Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ



Ο Όσιος Παΐσιος μας μιλά για το πώς θα πλησιάσουμε τον Θεό

  • Από  hellas-orthodoxy
Ο Όσιος Παΐσιος μας μιλά για το πώς θα πλησιάσουμε τον Θεό


Μερικοί άνθρωποι έρχονται και μου λένε: «Κάνε με καλά· έμαθα ότι μπορείς να με βοηθήσης».
Θέλουν όμως να βοηθηθούν, χωρίς οι ίδιοι να καταβάλλουν καθόλου προσπάθεια.

Λες λ.χ. στον άλλον: «μην τρως γλυκά, κάνε αυτήν την θυσία, για να σε βοηθήση ο Θεός», και σου λένε: «Γιατί; Δεν μπορί να με κάνη καλά ο Θεός;».
Δεν κάνουν μια θυσία για τον εαυτό τους, πόσο μάλλον να θυσιασθούν για τον άλλον. Άλλος δεν τρώει γλυκά, για να βοηθήση ο Χριστός όσους πάσχουν από ζάχαρο, ή δεν κοιμάται, για να δώση λίγο ύπνο ο Χριστός σ' αυτούς που πάσχουν από αϋπνίες. Έτσι συγγενεύει ο άνθρωπος με τον Θεό. Τότε ο Θεός δίνειτην Χάρη Του.
Εγώ, όταν μου λέη κάποιος πως δεν μπορεί να προσευχηθή για κάποιον δικό του που είναι άρρωστος, του λέω να κάνη και αυτός μια θυσία για τον άρρωστο. Συνήθως του λέω να κάνη κάτι που θα είναι καλό και για την δική του υγεία. Ήρθε κάποτε από την Γερμανία στο Καλύβι ένας πατέρας, που το κοριτσάκι του είχε αρχίσει να παραλύη.
Οι γιατροί το είχαν ξεγράψει. Ήταν ο καημένος τελείως απελπισμένος. «Κάνε κι εσύ μια θυσία, του είπα, για την υγεία του παιδιού σου. Να κάνης μετάνοιες, δεν μπορείς· να προσευχηθής, δεν μπορείς, εντάξει. Πόσα τσιγάρα καπνίζεις την ημέρα;».
«Τεσσεράμισι κουτιά», μου λέει. «Να καπνίζης ένα κουτί, του λέω, και τα χρήματα που θα έδινες για τα υπόλοιπα να τα δίνης σε κανέναν φτωχό». «Να γίνη, Πάτερ, καλά το παιδί, μου λέει, και εγώ θα το κόψω το τσιγάρο». «Ε, τότε δεν θα έχη αξία· τώρα πρέπει να το κόψης· πέταξε το τσιγάρο, του λέω. Δεν αγαπάς το παιδί σου;». «Εγώ δε αγαπώ το παιδί μου;
Από τον πέμπτο όροφο πετιέμαι κάτω για την αγάπη του παιδιού μου», μου λέει. «Εγώ δεν σου λέω να πεταχτής από τον πέμπτο όροφο κάτω, θα αφήσης το παιδί σου στον δρόμο κι εσύ θα χάσης την ψυχή σου. Εγώ σου λέω να κάνης κάτι εύκολο. Να, πέταξε τώρα τα τσιγάρα!». Με κανέναν τρόπο δεν ήθελε να τα πετάξη. Και τελικά έφυγε έτσι και έκλαιγε! Πως να βοηθηθή αυτός ο άνθρωπος; Ενώ όσοι ακούν βοηθιούνται.
Λόγοι Δ΄Γέροντας Παϊσιος 

Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

Επέτειος Κοιμήσεως Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου (Ο βίος του-Αφιέρωμα).



