Οἱ δεύτεροι, γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουν τὸ ἀχόρταγο πάθος τῆς φιλαργυρίας τους, πωλοῦσαν καὶ ἀγόραζαν τὸ ἀτίμητο ἀξίωμα τῆς ἱεροσύνης μὲ χρήματα. Γιὰ τοὺς πρώτους, ὁ καλὸς ποιμένας ἀνέλαβε συνεχὲς κήρυγμά των, γιὰ νὰ διαφωτίσει τὸ ποίμνιό του γιὰ τὴν ὀρθὴ θέση τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στὴν αἵρεση αὐτή. Γιὰ τοὺς δεύτερους κυκλοφόρησε τὴν γνωστὴ θεόσοφο Συνοδικὴ ἐγκύκλιο ἐπιστολή του μὲ τὴν ὁποία καταδικάζει τὴν πράξη καὶ ἀπαγορεύει στοὺς ἐπισκόπους νὰ χειροτονοῦν κατόπιν πληρωμὴς ἀναξίους ἐργάτες γιὰ τὸν ἀγρὸ τοῦ Κυρίου.
     Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ εἶναι στ’ ἀλήθεια ὑπέροχη, μὰ καὶ πολὺ αὐστηρή. Σ’ αὐτὴν μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρονται καὶ τοῦτα. «Ἡμεῖς ἐν τούτῃ τῇ νέᾳ Ρώμῃ καὶ βασιλίδι μετὰ τῆς ἐνδημούσης ἡμῖν ἁγίας συνόδου ὁρίζομεν..., ὥστε δίχα πάσης ἐπινοίας καὶ προφάσεως καὶ σοφίσματος τὴν ἀσεβῆ ταύτην νόσον καὶ βδελυρὰν (ἐννοεῖ τὴν σιμωνία), παντελῶς ἐκκοπῆναι τῶν ἁγιωτάτων ἐκκλησιῶν τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀκαπηλεύτου καὶ καθαρὸς τῆς τοῦ χειροτονοῦντος χειρὸς γινομένης, ἄνωθεν καὶ ἡ καθαρά του Ἁγίου Πνεύματος Χάρις ἐπιφοιτώσα ἐκπληροὶ τὸν χειροτονούμενον, καὶ μὴ συστέλλεσθαι μᾶλλον ὡς ἤδη διὰ χρημάτων τῆς χειρὸς μολυνθείσης δεῖ γὰρ τοὺς χειροτονοῦντας ὑπηρέτας εἶναι τοῦ Πνεύματος καὶ μὴ πράτας τοῦ Πνεύματος καὶ χάριν εἶναι τὴν χάριν καὶ μηδαμῶς μεσιτεύειν ἀργύριον. Διὸ ἔστω τοὶ νῦν καὶ ἔστω ἀποκήρυκτος (ἀφορισμένος) καὶ πάσης ἱερατικῆς ἀξίας ἀλλότριος καὶ τὴν κατάρα τοῦ ἀναθέματος ὑποκείμενος ὁ τεκτώμενος καὶ ὁ διδοὺς αὐτὴν (τὴν ἱερατικὴ ἐξουσία) διὰ χρημάτων»... Λόγια φοβερά. Ἀλλὰ καὶ λόγια ἀξιοπρόσεκτα. Ὑπηρέτες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι οἱ ἐπίσκοποι ποὺ τελοῦν τὶς χειροτονίες. Ὑπηρέτες καὶ ὄχι ἔμποροι...
