Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

Γέροντας Παΐσιος: Ο εξαγνισμός της καρδιάς.


Γέρων Παΐσιος
– Γέροντα, ο Χριστός χωράει σε όλες τις καρδιές;
– O Χριστός χωράει, οι άνθρωποι δεν Τον χωράνε, γιατί δεν προσπαθούν να διορθωθούν.
Για να χωρέσει ο Χριστός μέσα μας, πρέπει να καθαρίσει η καρδιά. «Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί, ο Θεός…» (Ψαλμ. Ν” [50]12)
– Γέροντα, γιατί τα άγρια ζώα δεν πειράζουν τους Αγίους;
– Αφού ημερεύουν οι άνθρωποι, ημερεύουν και τα άγρια ζώα και αναγνωρίζουν ότι ο άνθρωπος είναι αφεντικό τους. Στον Παράδεισο, πριν από την πτώση, τα άγρια θηρία έγλειφαν τους Πρωτοπλάστους με ευλάβεια, αλλά μετά την πτώση πήγαιναν να τους ξεσκίσουν.
Όταν ένας άνθρωπος επανέρχεται στην προπτωτική κατάσταση, τα ζώα τον αναγνωρίζουν πάλι για αφεντικό.
Σήμερα όμως βλέπεις ανθρώπους που είναι χειρότεροι από τα άγρια θηρία, χειρότεροι από τα φίδια.
Εκμεταλλεύονται απροστάτευτα παιδιά, τους παίρνουν τα χρήματα και, όταν έρχονται σε δύσκολη θέση, τα ενοχοποιούν, καλούν την αστυνομία, τα πηγαίνουν και στο ψυχιατρείο.
Γι” αυτό τον 147ο Ψαλμό που διάβαζε ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης, για να ημερέψουν τα άγρια ζώα και να μην κάνουν κακό στους ανθρώπους, τον διαβάζω, για να ημερέψουν οι άνθρωποι και να μην κάνουν κακό στους συνανθρώπους τους και στα ζώα.
– Πώς επανέρχεται, Γέροντα, ο άνθρωπος στην προπτωτική κατάσταση;
– Πρέπει να εξαγνισθεί η καρδιά.
Να απόκτησει την ψυχική αγνότητα, δηλαδή ειλικρίνεια, τιμιότητα, ανιδιοτέλεια, ταπείνωση, καλοσύνη, ανεξικακία, θυσία. Έτσι συγγενεύει ο άνθρωπος με τον Θεό και αναπαύεται μέσα του η Θεία Χάρις.
Όταν κάποιος έχει την σωματική αγνότητα, άλλα δεν έχει την ψυχική αγνότητα, δεν αναπαύεται ο Θεός σ’ αυτόν, γιατί υπάρχει μέσα του πονηρία, υπερηφάνεια, κακία κ.λπ.
Τότε η ζωή του είναι μια κοροϊδία.
Από “δώ να ξεκινήσετε τον αγώνα σας: Να προσπαθήσετε να αποκτήσετε την ψυχική αγνότητα.
– Γέροντα, μια κακή συνήθεια μπορεί να κοπεί αμέσως;
– Κατ” αρχάς πρέπει να καταλάβει ο άνθρωπος ότι αυτή η συνήθεια τον βλάπτει και να θελήσει να αγωνισθεί, για να την κόψει. Χρειάζεται να έχει κανείς πολλή θέληση, για να μπορέσει να την κόψει αμέσως. Όπως λ.χ. το σχοινί κάνει σιγά-σιγά μια μικρή αυλακιά στο χείλος του πηγαδιού και δεν γλιστρά πια, έτσι και κάθε συνήθεια λίγο-λίγο χαράζει μια αυλακιά στην καρδιά και δύσκολα βγαίνει από αυτήν. Γι” αυτό πρέπει πολύ να προσέξει κανείς, να μην αποκτήσει κακές συνήθειες, γιατί μετά χρειάζεται πολλή ταπείνωση και πολλή θέληση, για να μπορέσει να τις αποβάλει.
Έλεγε ο παπα-Τύχων: Καλή συνήθεια, παιδί μου, αρετή· κακή συνήθεια, πάθη.
Πάντως διαπίστωσα ότι, όταν ο άνθρωπος, ενώ αγωνίζεται, συνεχίζει να σφάλλει και δεν αλλάζει, αιτία είναι ο εγωισμός, η φιλαυτία και η ιδιοτέλεια. Λείπει η ταπείνωση και η αγάπη, και έτσι εμποδίζεται η Θεία επέμβαση. Δεν βοηθάει ο ίδιος ο άνθρωπος τον Θεό, για να τον βοηθήσει.
Αν π.χ. τον βοηθήσει ο Θεός να ξεπεράσει ένα πάθος του, θα το πάρει επάνω του, θα υπερηφανευθεί, γιατί θα νομίζει ότι μόνος του το ξεπέρασε, χωρίς την βοήθεια του Θεού.
Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι Γ’: Πνευματικός αγώνας, έκδ. Ι. Ησυχ. «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης: 2001, σ. 113-115.

Τα πρωτεία να δοθούν στην ομορφιά της ψυχής.


Γέρων Παΐσιος ο Αγιορείτης
Η ψυχή που συγκινείται από τις ομορφιές του υλικού κόσμου φανερώνει ότι ζη μέσα της ο μάταιος κόσμος, γι’ αυτό έλκεται από την πλάση και όχι από τον Πλάστη, από τον πηλό και όχι από τον Θεό. Δεν έχει σημασία αν ο πηλός αυτός είναι καθαρός και δεν έχη λάσπη αμαρτίας. Η καρδιά, όταν έλκεται από κοσμικές ομορφιές, οι οποίες δεν είναι αμαρτωλές, αλλά δεν παύουν να είναι μάταιες, νιώθει κοσμική χαρά της ώρας, η οποία δεν έχει θεϊκή παρηγοριά, φτερούγισμα εσωτερικό με αγαλλίαση πνευματική. Όταν όμως ο άνθρωπος αγαπάη την πνευματική ωραιότητα, τότε γεμίζει και ομορφαίνει η ψυχή του.
Αν γνώριζε ο άνθρωπος, και ιδίως ο μοναχός, την εσωτερική ασχήμια του, δεν θα επεδίωκε εξωτερικές ομορφιές. Μέσα η ψυχή έχει τόσους λεκέδες, τόσες μουντζούρες, και θα κοιτάξουμε λ.χ. τα ρούχα μας; Πλένουμε τα ρούχα μας, τα σιδερώνουμε κιόλας και είμαστε καθαροί, και μέσα είμαστε… μην τα ρωτάς! Γι’ αυτό, αν λάβη υπ’ όψιν του κανείς τι πνευματική ακαθαρσία έχει μέσα του, δεν θα καθήση τόσο σχολαστικά να βγάλη και τον παραμικρό λεκέ από τα ρούχα του, γιατί αυτά είναι χίλιες φορές καθαρώτερα από την ψυχή του. Αλλά, αν δεν έχη υπ’ όψιν του ο άνθρωπος την πνευματική σαβούρα που έχει μέσα του, ε, τότε κοιτάζει να βγάλη σχολαστικά και τον παραμικρό λεκέ. Αυτό που χρειάζεται, είναι να στρέψη όλη την φροντίδα του στην πνευματική καθαρότητα, στην εσωτερική ομορφιά και όχι στην εξωτερική. Τα πρωτεία να δοθούν στην ομορφιά της ψυχής, στην πνευματική ομορφιά και όχι στις μάταιες ομορφιές, γιατί και ο Κύριος μας είπε: “Όσο αξίζει μια ψυχή, δεν αξίζει ο κόσμος όλος” (3).
(3) Βλ. Ματθ. 16, 26
(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Α’ – ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ)

Αντιμετώπιση περιπτώσεων απελπισίας.


Ήρθε  κάποιος  νεαρός  αναστατωμένος  καί  μου  είπε: Γέροντα,  δέν  πρόκειται  νά διορθωθώ. Μου είπε ό πνευματικός μου: «αυτά είναι καί κληρονομικά…». Τόν είχε πιάσει απελπισία.  Έγώ,  όταν  μου  πή  κάποιος  ότι  έχει  προβλήματα  κ.λπ.,  θά  του  πώ:  Αυτό
συμβαίνει  γι’  αυτόν  καί  γι’  αυτόν  τόν  λόγο γιά  ν’  άλλάξης,  πρέπει  νά  κάνης  εκείνο  κι εκείνο. Έχει λ.χ. κάποιος έναν λογισμό πού τόν βασανίζει καί δέν κοιμάται, παίρνει χάπια γιά τό κεφάλι, γιά τό στομάχι καί μέ ρωτάει: Νά κόψω τά χάπια;. Όχι, του λέω, νά μήν κόψης τά χάπια. Νά πετάξης τόν λογισμό πού σέ βασανίζει καί ύστερα νά τά κόψης. Αν δέν πετάξης  τόν  λογισμό,  έτσι  θά  πάς  θά  ταλαιπωρήσαι.  Γιατί,  τί  θά  ώφελήση  νά  κόψη  τά χάπια, όταν κρατάη μέσα του τόν λογισμό πού τόν βασανίζει;
Καλά είναι ό πνευματικός νά μή φθάνη μέχρι του σημείου νά άνάβη κόκκινο φως νά ανέχεται λίγο μία κατάσταση, αλλά φυσικά πρέπει καί ό άλλος νά δουλεύη σωστά, γιά νά βοηθηθή. Ένας  νεαρός  ζόρισε  κάποια φορά  τήν  αρραβωνιαστικιά του  – ποιος  ξέρει  τί  της έλεγε; -καί εκείνη άπό τήν αγανάκτηση της πήρε τό αυτοκίνητο καί έφυγε καί στόν δρόμο σκοτώθηκε. Μετά ό νεαρός ήθελε νά  αύτοκτονήση, γιατί ένιωθε ότι αυτός έγινε αιτία καί σκοτώθηκε ή κοπέλα. Όταν ήρθε καί μου τό είπε, άν καί στήν ουσία είχε κάνει έγκλημα, τόν παρηγόρησα  καί  τόν  έφερα  σέ  λογαριασμό.  Έπειτα  όμως τό  έρριξε  τελείως  έξω,  έγινε τελείως αδιάφορος, βρήκε έν τω μεταξύ καί μιά άλλη. «Οταν ξαναήρθε μετά άπό δύο-τρία χρόνια,  τού έδωσα ένα τράνταγμα γερό,  γιατί  τότε  δέν υπήρχε κίνδυνος  νά  αύτοκτονήση. Χρειαζόταν τό τράνταγμα, άφού δέν υπήρχε αναγνώριση. Δέν καταλαβαίνεις, τού είπα, ότι έκανες φόνο, ότι έγινες αιτία καί σκοτώθηκε ή κοπέλα;. Άν δούλευε σωστά, θά συνέχιζε νά ύποφέρη,  άλλά  θά  ανταμειβόταν  μέ  θεϊκή  παρηγοριά  δέν  θά  έφθανε  σ’  αυτήν  τήν κατάσταση τήν άλήτικη τής αδιαφορίας. Θέλει δηλαδή πολλή προσοχή. Κάνει κάποιος ένα σφάλμα καί πέφτει στήν απελπισία. Εκείνη τήν στιγμή μπορεί νά τόν παρηγόρησης, άλλά, γιά νά μή βλαφθή, χρειάζεται καί τό δικό  του  φιλότιμο.  Μιά  φορά  είχε  έρθει  στο  Καλύβι  ένα  νέο  παιδί  απελπισμένο,  γιατί έπεφτε σέ σαρκική αμαρτία καί δέν μπορούσε νά απαλλαγή άπό αυτό τό πάθος. Είχε πάει σέ δυο πνευματικούς πού προσπάθησαν μέ αυστηρό τρόπο νά τό βοηθήσουν νά καταλάβη ότι είναι βαρύ αυτό πού κάνει. Τό παιδί απελπίσθηκε. Άφού ξέρω ότι αυτό πού κάνω είναι αμαρτία, είπε, καί δέν μπορώ νά σταματήσω νά τό κάνω καί νά διορθωθώ, θά κόψω κάθε σχέση  μου  μέ  τόν  Θεό.  Όταν  άκουσα  τό  πρόβλημα  του,  τό  πόνεσα  τό  καημένο  καί  τού είπα: Κοίταξε, ευλογημένο, ποτέ νά μήν ξεκινάς τον αγώνα σου άπό αυτά πού δέν μπορείς νά κάνης, άλλά άπό αυτά πού μπορείς νά κάνης. Γιά νά δούμε τί μπορείς νά κάνης, καί νά άρχίσης  άπό  αυτά.  Μπορείς  νά  εκκλησιάζεσαι  κάθε  Κυριακή;.  Μπορώ,  μού  λέει. Μπορείς  νά  νηστεύης  κάθε  Τετάρτη  και  Παρασκευή;.  Μπορώ. Μπορείς  νά  δίνης ελεημοσύνη τό ένα δέκατο άπό τόν μισθό σου ή νά επισκέπτεσαι άρρωστους καί νά τούς βοηθάς;. Μπορώ. Μπορείς νά προσεύχεσαι κάθε βράδυ, έστω κι άν αμάρτησες, καί νά λές  «Θεέ  μου, σώσε τήν ψυχή μου»;. Θά τό  κάνω,  Γέροντα, μού λέει. Άρχισε λοιπόν, του λέω, άπό σήμερα νά κάνης όλα αυτά πού μπορείς, καί ό παντοδύναμος Θεός θά κάνη τό ένα πού δέν μπορείς. Τό καημένο ηρέμησε καί συνέχεια έλεγε: Σ’ ευχαριστώ, πάτερ. Είχε, βλέπεις, φιλότιμο καί ό Καλός Θεός τό βοήθησε.
(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Γ’ – ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ)

Ο Θεός μας υπομένει.


Άγιος Γέρων Παΐσιος ο Αγιορείτης
Σήμερα ό Θεός ανέχεται την κατάσταση. Ανέχεται, ανέχεται, για να είναι αναπολόγητος ό κακός. Είναι πε­ριπτώσεις πού ό Θεός επεμβαίνει άμεσα και αμέσως, ενώ σε άλλες περιπτώσεις περιμένει· δεν δίνει αμέσως την λύση και περιμένει την υπομονή των ανθρώπων, την προ­σευχή, τον αγώνα. Τι αρχοντιά έχει ό Θεός! Ένας πόσους είχε σφάξει τότε με τον πόλεμο και ακόμη ζει. Θα τού πει στην άλλη ζωή ό Θεός: «Σ’ άφησα να ζήσης περισσότερο και από τους καλούς». Δεν θα έχει ελαφρυντικά.
                –  Γέροντα, μερικοί τέτοιοι άνθρωποι, ενώ είναι βαριά άρρωστοι, πώς δεν πεθαίνουν;
                – Φαίνεται έχουν βαρείες αμαρτίες, γι’ αυτό δεν πεθαίνουν. Περιμένει ό Θεός μήπως μετανοήσουν.
                –  Και τον κόσμο πού παιδεύουν;
                - Αυτοί πού παιδεύονται και δεν φταίνε, αποταμιεύουν. Αυτοί πού φταίνε, εξοφλούν.
                – Γέροντα, τι θα πει «Πονηροί άνθρωποι και γόητες προκόψουσιν επί τό χείρον, πλανώντες καί πλανώμενοι»;
                –  Κοίταξε· υπάρχουν άνθρωποι πού έχουν κάποιον εγω­ισμό και ό Θεός τους δίνει ένα σκαμπίλι να πάνε παρα­κάτω. Άλλοι έχουν λίγο παραπάνω εγωισμό και ό Θεός τους δίνει ένα σκαμπίλι και πάνε ακόμη παρακάτω. Αυτούς όμως πού έχουν εωσφορική υπερηφάνεια, ό Θεός τους αφήνει. Μπορεί να φαίνεται ότι κάνουν προκοπή, άλλα τι προκοπή είναι αυτή; Μαύρη προκοπή. Και μετά δεν πέφτουν απλώς κάτω, αλλά πέφτουν κατ’ευθείαν στο βάραθρο. Ό Θεός να φυλάει!
(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Β’ – ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ)

Ο Θεός θα δώσει τη λύση.