»Στις 12 Ιουλίου (νέο ημερολόγιο) του 1994, στις 11:30 τη νύχτα, την ησυχία τάραξε μια δυνατή βροντή! Κατόπιν με συνεχείς αστραπές φωτιζόταν όλο το Άγιον Όρος. Το απόγευμα έγινε γνωστό ότι ο Γέροντας είχε περάσει στην αιωνιότητα.»
Χαράλαμπος: Στην Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου Θεολόγου, στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης, όπως κάθε χρόνο στις 11 Ιουλίου  το βράδυ στις 21:00, θα τελεστεί αγρυπνία για την επέτειο κοιμήσεως του Αγίου Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου.
Ο βίος του
Παιδική ηλικία
Ο Γέρων Παΐσιος γεννήθηκε στα Φάρασα της Καππαδοκίας, στη Μικρά Ασία, στις 25 Ιουλίου του 1924. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πρόδρομος και ήταν πρόεδρος των Φαράσων, ενώ η μητέρα του λεγόταν Ευλαμπία. Ο Γέροντας είχε ακόμα 8 αδέλφια. Στις 7 Αυγούστου του 1924, μια εβδομάδα πριν οι Φαρασιώτες φύγουν για την Ελλάδα, ο Γέροντας βαφτίστηκε από τον Άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη, ο οποίος επέμεινε και του έδωσε το δικό του όνομα «για να αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είχε πει.
Πέντε εβδομάδες μετά τη βάπτιση του μικρού τότε Αρσένιου, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1924 η οικογένεια Εζνεπίδη, μαζί με τα καραβάνια των προσφύγων, έφτασε στον Άγιο Γεώργιο στον Πειραιά και στη συνέχεια πήγε στην Κέρκυρα, όπου και τακτοποιήθηκε προσωρινά στο Κάστρο. Στην Κέρκυρα η οικογένειά του έμεινε ενάμιση χρόνο. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Ηγουμενίτσα και κατέληξε στην Κόνιτσα. Εκεί ο Αρσένιος τελείωσε το δημοτικό σχολείο και πήρε το απολυτήριο του «με βαθμό οκτώ και διαγωγή εξαίρετο». Από μικρός συνεχώς είχε μαζί του ένα χαρτί, στο οποίο σημείωνε τα θαύματα του Αγίου Αρσενίου. Έδειχνε ιδιαίτερη κλίση προς τον μοναχισμό και διακαώς επιθυμούσε να μονάσει. Οι γονείς του χαριτολογώντας, του έλεγαν «βγάλε πρώτα γένια και μετά θα σε αφήσουμε».
Εφηβικά χρόνια και ο στρατός
Στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι να υπηρετήσει στο στρατό ο Αρσένιος δούλεψε σαν ξυλουργός. Όταν του παραγγελνόταν να κατασκευάσει κάποιο φέρετρο, ο ίδιος συμμεριζόμενος την θλίψη της οικογένειας, αλλά και τη φτώχεια της εποχής, δεν ζητούσε χρήματα.
Το 1945 ο Αρσένιος κατατάχτηκε στο στρατό και υπηρέτησε σαν ασυρματιστής κατά τον ελληνικό εμφύλιο. Όσο καιρό δεν ήταν ασυρματιστής, ζητούσε να πολεμεί στην πρώτη γραμμή, προκειμένου κάποιοι οικογενειάρχες, να μην βλαφτούν. Το μεγαλύτερο όμως διάστημα της θητείας του το υπηρέτησε με την ειδικότητα του ασυρματιστή. Απολύθηκε από το στρατό το 1949.
Μοναστικός Βίος
Τα πρώτα χρόνια
Ο πατέρας Παΐσιος πρώτη φορά εισήλθε στο Άγιο Όρος για να μονάσει το 1949, αμέσως μετά την απόλυσή του από το στρατό. Όμως επέστρεψε στα κοσμικά για ένα χρόνο ακόμα, προκειμένου να αποκαταστήσει τις αδελφές του. έτσι το 1950 πήγε στο Άγιο Όρος. Η πρώτη μονή στην οποία κατευθύνθηκε και παρέμεινε για ένα βράδυ ήταν Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στις Καρυές. Εν συνεχεία κατέλυσε στη σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος, στο κελί των Εισοδίων της Θεοτόκου. Εκεί θα γνωρίσει τον πατέρα Κύριλλο που ήταν ηγούμενος στη μονή και θα τον ακολουθήσει πιστά.
Λίγο αργότερα αποχώρησε από τη μονή και κατευθύνθηκε στη Μονή Εσφιγμένου. Εκεί τελέσθηκε η τελετή της «ρασοευχής» και πήρε το πρώτο όνομά του που ήταν Αβέρκιος. Και εκεί αμέσως ξεχώρισε για την εργατικότητά του, τη μεγάλη αγάπη και κατανόηση που έδειχνε για τους «αδελφούς» του, την πιστή υπακοή στο γέροντά του, την ταπεινοφροσύνη του, αφού θεωρούσε εαυτόν κατώτερο όλων των μοναχών στην πράξη. Προσευχόταν έντονα και διάβαζε διαρκώς, ιδιαίτερα τον Αββά Ισαάκ.
Το 1954 έφυγε από τη μονή Εσφιγμένου και κατευθύνθηκε προς την Μονή Φιλοθέου, που ήταν Ιδιόρυθμο μοναστήρι όπου μόναζε και ένας θείος του. Η συνάντησή του όμως με τον Γέροντα Συμεών θα είναι καταλυτική για την πορεία και διαμόρφωση του μοναχικού χαρακτήρα του Παϊσίου. Μετά από δύο χρόνια, το 1956, χειροθετήθηκε «Σταυροφόρος» και πήρε το «Μικρό Σχήμα». Τότε ήταν τελικά που ονομάστηκε και «Παΐσιος», χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του. Ο Γέρων Αυγουστίνος αυτήν την περίοδο απέκτησε στενή σχέση με τον Παΐσιο.
Το 1958, ύστερα από «εσωτερική πληροφόρηση», πήγε στο Στόμιο Κονίτσης. Εκεί πραγματοποίησε έργο το οποίο αφορούσε στους ετερόδοξους αλλά περιελάμβανε και τη βοήθεια των βασανισμένων και φτωχών Ελλήνων, είτε με φιλανθρωπίες, είτε παρηγορώντας τους και στηρίζοντάς τους ψυχολογικά, με αιχμή το λόγο του Ευαγγελίου. Επί 4 έτη έμεινε στην Ιερά Μονή Γενεθλίων της Θεοτόκου στο Στόμιο, όπου αγαπήθηκε πολύ από τον λαό της περιοχής για την προσφορά και τον μετριοπαθή χαρακτήρα του.
Από εκεί πήγε στο Όρος Σινά στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης. Ο Γέροντας εργαζόταν ως ξυλουργός και ό,τι κέρδιζε το έδινε σε φιλανθρωπίες στους Βεδουίνους, ιδίως τρόφιμα και φάρμακα.
Επιστροφή στο Άγιο Όρος
Το 1964 επέστρεψε στο Άγιο Όρος, από όπου δεν ξαναέφυγε ποτέ. Η σκήτη η οποία τον φιλοξένησε ήταν η Ιβήρων. Στο διάστημα που παρέμεινε εκεί, και συγκεκριμένα το 1966, ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Νοσοκομείο Παπανικολάου. Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στην Μονή Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπάτου.
Από τότε άρχισε να δέχεται πολλές επισκέψεις. Ήδη το όνομά του έχει αρχίσει να γίνεται αρκετά γνωστό μακριά από το Όρος και κάθε λογής βασανισμένοι άνθρωποι οδηγούνταν σε αυτόν, μαθαίνοντας για ένα χαρισματικό μοναχό που ονομάζεται Παΐσιος. Το επόμενο έτος μεταφέρεται στη Μονή Σταυρονικήτα. Βοηθάει σημαντικά σε χειρονακτικές εργασίες, συνεισφέροντας στην ανακαίνιση του μοναστηριού. Συχνά μάλιστα βοηθάει ως ψάλτης στη Σκήτη Τιμίου Προδρόμου το Γέροντα Τύχωνα. Οι δύο γέροντες ανέπτυξαν δυνατή φιλία η οποία τερματίσθηκε με την κοίμηση του Γέρωντα Τύχωνα το 1968. Ο Παΐσιος έμεινε στο κελί του Γέροντα Τύχωνα για ένδεκα έτη μετά την κοίμησή του, πράγμα που ήταν επιθυμία του φίλου του λίγο πριν πεθάνει.
Στην Παναγούδα
Το 1979 αποχώρησε από την σκήτη του Τιμίου Προδρόμου και κατευθύνθηκε προς την Μονή Κουτλουμουσίου. Εκεί εισχώρησε στή μοναχική αδελφότητα ως εξαρτηματικός μοναχός. Η Παναγούδα ήταν μια σκήτη εγκαταλελειμμένη και ο Παΐσιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές. Όπως έλεγε ο γέροντας στενοχωρείτο πολύ, γιατί από τις επιστολές μάθαινε μόνο για διαζύγια και ασθένειες ψυχικές ή σωματικές. Παρά το βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Εξακολούθησε όμως να δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες. Συνήθιζε επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.
Οι ασθένειες του Γέροντα
Το ιστορικό
Το 1966 ο γέροντας νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο Παπανικολάου λόγω βρογχεκτασιών. Μετά την επέμβαση για την αφαίρεσή τους και λόγω της χρήσης ισχυρών αντιβιοτικών ο γέροντας έπαθε ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα, η οποία του άφησε μόνιμα δυσπεπτικά προβλήματα. Κάποια στιγμή, ενώ εργαζόταν στην πρέσσα που είχε στο κελί του, έπαθε βουβωνοκήλη. Αρνήθηκε να νοσηλευτεί και υπέμεινε καρτερικά την ασθένεια, η οποία του έδινε φοβερούς πόνους για τέσσερα ή πέντε χρόνια. Κάποια μέρα σε μια επίσκεψή του στη Σουρωτή, κάποιοι γνωστοί του γιατροί κυριολεκτικά τον απήγαγαν και τον οδήγησαν στο Θεαγένειο νοσοκομείο, όπου και χειρουργήθηκε. Παρά την αντίθεση των γιατρών, ο γέροντας συνέχισε τη σκληρή ασκητική ζωή και τις χειρωνακτικές εργασίες κάτι που επιδείνωσε και άλλο την κατάσταση της υγείας του.
Το τέλος της ζωής του
Μετά το 1993 άρχισε να παρουσιάζει αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους ο Παΐσιος βγαίνει για τελευταία φορά από το Όρος και πηγαίνει στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί μένει για λίγες μέρες και ενώ ετοιμάζεται να φύγει ασθενεί και μεταφέρεται στο Θεαγένειο, όπου του γίνεται διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 ο γέροντας χειρουργείται.
Παρότι η ασθένεια δεν σταμάτησε (παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ), ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.
Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοινώνουν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) ο γέροντας κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Τελικά ο Γέροντας Παΐσιος «κοιμήθηκε» την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 και ώρα 11:00. Ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Έκτοτε, κάθε χρόνο στις 11 προς 12 Ιουλίου, στην επέτειο κοιμήσεως του Γέροντος, τελείται αγρυπνία στο Ιερό Ησυχαστήριο, με συμμετοχή χιλιάδων πιστών.
Πνευματική Παρακαταθήκη του Γέροντα Παΐσιου
Γενικά
Ο Γέρων Παΐσιος ήταν ένας πολύ απλός άνθρωπος, ο οποίος πίστευε στο λόγο του Ευαγγελίου, κάνοντας τρόπο ζωής τον μοναστικό βίο και τις διδαχές της ορθόδοξης ασκητικής παράδοσης. Οι εγκύκλιες γνώσεις του περιορίζονταν στο επίπεδο του δημοτικού. Παρ’ όλα αυτά ξεχώριζε για την «χαριτωμένη» απλότητά του και την έντονη αγωνία που τον διακατείχε για την βοήθεια των συνανθρώπων του, που αναζητούσαν ένα πνευματικό καθοδηγητή. Ο ίδιος αποτελούσε παράδειγμα ανθρώπου αφιερωμένου στον Θεό, αφαιρώντας τις προσωπικές επιδίωξεις και τα προσωπικά θελήματα. Η υπακοή, η άσκηση, η ταπείνωση, η ευσέβεια, το φιλότιμο και πάνω από όλα η αγάπη και η μακροθυμία, αποτελούσαν τρόπο ζωής για τον ίδιο, αλλά και διδαχές για όσους αποζητούσαν ένα λόγο παρηγοριάς ή κάποια επίλυση προσωπικού προβλήματος.
Διδαχές
Λογισμοί. Μεγάλο βάρος έδινε στον λογισμό ο Γέροντας. Πάντα ανέφερε ότι όλα ξεκινούν από τους καλούς λογισμούς, οι οποίοι αποδιώκουν τους κακούς. Να σκέπτόμαστε θετικά για τον συνάνθρωπο και όχι αρνητικά, γιατί αλλιώς εισέρχεται η πονηριά στον άνθρωπο και η ισχυρογνωμοσύνη. Μάλιστα ανέφερε να μην εμπιστευόμαστε και τους δικούς μας λογισμούς και να δίνουμε χώρο στο θέλημα του Θεού, γιατί όποιος κάνει κάτι τέτοιο βγαίνει πάντα κερδισμένος.
Φιλότιμο. Ο Γέροντας διαρκώς ανέφερε οτι οι άνθρωποι πρέπει να έχουν και αρχοντική αγάπη. «Ό,τι προσφέρουμε ή κάνουμε», έλεγε «πρέπει να γίνεται φιλότιμα και όχι αναγκαστικά και συμφεροντολογικά. Να μην ακολουθούμε από φόβο αλλά να έχουμε θέληση και καλή προαίρεση, όπως και ο Χριστός όταν ήρθε σε αυτόν τον κόσμο».
Θεία Δικαιοσύνη. Ανέφερε διαρκώς πως αν ο άνθρωπος θέλει να ομοιάσει στους Αγίους πρέπει να εφαρμόζει την Θεία δικαιοσύνη και όχι την ανθρώπινη. Η ανθρώπινη δικαιοσύνη κατά τον Γέροντα είναι τυφλή και υπάρχει για να αποτρέπει τους κακούς και πονηρούς ανθρώπους. Η Θεία δικαιοσύνη όμως στοχεύει να εξυπερετεί τον αδύναμο άνθρωπο και αυτούς που έχουν ανάγκη. Όταν εφαρμόζουμε την Θεϊκή δικαιοσύνη τότε αποφεύγουμε τις έριδες, τις κατακρίσεις και τις διαφορές με τους συνανθρώπους μας.
Θεία Πρόνοια. Η Θεία πρόνοια είναι ανεξιχνίαστη και ανεξερεύνητη, στοχεύει στη σωτηρία του ανθρώπου και την αιώνια ζωή. Επεσήμανε πως δεν πρέπει συνέχεια να μεριμνούμε για τα « βιοτικά » πράγματα, γιατί ο Θεός προνοεί έτσι ώστε να μας δίνει αυτό που ποθούμε, πολλές φορές πριν καν το ζητήσουμε, αρκεί το μυαλό μας να βρίσκεται σε Αυτόν και να προσευχόμαστε. Όταν συμβαίνει κάτι άσχημο σε κάποιον είναι παραχώρηση από το Θεό και όχι σταλμένο απο αυτόν, έτσι ώστε να εκπαιδεύσει του ανθρώπους ένεκα της οικονομίας Του.
Ταπείνωση. Η ταπείνωση για το γέροντα ήταν το θεμελιώδες στοιχείο της σωτηρίας του ανθρώπου και γενικότερα το στοιχείο το οποίο επιφέρει τις καλές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Ανέφερε μάλιστα οτι ο Θεός «αδυνατεί» να βοηθήσει όταν ο άνθρωπος δεν ταπεινώνεται και προσπαθεί τότε με κάθε τρόπο να επιφέρει την ταπείνωση, μέσω των παθών. Χωρίς ταπείνωση, συνέχιζε, δεν επέρχεται η Θεία Χάρις, κλείνουμε την καρδιά μας από το Χριστό και ό,τι αρχικά «κερδίζουμε» γρήγορα το ξαναχάνουμε.
Υπακοή. Η πλήρης υπακοή, σύμφωνα με το γέροντα επιφέρει την ταπείνωση που είναι η αρχή όλων των καλών. «Να υπακούμε και όταν αδικούμαστε, γιατί ο Θεός ανταποδίδει την υπομονή στην αδικία» συχνά έλεγε. «Σήμερα όλοι είναι ανυπόμονοι, οι υπομονετικοί όμως σύμφωνα με το Χριστό θα κερδίσουν την βασιλεία των ουρανών», κατέληγε.
Προφητείες. Ο Γέροντας πραγματοποίησε και αρκετές προφητείες. Δυστυχώς όμως πολλοί καπηλεύτηκαν τις διδαχές του γέροντος, λέγοντας πολλά πράγματα, είτε για ίδιον ώφελος, είτε για εθνικά φρονήματα, που ο ίδιος ποτέ δεν ενέφερε, κάτι που τον λυπούσε ενώ ήταν ήδη εν ζωή. Οι περισσότερες από αυτές αφορούσαν τα τεκταινόμενα που έχουν να κάνουν με την Κωνσταντινούπολη, επεξηγήσεις πάνω στις προφητείες του Κοσμά του Αιτωλού αλλά και περί Αντιχρίστου.

Φωτογραφίες από τη λαοθάλασσα για το μνημόσυνο του Αγίου Γέροντος Παϊσίου.


»Στις 12 Ιουλίου (νέο ημερολόγιο) του 1994, στις 11:30 τη νύχτα, την ησυχία τάραξε μια δυνατή βροντή! Κατόπιν με συνεχείς αστραπές φωτιζόταν όλο το Άγιον Όρος. Το απόγευμα έγινε γνωστό ότι ο Γέροντας είχε περάσει στην αιωνιότητα.»
Η ώρα είναι περασμένες μεσάνυχτα και ΔΕΚΑΔΕΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ προσκυνητών περιμένουν υπομονετικά σε μεγάλες ουρές για ν’ αφήσουν ένα λουλούδι, να κάνουν μια προσευχή και να πάρουν την Ευχή του Αγίου Γέροντα στην Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Σουρωτής Θεσσαλονίκης, όπου βρίσκεται ο τάφος του:

Απολυτίκιο Αγ. Ευφημίας - 16 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ Αγία Ευφημία, ο Γέροντας Παΐσιος και οι φόροι.