    Μεγάλη ὑπόθεση τὸ μυστήριό της ἱεροσύνης. Πολὺ μεγάλη. Ὅπως λέγει καὶ κάποιος σύγχρονος θεολόγος, ξεχωριστὸς δάσκαλος τοῦ θείου λόγου καὶ δόκιμος χειριστὴς τοῦ καλάμου. «Ἡ ἱεροσύνη δὲν εἶναι ἀξίωμα, ποὺ προμηθεύει ματαίαν δόξαν δὲν εἶναι θέσις ποὺ ἐξασφαλίζει προσόδους δὲν εἶναι ἐπάγγελμα βιοτικόν, ἀλλὰ κλῆσις τοῦ Χριστοῦ εἰς τὴν ὁποίαν καλεῖ τοὺς ἀγαπώντας Αὐτόν. Εἶναι παρακαταθήκη ἱερά, τὴν ὁποίαν ἐμπιστεύεται εἰς ἐκείνους, ποὺ ἀναλαμβάνουν τὸ βαρὺ καὶ κοπιῶδες αὐτὸ ἔργον εἰς ἔνδειξιν τῆς πρὸς Αὐτὸν ἀγάπης». Καὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ἄρχοντες, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος, «εἶναι οἱ δοῦλοι οἱ διωρισμένοι ἀπὸ τὸν Χριστόν, καὶ καθιερωμένοι, διὰ νὰ κυβερνοῦν τὴν Ἐκκλησία. Νὰ τὴν κυβερνοῦν ὄχι ὡς ἀπόλυτοι δεσπόται, ἀλλὰ ὡς οἰκονόμοι, ὡς ὑπερούσιοι καὶ ἐξηρτημένοι ἐκ τοῦ Χριστοῦ ὄχι ὡς κύριοι, ἀλλὰ ὡς ὁδηγοὶ ὄχι διὰ νὰ χαράξουν νέους δρόμους εἴτε εἰς τὴν διδασκαλίαν, εἴτε εἰς τὴν διαγωγὴν καὶ ζωὴν τῶν πιστῶν, ἀλλὰ διὰ νὰ τοὺς καθοδηγήσουν εἰς τὸν ἕνα καὶ μοναδικὸν δρόμον ποὺ ἐχάραξεν ὁ Χριστός». Τὸν δρόμο ποὺ θὰ τοὺς ἐξασφαλίσει τὴν σωτηρία.
     Ἔτσι εἶδαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τὴν ἱεροσύνη. Ἔτσι τὴν εἶδε καὶ ὁ εὐλαβὴς ἱεράρχης. Κλήση Χριστοῦ. Διακονία χάριν τοῦ λαοῦ. Διακονία μέχρι Θυσίας. Θυσίας ὄχι μόνον κόπων καὶ ὑλικῶν ἀγαθῶν, ἀλλὰ θυσίας καὶ αὐτῆς τῆς ζωῆς τους γιὰ τὸ καλὸ τῶν χριστιανῶν.
    Γιὰ τὸν πνευματικὸ ἐφοδιασμὸ τῶν χριστιανῶν ὁ ἀφοσιωμένος στὸ καθῆκον ἱεράρχης ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀξιόλογη συγγραφική του παραγωγὴ φρόντισε καὶ ἱδρύθηκε τοῦτο τὸν καιρὸ (463) στὴν Πόλη ἡ ξακουστὴ ἀργότερα Μονὴ τοῦ Στουδίου καὶ ὁ πάνσεπτος ναὸς τῆς Θεοτόκου, ὁ γνωστός μας μὲ τ’ ὄνομα Ναὸς τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Γιὰ τοῦτο τὸν ναὸ οἱ δύο πατρίκιοι Γάλβιος καὶ Κάνδιδος ἔφεραν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἐναπέθεσαν σ’ αὐτὸν τὴν ἱερὴ ἐσθήτα τῆς Θεομήτορος. Ἔτσι ὁ εὐσεβὴς λαὸς τῆς Βασιλίδος τῶν πόλεων μὲ τὴ βοήθεια καὶ τὸν ζῆλο τοῦ στοργικοῦ ποιμένα του ἐξασφάλιζε δύο ἀκόμη πολύτιμα μέσα πνευματικῆς καλλιέργειας καὶ ψυχικῆς ἀνατάσεως καὶ οἰκοδομῆς.