Ό Καλός Θεός όλα θα τα οικονομήσει με τον καλύ­τερο τρόπο, αλλά χρειάζεται πολλή υπομονή και προ­σοχή, γιατί πολλές φορές, με το να βιάζωνται οι άνθρω­ποι να ξεμπλέξουν τα κουβάρια, τα μπλέκουν περισσό­τερο. Ό Θεός με υπομονή τα ξεμπλέκει. Δεν θα πάει πολύ αυτή ή κατάσταση. Θα πάρει σκούπα ό Θεός! Κατά το 1830, επειδή υπήρχε στο Άγιον Όρος πολύς τουρκικός στρατός, για ένα διάστημα δεν είχε μείνει στην Μονή Ιβή­ρων κανένας μοναχός. Είχαν φύγει οι Πατέρες, άλλοι με τα άγια Λείψανα, άλλοι για να βοηθήσουν στην Επανά­σταση. Ερχόταν στο μοναστήρι μόνον ένας μοναχός από μακριά πού άναβε τα κανδήλια και σκούπιζε. Μέσα και έξω από το μοναστήρι ήταν τουρκικός στρατός, και αυτός ό καημένος σκούπιζε και έλεγε: «Παναγία μου, τι θα γίνει μ’ αυτήν την κατάσταση;». Μία φορά πού προσευχόταν με πόνο στην Παναγία, βλέπει να τον πλησιάζει μία γυ­ναίκα – ήταν ή Παναγία – πού έλαμπε και το πρόσωπο της ακτινοβολούσε. Τού παίρνει την σκούπα από το χέρι και τού λέει: «Εσύ δεν ξέρεις να σκουπίζεις καλά· εγώ θα σκουπίσω». Και άρχισε να σκουπίζει. Υστέρα εξαφανί­σθηκε μέσα στο Ιερό. Σε τρεις μέρες έφυγαν όλοι οι Τούρκοι! Τους έδιωξε ή Παναγία.
Ό Θεός άτι δεν είναι σωστό θα το πετάξει πέρα, όπως το μάτι πετάει το σκουπιδάκι. Δουλεύει ό διάβολος, άλλα δουλεύει και ό Θεός και αξιοποιεί το κακό, ώστε να πρό­κυψη από αυτό καλό. Σπάζουν λ.χ. τα πλακάκια και ό Θεός τα παίρνει και φτιάχνει ωραίο μωσαϊκό. Γι’ αυτό μή στενοχωρήσθε καθόλου, διότι πάνω από όλα και από όλους είναι ό Θεός, πού κυβερνά τα πάντα και θα καθίσει τον καθέναν στο σκαμνί, για να απολογηθεί για το τι έπραξε, οπότε και θα τον ανταμείψει ανάλογα. Θα αμει­φθούν αυτοί πού θα βοηθήσουν μία κατάσταση και θα τιμωρηθεί αυτός πού κάνει το κακό. Τελικά ό Θεός θα βάλει τα πράγματα στην θέση τους, αλλά ό καθένας μας θα δώσει λόγο για το τι έκανε σ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια με την προσευχή, με την καλωσύνη.
Σήμερα προσπαθούν να γκρεμίσουν την πίστη, γι’ αυτό αφαιρούν σιγά-σιγά από καμμιά πέτρα, για να σωριασθεί το οικοδόμημα της πίστεως. Όλοι όμως ευθυνό­μαστε για το γκρέμισμα αυτό· όχι μόνον αυτοί πού αφαι­ρούν τις πέτρες και το γκρεμίζουν, άλλα και όσοι βλέ­πουμε να γκρεμίζεται και δεν προσπαθούμε να το υπο­στυλώσουμε. Οποίος σπρώχνει στο κακό τον άλλον θα δώσει λόγο στον Θεό γι’ αυτό. Και ό διπλανός όμως θα δώσει λόγο, γιατί έβλεπε εκείνον να κάνη κακό στον συ­νάνθρωπο του και δεν αντιδρούσε. Ό κόσμος εύκολα πιστεύει έναν άνθρωπο πού έχει τον τρόπο να πείθει.
- Ό λαός, Γέροντα, είναι σαν θηρίο.
- Εγώ από τα θηρία δεν έχω παράπονο.  Βλέπεις, τα ζώα δεν μπορούν να κάνουν μεγάλο κακό, γιατί δεν έχουν μυα­λό, ενώ ό άνθρωπος πού φεύγει μακριά από τον Θεό γί­νεται χειρότερος από το μεγαλύτερο θηρίο! Κάνει μεγά­λο κακό. Το δυνατό ξίδι γίνεται από το χαλασμένο κρα­σί. Τα άλλα Τα τεχνητά ξίδια δεν είναι τόσο δυνατά… Πιο φοβερό είναι, όταν ό διάβολος συμμαχήσει με έναν άνθρω­πο διεστραμμένο· τότε κάνει διπλό κακό στους άλλους, όπως ό σαρκικός λογισμός, όταν συμμαχήσει με την σάρ­κα, τότε κάνει μεγαλύτερο κακό στην σάρκα. Για να συνεργασθεί ό διάβολος με έναν τέτοιο άνθρωπο, πρέπει αυτός να είναι υπολογίσιμος, να έχει κακή προαίρεση, κακία.
Στην συνέχεια, Θεός φυλάξοι, αυτοί θα φέρουν δυ­σκολίες, θα στριμώξουν ανθρώπους, μοναστήρια. Ή Εκκλησία, ό Μοναχισμός, θα τους κάνη κακό, γιατί θα τους εμπόδιση στα σχέδια τους. Μόνον πνευματικά μπο­ρεί να αντιμετωπισθεί ή σημερινή κατάσταση, όχι κοσμι­κά. Θα σηκωθεί ακόμη λίγη φουρτούνα, θα πετάξει έξω κονσερβοκούτια, σκουπίδια, όλα Τα άχρηστα, και μετά θα ξεκαθαρίσουν Τα πράγματα. Σ’ αυτήν την κατάσταση θα δείτε, άλλοι θα έχουν καθαρό μισθό και άλλοι θα ξο­φλούν χρέη. Θα γίνουν έτσι Τα πράγματα, πού δεν θα στε­νοχωριέται κανείς για την ταλαιπωρία πού θα περνάνε – δεν θα λέει φυσικά «δόξα σοι ό Θεός».
Πόσο ό Θεός μας αγαπά! Αυτά πού γίνονται σήμε­ρα και αυτά πού σκέφτονται να κάνουν, αν γίνονταν πριν από είκοσι χρόνια πού είχε περισσότερη πνευμα­τική άγνοια ό κόσμος, θα ήταν πολύ δύσκολα. Τώρα ξέ­ρει ό κόσμος· ή Εκκλησία δυνάμωσε. Ό Θεός αγαπάει τον άνθρωπο, το πλάσμα Του, και θα φροντίσει γι’ αυτά πού τού χρειάζονται, φθάνει ό άνθρωπος να πιστεύει και να τηρεί τις εντολές Του.
(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ B΄ – ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ)

Eυλογία από τoν τάφο του Οσίου Παϊσίου στη Σουρωτή.


Της ενθέου αγάπης το πυρ δεξάμενος, υπερβαλλούση ασκήσει εδόθης όλος Θεώ και παράκλησις πολλών ανθρώπων γέγονας, λόγοις θείοις νουθετών, προσευχαίς θαυματουργών, Παΐσιε θεοφόρε, και νυν πρεσβεύεις απαύστως υπέρ παντός του κόσμου, Όσιε.
Της ενθέου αγάπης το πυρ δεξάμενος, υπερβαλλούση ασκήσει εδόθης όλος Θεώ και παράκλησις πολλών ανθρώπων γέγονας, λόγοις θείοις νουθετών, προσευχαίς θαυματουργών, Παΐσιε θεοφόρε, και νυν πρεσβεύεις απαύστως υπέρ παντός του κόσμου, Όσιε.
Στους προσκυνητές που επισκέπτονται το Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή, στον οποίο βρίσκεται ο τάφος του άρτι αγιοκαταταχθέντος Οσίου Παϊσίου, δίδεται ως ευλογία η παραπάνω εικόνα. Πρόκειται για έργο που αγιογραφήθηκε από τις αδελφές του Ιερού Ησυχαστηρίου και με το οποίο ιστορείται η αγιασμένη μορφή του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτη. Ας σημειωθεί ότι οι φιλότεχνες αφελφές της Μονής, όταν ήταν εν ζωή ο Άγιος Γέροντας και με υπόδειξή του, ιστόρησαν τις μορφές του Κυρίου Ιησού Χριστού, της Αγίας Ευφημίας και του Αγίου Αρσενίου. Ας είναι η ευλογία σε όλους όσους επισκέπτονται τον αγιασμένο του τάφο και ζητούν τις προς Κύριον πρεσβείες του, αλλά και σε όσους για διαφόρους λόγους δεν κατάφεραν να βρεθούν εκεί και να πάρουν ως αντίδωρο το ιερό εκτύπωμα της μορφής του Οσίου Παϊσίου.

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

Τα πρωτεία να δοθούν στην ομορφιά της ψυχής.


Γέρων Παΐσιος ο Αγιορείτης
Η ψυχή που συγκινείται από τις ομορφιές του υλικού κόσμου φανερώνει ότι ζη μέσα της ο μάταιος κόσμος, γι’ αυτό έλκεται από την πλάση και όχι από τον Πλάστη, από τον πηλό και όχι από τον Θεό. Δεν έχει σημασία αν ο πηλός αυτός είναι καθαρός και δεν έχη λάσπη αμαρτίας. Η καρδιά, όταν έλκεται από κοσμικές ομορφιές, οι οποίες δεν είναι αμαρτωλές, αλλά δεν παύουν να είναι μάταιες, νιώθει κοσμική χαρά της ώρας, η οποία δεν έχει θεϊκή παρηγοριά, φτερούγισμα εσωτερικό με αγαλλίαση πνευματική. Όταν όμως ο άνθρωπος αγαπάη την πνευματική ωραιότητα, τότε γεμίζει και ομορφαίνει η ψυχή του.
Αν γνώριζε ο άνθρωπος, και ιδίως ο μοναχός, την εσωτερική ασχήμια του, δεν θα επεδίωκε εξωτερικές ομορφιές. Μέσα η ψυχή έχει τόσους λεκέδες, τόσες μουντζούρες, και θα κοιτάξουμε λ.χ. τα ρούχα μας; Πλένουμε τα ρούχα μας, τα σιδερώνουμε κιόλας και είμαστε καθαροί, και μέσα είμαστε… μην τα ρωτάς! Γι’ αυτό, αν λάβη υπ’ όψιν του κανείς τι πνευματική ακαθαρσία έχει μέσα του, δεν θα καθήση τόσο σχολαστικά να βγάλη και τον παραμικρό λεκέ από τα ρούχα του, γιατί αυτά είναι χίλιες φορές καθαρώτερα από την ψυχή του. Αλλά, αν δεν έχη υπ’ όψιν του ο άνθρωπος την πνευματική σαβούρα που έχει μέσα του, ε, τότε κοιτάζει να βγάλη σχολαστικά και τον παραμικρό λεκέ. Αυτό που χρειάζεται, είναι να στρέψη όλη την φροντίδα του στην πνευματική καθαρότητα, στην εσωτερική ομορφιά και όχι στην εξωτερική. Τα πρωτεία να δοθούν στην ομορφιά της ψυχής, στην πνευματική ομορφιά και όχι στις μάταιες ομορφιές, γιατί και ο Κύριος μας είπε: “Όσο αξίζει μια ψυχή, δεν αξίζει ο κόσμος όλος” (3).
(3) Βλ. Ματθ. 16, 26
(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Α’ – ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ)

Το καλύτερο μνημόσυνο για τους κεκοιμημένους.


Το καλύτερο από όλα τα μνημόσυνα που μπορούμε να κάνουμε για τους κεκοιμημένους είναι η προσεκτική ζωή μας, ο αγώνας που θα κάνουμε, για να κόψουμε τα ελαττώματά μας και να λαμπικάρουμε την ψυχή μας. Γιατί η δική μας ελευθερία από τα υλικά πράγματα και από τα ψυχικά πάθη, εκτός από την δική μας ανακούφιση, έχει ως αποτέλεσμα και την ανακούφιση των κεκοιμημένων προπάππων όλης της γενιάς μας. Οι κεκοιμημένοι νιώθουν χαρά, όταν ένας απόγονός τους είναι κοντά στον Θεό. Αν εμείς δεν είμαστε σε καλή πνευματική κατάσταση, τότε υποφέρουν οι κεκοιμημένοι γονείς μας, ο παππούς μας, ο προπάππος μας, όλες οι γενεές. «Δες τι απογόνους κάναμε!», λένε και στενοχωριούνται. Αν όμως είμαστε σε καλή πνευματική
κατάσταση, ευφραίνονται, γιατί και αυτοί έγιναν συνεργοί να γεννηθούμε και ο Θεός κατά κάποιον τρόπο υποχρεώνεται να τους βοηθήση.
Αυτό δηλαδή που θα δώση χαρά στους κεκοιμημένους είναι να αγωνισθούμε να ευαρεστήσουμε στον Θεό με την ζωή μας, ώστε να τους συναντήσουμε στον Παράδεισο και να ζήσουμε όλοι μαζί στην αιώνια ζωή. Επομένως, αξίζει τον κόπο να χτυπήσουμε τον παλαιό μας άνθρωπο, για να γίνη καινός και να μη βλάπτη πια ούτε τον εαυτό του ούτε τους άλλους ανθρώπους, αλλά να βοηθάη και τον εαυτό του και τους άλλους, είτε ζώντες είναι είτε κεκοιμημένοι.
(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Δ΄ – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ)


Ασφάλειες και… ανασφάλεια.