Άγιος Γέρων Παΐσιοςα) Κάθε χρόνο το βράδυ της 11ης του μηνός Ιουλίου τελείται πάνδημη αγρυπνία στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου Θεολόγου στη Σουρωτή.
Χιλιάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας από τη Θεσσαλονίκη, διάφορα μέρη της Ελλάδος και του εξωτερικού επισκέπτονται το μοναστήρι για να προσκυνήσουν τον τάφο του Γέροντα Παϊσίου του Αγιορείτη, που κοιμήθηκε στις 12 Ιουλίου πριν από είκοσι χρόνια. Η ιδιαίτερη πνευματική σχέση που είχε ο μακάριος Γέροντας με την Αγία Ευφημία φαίνεται ότι επιβεβαιώνεται από την ημερομηνία της κοιμήσεώς του.
β) Η Αγία Ευφημία, που εορτάζεται στις 11 Ιουλίου, σύμφωνα με τον Συναξαριστή, “εκατάγετο από την Xαλκηδόνα… Aύτη λοιπόν διαβαλθείσα, πως ωμολόγει τον Xριστόν, ετιμωρήθη με τροχούς και με φωτίαν, ομοίως και με μηχανάς και τρόπους άλλων βασάνων. Ύστερον δε εδόθη εις τα θηρία διά να την φάγουν, έμεινεν όμως από αυτά αβλαβής. Eίτα δαγκαθείσα ολίγον από μίαν αρκούδαν, και προσευχηθείσα, παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού μέσα εις το θέατρον”.
γ) Ο Γέροντας Παΐσιος είχε την ευλογία να τον επισκεφθεί η Αγία Ευφημία στο κελί του. Κι όπως μαρτυρεί ο ίδιος, έπειτα απ’ αυτό το γεγονός για τρεις μέρες ήταν εκστατικός. Σκιρτούσε και συνεχώς δόξαζε τον Θεό, απέχοντας ακόμη και από την τροφή. Σε επιστολή του αναφέρει: “Σ’ όλη μου τη ζωή δεν θα μπορέσω να εξοφλήσω την μεγάλη μου υποχρέωση στην Αγία Ευφημία, η οποία ενώ ήταν άγνωστή μου και χωρίς να έχει καμιά υποχρέωση, μου έκανε αυτήν τη μεγάλη τιμή…”. Εντύπωση προξένησε στον Γέροντα “πώς αυτή η μικροκαμωμένη και αδύνατη άντεξε τόσα μαρτύρια; Να πεις ήταν καμία… Μια σταλιά ήταν”, έλεγε χαρακτηριστικά.
δ) Διαβάζοντας τα παραπάνω καθώς και άλλες ρήσεις του για τους έσχατους χρόνους αλλά και την προφητική περιγραφή της κοινωνίας που έντονα προβάλλονται στις μέρες μας, δημιουργείται η εντύπωση ότι ο όσιος Γέροντας δεν ασχολούνταν με καθημερινά πράγματα, αλλά μόνο με οράματα και θείες αποκαλύψεις. Και πράγματι ο Γέροντας Παΐσιος είχε το χάρισμα της διακρίσεως, συνομιλούσε με αγίους, ήταν υπόδειγμα άσκησης, ταπείνωσης και υπομονής.
ε) Ενώ όμως ο χαρισματικός Γέροντας ήταν προσανατολισμένος προς τη μέλλουσα βασιλεία και δόξα, ζούσε ταυτόχρονα χριστιανοπρεπώς το παρόν. Πολιτευόταν στον ουρανό, αλλά διέτριβε στη γη. Δεν απέφευγε την πραγματικότητα και δεν αναζητούσε ένα φαντασιακό τεχνητό παράδεισο, αλλά με συνέπεια και ευθύνη ενδιαφερόταν για τη διαμόρφωση ενός δίκαιου παρόντος. Θα αναφερθεί μόνο ένα παράδειγμα σχετικό με τους φόρους προς το κράτος.
στ) Ρωτήθηκε κάποτε: “Γέροντα, όταν αγοράζουμε κάτι για το μοναστήρι, μερικοί δεν δέχονται να μας κόψουν τιμολόγιο. Τι να κάνουμε;”. Και απάντησε: “Τιμολόγια να σας κόβουν πάντοτε και εσείς να κόψετε τις απαιτήσεις σας. Να περιορίσετε τις ανάγκες σας και να φτιάχνετε μόνον ό,τι είναι απαραίτητο. Εγώ έτσι θα έκανα. Θα τα στείλη ο Θεός. Αν εμείς οι μοναχοί ζητάμε να μη μας κόβουν τιμολόγια, κάνουμε και τους άλλους να αμαρτάνουν. Λένε: ‘Αφού έτσι κάνουν τα μοναστήρια…’. Αν εμείς που θέλουμε να τηρήσουμε τις εντολές, κινούμαστε έτσι, ξέρετε πόσο σκανδαλίζουμε; ‘Τω τον φόρον τον φόρον’, λέει η Γραφή. Εγώ, όταν στέλνω γράμμα όχι με το ταχυδρομείο αλλά με άνθρωπο, πάλι βάζω τα γραμματόσημα. Οι κοσμικοί δικαιολογούν τον εαυτό τους, αλλά και τα μοναστήρια, αν κινούνται έτσι, δεν έχουν ειλικρίνεια και πάει το Ευαγγέλιο στην άκρη… Όταν για κάποιο λόγο δεν σας κόβουν τιμολόγια, να το θεωρήτε ζημιά πνευματική”.
ζ) Άλλη φορά ρωτήθηκε: “Κάποιος μάστορας, Γέροντα, ζήτησε να τον απολύσουμε από την δουλειά, να μπη στο Ταμείο Ανεργίας και να συνεχίση να δουλεύη σ’ εμάς”. Και απάντησε: “Όχι, βρε παιδί, δεν είναι σωστό! Λίγη συνείδηση να έχη κανείς, δεν το κάνει αυτό! Δεν ταιριάζει σε μοναστήρι να κάνη τέτοιο πράγμα! Προτιμότερο είναι, και ανάγκη να έχη το μοναστήρι, να τον πληρώση διπλό μισθό, για να μην το κάνη. Τόσο βαρύ είναι! Η ευλογία φέρνει ευλογία και η αδικία φέρνει την καταστροφή”.
Αν όλοι είχαν έντονο το αίσθημα της κοινωνικής ευθύνης, όπως ο σοφός Γέροντας, η οικονομική κρίση θα ήταν ίσως ηπιότερη και τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα δεν θα υπέφεραν.
Γράφει ο π.Β.Καλλιακμάνης

Παρακλητικός Κανών στην Αγία Ευφημία την Μεγαλομάρτυρα


Zoom in (real dimensions: 852 x 1148)Εικόνα

Ὁ Ἱερεύς Εὐλογητός ὁ Θεός...
Ὁ ἀναγνώστης: Ἀμήν.

Ψαλμός ρμβ΄ (142).
Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τήν δέησίν μου ἐν τή ἀλήθειά σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τή δικαιοσύνη σου. Καί μή εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου σου, 
ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τήν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τήν ζωήν μου. Ἐκάθισε μέ ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκρούς αἰῶνος, καί 
ἠκηδίασεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμά μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πάσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. 
Διεπέτασα πρός σέ τάς χεῖράς μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρος σοί. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμά μου. Μή ἀποστρέψης τό πρόσωπόν σου ἀπ’ ἔμου, καί 
ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστόν ποίησον μοί τό πρωί τό ἔλεός σου, ὅτι ἐπί σοῖ ἤλπισα. Γνώρισον μοί, Κύριε, ὁδόν, ἐν ἡ πορεύσομαι, ὅτι πρός σέ ἤρα 
τήν ψυχήν μου. Ἐξελού μέ ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρός σέ κατέφυγον, δίδαξον μέ τοῦ ποιεῖν τό θέλημά σου, ὅτι σύ εἰ ὁ Θεός μου. Τό πνεῦμά σου τό ἀγαθόν ὁδηγήσει μέ 
ἐν γῆ εὐθεία, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις μέ. Ἐν τή δικαιοσύνη σου ἑξάξεις ἐκ θλίψεως τήν ψυχήν μου, καί ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου. 
Καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος σου εἰμι.

Καί εὐθύς τό, Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ἐξ ἑκατέρων τῶν Χορῶν, ὡς ἕξης:
Ἦχος δ΄.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. α΄. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίω, καί ἐπικαλεῖσθε τό ὄνομα τό ἅγιον αὐτοῦ.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. β΄. Πάντα τά ἔθνη ἐκύκλωσαν μέ, καί τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. γ΄. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὔτη, καί ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἠμῶν.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Εἴτα τό Τροπάριον.
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῶ.

Τῆς Πανευφήμου τοῖς Λειψάνοις προσδράμωμεν, οἱ ἐν κινδύνοις καί Εἰκόνι προσπέσωμεν, αὐτῆς θερμοῖς τοῖς δάκρυσι καθικετεύοντες, Εὐφημία ἔνδοξε, ταῖς θερμαίς 
σου πρεσβείαις, τάχος φθάσον λύτρωσαι, ἐκ δεινῶν τους σούς δούλους, καί μή παρίδης δεήσεις καί φωνᾶς, τῶν προσφευγόντων ταχέως τή σκέπη σου.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Θεοτοκίον.
Τή Θεοτόκω ἐκτενῶς.
Ο Ν΄ Ψαλμός καί ὁ Κανών, ἔχων Ἀκροστιχίδα 
«Ὕμνοις γεραίρω τήν Πανεύφημον Κόρην».
Ὠδή ἅ΄. Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρᾶν διοδεύσας.

Ὑμνῶν σέ εὐφήμως καί εὐσεβῶς, ταῖς θείαις σου. Μάρτυς Εὐφημία, μαρμαρυγαῖς, ὅλον καταλάμπρυνον τόν νοῦν μου, τόν Ἰησοῦν δυσωποῦσα, Πανεύφημε.
Μή παύση πρεσβεύουσα τῷ Χριστῷ, Εὐφημία Μάρτυς, ὑπέρ πάντων τῶν εὐσεβῶν, τῶν τήν θείαν Μνήμην σου τιμώντων, καί προσκυνούντων, Σορόν σου τήν παντιμον.
Νοός καί ψυχῆς μου παρεκτροπᾶς, ἀπέλασον, Μάρτυς Εὐφημία, καί εὐσεβῶς, διαγειν ἀξίωσον σόν δοῦλον, καί εἰς ὁδόν εὐνομίας ὁδήγησον.

Θεοτοκίον.
Οὐ σθένει τήν ἄβυσσον, Μαριάμ, ἡ γλώσσα ἐκφρᾶσαι, τοῦ ἄνθρωπου ἐμῶν κακῶν, ἠνόμησα γάρ ὑπέρ τό μέτρον, ἀλλ' ὡς ἐλέους σύ Μήτηρ μέ οἴκτειρον.