   Ἡ ὑποχρεωτικὴ ὅμως ἀπὸ τὴ γόνιμη ἀρχιερατεία του προβολή, ἐντελῶς ξένη πρὸς τὴν ἰδιοσυγκρασία του καὶ τὸν αὐστηρὸ τρόπο ἀσκήσεως μὲ τὸν ὁποῖο ἤθελε νὰ ζεῖ ὁ καλὸς ποιμήν, τὸν ὁδήγησαν στὴν ἡρωικὴ ἀπόφαση νὰ ἀνταλλάξει κάποτε τὴν αἴγλη καὶ τὰ μεγαλεῖα τοῦ προκαθημένου τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ ἐπισκόπου τοῦ πρώτου θρόνου τῆς Οἰκουμένης μὲ τὴν ἁπλὴ καὶ ἀθόρυβη ζωὴ τοῦ μονάχου. Ἔτσι, ἀφοῦ κατὰ παραχώρηση Θεοῦ προαισθάνθηκε τὸ τέλος του, ἔσπευσε νὰ χειροτονήσει καὶ ν’ ἀφήσει γιὰ διάδοχό του στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τὸν πρεσβύτερο Ἀκάκιο, ἄνθρωπο ἀναγνωρισμένης ἱκανότητος καὶ ἀρετῆς καὶ νὰ ἀποσυρθεῖ. Φόρεσε τὸν δερμάτινο σάκο τοῦ ἀσκητῆ, ἔβαλε κατάσαρκα στὸ κορμί του σίδερα καὶ ἀναχώρησε νύχτα ἀπ’ τὴν Πόλη. Μὲ συνοδὸ ἕναν εὐλαβὴ μοναχό, τὸν Νεῖλο, τράβηξε γιὰ τοὺς Ἁγίους Τόπους. Ἐκεῖ ἀφοῦ εἶδε καὶ προσκύνησε τὸν φρικτὸ Γολγοθᾶ καὶ τὸν Ζωοδόχο Τάφο προχώρησε γιὰ τὴν Κύπρο. Ἔφτασε στὴν Πάφο καὶ χωρὶς καμιὰ χρονοτριβὴ ἀφῆκε ἐκεῖ τὸν συνοδό του Νεῖλο καὶ αὐτὸς μόνος ξεκίνησε γιὰ τὸ ὄρος, ὅπου παλιὰ εἶχε στήσει τὴν ἀσκητική του παλαίστρα ὁ γίγας τῆς μοναστικῆς ζωῆς, Ἰλαρίων ὁ Μέγας.
    Ἡ ἀπόσταση ἀπ’ τὴν πόλη ἦταν μεγάλη. Κουρασμένος ὁ σεβάσμιος γέροντας ἀπ’ τὰ χρόνια περπατοῦσε σιγά. Ἔτσι πρὶν νὰ φτάσει, ἄρχισε νὰ νυκτώνει καὶ νὰ πέφτει χιονόνερο. Γιὰ νὰ φυλαχθεῖ ἀπ’ τὴν θύελλα, τάχυνε τὸ βῆμά του πρὸς τὸ χωριὸ Κισσόπτερα, ποὺ εἶναι κοντὰ καὶ ζήτησε καταφύγιο σ’ ἕνα σπίτι στὸ ὁποῖο κατοικοῦσε μία χήρα μὲ τὰ δυὸ παιδιά της. Κτύπησε τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ πολλὲς φορές. Φώναξε, παρακάλεσε, μὰ κανένας δὲν τοῦ ἄνοιξε. Ἀλήθεια! Τὸ ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι δύσκολο νὰ τὸ συμπεράνουμε. Ἀπὸ τὸ δυνατὸ κρύο ὁ Ἅγιος πάγωσε καὶ τὴ νύχτα ἐκείνη παρέδωκε τὸ πνεῦμα. Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ τὸν βρῆκαν οἱ χωριανοὶ νεκρό. Τὴν ἄπονη δὲ χήρα καὶ τὰ παιδιά της μισοπεθαμένους καὶ ξεπαγιασμένους.