Σήμερα ο κόσμος γέμισε ασφάλειες-ανασφάλειες, αλλά, για να είναι απομακρυσμένος από τον Χριστό, νιώθει την μεγαλύτερη ανασφάλεια. Σε καμμιά εποχή δεν υπήρχε η ανασφάλεια που έχουν οι σημερινοί άνθρωποι. Και επειδή δεν τους βοηθούν οι ανθρώπινες ασφάλειες, τρέχουν τώρα να μπουν στο καράβι της Εκκλησίας, για να νιώσουν πνευματική ασφάλεια, γιατί βλέπουν ότι το κοσμικό καράβι βούλιαξε. Αν όμως δουν ότι και στο καράβι της Εκκλησίας μπαίνει λίγο νερό, ότι και εκεί έχουν πιασθή από το κοσμικό πνεύμα και δεν υπάρχει το Άγιο Πνεύμα, τότε θα απογοητευθούν οι άνθρωποι, γιατί δεν θα έχουν μετά από που να πιασθούν.
Ο κόσμος υποφέρει, χάνεται και δυστυχώς είναι αναγκασμένοι όλοι οι άνθρωποι να ζουν μέσα σ’ αυτήν την κόλαση του κόσμου. Νιώθουν οι περισσότεροι μια μεγάλη εγκατάλειψη, μια αδιαφορία -ιδίως τώρα- από παντού. Δεν έχουν από που να κρατηθούν. Είναι αυτό που λένε: “Ο πνιγμένος απ’ τα μαλλιά του πιάνεται”. Αυτό δείχνει ότι ο πνιγμένος ζητάει από κάπου να πιασθή, να σωθή. Βλέπεις, το καράβι βουλιάζει και ο άλλος πάει να πιασθή από το κατάρτι. Μα, αφού το καράβι κινδυνεύει να βουλιάξη, δεν σκέφτεται ότι και το κατάρτι θα βουλιάξη. Πιάνεται από το κατάρτι και βουλιάζει πιο γρήγορα! Θέλω να πω ότι οι άνθρωποι ζητούν κάπου να ακουμπήσουν, από κάπου να πιασθούν. Και αν δεν έχουν πίστη να ακουμπήσουν σ’ αυτήν, αν δεν εμπιστευθούν στον Θεό, ώστε να εγκαταλείψουν τελείως τον εαυτό τους σ’ Αυτόν, θα βασανίζωνται. Μεγάλη υπόθεση η εμπιστοσύνη στον Θεό!
Τα χρόνια που περνούμε είναι πολύ δύσκολα και πολύ επικίνδυνα, αλλά τελικά θα νικήσει ο Χριστός. Θα δήτε πως θα εκτιμήσουν την Εκκλησία. Αρκεί εμείς να είμαστε σωστοί. Θα καταλάβουν ότι αλλιώς δεν γίνεται χωριό. Και οι πολιτικοί έχουν πλέον καταλάβει ότι, αν κάποιοι μπορούν να βοηθήσουν τώρα σ’ αυτό το τρελλοκομείο που έχει γίνει ο κόσμος, αυτοί είναι οι άνθρωποι της Εκκλησίας. Μη σας φαίνεται παράξενο! Οι πολιτικοί μας σήκωσαν τα χέρια. Ήρθαν στο Καλύβι μερικοί και μου είπαν: “Οι καλόγεροι πρέπει να κάνουν ιεραποστολή, αλλιώς δεν γίνεται”. Δύσκολα χρόνια! Αν γνωρίζατε σε τι κατάσταση βρισκόμαστε και τι μας περιμένει!…
(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Α΄ – ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ)

Προσευχόταν γονατιστός στο δάσος και τον τσίμπησε σκορπιός, αλλά δεν διέκοψε την προσευχή του. Μακαριστός Γέρων Παϊσιος.


Γέρων Παΐσιος
Είναι αδύνατον να μιλήσει κανείς για την προσευχή του Γέροντος, διότι οι πνευματικές του πορείες είναι αθεώρητες και ανέκφραστες…….
Είπε κάποτε σε νέο Μοναχό : «Εγώ στην ηλικία σου είχα κάθε βράδυ πανηγύρι», εννοώντας τη νυχτερινή του προσευχή που είναι «εργασία τρυφής».
Κάποτε προσευχόταν γονατιστός στο δάσος και τον τσίμπησε σκορπιός, αλλά δεν διέκοψε την προσευχή του.
Εύκολα και πολύ γρήγορα μεταφερόταν ο νους του στην προσευχή, έχανε την επαφή του με το περιβάλλον και ήταν ως «μη ων». Ακόμη και όταν ταξίδευε με αυτοκίνητο ή βρισκόταν με άλλους, μέσα του έλεγε την ευχή, «απορροφάτο όλος από τον Θεό, γινόταν ένα με Αυτόν», όπως μαρτυρούν αυτόπτες.
ΠΗΓΗ : +ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΙΣΑΑΚ, ΒΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

ΤΟ ΠΑΝ ΕΙΝΑΙ Η ΧΑΡΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


Όταν ο άνθρωπος βοηθηθεί να πιστέψει στο Θεό και στη μέλλουσα ζωή, την αιώνιο – συλλάβει δηλαδή το βαθύτερο νόημα της ζωής – και μετανοήσει, αλλάξει ζωή, έρχεται αμέσως η θεία παρηγοριά με τη Χάρη του Θεού, η οποία αλλοιώνει τον άνθρωπο, διώχνοντας και όλα τα κληρονομικά του. Έτσι έγινε σε πολλούς ανθρώπους που μετανόησαν, αγωνίστηκαν με φιλότιμο ταπεινά, χαριτώθηκαν, έγιναν και Άγιοι και τους προσκυνάμε τώρα με ευλάβεια και ζητάμε και τις πρεσβείες τους, ενώ πριν είχαν πολλά πάθη και κληρονομικά.
Επί παραδείγματι, ο Όσιος Μωυσής ο Αιθίοψ, ενώ πριν ήταν ο πιο αιμοβόρος ληστής, με κληρονομική κακία, μόλις πίστεψε στον Θεό, μετανόησε, ασκήθηκε, έφυγαν όλα τα πάθη, τον επισκέφθηκε η Χάρις του Θεού και αξιώθηκε να λάβει ακόμα και το προφητικό χάρισμα. Πέρασε δε στην ευαισθησία ακόμα και το Μέγα Αρσένιο, ο οποίος ήταν από τη μεγαλύτερη αρχοντική οικογένεια της Ρώμης, με κληρονομικές αρετές και επιστημονική μεγάλη μόρφωση.
Επομένως, το παν είναι η Χάρις του Θεού και την ψυχή μπορεί να την βοηθήσει μόνο χαριτωμένος Πνευματικός, με πίστη, που αγαπάει την ψυχή και την πονάει, γιατί γνωρίζει τη μεγάλη της αξία, την βοηθάει στη μετάνοια, την ξαλαφρώνει με την εξομολόγηση, την ελευθερώνει από το άγχος και την οδηγεί στον Παράδεισο ή πετάει το λογισμό με τον οποίο βασανίζει την ευαίσθητη ψυχή ο πονηρός, και θεραπεύεται.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αρρώστια στον κόσμο από το λογισμό, όταν δηλαδή πείσει ο διάβολος τον άνθρωπο με λογισμούς ότι δεν είναι καλά. Όπως δεν υπάρχει και ανώτερος γιατρός σ’ αυτές τις περιπτώσεις από τον έμπειρο Πνευματικό, που εμπνέει εμπιστοσύνη με την αγιότητά του και πετάει αυτούς τους λογισμούς από τα ευαίσθητα πλάσματα του Θεού και θεραπεύει ψυχές και σώματα δίχως φάρμακα, με τη Χάρη του Θεού, και τις εξασφαλίζει και τον Παράδεισο».
Γέροντος Παϊσίου ‘’Επιστολές’’ α’ έκδοση 1994, σελ. 102-103. Σημειώνω, εδώ, ότι πρόκειται για κείμενα που ο ίδιος ο γέροντας έγραψε με το χέρι του, κι αυτό έχει σημασία.  
Απόσπασμα από το βιβλίο του Σωτήρη Αδαμίδη*:
"Θεραπευτική των πατέρων & ψυχανάλυση"

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

Η μάχη με τον πόνο άνοιξε την ... καρδιά μου διάπλατα

«Εάν πεθάνω, να φροντίσεις να γράψεις στον τάφο το ίδιο κείμενο που ζήτησε και ο π. Παΐσιος. Είναι γραμμένο στο βιβλίο του»
(19/01/2011 15:34)
ΜΕΡΟΣ Ζ Πως άραγε επιτρέπει ο καλός Θεός τόσο πόνο στον άνθρωπο; Γιατί δεν τον απέφυγε ούτε ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός Του; Τι μυστήριο κρύβεται πίσω από τον πόνο που ο άνθρωπος σ’ όλη τη ζωή του προσπαθεί και αγωνίζεται με κάθε μέσο να αποφύγει; Μήπως ο πόνος είναι η πύλη της αιωνιότητας; Κι αν ναι, τότε ποιο είναι το κλειδί που την ανοίγει; Ποιος μπορεί να λύσει τις απορίες αυτές αγαπημένε μου Χρήστο;
Μη με ρωτάς εμένα Αγγελική τις απαντήσεις αυτές μόνο ο παπάς από τ’ Άγραφα μπορεί κατά τη γνώμη μου να τις δώσει. Τι λες είσαι έτοιμη να ανηφορίσουμε προς τ’ εκεί μήπως και λύσει τις απορίες αυτές που ταλανίζουν και τη δική μου σκέψη;
Όχι καλέ μου Χρήστο δεν θα επισκεφθούμε τώρα τον παπά. Θέλω πρώτα να ρουφήξω, όπως η μέλισσα τη γύρη, τις εμπειρίες και της νέας δοκιμασίας που επέτρεψε ο Κύριος για μένα. Μη σχηματίσεις τη λανθασμένη εντύπωση πως είμαι γενναία ή θεοπάλαβη. Κάθε άλλο, θα έλεγα. Πιο δειλή και φοβητσιάρα γυναίκα από μένα δεν υπάρχει σ’ ολάκερη την οικουμένη. Απλά διαπίστωσα πως κατά την πρώτη μάχη με τον καρκίνο και με το φόβο του θανάτου που διάχυτα απλωνόταν γύρω μου έγινε μια σημαντική αλλαγή μέσα μου, ένα ανεξήγητο θαύμα! Γιατί η μάχη αυτή με τον πόνο και την ανασφάλεια που αυτός προκαλεί αποτέλεσε την αιτία να ανοίξει η καρδιά μου διάπλατα. Έτσι γνώρισα τον Χριστό και τους αγίους. Βίωσα την πίστη μέσα από την ασυνείδητη αρχικά ανάγκη να στηριχθώ από κάπου’ μέσα από την ανθρώπινη λαχτάρα να ελπίζω στην αποκατάσταση της υγείας μου. Και το σπουδαιότερο από όλα είναι πως πέρασα το κατώφλι της Εκκλησίας και βίωσα μέσα από πνευματοφόρους αγίους γέροντες όπως τον καλοσυνάτο Παΐσιο και το θαυμαστό βιβλίο του αλλά και τον παπά των Αγράφων μια ζωή άγνωστη σε μένα μέχρι πρότινος. Μια ζωή που έφερε στην κυριολεξία τα πάνω κάτω.
Ο ανθρώπινος πόνος ή κατά την Εκκλησία μας δοκιμασία με έφερε σε επαφή με έναν κόσμο άγνωστο που εντελώς αγνοούσα. Με βοήθησε επίσης να συνομιλώ με τον ουρανό και να απευθύνομαι σε προσωπικό επίπεδο με τον Χριστό. Μην με κοιτάς καλέ μου περίεργα. Δεν είμαι ούτε χαζή ούτε τρελή. Είμαι απλά θα έλεγα τρελά ερωτευμένη. Αλλά ο πρωτόγνωρος αυτός έρωτας αυτός για πολλούς είναι ακατανόητος. Θαρρώ μάλιστα πως είναι ο ίδιος έρωτας που έκανε κάποιους άλλους, επίσης τρελούς για την κοινωνία μας να περάσουν ολάκερη τη ζωή τους κλεισμένοι σε μια σπηλιά ή ανεβασμένοι σε ένα δέντρο ή να τραγουδούν όταν τους έριχναν στα άγρια θηρία και στην φωτιά. Θέλω να πιστεύω πως είναι ο ίδιος έρωτας που κάνει ορισμένους νέους και νέες να εγκαταλείπουν σωματικά την κοινωνία και να εντάσσονται στην κοινωνία του Θεού, τη μοναστική κοινωνία για να πολεμούν πιο δυνατά σαν τα παλικάρια του Μ. Αλεξάνδρου...
Ερωτεύθηκα καλέ μου Χρήστο τον τριαδικό και μόνο αληθινό Θεό. Και στον έρωτα αυτό με οδήγησε η πρόσφατη σκληρή δοκιμασία. Η βίωση του πόνου και η αίσθηση πως η ημέρα που ανοίγω τα μάτια μου ίσως είναι η τελευταία με έκανε να αγαπώ τα πάντα και να προσεύχομαι για τους πάντες. Ο π. Γεώργιος, ο πνευματικός μου την κατάσταση αυτή την ονομάζει μνήμη θανάτου και θεωρεί πως είναι χάρισμα του Θεού στον άνθρωπο. Οι δικοί μου όμως με λένε αναίσθητη. Είναι κάτι ανεξήγητο που προκαλεί ευτυχία. Η αλήθεια είναι πως μέσα μου είμαι γεμάτη από αισθήματα. Θυμάσαι λ.χ. τον κυρ- Αλέκο στο νοσοκομείο που υπέφερε από καρκίνο;
Ναι, τον θυμάμαι. Ε! απορούσα βλέποντας τον απογοητευμένο και φοβισμένο. Και τότε μια εσωτερική δυνατή φωνή με παρακινούσε να τον τραβήξω από το χέρι και να τον βάλω μέσα στον κόσμο που προσωπικά βίωνα. Να το ρίξω μέσα στον Παράδεισο που ανακάλυψα από τη διαχείριση του προσωπικού θα έλεγα δράματος ή δοκιμασίας.
Και για να μην σε ζαλίζω με τα δικά μου ένα και μόνο θα σου πω τελευταίο. Ζήτησα από τον Χριστό να μου ενισχύει αυτόν τον μύχιο έρωτα προς τον ουρανό με κάθε τρόπο ακόμη κι αν έφθανα στο σταυροδρόμι της επιλογής μεταξύ μαρτυρίου –πόνου και ανάστασης και πλήρους αποκατάστασης της υγείας μου.
Και Εκείνος άκουσε τις προσευχές μου. Μου έδωσε ως δώρο τη νέα δοκιμασία αλλά παραχώρησε δίπλα μου και άριστο προπονητή, τον Αρχάγγελο Μιχαήλ. Επέλεξα τα δύσκολα, είπε χαμογελώντας η Αγγελική.
Ειλικρινά αδυνατούσα να εισέλθω στον κόσμο της. Αν και αστυνομικός φοβόμουν να κάνω τέτοιου είδους άλματα. Αλλά απ’ την άλλη πλευρά βλέποντας και εισπράττοντας την ευτυχία που ζούσε στον έρωτα με τον Χριστό την κατανοούσα, αν και κατά βάθος μου έβγαινε ασυνείδητα ένα αίσθημα ζήλειας.
Το μόνο που καθημερινά διαπίστωνα πλέον είναι πως η αγαπημένη μου είχε επικεντρώσει αυτό που λέμε καθημερινότητα στην προσφορά προς τον πλησίον. Θυμάμαι πως επισκέφθηκε τις εγκαταστάσεις του Χαμόγελου του Παιδιού και ζήτησε να προσφέρει ανιδιοτελώς τις υπηρεσίες της. Ήθελε να νιώσει ως μάννα στις ταλαιπωρημένες παιδικές ψυχές. Οι υπεύθυνοι του κέντρου τη ρώτησαν εάν πάσχει από καμιά σοβαρή ασθένεια. Σοβαρή όχι, να λιγάκι καρκίνο μου έδωσε ο Θεός, απάντησε η Αγγελική. Εκείνοι της απάντησαν αρνητικά. Η Αγγελική μπορεί να στενοχωρήθηκε αλλά τους δικαιολόγησε λέγοντας: «Καλά κάνουν και προφυλάγουν τα παιδάκια»!
Ένα άλλο που είχα παρατηρήσει στη συμπεριφορά της είναι πως διακριτικά όπου και αν πηγαίναμε έκανε με το χέρι της το σημάδι του σταυρού. Σταύρωνε δηλαδή τους ανθρώπους, τα σπίτια τους, τα καταστήματα, τα ζώα ακόμη και τα δέντρα. Βρε μήπως έπρεπε να γίνεις μοναχή, μόνο οι παπάδες σταυρώνουν; Τη ρώτησα μια ημέρα με απορία. Εκείνη χαμογελώντας μου είπε. «Δεν ξέρω τι κάνουν οι παπάδες. Εκείνο που έχω να σημειώσω είναι πως μια εσωτερική παρόρμηση με παρακινεί να σταυρώνω τους πάντες ευχόμενη να μοιραστώ μαζί τους την ευτυχία που νιώθω. Παρακαλώ το Θεό να τους φέρει κοντά Του. Ακολουθώ τη συμβουλή του παπά σου. Να ευλογώ συνεχώς γιατί έτσι μαζεύονται σε μένα πολλαπλάσιες ευλογίες».
Εκεί που συναντούσε δυσκολία η Αγγελική ήταν στη σχέση της με τους δικούς της. Με κανένα τρόπο δεν μπορούσαν να καταλάβουν πως έπρεπε να αλλάξουν ρότα. Να επιστρέψουν στο Θεό. Ο πατέρας της είχε ροπή προς την χαρτοπαιξία, η μητέρα της και η αδελφή της ζούσαν μακράν του τριαδικού Θεού. Όλοι επικεντρώνονταν στον καθημερινό επιούσιο και στην απόκτηση πλούτου για μια άνετη ζωή. Τους δικαιολογούσα γιατί τα ίδια έκανα και εγώ πριν συναντηθώ και μιλήσω τετ-α-τετ με τον Κύριο. Στην αδελφή της δώρισε το βιβλίο του γέροντα Παϊσίου αλλά ποτέ εκείνη δεν το άνοιξε. Γι’ αυτό όταν τους ανακοίνωσε μετά λίγες ημέρες χαμογελώντας πως έπρεπε να κάνει νέες χημειοθεραπείες και να υποστεί μέσα σε ένα μήνα μια νέα εγχείρηση, αυτή τη φορά στο κεφάλι εκείνοι άρχισαν να φωνάζουν κατά του Θεού. Χαρακτηριστικό είναι πως αδελφή της άνοιξε το παράθυρο και άρχισε χωρίς να υπολογίζει τους γείτονες να βρίζει τον Χριστό και να τον θεωρεί αίτιο της δυστυχίας που ήρθε στην οικογένεια. Κάτι αντίστοιχο έκανε και η μάνα ενώ ο πατέρας προτίμησε να ξεσκάσει και να ξεχάσει με μια ... παρτίδα πόκερ.
«Δεν ακούν και δεν βλέπουν οι δικοί μου Χρήστο. Προσεύχομαι γι’ αυτούς αλλά φαίνεται πως το τείχος που έχουν υψώσει είναι αδιαπέραστο...», έλεγε με παράπονο η Αγγελική.
Ήταν αρχές της Άνοιξης, όταν ο γιατρός τηλεφώνησε στην Αγγελική και της είπε πως έκλεισε ημερομηνία για την εγχείρηση στο κεφάλι. Όλο αυτό το διάστημα εκείνη εργαζόταν στο αεροδρόμιο. Δεν είχε σταματήσει ούτε μια ημέρα. Μάλιστα δούλευε υπερωρίες προκειμένου να αναπληρώσει το χαμένο χρόνο από τις άδειες ασθενείας. Είχε κρατήσει μυστική τη νέα δοκιμασία της απ’ όλους γιατί όπως εξηγούσε στον Χρήστο ήθελε να αποφύγει αισθήματα συμπόνιας! Δύο ημέρες μόνο πριν ανακοίνωσε στον προϊστάμενο της το αίτημα της νέας άδειας για να υποβληθεί στην εγχείρηση. Μάλιστα χαρακτηριστικό είναι ότι την παραμονή της εγχείρησης δούλευε μέχρι τις 11 το βράδυ. Γνωστός συνδικαλιστής παραξενεύτηκε όταν έμαθε την επόμενη ημέρα ότι η Αγγελική εγχειρίζεται. «Μα πως είναι δυνατόν. Αυτή δούλευε μέχρι αργά το βράδυ και δεν είπε τίποτε», αναφώνησε όταν το έμαθε.
Στο νοσοκομείο τη συνόδευσε ο Χρήστος και η αδελφή της ενώ η μάνα της έφθασε μετά την εγχείρηση. Ο γιατρός τους είπε πως όλα πήγαν καλά και ο όγκος απομακρύνθηκε. Ωστόσο, εξέφρασε κάποιες επιφυλάξεις για το αν γίνει μετάσταση. Μετά την ύπνωση η Αγγελική ξύπνησε με ένα χαμόγελο. Απευθύνθηκε στον Χρήστο δείχνοντας το ξυρισμένο κεφάλι της. «Με θες ακόμα για γυναίκα σου; είπε. Εκείνος της είπε πως παραμένει όμορφη, όπως όταν τη γνώρισε και βρήκε ευκαιρία να της πει: «Αφού με προκαλείς τότε και εγώ σου λέγω πως αν μου πεις ναι σήμερα θα τρέξω να κλείσω ημερομηνία του γάμου μας...». Εκείνη έγειρε στο πλάι χωρίς να μιλήσει και έπιασε στοργικά το χέρι του Χρήστου. Με τον τρόπο αυτό θέλησε να κρύψει τα δάκρυα που έτρεξαν από το πρόσωπό της.
Η αδελφή της τη ρώτησε μετά λίγες ώρες εάν πήρε το χάπι για την επιληψία. Η Αγγελική απάντησε πως το ξέχασε. Αποτέλεσμα ήταν να θυμώσει η αδελφή της, να βάλει τις φωνές και να φύγει από το νοσοκομείο. Μια παρόμοια στάση κράτησε και η μάνα της όταν το απόγευμα της ίδιας ημέρας την επίπληξε γιατί έγινε αιτία να θυμώσει η αδελφή της. Ως τιμωρία οι δικοί της δεν ήρθαν να την δουν δύο ημέρες στο νοσοκομείο, ούτε καν την πήραν τηλέφωνο. Κοντά της παρέμεινε νύχτα –ημέρα ο Χρήστος. Όταν επανήλθαν οι δικοί της η Αγγελική δεν τους εξέφρασε κανένα παράπονο. Απλώς τους χαμογέλασε. Το διάστημα αυτό ίσως επειδή αισθανόταν πλέον πιο κοντά στο θάνατο εκμυστηρεύτηκε στον Χρήστο την επιθυμία της.
«Εάν πεθάνω, να φροντίσεις να γράψεις στον τάφο το ίδιο κείμενο που ζήτησε και ο π. Παΐσιος. Είναι γραμμένο στο βιβλίο του», είπε. «
«Άντε, βρε κουτή, θα γίνεις καλά, αφού το είπε και ο παππούλης» απάντησε ο Χρήστος.