Ὠδή γ΄. Σύ εἰ τό στερέωμα.
Ἴσχυσας Πανεύφημε, σθένει Θεοῦ Παντοκράτορος, Αἱρετικῶν, τόν Τόμον πατῆσαι, καί στηρίξαι εὐσέβειαν.
Στήριξον, Πανεύφημε, ταῖς πανιέροις πρεσβείαις σου, τήν εὐσεβῆ, τῶν σῶν δούλων Πίστιν, καί Αἱρέσεων λύτρωσαι.
Τόμον ἐν χερσί γραπτόν, ἐνηγκαλίσω, Πανεύφημε, τό τηλαυγές, τῶν ὀρθῶν δογμάτων, Εὐφημία στηρίζουσα.

Θεοτοκίον.
Ἔτεκες, Πανάσπιλε, ἀδιαφθόρως τόν Κύριον, ὄν ἐκτενῶς, δυσώπει σωθῆναι, τούς σέ πόθω δοξάζοντας. 

Ὠδή δ΄. Εἰσακήκοα Κύριε.
Ρύσαι, ὤ Καλλιπάρθενε, τόν σοί προσδραμόντα οἰκτρόν οἰκέτην σου, ἐξ Αἱρέσεων καί στήριξον, ταῖς λιταίς σου, Μάρτυς, πρός εὐσέβειαν.
Ἀμνάς εἰ Θεοῦ ἄσπιλος, ἄσπιλον κάμε γενέσθαι ἀξίωσον, Εὐφημία ταῖς πρεσβείας σου, καί τή σωφροσύνη εὐωδίασον.
Ἰατρείας ἑκάστοτε, βρύουσα ἐκπλύνεις, Πανεύφημε, νοσημάτων μου τόν βόρβορον, ὡς Νύμφη Ὑψίστου ἀδιάφθορος.

Θεοτοκίον.
Ρεῖθρα, Κόρη, δακρύων μοί, τῶν πνευματικῶν παρασχου τόν βόρβορον, ἴνα πλύνω τῶν πταισμάτων μου, καί πρός ὕδωρ ἴθυνον ἀνέσεως.
xristianos.gr
Ὠδή ἐ΄. Φώτισον ἠμᾶς.
Ὤφθης ἀληθῶς, Εὐφημία Καλλιπάρθενε, ρύστης τοῦ Χριστοῦ δογμάτων τῶν εὐσεβῶν, ἐν οἶς σούς δούλους, ἀεί διατήρησον.
Τῶν Αἱρετικῶν, καταισχύνασα τήν ἔπαρσιν, δόγματα τά θεία τοῦ Ἰησοῦ, ἐναγκαλισθεῖσα, Εὐφημία, διέσωσας.
Ἡ τῶν εὐσεβῶν, προστασία καί βοήθεια, πάντας τούς τιμώντας σέ, Καλλιπάρθενε, εὐσεβῶς τόν βίον, διαγειν ἀξίωσον.

Θεοτοκίον.
Νεῦσον ταῖς ἐμοῦ, τού σου δούλου, Κόρη ἄσπιλε. ταῖς οἰκτραῖς δεήσεσι, καί παρασχου μοί, ἁμαρτιῶν μου, τελείαν ἄφεσιν δέομαι.

Ὠδή ς΄. Ἰλάσθητι μοί Σωτήρ.
Παρθένος ὡς ἀληθῶς, καί Νύμφη τοῦ Παντοκράτορος, σύ γεγονυία, Σεμνή, καμέ τόν ἱκέτην σου, παρθενίας πλήρωσον, τοῖς ἐνθέοις ἔργοις, Εὐφημία Καλλιπάρθενε.
Ἀμίαντος τῷ Χριστῷ, καρθαμοσθεῖσα, θεοσοφέ, καί παραδοῦσα αὐτῶ, ψυχήν σου τήν ἄμωμον, σούς δούλους ἀξίωσον, ἀμίαντους μεῖναι, ἐκ τῆς λώβης τῶν αἱρέσεων.
Νῦν προσκυνοῦντες πιστῶς, τά λείψανά σου Πανεύφημε, δεόμεθα ἐκτενῶς, τυχεῖν ταῖς πρεσβείαις σου, πταισμάτων ἀφέσεως, καί ρυσθῆναι νόσων, καί δεινῶν του πολεμήτορος.

Θεοτοκίον.
Ἐν ὥρα τή φοβερά, καί τή ἡμέρα ἐτάσεως, συναρρωγός μοί γενού, Παρθένε ἀμόλυντε καί ρύσαι γεέννης μέ, καί τῆς καταδίκης, τῆς δικαίας τοτ’ ἑξάρπασον. χριστιανος.gr

Διασωσον...
Πανεύφημε Εὐφημία Χριστοῦ τοῦ Σωτῆρος Μάρτυς καί Νύμφη, μή διαλίπης αὐτῶ πρεσβεύειν ἑκάστοτε, τοῦ ρυσθῆναι ἠμᾶς παντοίας Αἱρέσεως.

Καί Θεοτοκίον. Ἄχραντε.
Zoom in (real dimensions: 419 x 562)Εικόνα

Ὁ Ἱερεύς μνημονεύει τῶν ὑπέρ ὧν ἡ Παράκλησις.
Εἴτα τό Κοντάκιον Ἦχος β΄.

Σού Καλλιμάρτυς Εὐφημία, τό πολυάθλον Σκῆνος ἐπί γής ἠμεῖς πλουτοῦντες, καί εὐσεβῶς αὐτῶ προσπελάζοντες, ἰαμάτων λαμβάνομεν τήν χάριν, 
ταῖς θείαις πρεσβείαις σου, παθῶν καί δαιμόνων τήν ἀπολύτρωσιν, καί αἱρέσεων τήν κατάπαυσιν, ὑμνοῦντες καί δοξάζοντες, τόν σέ δοξάσαντα Κύριον.

Καί εὐθύς τό Προκείμονον. Ἦχος δ΄.
Ὑπομένων ὑπέμεινα τόν Κύριον, καί προσέσχε μοί, καί εἰσήκουσε τῆς δεήσεώς μου. χριστιανος.gr
Στίχος. Καί ἔστησεν ἐπί πέτραν τούς πόδας μου καί κατεύθυνε τά διαβήματά μου.

Εὐαγγέλιον. Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν (Κέφ. ζ΄ 36-50).
Τῷ καιρῶ ἐκείνω, ἠρώτα τίς τῶν Φαρισαίων τόν Ἰησοῦν, ἴνα φάγη μετ’ αὐτοῦ καί εἰσελθῶν εἰς τήν οἰκίαν τοῦ Φαρισαίου, ἀνεκλίθη. Καί ἰδού γυνή ἐν τή πόλει, ἤτις ἤν ἁμαρτωλός, 
ἐπιγνοῦσα ὅτι ἀνακεῖται ἐν οἰκία τοῦ Φαρισαίου, κομίσασα ἀλάβαστρον μύρου καί στάσα παρά τούς πόδας αὐτοῦ ὀπίσω κλαίουσα, ἤρξατο βρέχειν τούς πόδας αὐτοῦ τοῖς 
δάκρυσι καί ταῖς θριξί τῆς κεφαλῆς αὐτῆς ἐξέμασσε, καί κατεφίλει τούς πόδας αὐτοῦ καί ἤλειφε τῷ μύρω. Ἴδων δέ ὁ Φαρισαῖος ὁ καλέσας αὐτόν, εἶπεν ἐν ἐαυτῶ λέγων. Οὗτος, 
εἰ ἤν προφήτης, ἐγίνωσκεν ἄν, τίς καί ποταπή ἡ γυνή, ἤτις ἅπτεται αὐτοῦ, ὅτι ἁμαρτωλός ἐστι. Καί ἀποκριθεῖς ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρός αὐτόν, Σίμων, ἔχω σοί τί εἰπεῖν. Ὁ δέ φησι, 
διδάσκαλε, εἰπέ. Δύο χρεωφειλέται ἤσαν δανειστή τινι, ὁ εἰς ὤφειλε δηνάρια πεντακόσια, ὁ δέ ἕτερος πεντήκοντα. Μή ἐχόντων δέ αὐτῶν ἀποδοῦναι, ἀμφοτέροις ἐχαρίσατο. 
Τίς οὔν αὐτῶν, εἰπέ, πλεῖον αὐτόν ἀγαπήσει; Ἀποκριθεῖς δέ ὁ Σιμών, εἶπεν ὑπολαμβάνω ὅτι, ὤ τό πλεῖον ἐχαρίσατο. Ὁ δέ εἶπεν αὐτῶ, ὀρθῶς ἔκρινας. Καί στραφεῖς πρός τήν 
γυναίκα, τῷ Σίμωνι ἔφη.
Βλέπεις ταύτην τήν γυναίκα; εἰσῆλθόν σου εἰς τήν οἰκίαν, ὕδωρ ἐπί τούς πόδας μου οὐκ ἔδωκας, αὔτη δέ τοῖς δάκρυσιν ἔβρεξέ μου τούς πόδας, καί ταῖς θριξί τῆς κεφαλῆς 
ἐξέμαξε. Φίλημα μοί οὐκ ἔδωκας, αὔτη δέ, ἀφ’ ἤς εἰσῆλθον, οὐ διέλιπε καταφιλούσά μου τούς πόδας. Ἐλαίω τήν κεφαλήν μου οὐκ ἤλειψας, αὐτή δέ μύρω ἤλειψέ μου τούς πόδας. 
Οὗ χάριν, λέγω σοῖ, ἀφέωνται αἵ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἵ πολλοί, ὅτι ἠγάπησε πολύ, ὤ δέ ὀλίγον ἀφίεται, ὀλίγον ἀγαπᾶ. Εἶπε δέ αὐτή, ἀφέωνταί σου αἵ ἁμαρτίαι. Καί ἤρξαντο οἱ 
συνανακείμενοι λέγειν ἐαυτοῖς, τίς οὗτος ἐστιν, ὅς καί ἁμαρτίας ἀφίησιν; Εἶπε δέ πρός τήν γυναίκα. Ἡ πίστις σου σέσωκε σέ, πορεύου εἰς εἰρήνην. χριστιανος.gr

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Ταῖς τῆς Πανευφήμου λιταῖς, ὤ Πανοικτίρμον, δώρησαι τῷ λαῶ σου ρῶσιν τέ καί εἰρήνην.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ταῖς τῆς Θεοτόκου εὐχαῖς, Παντελεῆμον, ἁπάλλαξον μέ νόσων καί θλίψεων παντοίων.