    Ἕνας ἀπὸ τὸ χωριὸ μετέφερε στὸν ἐπίσκοπο τῆς Πάφου τὸ μήνυμα. Καὶ ὁ Ἐπίσκοπος Ὑπερόριος ἔστειλε ἕναν ἱερέα καὶ ἕναν λαϊκὸ μαζί, γιὰ νὰ κανονίσουν τὰ τῆς ταφῆς τοῦ μοναχοῦ. Αὐτὴ τὴν ἐντύπωση ἔδινε ὁ νεκρὸς ἱεράρχης. Ὁ λαϊκὸς ποὺ ἔφτασε πρῶτος ἀνήγγειλε στοὺς ἐκεῖ παρευρισκομένους, τὸν ἐρχομὸ τοῦ ἱερέα τὸν ὁποῖο καὶ περίμεναν. Ὁ ἱερέας ὅμως, ὅταν ἔφτασε ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό, ὅπου βρισκόταν ἡ βρύση τοῦ νεροῦ, ἀναγκάστηκε νὰ σταματήσει καὶ φοβισμένος νὰ γυρίσει πίσω, γιατί ἀντὶ τῆς βρύσης ἔβλεπε μπροστά του ἕνα μεγάλο καὶ ἀπέραντο ποταμό. Σὲ λίγο ἄλλος ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸ χωριὸ ἔτρεξε πρὸς τὸν ἐπίσκοπο καὶ τοῦ ἀνέφερε, πὼς ὁ ἱερέας δὲν εἶχε πάει καὶ τοῦ ζήτησε νὰ ἐνδιαφερθεῖ γιὰ τὴν κηδεία τοῦ μοναχοῦ. Τὴν στιγμὴ ἐκείνη προσῆλθε καὶ ὁ ἱερέας ποὺ εἶχε σταλεῖ καὶ ἐξήγησε πὼς ὁ λόγος ποὺ δὲν πῆγε στὸ χωριὸ ἦταν ἡ ὕπαρξη ἐνὸς πολὺ μεγάλου ποταμοῦ, ποὺ βρισκόταν μπροστὰ στὸ χωριό. Τὰ λόγια αὐτὰ κίνησαν τὴν περιέργεια τοῦ Ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ κάλεσε ὅλους τοὺς ἱερεῖς τῆς πόλεως ξεκίνησε μ’ αὐτοὺς καὶ μὲ πλήθη λαοῦ πρὸς τὸ χωριό. Πραγματικά, ὅταν ἔφτασαν κοντὰ στὴ βρύση τοῦ νεροῦ, εἶδαν μὲ μεγάλη ἔκπληξή τους ἀντὶ τῆς βρύσης ὄχι μόνο τὸν τεράστιο ποταμό, ἀλλὰ καὶ σκοτάδι πάνω ἀπ’ τὸ νερό. Ὁ Ἐπίσκοπος κατάλαβε, πὼς ὁ νεκρὸς γιὰ τὸν ὁποῖο τοῦ μίλησαν δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι ἕνας κοινὸς μοναχός, ἀλλὰ κάποιος μεγάλος Ἅγιος καὶ ὅτι αὐτοὶ ἀπὸ ἀναξιότητα δὲν μποροῦσαν νὰ πλησιάσουν. Ὕστερα ἀπὸ ἐκτενὴ καὶ κατανυκτικὴ παράκληση ὁ ποταμὸς ἐξαφανίστηκε, τὸ σκοτάδι διαλύθηκε καὶ φάνηκε ἡ βρύση τοῦ νεροῦ. Αὐτὴν ὁ ἐπίσκοπος ὀνόμασε Ὅμορον Ὕδωρ (δηλ. κοντινὸ νερό) τὸ γνωστὸ σήμερα μὲ τ’ ὄνομα Μωρὸν Νερόν.