Συντάκτης: Δ.ΜΑΚΡΗΣ
Πηγή: ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2011

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

Η θυσία για το καλό του αρρώστου


Αν ζητούμε κάτι από τον Θεό, χωρίς να θυσιάζουμε και κάτι, δεν έχει αξία. Αν κάθωμαι και λέω: «Θεέ μου, Σε παρακαλώ, κάνε καλά τον τάδε άρρωστο», χωρίς να κάνω κάποια θυσία, είναι σαν να λέω απλώς καλά λόγια. Ο Χριστός να δη την αγάπη μου, την θυσία μου, και τότε θα εκπληρώση το αίτημά μου, αν βέβαια αυτό είναι για το πνευματικό καλό του άλλου. Γι’ αυτό, όταν οι άνθρωποι σας ζητούν να προσευχηθήτε για κάποιον άρρωστο, να τους λέτε να προσευχηθούν και αυτοί ή τουλάχιστον να αγωνισθούν να κόψουν τα κουσούρια τους.
Μερικοί άνθρωποι έρχονται και μου λένε: «Κάνε με καλά· έμαθα ότι μπορείς να με βοηθήσης». Θέλουν όμως να βοηθηθούν, χωρίς οι ίδιοι να καταβάλλουν καθόλου προσπάθεια. Λες λ.χ. στον άλλον: «μην τρως γλυκά, κάνε αυτήν την θυσία, για να σε βοηθήση ο Θεός», και σου λένε: «Γιατί; Δεν μπορί να με κάνη καλά ο Θεός;». Δεν κάνουν μια θυσία για τον εαυτό τους, πόσο μάλλον να θυσιασθούν για τον άλλον. Άλλος δεν τρώει γλυκά, για να βοηθήση ο Χριστός όσους πάσχουν από ζάχαρο, ή δεν κοιμάται, για να δώση λίγο ύπνο ο Χριστός σ’ αυτούς που πάσχουν από αϋπνίες. Έτσι συγγενεύει ο άνθρωπος με τον Θεό. Τότε ο Θεός δίνει την Χάρη Του.
Εγώ, όταν μου λέη κάποιος πως δεν μπορεί να προσευχηθή για κάποιον δικό του που είναι άρρωστος, του λέω να κάνη και αυτός μια θυσία για τον άρρωστο. Συνήθως του λέω να κάνη κάτι που θα είναι καλό και για την δική του υγεία.
Ήρθε κάποτε από την Γερμανία στο Καλύβι ένας πατέρας, που το κοριτσάκι του είχε αρχίσει να παραλύη. Οι γιατροί το είχαν ξεγράψει. Ήταν ο καημένος τελείως απελπισμένος. «Κάνε κι εσύ μια θυσία, του είπα, για την υγεία του παιδιού σου. Να κάνης μετάνοιες, δεν μπορείς· να προσευχηθής, δεν μπορείς, εντάξει. Πόσα τσιγάρα καπνίζεις την ημέρα;». «Τεσσεράμισι κουτιά», μου λέει. «Να καπνίζης ένα κουτί, του λέω, και τα χρήματα που θα έδινες για τα υπόλοιπα να τα δίνης σε κανέναν φτωχό». «Να γίνη, Πάτερ, καλά το παιδί, μου λέει, και εγώ θα το κόψω το τσιγάρο». «Ε, τότε δεν θα έχη αξία· τώρα πρέπει να το κόψης· πέταξε το τσιγάρο, του λέω. Δεν αγαπάς το παιδί σου;». «Εγώ δε αγαπώ το παιδί μου; Από τον πέμπτο όροφο πετιέμαι κάτω για την αγάπη του παιδιού μου», μου λέει. «Εγώ δεν σου λέω να πεταχτής από τον πέμπτο όροφο κάτω, θα αφήσης το παιδί σου στον δρόμο κι εσύ θα χάσης την ψυχή σου. Εγώ σου λέω να κάνης κάτι εύκολο. Να, πέταξε τώρα τα τσιγάρα!». Με κανέναν τρόπο δεν ήθελε να τα πετάξη. Και τελικά έφυγε έτσι και έκλαιγε! Πως να βοηθηθή αυτός ο άνθρωπος; Ενώ όσοι ακούν βοηθιούνται.
Μια άλλη μέρα ήρθε ένας που αγκομαχούσε από την πεζοπορία. Κατάλαβα ότι κάπνιζε πολύ και του είπα: «Βρε ευλογημένε, γιατί καπνίζεις τόσο; Θα πάθης κακό». Μόλις ξελαχάνιασε και μπόρεσε να μιλήση, μου είπε: «Η γυναίκα μου είναι πολύ άρρωστη και κινδυνεύει να πεθάνη. Σε παρακαλώ, κάνε μια προσευχή να γίνη κανένα θαύμα. Οι γιατροί σήκωσαν τα χέρια». «Την αγαπάς την γυναίκα σου;», τον ρωτάω. «Την αγαπώ», μου λέει. «Τότε γιατί δεν κάνεις κι εσύ κάτι, για να την βοηθήσης; Αυτή έκανε ό,τι μπορούσε, οι γιατροί έκαναν ό,τι μπορούσαν, και τώρα έρχεσαι εδώ, για να μου πης να κάνω κάτι και εγώ, να προσευχηθώ, για να βοηθήση ο Θεός. Εσύ όμως τι έκανες, για να βοηθηθή η γυναίκα σου;». «Τι μπορώ να κάνω εγώ, Γέροντα;», με ρωτάει. «Αν σταματήσης το κάπνισμα, του λέω, η γυναίκα σου θα γίνη καλά». Σκέφθηκα ότι, αν ο Θεός δη ότι δεν συμφέρει πνευματικά στην γυναίκα του να γίνη καλά, τουλάχιστον θα γλιτώση αυτός από το κακό που κάνει το τσιγάρο. Ύστερα από έναν μήνα ήρθε χαρούμενος να με ευχαριστήση. «Γέροντα, σταμάτησα το κάπνισμα, μου είπε, και η γυναίκα μου έγινε καλά». Μετά από ένα διάστημα ξαναήρθε αναστατωμένος να μου πη ότι ξανάρχισε κρυφά να καπνίζη και η γυναίκα του έπεσε πάλι βαριά άρρωστη. «Το φάρμακο τώρα το ξέρεις, του είπα. Κόψε το τσιγάρο».