Στίχος Ἐλεῆμον, ἐλέησον μέ ὁ Θεός... Καί τό Προσόμοιον. Ἦχος πλ. β΄ Ὅλην ἀποθέμενοι.
Νύμφην τήν Πανεύφημον, τοῦ Ποιητοῦ τῶν ἀνακράζοντες, ὤ Καλλιπάρθενε, μή παύση πρεσβεύειν, πάντων, Εὐφημίαν Μάρτυρα, πίστει ἰκετεύσωμεν ἀτῶ Σωτήρι καί Νυμφίω σου, 
ὑπέρ τῶν δούλων σου, πάσης περιστάσεως, ρύσασθαι ἠμᾶς, καί ἐξ αἱρέσεων, καί κατά ἐχθρῶν καθοπλίσασθαι, ἴνα εὐφημῶμεν, σωζόμενοι ἐν ὕμνοις τήν σεπτήν, καί ἀεισέβαστον 
Μνήμην σου, καί τά κατορθώματα.
xristianos.gr
Τό «Σῶσον ὅ Θεός τόν λαόν σου…»
Ὠδή ζ΄. Παῖδες Ἑβραίων.
Ὕμνοις γεραίρομεν σέ, Μάρτυς, δί' ἤς δέδοται χαρά τοῖς Ὀρθοδόξοις, ὡς τόν Τόμον αὐτῶν ἐν ταῖς χερσί λαβοῦσα, καί δόγμα κρατύνασα, τά ἐν τούτω εὐσεβίας.
Φλέξον ἀκάνθας, Εὐφημία, τῶν αἱρέσεων πυρί τῆς εὐσεβείας, καί τό δόγμα ὅ σύ ἐκύρωσας πρεσβείαις, ταῖς σαῖς νῦν διατήρησον, ἐν ἠμίν τοῖς σέ ὑμνούσιν.
Ἤθλησας, Μάρτυς Εὐφημία, τοῦ σταδίου ἐν μέσω μετ’ ἀνδρείας, καί ἀνῆλθες πρόν ὄν ἐπόθης σου Νυμφίον, ὑπέρ ἠμῶν πρεσβεύουσα, τό σόν Σκῆνος προσκυνούντων.

Θεοτοκίον.
Μόνος παρώργισα ὁ τάλας, τά σά σπλάγχνα, Μαρία, ἐν ἀνθρώποις, καί χρηστότητα σήν ἐπίκρανα ἀφρόνως, διό σόν δοῦλον οἴκτειρον, φιλευσπλάγχνως. Θεοτόκε.

Ὠδή ἡ΄. Τόν Βασιλέα.
Ὄρον ὡς πάλαι τόν εὐσεβῆ, Εὐφημία, σύ ἐκράτυνας τῶν θείων δογμάτων, οὕτω προσκυρώσοις εἴθε καί νῦν τοιοῦτον.
Νόμον τόν θεῖον ὡς Νομοφύλαξ ἡ Μάρτυς, τῶν ὀρθῶν δογμάτων δεξαμενή, ἄτρωτον φυλάττει τήν πίστιν εἰς αἰώνας.
Καρτερικῶς τάς βασάνους ἡ Μάρτυς, ἐνεγκοῦσα μετ’ Ἀγγέλων χορεύει, ὑπέρ ἠμῶν πρεσβείας προσάγουσα Κυρίω. χριστιανος.gr

Θεοτοκίον.
Ὅλος ὁ βίος μου πονηρός ἐστι, Κόρη, καί ἡ ψυχή μου ἀναπλεως βορβόρου, ἐλέησον μέ μόνη Χριστιανῶν προστάτις.

Ὠδή θ΄. Κυρίως Θεοτόκον.
Ρυσθέντες, Εὐφημία, τή σή προστασία, τῆς τῶν αἱρέσεων πλάνης οἱ δοῦλοί σου, πιστῶς τά θείά σου Λείψανα ἀσπαζόμεθα.
Ἡ τεθνεώσα Κόρη, κατέχουσα ὡς ζώου, τῆς εὐσεβείας τόν ὄρον ἀνόθευτον, διαφυλάττει τήν Πίστιν ἠμῶν ἀκράδαντον.
Νῦν Μάρτυς Εὐφημία, τήν λάρνακα μύρου, τῶν σῶν λειψάνων πληροῦσα ἀλάβαστρον, εὐωδιάζεις καρδίας τῶν ἀνυμνούντων σέ.

Θεοτοκίον.
Ναμάτων ζωηρρύτων, διψώντα, Παρθένε, τόν σόν ἱκέτην μέ κόρεσον δέομαι, Σύ γάρ πηγή ζωηρρύτων ὑδάτων, Παναγνέ. χριστιανος.gr

Τό «Ἀξιόν ἐστίν…» καί τό παρόντα Μεγαλυνάρια.
Χαίροις Εὐφημία πανευκλεής, χαίροις εὐσεβείας ἀνακήρυξις ἀληθής, χαίροις ἡ πρεσβείας προσάγουσα Κυρίω, ὑπέρ ἠμῶν τῶν πίστει ἀνευφημούντων σέ.
Δεῦτε φιλομάρτυρες εὐλαβῶς, τήν ἐν Ἀθληφόροις καί Παρθένοις θαυματουργόν, τήν ἀξιωθείσαν Νύμφην Χριστοῦ γενέσθαι, τήν θείαν Εὐφημίαν πάντες τιμήσωμεν.
Ἄγομεν οἱ δοῦλοί σου ἑορτήν, σήμερον ὤ Μάρτυς, Εὐφημία πανευκλεής, ὅτι τῶν Πατέρων πεπίστευσαι τόν Τόμον, φυλάξασα τήν Πίσιν ἀπαρασάλευτον.
Χαίροις Νύμφη ἄσπιλέ του Χριστοῦ, Εὐφημία Μάρτυς, εὐσεβείας χαίροις τιμή, δόξα Χαλκηδόνος καί κράτος Ὀρθοδόξων, πάντων δεινῶν δεόμεθα, ἠμᾶς λύτρωσαι.

Καί Θεοτοκίον. Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων. Τό Τρισάγιον καί τό Τροπάριον. Ἦχος γ΄.
Λίαν εὔφρανας τούς Ὀρθοδόξους, καί κατήσχυνας τούς κακοδόξους, Εὐφημία Χριστοῦ Καλλιπάρθενε, τῆς γάρ τετάρτης Συνόδου ἐκύρωσας, ἅ οἱ Πατέρες καλῶς ἐδογμάτισαν. 
Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστόν τόν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμίν τό μέγα ἔλεος.

Ὁ Ἱερεύς ποιεῖ Ἐκτενῆ καί Ἀπόλυσιν, καθ’ ἤν ψάλλομεν τό παρόν Προσόμοιον.
Ἦχος β΄. Ὄτε ἐκ τοῦ ξύλου Σέ Νεκρόν.

Λόγου τοῦ τεχθέντος ἐπί γής, Νύμφη ἐκλεκτή Εὐφημία, σύ ἀναδέδειξαι, λαμπάδα κατέχουσα ἐνθεῶν πράξεων, καί τῆς θείας Ἀθλήσεως, φαιδρῶν λαμπηδόνων, 
ὅθεν τήν Πανένδοξον, Μνήμην σου σέβομεν, φρούρει ἰκετεύομεν σκέπε, ταῖς πρός τόν Σωτήρα λιταίς σου, ἠμᾶς τούς τιμώντας σέ καί δοξάζοντας.

Ο Γέροντας Παϊσιος και η Αγία Ευφημία

Ο Γέροντας Παϊσιοςκαι η Αγία Ευφημία

Πηγή: Ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, σελίδες: 224-228
Εκδοσις Καλύβης Αναστάσεως, Καψάλα, Άγιον Όρος