    Μετὰ τὴν ἐξαφάνιση τοῦ ποταμοῦ ὁ ἐπίσκοπος μὲ τοὺς ἱερεῖς καὶ τὸν λαὸ προχώρησε πρὸς τὸ μέρος ποὺ βρισκόταν ὁ νεκρός. Σὰν ἔφτασε προσκύνησε μὲ εὐλάβεια τὸ δερμοφόρο καὶ σιδηροφόρο σκήνωμα καὶ διέταξε νὰ φέρουν καὶ νὰ βάλουν κοντὰ σ’ αὐτὸ τὴν ἀκίνητη καὶ μισοπαγωμένη χήρα μὲ τὰ παιδιά της. Τότε ὁ εὐλαβὴς ἐπίσκοπος Ὑπερόριος γονάτισε μπροστὰ στὸ λείψανο καὶ προσευχήθηκε. Ἀπὸ μέρους τῆς γυναίκας ζήτησε ἀπ’ τὸν ξένο μοναχὸ νὰ τὴν συγχωρήσει καὶ νὰ τῆς χαρίσει πάλι τὴν ὑγεία της.
    Τὸ θαῦμα ἔγινε. Ἡ μισοπεθαμένη γυναίκα καὶ τὰ παιδιά της ζωντάνεψαν στὴ στιγμή. Κινήθηκαν, σηκώθηκαν, περπάτησαν. Μικροὶ καὶ μεγάλοι ξέσπασαν σὲ φωνὲς καὶ μὲ δάκρυα χαρὰς δόξασαν τὸν Πανάγαθο Θεὸ καὶ τὸν ἄγνωστο Ἅγιό του. Σὲ λίγο πλήθη λαοῦ ἀπ’ τὴν πόλη καὶ τὰ γειτονικὰ μέρη ποὺ ἄκουσαν τὰ γενόμενα, ἄρχισαν νὰ καταφθάνουν στὸ μικρὸ χωριό, γιὰ νὰ ἰδοῦν καὶ νὰ προσκυνήσουν τὸν θαυματουργὸ μοναχό. Ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς ποὺ ἦρθαν ἦταν καὶ ὁ συνοδὸς τοῦ Ἁγίου, ὁ Νεῖλος. Σκηνὴ πολὺ συγκινητικὴ διαδραματίστηκε τὴν ὥρα ποὺ αὐτὸς ἀντίκρισε τὸν νεκρὸ ἱεράρχη. Ἔπεσε πάνω στὸ ἅγιο λείψανο καὶ μὲ κλάματα καὶ φωνὲς θρηνοῦσε τὸν κύριό του. Ἔτσι ἀποκαλοῦσε τὸν νεκρό. Ὁ ἐπίσκοπος Ὑπερόριος κάλεσε ἰδιαίτερα τὸν Νεῖλο καὶ ζήτησε ἀπ’ αὐτὸν νὰ τοῦ πεῖ τὴν ταυτότητα τοῦ νεκροῦ. Ὁ μοναχὸς Νεῖλος ἀρνιόταν στὴν ἀρχή. Ὕστερα ὅμως τοῦ φανέρωσε τὸ μυστήριο:
   – Δέσποτά μου, τοῦ εἶπε, ὁ μοναχὸς αὐτός, ὁ ξένος καὶ ταπεινός, εἶναι ὁ Γεννάδιος, ὁ ἄλλοτε ἀρχιεπίσκοπος τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
   Στὸ ἄκουσμα τοῦ ὀνόματος ὁ ἐπίσκοπος Ὑπερόριος σηκώθηκε καὶ βαθιὰ συγκινημένος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ἑτοιμάσουν γιὰ τὸν νεκρὸ τὸ ἀνάλογο φέρετρο. Ὕστερα, ἀφοῦ τοποθέτησαν ἐκεῖ τὸ ἅγιο λείψανο, μὲ ὕμνους καὶ θυμιάματα, τὸ σήκωσαν καὶ μὲ λαμπάδες καὶ ἄλλην ἱερὴ δορυφορία τὸ μετέφεραν γιὰ νὰ τὸ θάψουν στὴν ἐπισκοπή. Μόλις οἱ ἄνθρωποι ποὺ κρατοῦσαν τὸ φέρετρο προχώρησαν καὶ ἔφτασαν ἐκεῖ ποὺ κτίσθηκε ἀργότερα ὁ ὁμώνυμος ναός, ἔνοιωσαν μεγάλη κούραση καὶ ἀπέθεσαν τὸ φέρετρο γιὰ νὰ ξεκουραστοῦν λίγο. Ὅταν ὕστερα δοκίμασαν νὰ τὸ σηκώσουν πάλι καὶ νὰ προχωρήσουν, στάθηκε ἀδύνατο. Τὸ φέρετρο δὲν μετακινεῖτο. Νόμιζε κανεὶς πὼς εἶχε ριζώσει στὴ γῆ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τοὺς ἔκαμε νὰ καταλάβουν, πὼς ὁ Ἅγιος ἤθελε στὸν τόπο ἐκεῖνο νὰ ταφεῖ. Αὐτὸ καὶ ἔγινε. Ἐκεῖ τὸν ἔθαψαν καὶ ἐκεῖ ἀργότερα ἡ εὐλάβεια τῶν πιστῶν ἔκτισε ἕνα ναὸ στὴ μνήμη του.