Απόσπασμα από το βιβλίο “Λόγοι Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου: Δ’ Οικογενειακή ζωή”

Share this:

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015

Μη δίνετε σημασία στα λόγια του δαιμονισμένου


- Γέροντα, τί πρέπει νά προσεχή κανείς, όταν συζητά μέ έναν δαιμονισμένο;
– Νά λέη τήν ευχή και νά τού φέρεται μέ καλωσύνη.
– Γέροντα, θυμούνται οί δαιμονισμένοι τί λένε πάνω στήν κρίση τους;
– Άλλα τά  θυμούνται  και  άλλα  δέν  τά  θυμούνται.  Δεν  ξέρουμε  πώς  εργάζεται  ό  Θεός.
Μερικές φορές επιτρέπει νά τά θυμούνται, γιά νά ταπεινωθούν καί νά μετανοήσουν.
Καί όταν ζητάη κάτι ό δαιμονισμένος, δέν είναι εύκολο νά καταλάβη κανείς πότε αυτό
είναι  άπό  τόν  διάβολο  καί  πότε  τό  έχει  ανάγκη  ό  ίδιος.  Είχα  συναντήσει  κάπου  μιά
δαιμονισμένη  κοπέλα.  Αυτή  είχε  διαβάσει  Καζαντζάκη  καί  πίστευε  κάτι  βλάσφημα
πράγματα μέ αποτέλεσμα νά δαιμονισθή. Ξαφνικά τήν έπιασε τό δαιμόνιο καί έβαλε κάτι
φωνές!  Καίγομαι,  καίγομαι!.  Οί  δικοί  της  τήν  κρατούσαν,  γιά  νά  τήν  σταυρώσω.  Μετά
φώναζε: Νερό, νερό!. Λέω: Φέρτε της νερό. Όχι, όχι, μου λένε, γιατί μας είπε κάποιος
νά  μήν  κάνουμε  υπακοή  στον  διάβολο.  Τώρα,  λέω,  ή  καημένη  διψάει.  Φέρτε  νερό.
Καταλάβαινα  πότε  ήταν  τό  κάψιμο  άπό  τόν  διάβολο  καί  πότε  ήταν  άπό  δίψα.  Ήπιε  ή
καημένη κανα-δυό  ποτήρια  νερό. Κάρβουνα, έλεγε,  έχω μέσα μου,  τόσο κάψιμο  νιώθω.
Καί έναν κουβά νερό νά έπινα, δέν θά έσβηνε μέσα μου ή φωτιά. Τέτοιο κάψιμο ένιωθε!
-Όταν,  Γέροντα,  φωνάζη  ένας  δαιμονισμένος,  πώς  καταλαβαίνουμε  πότε  μιλάει  ό
διάβολος μέσω του άνθρωπου καί πότε ό άνθρωπος;
- Όταν  μιλάη ό διάβολος, τά χείλη δέν κινούνται κανονικά κινούνται σάν μηχανή. Ένώ,
όταν μιλάη  ό  άνθρωπος,  κινοϋνται  φυσιολογικά.  Όταν  φωνάζη  ένας  δαιμονισμένος,  τήν
ώρα πού του διαβάζουν εξορκισμούς ή οί άλλοι εύχονται γι’ αυτόν, άλλοτε ή ίδια ή ψυχή
βασανίζεται  καί  λέει  λ.χ.  στον  διάβολο:  φύγε,  τί  κάθεσαι;  καί  άλλοτε  ό  διάβολος  βρίζει
τόν άνθρωπο ή τόν ιερέα ή βλασφημάει τόν Χριστό, τήν Παναγία, τούς Άγιους. Άλλοτε λέει
ψέματα ή άλλοτε πιέζεται άπό τήν δύναμη του ονόματος του Χριστού νά πή τήν αλήθεια.
Μερικές φορές πάλι ό δαιμονισμένος λέει δικά του άπό τά πνευματικά πού έχει διαβάσει
κ.λπ.  Τί  νά  πώ;  Μπερδεμένα  πράγμα  τα.  Γι’  αυτό,  όταν  συζητάτε  μαζί  του,  νά  προσέχετε
πολύ. Μή δίνετε σημασία στά  λόγια  του. Μπορεί νά  λέη  λ.χ.  μέ  καις.  Αν  πράγματι  τόν
καις  και  πής  τόν  καίω,  κάηκες.  Αν  δέν  τόν  καις  καί  πιστέψης  ότι  τόν  καις,  κάηκες  δυό
φορές. Ή μπορεί νά φωνάζη βρωμιάρες καί σέ μιά νά πή: Έσύ είσαι καθαρή. Αν εκείνη
τό πιστέψη, πάει, χάθηκε. Γι’ αυτό μήν κάνετε πειράματα μέ τόν διάβολο.
Σέ ένα μοναστήρι πήγαν έναν δαιμονισμένο καί ό ηγούμενος είπε στους πατέρες νά
πάνε στήν εκκλησία νά κάνουν κομποσχοίνι. Είχαν έκεϊ καί τήν κάρα τού Αγίου Παρθενίου,
επισκόπου  Λαμψάκου,  καί  τό  δαιμόνιο  στρυμώχθηκε  πολύ.  Συγχρόνως,  ό  ηγούμενος
ανέθεσε  καί  σέ  έναν  ιερομόναχο  νά  διάβαση  στόν  δαιμονισμένο  εξορκισμούς.  Ό
ιερομόναχος αυτός ήταν ευλαβής μέν εξωτερικά, άλλά εσωτερικά είχε κρυφή υπερηφάνεια.
Ήταν  αγωνιστής  καί  τυπικός  σέ  όλα. Νουθετούσε πνευματικά  τούς  άλλους,  γιατί  ήταν  καί
λόγιος.  Ό  ίδιος όμως δέν βοηθιόταν άπό κανέναν,  γιατί  οί  άλλοι, άπό σεβασμό, όταν  τόν
έβλεπαν νά κάνη κάτι στραβό, δίσταζαν νά τού τό πούν. Είχε δημιουργήσει ψευδαισθήσεις
στόν εαυτό του ότι είναι ό πιο ενάρετος της μονής κ.λπ. Ό πονηρός βρήκε ευκαιρία εκείνη
τήν ήμερα νά  τού  κάνη  κακό. Έβαλε  τήν  πονηριά  του,  γιά  νά  τού δώση τήν εντύπωση ότι
αυτός  διώχνει  τό  δαιμόνιο  άπό  τόν  δαιμονισμένο.  Μόλις  λοιπόν  άρχισε  νά  διαβάζη  τούς
εξορκισμούς,  άρχισε  τό  δαιμόνιο  νά  φωνάζη:  καίγομαι!  πού  μέ  διώχνεις,  άσπλαχνε;,
οπότε  νόμισε  ότι καίγεται  άπό  τόν  δικό  του  εξορκισμό  – ενώ  ό  δαίμονας  ζοριζόταν,  γιατί
προσεύχονταν καί οί άλλοι πατέρες -, καί απάντησε στόν δαίμονα: Νά έρθης σ’ εμένα. Τό
είχε  πει  αυτό  ό  Άγιος  Παρθένιος  σέ  ένα  δαιμόνιο,  άλλά  εκείνος  ήταν  άγιος.  Μιά  φορά
δηλαδή πού ένα  δαιμόνιο φώναζε: καίγομαι,  καίγομαι, πού να  πάω;,  ό  Άγιος του  είπε:
Έλα  σ’  εμένα.  Τότε  τό δαιμόνιο  είπε  στον  Αγιο:  ¨καί  μόνον  τό  όνομα  σου  μέ  καίει,
Παρθένιε!, καί έφυγε άπό τόν δαιμονισμένο πού ταλαιπωρούσε. Πήγε καί αυτός νά κάνη
τόν Αγιο Παρθένιο καί δαιμονίσθηκε. ‘Από εκείνη τήν στιγμή τόν εξουσίαζε πιά ό δαίμονας.
Χρόνια ολόκληρα βασανιζόταν καί δέν μπορούσε νά άναπαυθή πουθενά. Συνέχεια γύριζε,
πότε  έξω  στον  κόσμο  καί  πότε  μέσα  στό  «Αγιον  Όρος.  Τί  τράβηξε  ό  καημένος!  Τού  είχε
δημιουργήσει αυτή ή κατάσταση ψυχική κούραση καί σωματική κόπωση μέ τρεμούλα. Καί
νά δήτε, ένώ ήταν καλός παπάς, δέν μπορούσε μετά νά λειτουργήση. Βλέπετε τί κάνει ό
διάβολος;
– Γέροντα, έχει κάποια σχέση ό καφές μέ τις αντιδράσεις ενός δαιμονισμένου;
– Όταν τό νευρικό σύστημα είναι ταραγμένο καί πιή κανείς πολλούς καφέδες, κλονίζονται
τά  νεύρα  καί  τό  ταγκαλάκι  εκμεταλλεύεται  αυτήν  τήν  κατάσταση.  Δέν  είναι  ότι  ό  καφές
είναι  κάτι  δαιμονικό.  Χρησιμοποιεί  τό  ταγκαλάκι  τήν  επίδραση  του  στά  νεύρα,  καί  ό
δαιμονισμένος αντιδράει χειρότερα.

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

Ο Γέροντας της καρδιάς μας…( Αγιος Παΐσιος )


Ρεπορτάζ: ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΥΔΡΑΙΟΥ
geronda paisios 9


Τέσσερις Βολιώτες μιλούν στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ για τη γνωριμία τους με τον Αγιο Παΐσιο
Τόπος κατάνυξης και προσκυνήματος έχει καταστεί η Μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης, όπου συρρέει πλήθος πιστών, κλείνοντας ευλαβικά το γόνυ μπροστά στον τάφο του γέροντα Παΐσιου του Αθωνίτη, ο οποίος αγιοποιήθηκε πρόσφατα με απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Είκοσι ένα χρόνια μετά την κοίμησή του, η πνευματική παρακαταθήκη, τα λόγια και οι διδαχές του Γέροντα Παΐσιου παραμένουν πηγή δύναμης και ελπίδας για εκατομμύρια ψυχές. Ανθρωποι από κάθε γωνιά της γης, μεταξύ αυτών και αναρίθμητοι Βολιώτες, είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν το φωτισμένο Γέροντα, να ακούσουν τα λόγια του και να λάβουν την ευχή του.


Ο Αγιος Παΐσιος o Αγιορείτης, κατά κόσμον Αρσένιος Εζνεπίδης, ο οποίος γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου 1924 και κοιμήθηκε στις12 Ιουλίου 1994, έγινε ευρέως γνωστός για τον βίο και το έργο του. Η κατάταξή του στο Αγιολόγιο της 
Ορθόδοξης Εκκλησίας πραγματοποιήθηκε στις 13 Ιανουαρίου 2015 σύμφωνα με την Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ασκήτευσε στο Αγιο Ορος και στο Ορος Σινά, ενώ η επίγεια πορεία του συνδέθηκε με την Παναγούδα, όπου τον επισκέπτονταν πλήθη πιστών. Ηταν τόσο μεγάλο το πλήθος, ώστε υπήρχαν ειδικές σημάνσεις που έδειχναν τον δρόμο προς το κελί του. Παρά το βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Εξακολούθησε όμως να δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες, ενώ συνήθιζε επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.
Καταλυτική γνωριμία
Η γνωριμία με τον Αγιο Παΐσιο ήταν καταλυτική για πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι έκαναν κανόνα ζωής τα λόγια και τις συμβουλές του, κρατώντας τα ως πολύτιμη πνευματική παρακαταθήκη. Τέσσερις Βολιώτες, οι οποίοι είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν, καταθέτουν τις μαρτυρίες τους στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ, τονίζοντας ότι ήταν συγκλονιστικές και καθοριστικές για την μετέπειτα ζωή τους, οι στιγμές που βίωσαν.

Με ιδιαίτερη συγκίνηση ανακαλεί προσωπικές μνήμες ο Γιάννης Νικολόπουλος, συνταξιούχος Τελωνειακός, ο οποίος επισκέφθηκε για πρώτη φορά τον Γέροντα Παΐσιο τον Οκτώβριο του 1992, στο ασκητήριό του, την Παναγούδα, μαζί με παρέα φίλων του.
Η συγκλονιστική μαρτυρία του κ. Νικολόπουλου είναι καταγεγραμμένη στο βιβλίο του Νικόλαου Α. Ζουρνατζόγλου, με τίτλο «Μαρτυρίες προσκυνητών-Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης 1924-1994» και σκιαγραφεί με έντονα συναισθήματα μια συγκλονιστική εμπειρία ζωής. 

«Ενας από την παρέα μου τον ρώτησε: «Γέροντα, όταν έχεις ένα πάθος και το παλεύεις, και αυτό, αντί να υποχωρεί, γιγαντώνεται, τι παραπάνω πρέπει να κάνεις για να απαλλαγείς από αυτό;».
 O Γέροντας απάντησε: «Δεν πολεμάται ποτέ το πάθος κατακέφαλα. Δε θα το νικήσουμε ποτέ έτσι. Πολεμάμε την αιτία που δημιουργεί το πάθος. Π.χ. είσαι χαρτοπαίκτης; (Λέγοντας τη λέξη αυτή, με κοίταξε κατάματα. Ημουν, βλέπετε, χαρτοπαίκτης και δεν το είχα πει στο Γέροντα). Δεν συναναστρεφόμαστε με χαρτοπαίκτες, ούτε συχνάζουμε σε λέσχες και καφενεία όπου παίζουν χαρτιά. Αλλάζουμε φίλους και τόπο.
 Να θυμάστε: το πάθος δεν πεθαίνει εύκολα, απλώς κοιμάται και όταν υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες, ξυπνάει και γίνεται μεγαλύτερο από πρώτα. Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή και προσευχή. Μετά από εκείνη την επίσκεψή μου στο Γέροντα, με τη βοήθεια του Θεού και τις ευχές του, δεν ξαναέπαιξα χαρτιά μέχρι σήμερα» αναφέρει ο κ. Νικολόπουλος, υπογραμμίζοντας ότι οι διδαχές του Γέροντα Παΐσιου ήταν καθοριστικές για τη μετέπειτα ζωή του.

Υπόδειγμα ταπεινότητας, υπομονής και πίστης, χαρακτηρίζουν το Γέροντα Παΐσιο όσοι είχαν την τύχη να λάβουν την ευχή του. Ο Γιώργος Σάμιος, οδηγός ταξί, αναφέρει: 
«Τον Γέροντα Παΐσιο τον είδα για πρώτη φορά σε ένα Μετόχι της Μονής Σινά, κοντά στην Αμερικάνικη πρεσβεία στην Αθήνα και κατόπιν τον επισκέφτηκα στο Αγιο Ορος. Ακούγοντάς τον εντυπωσιάστηκα τόσο, ώστε αποφάσισα τη συζήτησή μας, να την κάνω θέμα διάλεξης, με μια ομάδα νέων. Παρότι πέρασαν τριάντα χρόνια, θυμάμαι τη συνάντησή μας σαν να έγινε χθες. Ο Γέροντας έβλεπε μέσα στην ψυχή του καθενός και το πρώτο που μας ρωτούσε ήταν «εξομολογείσαι; Εχεις πνευματικό;».
 Προσωπικά με απασχολούσε ένα θέμα και το συζήτησα με τον Γέροντα, ο οποίος μου είπε τι θα γινόταν και όντως μετά από 20 χρόνια, το πρόβλημα που με απασχολούσε, λύθηκε με τον τρόπο που είπε». 
Ο κ. Σάμιος περιγράφει «άνθρωπο του Θεού» τον Γέροντα Παΐσιο, ο οποίος συχνά έλεγε ότι «πρέπει να υπακούμε και όταν αδικούμαστε, γιατί ο Θεός ανταποδίδει την υπομονή στην αδικία», για να προσθέσει ότι «κράτησα τις διδαχές του, που σήμερα τις βλέπουμε γραμμένες σε βιβλία».

Ο Γεωπόνος Αντώνης Παπαντωνίου επισκέφθηκε τρεις φορές το Γέροντα Παΐσιο, υπογραμμίζοντας ότι «πάντα καθόμουν σε μια άκρη και άκουγα τις απαντήσεις του. Παρά το γεγονός ότι δεν είχε πραγματοποιήσει εγκύκλιες σπουδές, είχε τελειώσει μόνο το Δημοτικό, είχε μια τεράστια παιδεία και μέσα από έναν πολύ απλό προφορικό λόγο, σου έλεγε πράγματα πολύ δύσκολα. Ο προφορικός του λόγος ήταν πολύ απλός και πολύ κατανοητός». 
Ανατρέχοντας στις μνήμες εκείνης της περιόδου, ο κ. Παπαντωνίου αναφέρει ότι πλήθος ανθρώπων οι οποίοι αντιμετώπιζαν διάφορα προβλήματα, επισκέπτονταν τον Γέροντα για να ζητήσουν τη συμπαράσταση, τη συμβουλή και την ευλογία του. «Μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση, αναφέρει ο ίδιος, όταν τον ρώτησε ένας απλός, θρησκευόμενος άνθρωπος, «δουλεύουμε από το πρωί ίσαμε το βράδυ χειρονακτικά κι όταν πάμε στην Εκκλησία είμαστε κουρασμένοι. Δεν μπορούμε να παρακολουθήσουμε τη λειτουργία. Μήπως αμαρτάνουμε;».
Ο Γέροντας απάντησε ότι «η Εκκλησία και η λειτουργία είναι όπως ένα μεγάλο καράβι. Οπως μπαίνεις μέσα το καράβι για να ταξιδέψεις στον προορισμό σου, όσο κουρασμένος κι αν είσαι, πήγαινε στην Εκκλησία, άκου τη λειτουργία κι όταν θα φύγεις μετά την απόλυση, θα έχεις κερδίσει πολλά». 
Μέσα από την απλότητα του λόγου, επισημαίνει ο κ. Παπαντωνίου, σου έδινε εξηγήσεις και λύσεις».