Ήταν στην αυλή της Καλύβης του ο  Γέροντας (Παΐσιος), όταν τον επισκέφθηκε κάποιο πνευματικό του τέκνο. Επανελάμβανε συνεχώς από την καρδιά του: «Δόξα σοι ο Θεός», πάλιν και πολλάκις. Σε μια στιγμή ο Γέροντας του είπε: «Αχρηστεύεται κανείς με την καλή έννοια»;
-Ποιός, Γέροντα;
-Ήσυχα καθόμουν στο Κελλί μου, ήρθε και με παλάβωσε. Ωραία περνούν επάνω.
-Τι συμβαίνει, Γέροντα;
-Θα σου πω, αλλά μην το πεις σε κανέναν.
            Του διηγήθηκε τότε το έξης: «Είχα γυρίσει από τον κόσμο, όπου είχα βγει για ένα εκκλησιαστικό θέμα. (Με το μακαρίτη Τρίτση).
Την Τρίτη, κατά η ώρα 10 το πρωί, ήμουν μέσα στο Κελί μου και έκανα τις Ώρες. Ακούω χτύπημα στην πόρτα και μια γυναικεία φωνή να λέει: «Δι' ευχών των αγίων Πατέρων ημών…». Σκέφθηκα:
«Πώς βρέθηκε γυναίκα μέσα στο Όρος;». Εν τούτοις ένιωσα μια θεία γλυκύτητα μέσα μου και ρώτησα:
-Ποιος είναι;
-Η Ευφημία! (απαντά).
-Σκεφτόμουν, «ποια Ευφημία; Μήπως καμιά γυναίκα έκανε καμιά τρέλα και ήρθε με ανδρικά στο Όρος; Τώρα τι να κάνω;». Ξαναχτυπά. Ρωτάω: «Ποιος είναι;». «Η Ευφημία», άπαντα και πάλι. Σκέφτομαι και δεν ανοίγω. Στην τρίτη φορά που χτύπησε, άνοιξε μόνη της η πόρτα, που είχε σύρτη από μέσα. Άκουσα βήματα στον διάδρομο. Πετάχτηκα από το Κελί μου και βλέπω μια γυναίκα με μανδήλα. Την συνόδευε κάποιος, που έμοιαζε με τον Ευαγγελιστή Λουκά, ο οποίος εξαφανίσθηκε. Παρ’ όλο πού ήμουν σίγουρος ότι δεν είναι του πειρασμού, γιατί λαμποκοπούσε, την ρώτησα ποια είναι·
-Η μάρτυς Ευφημία, (απαντά).
-Αν είσαι η μάρτυς Ευφημία, έλα να προσκυνήσουμε την Αγία Τριάδα. Ό,τι κάνω εγώ να κάνης και συ.
Μπήκα στην Εκκλησία, κάνω μια μετάνοια λέγοντας: «Εις το όνομα του Πατρός». Το επανέλαβε με μετάνοια. «Και του Υιού». «-Και του Υιού», είπε με ψιλή φωνή.
-Πιο δυνατά, ν’ ακούω, είπα και επανέλαβε δυνατότερα.
-Ενώ ήταν ακόμα στο διάδρομο έκανε μετάνοιες, όχι προς την Εκκλησία, αλλά προς το Κελί μου. Στην αρχή παραξενεύτηκα, αλλά μετά θυμήθηκα ότι είχα μια μικρή χάρτινη εικονίτσα της Αγίας Τριάδος, κολλημένη σε ξύλο, πάνω από την πόρτα του Κελιού μου. Αφού προσκυνήσαμε και για τρίτη φορά.
-«Και του Αγίου Πνεύματος»
Μετά είπα: «Τώρα, να σε προσκυνήσω και εγώ». Την προσκύνησα και ασπάστηκα τα πόδια της και την άκρη της μύτης της. Στο πρόσωπο το θεώρησα αναίδεια να την ασπασθώ.
-Ύστερα κάθισε η Αγία στο σκαμνάκι και εγώ στο μπαουλάκι και μου έλυσε την απορία που είχα (στο εκκλησιαστικό θέμα).
-Μετά μου διηγήθηκε την ζωή της. Ήξερα ότι υπάρχει μια αγία Ευφημία, αλλά τον βίο της δεν τον ήξερα. Όταν μου διηγείτο τα μαρτύρια της, όχι απλώς τα άκουγα, αλλά σαν να τα έβλεπα· τα ζούσα. Έφριξα! Πα, πα, πα!
-Πώς άντεξες τέτοια μαρτύρια; ρώτησα.
-Αν ήξερα τι δόξα έχουν οι Άγιοι, θα έκανα ό,τι μπορούσα να περάσω πιο μεγάλα μαρτύρια.
-Μετά απ’ αυτό το γεγονός για τρεις μέρες δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Σκιρτούσα και συνεχώς δόξαζα τον Θεό. Ούτε να φάω, ούτε τίποτα… συνεχώς δοξολογία».
Σε επιστολή του αναφέρει: «Σ’ όλη μου τη ζωή δεν θα μπορέσω να εξοφλήσω την μεγάλη μου υποχρέωση στην αγία Ευφημία, η οποία ενώ ήταν άγνωστη μου και χωρίς να είχε καμιά υποχρέωση, μου έκανε αυτή την μεγάλη τιμή…».
Διηγούμενος το γεγονός πρόσθεσε με ταπείνωση ότι παρουσιάστηκε η αγία Ευφημία, «όχι γιατί το αξίζω, αλλά επειδή με απασχολούσε εκείνο τον καιρό ένα θέμα που είχε σχέση με την κατάσταση της Εκκλησίας γενικά, και για δύο άλλους λόγους».
Εντύπωση έκανε στον Γέροντα «πώς αυτή η μικροκαμωμένη και αδύνατη άντεξε τόσα μαρτύρια; Να πεις ήταν καμία… (εννοούσε σωματώδης και δυνατή). Μια σταλιά ήταν».
Μέσα σε αυτήν την παραδεισένια κατάσταση συνέθεσε προς τιμήν της Αγίας ένα στιχηρό προσόμοιο: «Ποίοις ευφημιών άσμασιν ευφημήσωμεν την Ευφημίαν, την καταδεχθείσαν από άνωθεν και επισκεφθείσασαν κάτοικον μοναχόν ελεεινόν εν τη Καψάλα. Εκ τρίτου την θύραν πάλιν του έκρουσε τετάρτη ηνοίχθη μόνη εκ θαύματος και εισελθούσα με ουράνιον δόξαν, του Χριστού η Μάρτυς, προσκυνούντες ομού Τριάδα την Αγίαν».
Και ένα εξαποστειλάριο κατά το «Τοις μαθηταίς συνέλθωμεν…», που άρχιζε: «Μεγαλομάρτυς ένδοξε του Χρίστου Ευφημία, σ’ αγαπώ πολύ-πολύ μετά την Παναγία…». (Φυσικά αυτά δεν τα είχε για λειτουργική χρήση, ούτε τα έψαλλε δημοσίως).
Παρά την συνήθειά του βγήκε πάλι στην Σουρωτή και έκανε τις αδελφές μετόχους αυτής της ουράνιας χαράς. Με την βοήθειά του και τις οδηγίες του αγιογράφησαν την Αγία, όπως του εμφανίσθηκε.
Ο Γέροντας φιλοτέχνησε το αρνητικό της εικόνος της Αγίας σε μήτρα ατσάλινη με την οποία έκανε πρεσσαριστά εικονάκια και τα μοίραζε ευλογία στους προσκυνητές εις τιμήν της αγίας Ευφημίας. Κατά το σκάλισμα δυσκολεύτηκε να κάνη τα δάχτυλα του αριστερού της χεριού. Είπε: «Παιδεύτηκα να κάνω το χέρι της, αλλά μετά έβαλα έναν καλό λογισμό: «Ίσως επειδή και εγώ την παίδεψα την καημένη».
________________________
Η Αγία Ευφημία εορτάζεται στις 16 Σεπτεμβρίου, και 11 Ιουλίου η ανάμνηση του θαύματος στην λύση που επέφερε στην εν  Χαλκηδόνα Δ’ Οικουμενική σύνοδο.

Τα μυστικά της ευχής “Κύριε Ιησού Χριστέ Ελέησόν με”




“ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ”



Όλη η τέχνη είναι αυτή ακριβώς. Είτε περπατάς είτε κάθεσαι, είτε στέκεσαι, είτε εργάζεσαι, είτε βρίσκεσαι στην εκκλησία, άσε τη προσευχή αυτή να γλιστρήσει από τα χείλη σου “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με” με τη προσευχή αυτή στην καρδιά σου θα βρεις εσωτερική ειρήνη και γαλήνη σώματος και ψυχής ( Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ)



Η ευχή του Ιησού είναι εργασία κοινή των αγγέλων και των ανθρώπων. Με την προσευχή αυτή οι άνθρωποι πλησιάζουν σύντομα την ζωή των αγγέλων. Η ευχή είναι η πηγή όλων των καλών έργων και αρετών και εξορίζει μακριά από τον άνθρωπο τα σκοτεινά πάθη. Σε σύντομο χρόνο κάνει τον άνθρωπο ικανό να αποκτήσει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Απόκτησε την, και πριν πεθάνεις θα αποκτήσεις ψυχή Αγγελική. Η ευχή είναι θεϊκή αγαλλίαση. Κανένα άλλο πνευματικό όπλο δε μπορεί να αναχαιτίσει τόσο αποτελεσματικά τους δαίμονες. Τους κατακαίει όπως η φωτιά τα βάτα. (Οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ)



Λέγε ακατάπαυστα την ευχή “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με” με τη γλώσσα και με τον νου. Όταν η γλώσσα κουράζεται ας αρχίζει ο νους. Και πάλιν όταν ο νους βαρύνεται, η γλώσσα . Μόνον να μην παύεις. Λοιπόν όταν ευχόμενος κρατάει τον νου του να μην φαντάζεται τίποτα, αλλά προσέχει μόνον στα λόγια της ευχής. (Γέρων Ιωσήφ)



Δια της ευχής “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με” θα κερδίσεις το παν. Δια της ευχής καθαρίζεται ο άνθρωπος, λαμπρύνεται, αγιάζεται. Η ευχή είναι το σωσίβιο της ψυχής και του σώματος. Η ευχή είναι η βάση της τελειότητας. Θα λεπτυνθείτε και θα πετάτε με την ευχή. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος σωτηρίας, καθαρισμού και αγιασμού από την νοερά προσευχή. Αυτή γέμισε τον παράδεισο από άγιους ανθρώπους (Γέροντας Αμφιλόχιος)



Να λέγεις παιδί μου την ευχή . “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με” , ημέρα και νύχτα συνέχεια. Η ευχή θα τα φέρει όλα, η ευχή περιέχει τα πάντα: αίτηση, παράκληση, πίστη, ομολογία, θεολογία κλπ. Η ευχή να λέγεται χωρίς διακοπή. Η ευχή θα φέρει ολίγον κατ’ ολίγον ειρήνη, γλυκύτητα, χαρά, δάκρυα. Η ειρήνη και η γλυκύτης θα φέρουν περισσότερον ευχή, και η ευχή κατόπιν, περισσοτέραν ειρήνη και γλυκύτητα κ.ο.κ. θα έρθει στιγμή που αν θα σταματάς την ευχή, θα αισθάνεσαι άσχημα. (Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης)



Να λέτε την ευχή. “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με” . Να τη λέτε μια-μια λέξη κατανοητά, καταληπτά. Να μην προχωρείτε στη δεύτερη λέξη , αν δεν καταλάβετε την πρώτη. Να τονίζεται περισσότερο το τελευταίο , δηλ ελέησόν με. Θα σας έρθει τώρα στην αρχή ραθυμία και και ύπνος και μετεωρισμός και αμέλεια αλλά εσείς γρήγορα να συνέρχεστε. ‘Όταν λέτε την ευχή , να θεωρείτε τον εαυτό σας τώρα στην αρχή , ότι είσθε στη κόλαση και να φωνάζετε κλαίοντας, ζητώντας το έλεος του Θεού. Μακριά από την απόγνωση, από την απελπισία και τα όμοια ταύτα. Κατά την ώρα της προσευχής να μην δέχεστε ούτε φαντασία , ούτε μορφή, ούτε εικόνα της Παναγίας και του Χριστού ή άλλου τινός Αγίου, ούτε και τις λέξεις της ευχής να βλέπετε νοερώς” (Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης)



Μάθετε να εργάζεσθε το κομποσκοινάκι. Το κομποσκοινάκι θα σας οδηγήσει εκεί που εσείς δεν γνωρίζετε σε ανώτερα επίπεδα θα σας οδηγήσει το κομποσκοινάκι. “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”



–Έχετε ένα πρόβλημα; “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”



–Έχετε έναν πειρασμό με τον άλλον, με τον γείτονα σας, με τους φίλους σας κ.ο.κ. “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”. Η ευχή θα σας δώσει τη λύση του προβλήματος σας λύσιν του αδιεξόδου όπου ευρίσκεστε. Το κομποσκοινάκι λοιπόν “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με” (Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης)



Όλοι οι Άγιοι Πατέρες φωνάζουν την πρώτη θέση στη ζωή του κάθε χριστιανού την κατέχει η προσευχή. Θέλεις να κάνεις κατάσταση; Προσεύχου. Θέλεις να σωθείς; Προσεύχου. ‘Όλες οι προσευχές καλές και άγιες είναι, αλλά η νοερά προσευχή, είναι η βασίλισσα αυτών. “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”. Απ’ αυτήν τη μικρούλα αλλά παντοδύναμη προσευχή, ξεκίνησαν οι Άγιοι Πατέρες και έγιναν φωστήρες της εκκλησίας. Λέγε συνεχώς όσο μπορείς περισσότερες φορές την ημέρα και τη νύχτα αυτή την ευχούλα και αυτή θα σε διδάξει αυτά που θέλεις, αυτά που δεν γνωρίζεις. Βιάσου σ’ αυτήν την ευχούλα (Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης)



Η ευχή μας φέρνει κοντά στον Χριστό. Κάποτε μου ήρθε (να εξομολογηθεί) ένας μεγαλόσχημος .



Μου είπε: Έχω φθάσει , Αββά σε απόγνωση. Δεν βλέπω καμιά αλλαγή στο καλύτερο. Πως θα βελτιωθώ; Πώς θα πεθάνω για την αμαρτία; Αισθάνομαι την πλήρη αδυναμία μου. Υπάρχει άραγε ελπίδα σωτηρίας.