     Στὴν κηδεία τοῦ Ὁσίου πολλοὶ ἄρρωστοι ἔγιναν καλά. Καὶ γιὰ πολλοὺς ἄλλους ὁ τάφος του στάθηκε πηγὴ ἰαμάτων. Εἰδικὰ ὁ Ἅγιος ἔλαβε τὴν χάρη ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ θεραπεύει ὅσους ὑποφέρουν ἀπὸ κρυολογήματα καὶ ἀπὸ τὸν βήχα, ἐπειδὴ καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὸ πολὺ κρύο ἀπέθανε.
    Ἂν καὶ ὁ Βηχιανὸς ἀναφέρεται μεταξὺ τῶν τοπικῶν ἁγίων τοῦ νησιοῦ μας, μερικοὶ φρονοῦν ὅτι τὸ ὄνομα τοῦτο εἶναι μᾶλλον ἐπίθετο τοῦ Ἁγίου Γενναδίου καὶ ὅτι ὁ Ἅγιος Βηχιανὸς καὶ ὁ Ἅγιος Γεννάδιος εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπο. Ὁ Ἅγιος Βηχιανὸς καὶ Βησσιανὸς ἔχει ὡς κέντρο σεβασμοῦ τὸ μικρὸ χωριὸ Ἀνάγια, ποὺ βρίσκεται 10 περίπου μίλια ΝΔ τῆς Λευκωσίας καὶ τὴν Κισσοῦσα τῆς ἐπαρχίας Λεμεσοῦ. Τοιχογραφίες τοῦ Ἁγίου βρίσκουμε σὲ ἐκκλησίες τῆς Γαλάτας, τοῦ Ἰδαλίου, Καλοπαναγιώτη κλπ. Φορητὲς εἰκόνες στὰ Ἀνάγια, σὲ ναοὺς τῆς Λευκωσίας (Ἁγ. Σάββα, Τρυπιώτη), τῆς Λάρνακος καὶ ἀλλαχοῦ.
   Αὐτὴ μὲ ἁδρὲς γραμμὲς ὑπῆρξε ἡ ζωὴ καὶ ἡ δράση τοῦ μεγάλου τούτου τέκνου τῆς Ἐκκλησίας μας. Ζωὴ ἀγωνιστική. Μὰ καὶ ζωὴ ταπεινοφροσύνης καὶ θυσίας.
   Ταῖς τοῦ Ἁγίου Γενναδίου πρεσβείαις Χριστέ, ὁ Θεὸς ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν. 
   
Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

  ρετῶν ταῖς ἰδέαις κατακοσμούμενος, τῆς Ἐκκλησίας ἐδείχθης Ἀρχιεράρχης σοφός, καὶ ποιμὴν ἀληθινός, πάτερ Γεννάδιε, ὡς θεράπων τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὁσίων κοινωνός, ἐν πάσῃ δικαιοσύνη. Καὶ νῦν δυσώπει ἀπαύστως, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.