Ο Φιλόλογος Γιάννης Πατρίκος, θυμάται χαρακτηριστικά: «Είχα την ιδιαίτερη ευλογία να τον συναντήσω τρεις φορές στο ησυχαστήριό του, στην Παναγούδα κοντά στις Καριές του Αγίου Ορους. Εκεί ήταν ο γέροντας και ήταν λίγο δύσκολο να πλησιάσει κανείς, γιατί πήγαινε πολύς κόσμος. Μπαίναμε μέσα με τη σειρά. Χτυπούσαμε ένα κουδουνάκι και μας άνοιγε την πόρτα. Για καθίσματα είχε κούτσουρα από κορμούς δένδρων και πάντοτε ελεύθερη την ευλογία, λουκουμάκι και νεράκι, και δίδασκε. Ελεγε διάφορες συμβουλές. Τον γνώρισα τον Ιούλιο του 1980. Είχαμε πάει για πρώτη φορά στο Αγιο Ορος με το Χρήστο Ζαχαρόπουλο και το Θωμά Παπαθωμαΐδη. 
Ηταν μια πολύ ευλαβική φυσιογνωμία, Αγία μορφή πραγματικά και ο λόγος ο οποίος έβγαινε από τα χείλη του, ήταν θεόπνευστος.
Κάποια άλλη φορά, είχε λιγότερους επισκέπτες και μπορούσαμε να τον δούμε και κατ’ ιδίαν. Πηγαίναμε παραπέρα όπου ήταν μια βελανιδιά και είχε ένα καθισματάκι ο γέροντας όπου κάθονταν και συνομιλούσε με όσους ήθελαν να του εκμυστηρευτούν το πρόβλημά τους. Ηταν θεόπνευστα τα λόγια του. Εδινε συμβουλές για τη ζωή, είμαστε νέοι τότε, για τις οικογένειές μας. Ηταν όντως Αγία μορφή, ένιωθε κατάνυξη κανείς όταν τον αντίκριζε. Ηταν συγκλονιστικές οι στιγμές αυτές» υπογραμμίζει ο κ. Πατρίκος.

Οι διδαχές του Αγίου
Η προτροπή του Γέροντα ήταν: «να σκεπτόμαστε θετικά για τον συνάνθρωπο και όχι αρνητικά, γιατί αλλιώς εισέρχεται η πονηριά στον άνθρωπο και η ισχυρογνωμοσύνη».
Παράλληλα ο ίδιος ανέφερε: «Ό,τι προσφέρουμε ή κάνουμε, πρέπει να γίνεται φιλότιμα και όχι αναγκαστικά και συμφεροντολογικά. Να μην ακολουθούμε από φόβο αλλά να έχουμε θέληση και καλή προαίρεση, όπως και ο Χριστός όταν ήρθε σε αυτόν τον κόσμο».
Πάγια θέση του ήταν ότι «δεν πρέπει συνέχεια να μεριμνούμε για τα «βιοτικά» πράγματα, γιατί ο Θεός προνοεί έτσι ώστε να μας δίνει αυτό που ποθούμε, πολλές φορές πριν καν το ζητήσουμε, αρκεί το μυαλό μας να βρίσκεται σε Αυτόν και να προσευχόμαστε».
Η πλήρης υπακοή, σύμφωνα με το γέροντα επιφέρει την ταπείνωση που είναι η αρχή όλων των καλών κι όπως έλεγε συχνά: «Οι αδικημένοι είναι τα πιο αγαπημένα παιδιά του Θεού».

You might also like:

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

Ὁ Γέροντας Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης. Παρουσίαση ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Ναυπάκτο...

Οι Δυνάμεις του Σκότους. Οι Δαιμονισμένοι Αντιδρούν σε Οτιδήποτε

 Οι Δαιμονισμένοι Αντιδρούν σε Οτιδήποτε Ιερό
Γέροντα, πώς μπορεί κανείς να καταλάβει αν κάποιος είναι δαιμονισμένος και όχι ψυχοπαθής;
– Αυτό και ένας απλός γιατρός, ευλαβής, μπορεί να το καταλάβει. Όσοι πάσχουν από δαιμόνιο, όταν πλησιάσουν σε κάτι ιερό, τινάζονται. Έτσι φαίνεται ξεκάθαρα ότι έχουν δαιμόνιο. Λίγο αγιασμό αν τους δώσεις ή με άγιο Λείψανο αν τους σταύρωσης, αντιδρούν, επειδή στριμώχνονται μέσα τους τα δαιμόνια, ενώ, αν έχουν ψυχοπάθεια, δεν αντιδρούν καθόλου. Ακόμη και επάνω σου αν έχεις έναν σταυρό και τους πλησίασης, ανησυχούν, ταράζονται. Κάποτε σε μια αγρυπνία στο Άγιο Όρος μου είπαν οι πατέρες ότι έχουν τον λογισμό πως κάποιος λαϊκός πού ήταν εκεί είχε δαιμόνιο. Κάθισα στο διπλανό στασίδι και ακούμπησα επάνω του τον σταυρό μου πού έχει Τίμιο Ξύλο. Τινάχθηκε επάνω- σηκώθηκε και πήγε στην άλλη μεριά. Όταν έφυγε λίγο ό κόσμος, πήγα με τρόπο δίπλα του. Πάλι τα ίδια. Κατάλαβα ότι πράγματι είχε δαιμόνιο.  
Όταν μου φέρνουν στο Καλύβι παιδάκια και μου λένε ότι έχουν δαιμόνιο, για να διαπιστώσω αν είναι δαιμονισμένα, μερικές φορές παίρνω ένα τεμάχιο αγίου Λειψάνου του Αγίου Αρσενίου και το κρύβω στην χούφτα μου. Και να δείτε, ενώ έχω κλειστά και τα δυο χέρια μου, το παιδάκι, αν έχει δαιμόνιο, κοιτάζει φοβισμένο το χέρι με το όποιο κρατώ το άγιο Λείψανο. Αν όμως δεν έχει δαιμόνιο, άλλα λ.χ. κάποια αρρώστια εγκεφαλική, δεν αντιδρά καθόλου. Άλλοτε πάλι τούς δίνω νερό στο όποιο προηγουμένως έχω βουτήξει τεμάχιο άγιου Λειψάνου, αλλά, αν έχουν δαιμόνιο, δεν το πίνουν απομακρύνονται.  
Σε ένα δαιμονισμένο παιδάκι έδωσα μια φορά να φάει πρώτα γλυκά, για να διψάσει πολύ, και μετά του έφερα από αυτό το νερό. 
«Στον Γιαννάκη, είπα, θα δώσω πιο καλό νερό». Μόλις ήπιε λίγο, άρχισε να φωνάζει: «Αυτό το νερό με καίει. Τι έχει μέσα;». «Τίποτε», του λέω. «Τι με κάνεις; Με καίει», φώναζε. «Δεν καίει εσένα- κάποιον άλλον καίει», του λέω. Τον σταύρωνα στο κεφάλι, και τινάζονταν τα χέρια, τα πόδια του… Έπαθε δαιμονική κρίση. Το δαιμόνιο το έκανε ένα κουβάρι. Θυμάστε κι εκείνον τον φοιτητή πού είχε έρθει εδώ παλιά; «Έχω μέσα μου δαιμόνιο, μου έλεγε, και με τυραννάει πολύ. Περνάω μαρτύριο από τον δαίμονα, γιατί με αναγκάζει να λέω και αισχρά. Έχω φθάσει σε απελπισία. Αισθάνομαι να με πιέζη μέσα μου, να με σφίγγει πότε εδώ, πότε εκεί», και ό καημένος έδειχνε την κοιλιά του, το στήθος, τα πλευρά, τα χέρια. Επειδή ήταν πολύ ευαίσθητος, για να μην τον πληγώσω και για να τον παρηγορήσω, του είπα: «Κοίταξε, δεν έχεις μέσα σου δαιμόνιο- μια εξωτερική δαιμονική επίδραση είναι επάνω σου».Όταν πήγαμε στην εκκλησία, είπα στις αδελφές πού ήταν εκεί να κάνουν ευχή για το δυστυχισμένο πλάσμα του Θεού, κι εγώ πήρα από το Ιερό ένα τεμάχιο αγίου Λειψάνου του Αγίου Αρσενίου, τον πλησίασα και τον ξαναρώτησα:
«Σε ποιο σημείο σε πιέζει και σε βασανίζει ό δαίμονας; Που νομίζεις ότι βρίσκεται;».
   
Μου έδειξε τότε τα πλευρά του. «Που, εδώ;», τον ρώτησα και ακούμπησα επάνω την χούφτα μου με το άγιο Λείψανο. Βγάζει άμεσους ένα ουρλιαχτό! «Μ’ έκαψες, μ’ έκαψες! Δεν φεύγω…ω…ώχ! Δεν φεύγω!». Φώναζε, έβριζε, έλεγε αισχρά. Τότε άρχισα μέσα μου να λέω: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Κύριε Ιησού Χριστέ, δίωξε το ακάθαρτο πνεύμα από το πλάσμα Σου και να τον σταυρώνω με το ιερό Λείψανο». Αυτό γινόταν επί είκοσι λεπτά. Υστέρα ό δαίμονας τον σπάραξε, τον έριξε κάτω. Έκανε τούμπες. Το κουστούμι του έγινε μες’ στις σκόνες. Τον σηκώσαμε όρθιο. Έτρεμε ολόκληρος και έκανε έντονες σπασμωδικές κινήσεις. Πιάσθηκε από το τέμπλο, για να στηριχτεί. Από τα χέρια του έτρεχε κρύος ιδρώτας, όπως είναι ή δροσιά στα χορτάρια, σε λίγο έφυγε ό δαίμονας και ηρέμησε. Έγινε καλά και τώρα είναι μια χαρά. Μη Δίνετε Σημασία στα Λόγια του Δαιμονισμένου Γέροντα, τί πρέπει να προσεχή κανείς, όταν συζητά με έναν δαιμονισμένο; – Να λέει την ευχή και να του φέρεται με καλοσύνη. – Γέροντα, θυμούνται οι δαιμονισμένοι τί λένε πάνω στην κρίση τους; – Άλλα τα θυμούνται και άλλα δεν τα θυμούνται. Δεν ξέρουμε πώς εργάζεται ό Θεός. Μερικές φορές επιτρέπει να τα θυμούνται, για να ταπεινωθούν και να μετανοήσουν. Και όταν ζητάη κάτι ό δαιμονισμένος, δεν είναι εύκολο να καταλάβει κανείς πότε αυτό είναι από τον διάβολο και πότε το έχει ανάγκη ό ίδιος. Είχα συναντήσει κάπου μια δαιμονισμένη κοπέλα. Αυτή είχε διαβάσει Καζαντζάκη και πίστευε κάτι βλάσφημα πράγματα με αποτέλεσμα να δαιμονισθεί. Ξαφνικά την έπιασε το δαιμόνιο και έβαλε κάτι φωνές! «Καίγομαι, καίγομαι!». Οι δικοί της την κρατούσαν, για να την σταυρώσω. Μετά φώναζε: «Νερό, νερό!». Λέω:« Φέρτε της νερό». «Όχι, όχι, μου λένε, γιατί μας είπε κάποιος να μην κάνουμε υπακοή στον διάβολο». «Τώρα, λέω, ή καημένη διψάει. Φέρτε νερό». Καταλάβαινα πότε ήταν το κάψιμο από τον διάβολο και πότε ήταν από δίψα. Ήπιε ή καημένη κάνα-δύο ποτήρια νερό. «Κάρβουνα, έλεγε, έχω μέσα μου, τόσο κάψιμο νιώθω. Και έναν κουβά νερό να έπινα, δεν θα έσβηνε μέσα μου ή φωτιά». Τέτοιο κάψιμο ένιωθε!
   
-Όταν, Γέροντα, φωνάζει ένας δαιμονισμένος, πώς καταλαβαίνουμε πότε μιλάει ό διάβολος μέσω του άνθρωπου και πότε ό άνθρωπος;  
– Όταν μιλά ό διάβολος, τα χείλη δεν κινούνται κανονικά κινούνται σαν μηχανή. Ενώ, όταν μιλά ό άνθρωπος, κινούνται φυσιολογικά. Όταν φωνάζει ένας δαιμονισμένος, την ώρα πού του διαβάζουν εξορκισμούς ή οι άλλοι εύχονται γι’ αυτόν, άλλοτε η ίδια η ψυχή βασανίζεται και λέει λ.χ. στον διάβολο: «φύγε, τί κάθεσαι;» και άλλοτε ο διάβολος βρίζει τον άνθρωπο ή τον ιερέα ή βλασφημεί τον Χριστό, την Παναγία, τούς Αγίους. Άλλοτε λέει ψέματα ή άλλοτε πιέζεται από την δύναμη του ονόματος του Χριστού να πει την αλήθεια. Μερικές φορές πάλι ο δαιμονισμένος λέει δικά του από τα πνευματικά πού έχει διαβάσει κ.λπ. Τί να πω; Μπερδεμένα πράγματα. Γι’ αυτό, όταν συζητάτε μαζί του, να προσέχετε πολύ. Μη δίνετε σημασία στα λόγια του. Μπορεί να λέει λ.χ. «με καις». Αν πράγματι τον καις και πής «τον καίω», κάηκες. Αν δεν τον καις και πιστέψεις ότι τον καις, κάηκες δυο φορές. Η μπορεί να φωνάζει «βρομιάρες» και σε μια να πει: «Εσύ είσαι καθαρή». Αν εκείνη το πιστέψει, πάει, χάθηκε. Γι’ αυτό μην κάνετε πειράματα με τον διάβολο. Σε ένα μοναστήρι πήγαν έναν δαιμονισμένο και ό ηγούμενος είπε στους πατέρες να πάνε στην εκκλησία να κάνουν κομποσκοίνι, Είχαν εκεί και την κάρα του Αγίου Παρθενίου, επισκόπου Λαμψάκου, και το δαιμόνιο στριμώχθηκε πολύ. Συγχρόνως, ό ηγούμενος ανέθεσε και σε έναν ιερομόναχο να διάβαση στον δαιμονισμένο εξορκισμούς. Ό ιερομόναχος αυτός ήταν ευλαβής μεν εξωτερικά, αλλά εσωτερικά είχε κρυφή υπερηφάνεια. Ήταν αγωνιστής και τυπικός σε όλα. Νουθετούσε πνευματικά τους άλλους, γιατί ήταν και λόγιος. Ό ίδιος όμως δεν βοηθιόταν από κανέναν, γιατί οι άλλοι, από σεβασμό, όταν τον έβλεπαν να κάνη κάτι στραβό, δίσταζαν να του το πουν. Με άλλα λόγια, είχε δημιουργήσει ψευδαισθήσεις στον εαυτό του ότι είναι ο πιο ενάρετος της μονής κ.λπ. Ό πονηρός βρήκε ευκαιρία εκείνη την ήμερα να του κάνη κακό. Έβαλε την πονηριά του, για να του δώσει την εντύπωση ότι αυτός διώχνει το δαιμόνιο από τον δαιμονισμένο. Μόλις λοιπόν άρχισε να διαβάζει τους εξορκισμούς, άρχισε το δαιμόνιο να φωνάζει: «καίγομαι! που με διώχνεις, άσπλαχνε;», οπότε νόμισε ότι καίγεται από τον δικό του εξορκισμό ενώ ό δαίμονας ζοριζόταν, γιατί προσεύχονταν και οι άλλοι πατέρες- και απάντησε στον δαίμονα: «Να έρθεις σ’ έμενα». Το είχε πει αυτό ό Άγιος Παρθένιος σε ένα δαιμόνιο, άλλα εκείνος ήταν άγιος. Μια φορά δηλαδή που ένα δαιμόνιο φώναζε: «καίγομαι, καίγομαι, που να πάω;», ό Άγιος του είπε: «Έλα σ’ έμενα». Τότε το δαιμόνιο είπε στον Άγιο: «και μόνον το όνομα σου με καίει, Παρθένιε!», και έφυγε από τον δαιμονισμένο που ταλαιπωρούσε. Πήγε και αυτός να κάνη τον Άγιο Παρθένιο και δαιμονίσθηκε. Από εκείνη την στιγμή τον εξουσίαζε πια ό δαίμονας. Χρόνια ολόκληρα βασανιζόταν και δεν μπορούσε να αναπαυθή πουθενά. Συνέχεια γύριζε, πότε έξω στον κόσμο και πότε μέσα στο Άγιο Όρος. Τί τράβηξε ό καημένος! Του είχε δημιουργήσει αυτή ή κατάσταση ψυχική κούραση και σωματική κόπωση με τρέμουλα, και να δείτε, ενώ ήταν καλός πάπας, δεν μπορούσε μετά να λειτουργήσει. Βλέπετε τί κάνει ό διάβολος;
   