Βεβαίως υπάρχει. Λέγε όσο πιο πολύ μπορείς την ευχή. Και άφησε τα πάντα στα χέρια του θεού. Και ποια η ωφέλεια από την ευχή όταν δε συμμετέχει ο νους και η καρδιά; Τεράστια ωφέλεια. Είναι γνωστό ότι η «ευχή» έχει πολλές βαθμίδες: από την απλή προφορά των λέξεων της «ευχής» μέχρι την «ευχή» την θαυματουργική. Μα έστω και στην κατώτατη βαθμίδα να βρισκόμαστε και αυτό για μας είναι ψυχικά πολύ ωφέλιμο και σωτήριο. Από τον άνθρωπο που λέγει την «ευχή» φεύγουν οι δυνάμεις του εχθρού μας. Και ο άνθρωπος αυτός γρήγορα ή αργά οπωσδήποτε θα σωθεί.



Αναστήθηκα! Αναστέναξε ο Μεγαλόσχημος. Από δω και πέρα δεν πρόκειται πια να πέσω σε ακηδία και απόγνωση. Το λέγω λοιπόν και το επαναλαμβάνω: λέτε την «ευχή» .’Έστω και μόνο με το στόμα. Και ο Κύριος δεν θα σας αφήσει (Στάρετς Βαρσανούφιος της Όπτινα)



Δεν πρέπει να αφήνουμε την ευχή. Όταν μας δίνεται η ευκαιρία, να τη λέμε. Να μην τριγυρίζει ο νους μας στα μάταια. Με την ευχή ο νους αναπαύεται και αγάλλεται. Ο νους του ανθρώπου πρέπει να ασχολείται με την ευχή και να μην τρέχει στα μάταια. (Γέροντας Παϊσιος)



Πρέπει συνεχώς αδιαλείπτως να λέμε την ευχή. Μέσα στη καρδιά μας και το νου μας πρέπει να μείνει μόνο το όνομα του Χριστού μας. Γιατί όταν εμείς αφήνουμε την προσευχή, την , την επικοινωνία μας με το Θεό, τότε ο διάβολος με λογισμούς αρχίζει και μας ζαλίζει και δεν ξέρουμε πλέον ούτε τι θέλουμε, ούτε τι λέμε , ούτε τι κάνουμε. (Γέροντας Παϊσιος)



Να λέγωμεν συνεχώς την ευχήν, είτε με το νουν, είτε με το στόμα. Η ευχή, το παντοδύναμον όπλον δεν αφήνει την αμαρτία να εισέλθει. Ο διάβολος καίεται από το όνομα του Ιησού Χριστού, δια τούτο πασχίζει με κάθε τρόπον να σταματήσει την ευχή. ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης)



Λέγε την ευχή: αγιάζει το στόμα, αγιάζει ο αέρας, αγιάζει ο τόπος που λέγεται, Οι δαίμονες βάζουν χίλια εμπόδια δια να μην προσευχηθεί ο άνθρωπος, επειδή όλες οι παγίδες , όλα τα δίκτυα των δαιμόνων καταστρέφονται δια της προσευχής. Άπειρες φορές οι δαίμονες δια στόματος δαιμονισμένων ομολόγησαν ότι καίονται από την ενέργεια της ευχής. (Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης)



Η κάτωθι σύντομος προσευχή είναι παντοδύναμο όπλο κάθε χριστιανού: « Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς» . Λέγε αδερφέ μου με τα χείλη και με την καρδιά σου συνεχώς τα σωτήρια αυτά λόγια , διότι φωτίζουν τον νου, γαληνεύουν την καρδιά, καίουν την αμαρτία, μαστίζουν και εκδιώκουν τους δαίμονας.



Το κομποσκοίνι δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι κάτι διακοσμητικό, ούτε κάτι που θα μας φέρει γούρι. Αντίθετα, χρειάζεται για να μας θυμίζει τη προσευχή και, σαν τέτοιο, είναι μια άγια και θεία παρουσία στη ζωή μας. Συγκεκριμένα το κομποσκοίνι είναι φτιαγμένο για να κάνουμε την αδιάλειπτη προσευχή, αυτή που λέγεται αδιάκοπα, σύμφωνα με την προτροπή του απ. Παύλου « αδιαλείπτως προσεύχεσθε» . Φυσικά την «ευχή» αυτή μπορούμε να την λέμε και χωρίς κομποσκοίνι., με το νου μας και μάλιστα όσο συχνότερα είναι δυνατό. Η προσευχή, που είναι η συνομιλία με το Θεό, μας χαρίζει ηρεμία , ψυχική γαλήνη και διώχνει το άγχος από τη ζωή μας.
πηγη: Αγίων Λόγοι blogspot

ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ

Ο κ. Στ. από την Καλαμάτα, κάτοικος Αθηνών, ταξίδευε με το αυτοκίνητό του προς τα Ιωάννινα. Καθ οδόν έπεσε θύμα ισχυρής μετωπικής συγκρούσεως, κατά την οποία το αυτοκίνητό του κυριολεκτικά διαλύθηκε και ο ίδιος τραυματίστηκε σοβαρά στο κεφάλι. Μεταφέρθηκε αναίσθητος στο Νοσοκομείο και μπήκε στην εντατική.
Ενώ ευρίσκετο στην κατάσταση αυτή, είδε μία φωτεινή νεφέλη και στο μέσον έναν ηλικιωμένο μοναχό. Παρ ότι δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με την Εκκλησία, επειδή εκείνες τις ημέρες είχε ακούσει από γνωστό του για κάποιον χαρισματούχο γέροντα Παίσιο, μέσα στην έκπληξή του ρώτησε αυθόρμητα τον άγνωστο μοναχό:
– Είσαι ο γέροντας Παίσιος;
Ο Γέροντας δεν απάντησε. Χαμογέλασε, τον χάιδεψε ελαφρά στο κεφάλι και του είπε:
– Μη φοβάσαι˙ θα γίνεις καλά!
Ο Στ. συνήλθε. Αν και σαστισμένος από το παράδοξο του πράγματος, και παρόλο που αγνοούσε τον θαυμαστό επισκέπτη του, πίστεψε στην διαβεβαίωσή του. Τήν διηγήθηκε μάλιστα με έντονο ύφος και στους γιατρούς. Και αυτοί έκπληκτοι διαπιστώνοντας την ανθρωπίνως ανεξήγητη βελτίωσή του, ωμολόγησαν:
– Όντως πρόκειται για θαύμα!
Αφού βγήκε από το Νοσοκομείο, στον δρόμο περνώντας μπροστά από ένα βιβλιοπωλείο έκπληκτος αντίκρυσε στην βιτρίνα τον σωτήρα του. Ανεγνώρισε την μορφή του στο εξώφυλλο ενός βιβλίου. Έτσι ανεκάλυψε τον ευεργέτη του και γεμάτος ευγνωμοσύνη το αγόρασε και το διάβασε.
Συγκινημένος ήλθε να προσκυνήση στην «Παναγούδα» (Ιανουάριος 1998), όπου και διηγήθηκε τα ανωτέρω. Εκτός του ότι τον διέσωσε από βέβαιο σωμα64
τικό θάνατο, η επέμβαση του Γέροντα άλλαξε και ριζικά την ζωή του. Ανεζήτησε πνευματικό και εξωμολογήθηκε. Σταμάτησε την κοσμική ζωή παρά τις έντονες πιέσεις των συγγενών. «Μού είναι αδύνατο να συνεχίσω τα ίδια˙ στον νού μου έρχεται συνέχεια το χαμογελαστό φωτεινό πρόσωπο του Γέροντα», έλεγε με δάκρυα στα μάτια.

Αγ. Ιωακείμ και Άννα - γέροντος Παΐσίου

Αγ. Ιωακείμ και Άννα – γέροντος Παΐσίου


- Γέροντα, πέστε μας για τον Άγιο Ιωακείμ και την Αγία Άννα, τους Θεοπάτορες. Κάποτε κάτι αρχίσατε να μας λέτε.

- Από μικρός είχα σε μεγάλη ευλάβεια τους Αγίους Θεοπάτορες. Μάλιστα είχα πει σε κάποιον ότι, όταν με κάνουν καλόγερο, θα ήθελα να μου δώσουν το όνομα Ιωακείμ. Πόσα οφείλουμε σ’ αυτούς! Οι Άγιοι Ιωακείμ και Άννα είναι το απαθέστερο (δηλαδή χωρίς διαβλητά πάθη). ανδρόγυνο που υπήρξε ποτέ. Δεν είχαν καθόλου σαρκικό φρόνημα.

Ο Θεός έτσι έπλασε τον άνθρωπο και έτσι ήθελε να γεννιούνται οι άνθρωποι, απαθώς. Άλλα μετά την πτώση μπήκε το πάθος στην σχέση ανάμεσα στον άνδρα και στην γυναίκα. Μόλις βρέθηκε ένα απαθές ανδρόγυνο, όπως έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο και όπως ήθελε να γεννιούνται οι άνθρωποι, γεννήθηκε η Παναγία, αυτό το αγνό πλάσμα, και στην συνέχεια σαρκώθηκε ό Χριστός. Μου λέει ο λογισμός ότι θα κατέβαινε και νωρίτερα ό Χριστός στην γη, αν υπήρχε ένα αγνό ζευγάρι, όπως ήταν οι Άγιοι Ιωακείμ και Άννα.

Οι Ρωμαιοκαθολικοί φθάνουν στην πλάνη και πιστεύουν, δήθεν από ευλάβεια, ότι η Παναγία γεννήθηκε χωρίς να έχει το προπατορικό αμάρτημα. Ενώ η Παναγία δεν ήταν απαλλαγμένη από το προπατορικό αμάρτημα, αλλά γεννήθηκε όπως ήθελε ό Θεός να γεννιούνται οι άνθρωποι μετά την δημιουργία. Ήταν πάναγνη <1>, γιατί η σύλληψη Της έγινε χωρίς ηδονή. Οι Άγιοι Θεοπάτορες, μετά από θερμή προσευχή στον Θεό να τους χαρίσει παιδί, συνήλθαν όχι από σαρκική επιθυμία, αλλά από υπακοή στον Θεό. Αυτό το γεγονός το είχα ζήσει στο Σινά <2>.

Υποσημειώσεις:
1 Η Θεοτόκος γεννήθηκε κατά φυσικό τρόπο και όχι παρθενικώς. «Ήταν πάναγνη», γιατί, όπως γράφει και ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στον Λόγο του «Εις το Γενέσιον της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας», συνελήφθη«σωφρόνως»(βλ. PG 96,669A), αλλά και αύξησε με τον αγώνα της την αγιότητα που έλαβε από τους γονείς της, αποκρούοντας πάντα λογισμόν περιττόν και ψυχοβλαβή πριν γεύσασθαι» (αυτόθι 676Β).
2 Ο Γέροντας ασκήτεψε στο Σινά, στο ασκητήριο των Αγίων Επιστήμης και Γαλακτίωνος, από το 1962 μέχρι το 1964. Το γεγονός αυτό δεν μας το απεκάλυψε.

Πηγή: Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου Λόγοι Δ΄: Οικογενειακή Ζωή, Ιερόν Ησυχαστήριον “Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος”, Σουρωτή Θεσσαλονίκης, 2007 (σελ. 61-62).