– Γέροντα, έχει κάποια σχέση ό καφές με τις αντιδράσεις ενός δαιμονισμένου;  
– Όταν το νευρικό σύστημα είναι ταραγμένο και πιει κανείς πολλούς καφέδες, κλονίζονται τα νεύρα και το ταγκαλάκι εκμεταλλεύεται αυτήν την κατάσταση. Δεν είναι ότι ό καφές είναι κάτι δαιμονικό. Χρησιμοποιεί το ταγκαλάκι την επίδραση του στα νεύρα, και ό δαιμονισμένος αντιδράει χειρότερα. Γέροντος Παϊσίου του Άγιορείτου.
Πηγή: agapienxristou.blogspot.ca

Όσιος Παΐσιος Αγιορείτης Πνευματική αναίδεια και ζηλωτισμός: τα άκρα που ταλαιπωρούν την Εκκλησία



Αντιμετώπιση εκκλησιαστικών θεμάτων

- Γέροντα, ποια είναι η σωστή αντιμετώπιση, όταν προκύπτουν δύσκολα εκκλησιαστικά θέματα;
– Να αποφεύγωνται τα άκρα· με τα άκρα δεν λύνονται τα θέματα. Βλέπαμε παλιά, ο μπακάλης έβαζε λίγο-λίγο με την σέσουλα στην ζυγαριά, και έτσι έβρισκε την ακρίβεια και ισορροπούσε και η ζυγαριά. Δηλαδή δεν έβαζε απότομα πολύ ούτε αφαιρούσε απότομα πολύ. Τα δύο άκρα πάντα ταλαιπωρούν την Μητέρα Εκκλησία και οι ίδιοι που τα κρατούν ταλαιπωρούνται, γιατί τα δύο άκρα συνήθως καρφώνουν… Είναι σαν να κρατάη το ένα άκρο δαιμονισμένος, όταν έχη αναίδεια πνευματική (περιφρόνηση για όλα), και το άλλο άκρο σαν να το κρατάη τρελλός, όταν έχη μωρό ζήλο με στενοκεφαλιά. Ένας πνευματικά αναιδής δηλαδή με έναν ζηλωτή, που έχει μωρό ζήλο, ποτέ δεν συμφωνούν, αλλά τρώγονται και χτυπιούνται, γιατί και οι δύο στερούνται την θεία Χάρη. Τότε – Θεός φυλάξοι! – μπορεί να χτυπιούνται συνέχεια τα δύο άκρα και «άκρη να μην τους βρίσκη» κανείς. Εκείνοι που θα μπορέσουν να λυγίσουν τα δύο αυτά άκρα, για να ενωθούν – να ομονοήσουν-, θα στεφανωθούν από τον Χριστό με δύο αμάραντα στεφάνια.
Silhouette, group of happy children playing on meadow, sunset, summertime
Να προσέχουμε να μη δημιουργούμε θέματα στην Εκκλησία ούτε να μεγαλοποιούμε τις μικρές ανθρώπινες αταξίες που γίνονται, για να μη δημιουργούμε μεγαλύτερο κακό και χαίρεται ο πονηρός. Όποιος για μικρή αταξία ταράσσεται πολύ και ορμάει απότομα με οργή, δήθεν να την διορθώση, μοιάζει με ελαφρόμυαλο νεωκόρο που βλέπει να στάζη ένα κερί και ορμάει απότομα, με φόρα, για να το διορθώση δήθεν, αλλά παίρνει σβάρνα ανθρώπους και μανουάλια, και δημιουργεί μεγαλύτερη αταξία την ώρα της λατρείας. Δυστυχώς στην εποχή μας έχουμε πολλούς που ταράσσουν την Μητέρα Εκκλησία. Όσοι από αυτούς είναι μορφωμένοι έπιασαν το δόγμα με το μυαλό και όχι με το πνεύμα των Αγίων Πατέρων. Όσοι πάλι είναι αγράμματοι έπιασαν και αυτοί το δόγμα με τα δόντια, γι’ αυτό και τρίζουν τα δόντια, όταν συζητούν εκκλησιαστικά θέματα, και έτσι δημιουργείται μεγαλύτερη ζημία στην Εκκλησία από αυτούς παρά από τους πολέμιους της Ορθοδοξίας μας. Καλά είναι το ποτάμι να μην είναι πολύ ορμητικό, γιατί παίρνει σβάρνα κούτσουρα, πέτρες, ανθρώπους, αλλά ούτε βέβαια και πολύ ρηχό, γιατί θα κάθωνται κουνούπια…
Είναι μερικοί πάλι που ασχολούνται με την κριτική ο ένας του άλλου και όχι με το γενικώτερο καλό. Παρακολουθεί ο ένας τον άλλο περισσότερο από τον εαυτό του. Κοιτάζει τι θα πη ή τι θα γράψη ο άλλος, για να τον χτυπήση κατόπιν αλύπητα, ενώ ο ίδιος, εάν έλεγε ή έγραφε το ίδιο πράγμα, θα το υποστήριζε και με πολλές μαρτυρίες από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες. Το κακό που κάνει είναι μεγάλο, γιατί αφ’ ενός μεν αδικεί τον πλησίον του, αφ’ ετέρου δε τον γκρεμίζει μπροστά στα μάτια των πιστών. Πολλές φορές μάλιστα σπέρνει και την απιστία στις ψυχές των αδυνάτων, γιατί τους σκανδαλίζει. Όσοι δικαιολογούν την κακία τους με το δήθεν έλεγχο των άλλων και όχι του εαυτού τους ή με το να δημοσιεύουν στον κόσμο εκκλησιαστικές καταστάσεις – ακόμη και πράγματα που δεν λέγονται – προφασιζόμενοι το «ειπέ τη Εκκλησία»[1], ας κάνουν πρώτα αρχή από την μικρή τους εκκλησία, την οικογένειά τους ή την Αδελφότητά τους και, εάν τους φανή καλό, τότε ας ρεζιλέψουν και την Μητέρα Εκκλησία. Τα καλά παιδιά, νομίζω, ποτέ δεν κατηγορούν την μάνα τους.
Όλοι χρειάζονται στην Εκκλησία. Όλοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σ’ αυτήν· και οι ήπιοι χαρακτήρες και οι αυστηροί. Όπως στο σώμα του ανθρώπου είναι απαραίτητα και τα γλυκά και τα ξινά, ακόμη και τα πικρά ραδίκια, γιατί το καθένα έχει τις δικές του ουσίες και βιταμίνες, έτσι και στο Σώμα της Εκκλησίας όλοι είναι απαραίτητοι. Ο ένας συμπληρώνει τον χαρακτήρα του άλλου και όλοι είμαστε υποχρεωμένοι να ανεχώμαστε όχι μόνον τον πνευματικό χαρακτήρα του άλλου αλλά ακόμη και τις αδυναμίες που έχει σαν άνθρωπος. Δυστυχώς μερικοί έχουν παράλογες απαιτήσεις από τους άλλους. Θέλουν να έχουν όλοι ίδιο πνευματικό χαρακτήρα με τον δικό τους, και όταν κάποιος δεν συμφωνή με τον χαρακτήρα τους, δηλαδή ή είναι λίγο επιεικής ή λίγο οξύς, αμέσως βγάζουν το συμπέρασμα ότι δεν είναι πνευματικός άνθρωπος.
Πηγή: Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι Α΄, Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο, έκδ. Ιερόν Ησυχαστήριον ‘’Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος’’, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1999

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2015

Πότε θα τελειώσει η κρίση και θα απελευθερωθεί η Ελλάδα; Τι λέγει σύγχρονος γέροντας ασκητής και ποιά λύση προτείνει για τους Έλληνες και την Ελλάδα! Πότε οι προφητείες αγίων γερόντων θα υλοποιηθούν;

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι η οικονομική κρίση και κυρίως οι συνέπειες που είθισται πάντοτε να την συνοδεύουν, όπως λ. χ. απόγνωση, απελπισία, θλίψη, κατήφεια, ανασφάλεια φανερώνουν στην πράξη την απουσία του Θεού από τη ζωή του ανθρώπου.
Η λήθη του Θεού άλλωστε αποτελεί το μοναδικό αίτιο δημιουργίας της κατάστασης αυτής. Αν για παράδειγμα υπήρχε μνήμη Θεού στο σύγχρονο άνθρωπο δεν θα αναπτύσσονταν οι πελατειακές σχέσεις των πολιτικών με επίκεντρο την πάλαι ποτέ «μισθοδοτική ασφάλεια» του Δημοσίου τομέα, η οποία στην ουσία κάλυπτε την ανασφάλεια του ανθρώπου εξ αιτίας της απομάκρυνσής του από το Θεό. Αν υπήρχε μνήμη Θεού δεν θα αυξανόταν ο φοβερός δράκοντας της διαφθοράς και της σήψης, ο οποίος συνιστά τη μεγαλύτερη απειλή σήμερα στην κοινωνία μας! Αν υπήρχε μνήμη Θεού η πορνεία, η κλοπή, η μοιχεία, η ανωμαλία (βλ. ομοφυλοφιλία -κιναιδισμός), η ψευδομαρτυρία δεν θα συνιστούσαν το μεγαλύτερο κίνδυνο διάσπασης της κοινωνικής συνοχής και κυρίως της χριστιανικής οικογενείας. Αν υπήρχε μνήμη Θεού δεν θα υπήρχαν μεγάλες δοκιμασίες και κρίσεις ούτε διενέξεις και πόλεμοι. Εάν υπήρχε μνήμη Θεού δεν θα είχαν κανένα λόγο στην οικουμένη οι εκφραστές του μυστηρίου της ανομίας, οι οποίοι κρύβονται σαν τους αρουραίους σε σκοτεινές στοές και λέσχες και σατανικές επιτροπές και συμβούλια... Εάν υπήρχε μνήμη Θεού δεν θα υφίστατο ο κίνδυνος να καταστεί ο άνθρωπος δούλος αδίστακτων αφανών δικτατόρων και των πολιτικών υπαλλήλων τους που κινούν σαν πιόνια προκειμένου να κρύβουν τις παρανομίες τους... (βλ. ηλεκτρονικό φακέλωμα)!
Στο γεγονός λοιπόν ότι ο άνθρωπος, έβγαλε το Θεό από τη ζωή του οφείλεται σήμερα όλη αυτή η κατάσταση που βιώνουμε. Στο ότι δηλαδή ξέχασε το Θεό θα υποστηρίζαμε παντελώς παραβλέποντας  και μην ακολουθώντας τη διδασκαλία Του’ Και επιπλέον με το να επιλέγει συνειδητά αντίθετους δρόμους απ’ αυτούς που Εκείνος όρισε κατά τη δημιουργία του κόσμου, μη αποδεχόμενος την οδό της αληθείας την οποία συστηματικά διαστρέβλωνε και συνεχίζει να διαστρεβλώνει σε μια προσπάθεια να εντάξει τα σχέδια του Θεού μέσα στις εγωπαθείς αντιλήψεις του περί της ζωής...
Λησμονούμε λοιπόν ως ορθόδοξοι χριστιανοί ότι τα οδυνηρά γεγονότα, όπως τονίζει ο όσιος Μάρκος ο ασκητής χαρίζουν μνήμη Θεού στον συνετό άνθρωπο και προκαλούν αντιστοίχως θλίψη σ’ εκείνον που έχει ξεχάσει τον Θεό. Γιατί εύκολα θα διαπιστώσουμε ρίχνοντας μια ματιά σήμερα στην ευλογημένη από τον τριαδικό Θεό χώρα μας ότι ως ανήμερα θεριά στέκονται η θλίψη και η απόγνωση, η αβεβαιότητα για το αύριο, η απελπισία και η απογοήτευση...
Οι διάφορες δημοσκοπήσεις άλλωστε καταγράφουν την τραγική αυτή εικόνα που στην ουσία καταδεικνύει δυστυχώς το γεγονός της λήθης του Θεού από την πλειονότητα του ελληνικού λαού. Καταδεικνύεται στην κυριολεξία η τεράστια απουσία της ειλικρινούς μετανοίας, λογιζομένης κυρίως ως έξοδος και επιστροφή στην ασφάλεια του ουρανού, ως διαφυγή από την καλοστημένη παγίδα μιας σατανικής επινοήσεως ευημερίας... Μιας σατανικής ευημερίας που χτίσθηκε με την ψευδαίσθηση ότι το χρήμα και ο πλούτος ταυτίζονται απόλυτα με την ευτυχία!
 Εάν όμως καλοί μου άνθρωποι βρείτε σήμερα έναν πλούσιο να είναι ευτυχισμένος -χωρίς φυσικά να υποκρίνεται- τότε να τον φέρετε να τον γνωρίσω προσωπικά, γιατί θα είναι φαινόμενο μοναδικό στον κόσμο, λέγει συχνά γέροντας ασκητής του Παγγαίου Όρους. Τότε θα αναρωτηθείτε ποιός είναι ο λόγος να παγιδευόμαστε στην ψευδαίσθηση απόκτησής του; Πρόκειται για μια καλοστημένη παγίδα του Σατανά, ο οποίος γνωρίζει καλώς πως να οδηγεί σ’ αυτή τους ανύποπτους ανθρώπους... Κάποιοι δεν εξ αυτών μοιάζουν του πλουσίου νεανία που αν και εφάρμοζε το νόμο του Θεού εν τούτοις παρέμεινε εγκλωβισμένος σε εφήμερα πλούτη...
Δυστυχώς παρά την πολύχρονη συνεχιζόμενη δοκιμασία οι περισσότεροι σήμερα Έλληνες δεν έχουν καν συνειδητοποιήσει την ανάγκη της προσωπικής αλλαγής, που θα τους απελευθέρωνε από την πονηρή αυτή παγίδα. Και αλλαγή σημαίνει μετάνοια. Και δεν το έχουν συνειδητοποιήσει γιατί από τις συζητήσεις τους διαπιστώνεται το πόσο εγκλωβισμένοι βρίσκονται στα δίκτυα μιας άνομης φιλοσοφίας. Επιμένουν δηλαδή σήμερα να ανακαλύψουν σε κοσμικά συστήματα ή σε πρόσωπα άλλων τις αιτίες που απώλεσαν, τον δρόμο τους προς την απόκτηση αγαθών ( νεο-πλουτισμός), αυτήν την χωρίς κόπο, καλοπέραση, την οποία είθισται να ονομάζουν ανάπτυξη!!! Τους φταίνε και μας φταίνε πάντα οι άλλοι, γιατί όλο αυτό το χρονικό διάστημα ο άλλος εξελισσόταν σε ανταγωνιστή και λογιζόταν ως εχθρός που απειλεί την σατανική νοούμενη «ανάπτυξη» μας μέσα σε περιβάλλοντα πλήρους διαφθοράς και σήψης.
Είναι λοιπόν πάρα πολύ δύσκολο από τη μια ημέρα στην άλλη να απαλλαχθούμε από νοσηρές νοοτροπίες. Και είναι δύσκολο γιατί βασικό μοχλό στις ανθρώπινες σχέσεις έχουμε όλοι ανεξαιρέτως ορίσει την ιδιοτέλεια ή κοινά θα λέγαμε συμφέρον. Και ο μοχλός τούτος έχει ως θεμέλιο λίθο το εγώ! Έχει θα υποστηρίζαμε ως βάση στοιχεία που είναι παντελώς αντίθετα και ξένα με την Ορθόδοξη διδασκαλία και ζωή, η οποία έχει ως βάση την αγάπη προς τον πλησίον, το θυσιαστικό σταυρο-αναστάσιμο μονοπάτι της πραγματικής ευτυχίας και αληθινής ζωής.
Εύλογα λοιπόν σ’ αυτούς που επιμένουν να ρωτούν ή τρέχουν να βρουν απαντήσεις σε σύγχρονους γέροντες και γερόντισσες για το πότε θα τελειώσει η κρίση θα απαντούσαμε με το να μεταφέρουμε τα λόγια σοφού σύγχρονου γέροντα ασκητή που ζει στο Παγγαίο Όρος.
«Θα τελειώσει όταν οι ίδιοι αφεθούν ψυχή και σώματι στον Σωτήρα Χριστό, όταν συνειδητά και με συντριβή κατανοήσουν το πόσο λάθος δρόμο πήραν, όπως λέγει γνωστό τραγούδι, όταν σηκώσουν τα χέρια στο Θεό, χωρίς ωστόσο να απαιτούν απ’ Αυτόν να λύσει το οικονομικό πρόβλημα τους! Γιατί πολλοί είναι αυτοί που λένε «βοήθησε με Κύριε» αλλά τη βοήθεια του Θεού θέλουν να την ορίζουν εκείνοι. Επιδιώκουν να βάλουν τον άπειρο Θεό στα εφήμερα σχέδιά τους!!! Ε! Αυτό δεν γίνεται. Ο τριαδικός Θεός δεν λειτουργεί με ιδιοτέλεια και συμφέρον. Ο τριαδικός Θεός είναι Αγάπη, Αγάπη, Αγάπη. Και μέσω της αγάπης Του οδηγούμαστε στη λύση και στη σωτηρία.
Πριν από ημέρες δέχθηκα μία επίσκεψη ενός ζευγαριού. Ο σύζυγος ήταν άνεργος και η γυναίκα του τα έβαζε με το Θεό αποκαλώντας Τον άδικο, αφού δεν ακούει τις δεήσεις. Απευθυνόμενος στο σύζυγο του πρότεινα να εργαστεί κοντά μου και να με βοηθήσει λίγο στα χωράφια της Μονής και στο άρμεγμα των προβάτων. Εκείνος αντέδρασε! Μα πάτερ δεν τελείωσα το Πανεπιστήμιο για να γίνω αγρότης, απάντησε αυθόρμητα. Τότε του είπα: Καλό μου παλικάρι και εγώ σπούδασα στο Πανεπιστήμιο και χαίρομαι με οιανδήποτε εργασία και αν κάνω. Αφήνω στον Κύριο να ορίζει το θέλημά Του και προσπαθώ ο αμαρτωλός να γίνομαι καλός αγωγός της θείας χάρης. Βλέπετε γιατί ο Θεός δεν άκουε τις δεήσεις του  ζευγαριού; Γιατί αυτές έκρυβαν ιδιοτέλεια... Σ’ αυτήν πατούσε ο πονηρός Σατάν προκειμένου να τους στρέφει ενάντια του Χριστού. Αλλά τα καημένα τα παιδιά τις φταίνε; Που είναι οι επίσκοποι μας; Που βρίσκονται οι ραβδούχοι σήμερα που θα αναλάβουν να οδηγήσουν τους χριστιανούς και να οδηγήσουν τον τόπο στη μετάνοια;   Γιατί καλοί μου άνθρωποι με μερσεντές, λιμουζίνες και επισκοπεία σαν τα παλάτια, με πολυτελή γραφεία και χλιδή δεν διδάσκεις τη μετάνοια ούτε μπορείς να πας προς το Παράδεισο. Έτσι δεν είναι;
Χωρίς μετάνοια η κρίση θα παραμένει και θα γίνεται ανήμερο θεριό που θα καταπίνει καθημερινά όλο και περισσότερους Έλληνες! Με τη μετάνοια μας αντίθετα θα κλείσει η αυλαία γιατί τότε θα έχουμε την παρέμβαση του Θεού που θα λύσει οριστικά την τραγωδία που βιώνει σήμερα η Ελλάς. Με τη μετάνοια θα αξιωθούμε όχι μόνο να δούμε καλές ημέρες αλλά λαμπρές ημέρες. Με τη μετάνοια μας η χώρα μας θα καταστεί το λαμπρό εκείνο αστέρι που θα οδηγήσει την οικουμένη στην ευτυχία και σωτηρία. Είθε ο Θεός να ορίσει ποιμένα και ηγούμενο αντάξιο του Μωυσή και του Δαυίδ. Γένοιτο!»

Συντάκτης: ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΣΤΥΛΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ.       Πηγή: ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2012.

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Μαρτυρία Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανάσιου για τον Γ. Παΐσιο




Πήγα στον Γέροντα τον Σεπτέμβριο του 1977, ημέρα Δευτέρα, παραμονή του Τιμίου Σταυρού. Χτύπησα την πόρτα πολύ πρωί, ο Γέροντας μου άνοιξε. Ήταν πολύ χαρούμενος και ευδιάθετος.
 «Α, ευτυχώς πού ήρθες διάκο», μου λέγει, «και έχω πανήγυρη αύριο. Θα έρθουν ψάλτες, παρήγγειλα ροφό και έλειπε ένας διάκος. Ήρθες εσύ, εντάξει η πανήγυρη». «Έλεγε και άλλα τέτοια αστεία. Ύστερα μου είπε:
«Θα μείνης εδώ απόψε».
«Ήξερα ότι ο Γέροντας δεν κρατούσε κανέναν τη νύχτα μαζί του. Μόλις μου το είπε πέταξα από την χαρά μου». Πήγαμε στο Εκκλησάκι, με έβαλε και τακτοποίησα την Αγία Τράπεζα, ξεσκόνισα, σκούπισα τον διάδρομο, έκανα διάφορες δουλειές. Μέσα μου αισθανόμουν πολύ μεγάλη χαρά. Το μεσημέρι πήγαμε να φάμε. Έκανε τσάι, έφερε παξιμάδι και έβγαλε άγρια λάχανα από τον κήπο του.
«Μου έκανε εντύπωση όταν κάναμε την προσευχή. Ο Γέροντας είπε το «Πάτερ ημών…» σήκωσε τα χέρια του και το είπε με τόσο πόθο και τόσην ευλάβεια πού ήταν σαν να μιλούσε πραγματικά με τον
Θεό». Μετά με πήγε στο Κελλί και ξεκουράστηκα καμμιά ώρα. Ύστερα κάναμε τον μικρό Εσπερινό με κομποσχοίνι.
Όταν τελειώσαμε μου είπε ο Γέροντας: «Κοίταξε, διάκο, τώρα θα κάνουμε αγρυπνία με κομποσχοίνι και το πρωί θα΄ρθεί ο παπάς να μας λειτουργήση. Ξέρεις να κάνης κομποσχοίνι; Θα σου πώ τί θα κάνεις», και μου έδωσε ένα πρόγραμμα.
Ήταν ένα σοφό πρόγραμμα για να μην νυστάξω την νύχτα. Μου είπε να κάνω ένα κομποσχοίνι τριακοσάρι λέγοντας το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Έπειτα να κάνω ένα κομποσχοίνι εκατοστάρι
στήν Παναγία. Ένα κομποσχοίνι τριακοσάρι στον Χριστό για τους ζώντες. Ένα κομποσχοίνι εκατοστάρι στην Παναγία για τους ζώντες. Ένα κομποσχοίνι τριακοσάρι στον Χριστό για τους
κεκοιμημένους. Ένα κομποσχοίνι εκατοστάρι στην Παναγία για τους κεκοιμημένους. Ένα κομποσχοίνι τριακοσάρι στον Τίμιο Σταυρό και μετά ένα τριακοσάρι «δόξα σοι, ο Θεός ημών, δόξα σοι».
Πρώτη φορά άκουγα ότι γινόταν αυτό το πράγμα. Μου εξήγησε: «Αυτό το κομποσχοίνι είναι δοξολογία. Θα τα τελειώνεις και θ’ αρχίζεις από την αρχή».
Μου είπε, «αν ακούσης κανένα θόρυβο, μην τρομάξης. Κυκλοφορούν εδώ αγριογούρουνα, τσακάλια κ.ά.». Με έβαλε στο μικρό Αρχονταρίκι του και είπε ότι κοντά στα μεσάνυχτα θα με φωνάξει να πάμε στην Εκκλησία να διαβάσουμε την θεία Μετάληψη.
Άκουγα τον Γέροντα κατά διαστήματα ν’ αναστενάζη βαθειά. Κάπου-κάπου χτυπούσε τον τοίχο και ρωτούσε: «Ε, διάκο, κοιμάσαι; Είσαι καλά;»



Στη φωτογραφία: Οι Γέροντες Ιωσήφ Βατοπαιδινός και Παϊσιος,
με τον νυν Μητροπολίτη Λεμεσού και αγιορείτη μοναχό τότε δεξιά
.

Στις μία παρά, περασμένα μεσάνυχτα πήγαμε στο Εκκλησάκι. Με έβαλε στο μοναδικό στασίδι πού υπήρχε, και μου έδωσε ένα κερί να διαβάσω την Θεία Μετάληψη. Αυτός στεκόταν δίπλα μου, στ’ αριστερά
και άρχισε να λέη τους στίχους: «Δόξα σοι, ο Θεός ημών, δόξα σοι». Κάθε φορά πού έλεγε τον στίχο έκανε τον σταυρό του και έσκυβε μέχρι κάτω.
Όταν φθάσαμε στο τροπάριο «Μαρία Μήτηρ Θεού…», θυμάμαι ότι τόσο μόνο διάβασα, μετά το «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς», πού είπε ο Γέροντας, αισθάνθηκα ένα πράγμα… δεν ξέρω, δεν μπορώ να
το εκφράσω και σταμάτησα. Άρχισε τότε να κουνιέται το καντήλι της Παναγίας, όχι απότομα, αλλά σταθερά διέγραφε μια κίνηση όσο είναι το πλάτος της εικόνος και όλο το Εκκλησάκι πλημμύρισε από
φως. «Έβλεπα χωρίς την λαμπάδα και σκέφθηκα προς στιγμήν να την σβήσω».
Γύρισα προς τον Γέροντα. Τον είδα να εχη τα χέρια του σταυρωμένα στο στήθος και σκυμμένον μέχρι κάτω. Κατάλαβε ότι ήθελα να τον ρωτήσω και μου έκανε νόημα να μην μιλήσω. Έμεινα στο στασίδι
και ο Γέροντας σκυφτός δίπλα μου. Αισθανόμουν τόση αγάπη και ευλάβεια προς τον Γέροντα και ένιωθα ότι βρισκόμουν στον παράδεισο.
Μείναμε σ΄ αυτήν την κατάσταση μισή, μια ώρα, δεν μπόρεσα ακριβώς να καταλάβω. Δεν ήξερα τι να κάνω. Ασυναίσθητα συνέχισα να διαβάζω από μόνος μου την Μετάληψη και όταν έφθασα στην ευχή
«Από ρυπαρών χειλέων…», σιγά-σιγά έσβησε το φως πρώτα και μετά σταμάτησε να κουνιέται το καντήλι. Τελειώσαμε την Μετάληψη και βγήκαμε έξω στον διάδρομο. Με έβαλε να καθήσω σ’ ένα σκαμνάκι
και αυτός κάθησε σ’ ένα μπαουλάκι σιωπηλός. Μετά από ώρα, τον ρώτησα:
-Γέροντα, τι ήταν αυτό το πράγμα;
-Ποιο πράγμα;
-Το καντήλι. Πώς κουνιόταν το καντήλι τόση ώρα;
-Τι είδες;
-Κουνιόταν το καντήλι της Παναγίας δεξιά-αριστερά.
-Μόνο αυτό είδες;
-Και φως.
-Άλλο;
-Δεν είδα άλλο τίποτε. (Ο Γέροντας για να ρωτάη τί άλλο είδα, φαίνεται ότι είδε κάτι παραπάνω).
-Καλά, δεν ήταν τίποτε.
-Πώς δεν ήταν τίποτε, Γέροντα; Κουνιόταν το καντήλι και είχε φως!
-Ε, δεν άκουσες πού γράφουν τα βιβλία, ότι η Παναγία γυρνάει όλα τα Κελλιά των μοναχών και βλέπει τι κάνουν; Ε, πέρασε και από δω και είδε δυο παλαβούς και είπε να μας χαιρετίση και κούνησε το
καντήλι της.
Ύστερα από μόνος του άρχισε να μου διηγήται διάφορες εμπειρίες του. Μου ανέφερε πώς είδε την αγία Ευφημία, και πολλά άλλα. Είχε αλλάξει όλη η διάθεση του. Μέχρι το πρωί μου μιλούσε πνευματικά.
Μου τόνισε: «Σου τα λέω αυτά, διάκο, από αγάπη για να σε βοηθήσω, όχι να νομίσης ότι είμαι κάτι».
Στις 5.30′ ήρθε ο παπάς και ο Γέροντας ήθελε να λειτουργήσω, αλλά εγώ δεν είχα διακονικά άμφια. Μου έφερε ένα στιχάρι παλαιό, έφερε ένα πετραχήλι, το έκανε οράριο και το έπιασε με παραμάνα, βρήκε
κάτι επιμάνικα, μου τα τύλιξε στα χέρια. Ήμουν σαν παλιάτσος, αλλά ήταν η ωραιότερη Λειτουργία της ζωής μου. Ήμασταν μόνο οι τρεις μας.
Με κράτησε μαζί του μέχρι το Σάββατο. Με έστειλε μια φορά στο Μπουραζέρι, να δώ τους πατριώτες μου και να μείνω το μεσημέρι για να φάω. Και άλλη μια φορά με έστειλε στην Σταυρονικήτα πάλι για να φάω, γιατί στο Κελλί του είχε μόνο τσάι και παξιμάδι».


Πηγή: Ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου,
σελίδες: 256-261. Έκδοσις Καλύβης Αναστάσεως, Καψάλα, Άγιον Όρος, 2004.                       Πηγή:Αγιορείτικο Βήμα.