Ο γέροντας Παΐσιος, η νηστεία και η κατάκριση

Πρωί στο κελί του Τιμίου Σταυρού του γέροντα Παΐσιου, κοντά στη Μονή Σταυρονικήτα. Τρίτη μέρα της Σαρακοστής. Είμαστε έξω στο σκεπαστό κι ο γέροντας βράζει γάλα στο καμινέτο, πάνω σ’ ένα κούτσουρο.

Παραδίπλα είναι, πλαγιασμένα στα χόρτα, τα δύο παιδιά του Γιάννη, που ανεβήκαμε μαζί στο Αγιονόρος – ο Γιάννης κάθεται μόνος του, απέναντι στο βράχο.

Πιο εδώ είναι δυο επισκέπτες, κι αυτοί από τη Θεσσαλονίκη. Στέκονται όρθιοι, ακουμπώντας στην καστανιά. Πενηντάρηδες κι οι δυο, χλωμοί, στρυφνοί. Φαίνονται να είναι από κάποια παρεκκλησιαστική οργάνωση, γιατί κοιτάζουνε αυστηρά, κάπως επιτιμητικά τον γέροντα και σχολιάζουνε μεταξύ τους χαμηλόφωνα.

Τα παιδιά παίζουνε, κάνουνε φασαρία –οπότε γυρίζει ο Παΐσιος και τα λέει ήρεμα:

«Μην κάνετε θόρυβο, γιατί εδώ δίπλα, κάτω απ’ το χώμα, είναι κρυμμένοι Αμερικανοί και θα ξυπνήσουν και θα ‘ρθουν να μας χαλάσουν την ησυχία μας».

Τα παιδιά σταματούνε, σωπαίνουνε παραξενεμένα.

Ο Γιάννης, απέναντι, γέρνει πλάγια στο βράχο, πάνω στο σάκο του. Ανάβει τσιγάρο.

Οι δυο επισκέπτες, που φαίνονται σκληροί ευσεβιστές, συνεχίζουν να βλέπουν με αποδοκιμασία τον γέροντα που προσέχει να μη φουσκώσει και χυθεί το γάλα. Ώσπου ο ένας δεν αντέχει και λέει στον καλόγερο:

«Γέροντα Παΐσιε, είμαστε στις πρώτες μέρες της Σαρακοστής, έχουμε αυστηρή νηστεία, κι εσύ βράζεις να πιεις γάλα;»

Ο γέροντας σωπαίνει. Δεν απαντάει. Πιάνει και κατεβάζει το κατσαρόλι, γιατί το γάλα έβρασε. Μετά πάει στο κελί, φέρνει έξι μικρά, παλιά, πορσελάνινα φλιτζανάκια, τα βάζει μερακλίδικα στη σειρά κι αδειάζει με προσοχή το γάλα μέσα σ’ αυτά. Περιμένει λίγο να κρυώσει, ενώ όλοι τον κοιτάζουνε με απορία, σιωπηλοί.

Οι δυο ευσεβιστές τα βλέπουνε όλα αυτά με αποστροφή, γιατί σκέφτονται ότι αφού είμαστε όλοι εδώ οι επισκέπτες, έξι και τα φλιτζανάκια, άρα και σ’ αυτούς θα τολμήσει ο καλόγερος να προσφέρει γάλα, τέτοιες μέρες σκληρής νηστείας.

Ο γέροντας Παΐσιος παίρνει τα γεμάτα φλιτζανάκια ένα-ένα, τα βάζει σ’ ένα ξύλινο δίσκο, τα κουβαλάει και τ’ αφήνει σε απόσταση εφτά μέτρων, στο χώμα, στην άκρη ενός θάμνου.

Τ’ ακουμπάει όλα εκεί, στη σειρά, έπειτα έρχεται, κάθεται δίπλα μας και αρχίζει να κάνει με το στόμα του κάτι σιγανά, παράξενα σφυρίγματα, κοιτάζοντας προς τους θάμνους.

Δεν περνούνε λίγα λεπτά, και πιο εκεί, μέσα από τα τσαλιά, βγαίνει πολύ προσεκτικά μια οχιά και ύστερα πέντε μικρά φιδάκια –τα παιδιά της.

Κρατάω την αναπνοή μου.

Τα φίδια έρχονται, πλησιάζουν όλα, ένα-ένα, σέρνοντας, περνούνε δίπλα μας, πάνε σιγά-σιγά στα φλιτζανάκια, κι αρχίζουν ήρεμα να πίνουν, να ρουφούνε το πρωινό γάλα τους…

Πηγή: ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ, Επί ψύλλου κρεμάμενος (Κέδρος 2003)

Άγιος ο καιρός, άγιος ο θάνατος

Ο μακαριστός γέροντας Παίσιος (+1994) έκανε λόγο για ένα μοναχό με καρδιά μικρού παιδιού. Αυτός ο μοναχός νομίζοντας πως η «Ανάληψη» ήταν κάποια αγία γυναίκα όπως π.χ. η Αγία Παρασκευή έλεγε στην προσευχή του: Αγία Ανάληψη! Να είχαμε σήμερα ένα ψαράκι! Και η «Αγία Ανάληψη» του έκανε τη χάρη και του έφερε μπροστά του ένα ψαράκι!
«Άγιος ο Θεός, άγιος ο καιρός! άγιος ο θάνατος! ιλέησον ημάς» έλεγε μια αγράμματη γερόντισσα από χωριό της Κορίνθου και άστραφτε το πρόσωπό της! Ενώ κάποια άλλη απλοϊκή μανούλα είπε στον παπά του χωριού της: «Παπά μου, σου έφερα το παιδί μου να του διαβάσεις μια ευχή, γιατί δεν έχει όρεξη! Και του διάβασε την ευχή επί «ορύξει φρέατος» (άνοιγμα πηγαδιού)! Και στο παιδί «άνοιξε» η όρεξη! Αληθιν χωριάτικη πίστη!

Πηγή: Αρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη, Χωριάτικη πίστη

Σε όποιο αφεντικό δουλεύεις, από αυτό θα πληρωθείς! (Γέροντας Παΐσιος Αγιορείτης)

Οι απομακρυσμένοι άνθρωποι από το Θεό πάντα απαρηγόρητοι βρίσκονται και διπλά βασανίζονται.

Όποιος δεν πιστεύει στο Θεό και στη μέλλουσα ζωή, εκτός που μένει απαρηγόρητος, καταδικάζει και τη ψυχή του αιώνια. Σε όποιο αφεντικό δουλεύεις, από αυτό θα πληρωθείς. Αν δουλεύεις στο μαύρο αφεντικό, σου κάνει τη ζωή μαύρη από εδώ.

Αν δουλεύεις στην αμαρτία, θα πληρωθείς από το διάβολο. Αν εργάζεσαι την αρετή, θα πληρωθείς από το Χριστό.

Και όσο εργάζεσαι στο Χριστό, τόσο θα λαμπικάρεσαι, θα αγάλλεσαι.

Αλλά εμείς λέμε: Χαμένο τόχουμε να εργασθούμε στον Χριστό;

Μα είναι φοβερό! Να μην αναγνωρίζουμε τη θυσία του Χριστού για τον άνθρωπο!

Σταυρώθηκε ο Χριστός, για να μας λυτρώσει από την αμαρτία, για να εξαγνισθεί όλο το ανθρώπινο γένος.

Τί έκανε ο Χριστός για μας; Τί κάνουμε εμείς για το Χριστό;

Ο κόσμος θέλει να αμαρτάνει και θέλει το Θεό καλό. Αυτός να μας συγχωράει και εμείς να αμαρτάνουμε.

Εμείς δηλαδή να κάνουμε ό,τι θέλουμε και Εκείνος να μας συγχωράει. Να μας συγχωράει συνέχεια και εμείς το βιολί μας.

Οι άνθρωποι δεν πιστεύουν, γι’ αυτό ορμούν στην αμαρτία. Όλο το κακό από κει ξεκινάει, από την απιστία.

Δεν πιστεύουν στην άλλη ζωή, οπότε δεν υπολογίζουν τίποτε.

Αδικούν, εγκαταλείπουν τα παιδιά τους … Γίνονται πράγματα …, σοβαρές αμαρτίες.

Ούτε οι Άγιοι Πατέρες έχουν προβλέψει τέτοιες αμαρτίες στους Ιερούς Κανόνες· όπως για τα Σόδομα και Γόμορρα είχε πει ο Θεός:

“Δεν πιστεύω να γίνονται τέτοιες αμαρτίες, να πάω να δω!”

Αν δεν μετανοήσουν οι άνθρωποι, αν δεν επιστρέψουν στο Θεό, χάνουν την αιώνια ζωή.

Πρέπει να βοηθηθεί ο άνθρωπος, να νιώσει το βαθύτερο νόημα της ζωής, να συνέλθει, για να νιώσει τη θεία παρηγοριά.

Σκοπός είναι να ανεβεί πνευματικά ο άνθρωπος, όχι απλώς να μην αμαρτάνει!

πηγή: Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Αντιμετώπιση των σαρκικών πειρασμών Γέροντος Παϊσίου




Μια φορά είχε έρθει στο καλύβι ένα νέο παιδί απελπισμένο, γιατί έπεφτε σε σαρκική αμαρτία και δεν μπορούσε να απαλλαγεί από αυτό το πάθος. Είχε πάει σε δύο πνευματικούς που προσπάθησαν με αυστηρό τρόπο να το βοηθήσουν να καταλάβει ότι είναι βαρύ αυτό που κάνει. Το παιδί απελπίστηκε. «Αφού ξέρω ότι αυτό που κάνω είναι αμαρτία, είπε, και δεν μπορώ να σταματήσω να το κάνω και να διορθωθώ, θα κόψω κάθε σχέση μου με τον Θεό». Όταν άκουσα το πρόβλημά του, το πόνεσα το καημένο και του είπα: «Κοίταξε, ευλογημένο, ποτέ να μην ξεκινάς τον αγώνα σου απ’αυτά που δεν μπορείς να κάνεις, αλλά από αυτά που μπορείς να κάνεις. Για να δούμε τι μπορείς να κάνεις και να αρχίσεις από αυτά. Μπορείς να εκκλησιάζεσαι κάθε Κυριακή;».
«Μπορώ», μου λέει. «Μπορείς να νηστεύεις κάθε Τετάρτη και Παρασκευή;». «Μπορώ». «Μπορείς να δίνεις ελεημοσύνη το ένα δέκατο απ’το μισθό σου ή να επισκέπτεσαι αρρώστους και να τους βοηθάς;». «Μπορώ». «Μπορείς να προσεύχεσαι κάθε βράδυ, έστω και αν αμάρτησες και να λες: «Θεέ μου, σώσε την ψυχή μου;». «Θα το κάνω γέροντα» μου λέει. «Άρχισε, λοιπόν, του λέω, από σήμερα να κάνεις όλα αυτά που μπορείς και ο Παντοδύναμος Θεός θα κάνει το ένα που δεν μπορείς». Το καημένο ηρέμησε και συνέχεια έλεγε: «Σ’ευχαριστώ,πάτερ». Είχε, βλέπεις, φιλότιμο και ο Καλός Θεός το βοήθησε.