Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ: ΠΩΣ ΕΡΓΑΖΕΤΑΙ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ

Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΑΧΡΗΣΤΕΨΗ ΤΟΝ ΑΓΩΝΙΣΤΗ
Ἡ μόνη λύση γιὰ νὰ ἀποφύγης τοὺς πειρασμοὺς εἶναι νά... συμμαχήσης μὲ τὸν διάβολο!... Ὅσο κανεὶς ἀγωνίζεται, θὰ ἔχη πειρασμοὺς καὶ δυσκολίες. Καὶ ὅσο προσπαθεῖ νὰ ἀποφύγη τὸν πειρασμό, τόσο κόντρα τοῦ πάει ὁ διάβολος. Ἀλλὰ μὲ τοὺς πειρασμοὺς – ἂν τοὺς ἀξιοποιήσουμε σωστά –, δίνεται ἡ εὐκαιρία, ἐπειδὴ μερικὲς φορὲς ἡ ζωή μας εἶναι ἀντιευαγγελική, νὰ γίνη «εὐαγγελική».
Τὸ ταγκαλάκι, ὅταν δῆ ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ κάνη ἄλλη ζημιὰ στὸν ἀγωνιστή, κοιτάει πῶς νὰ τὸν ἀχρηστέψη μὲ ἀσήμαντα πράγματα. Ὕστερα, νὰ ξέρης ὅτι ὑπάρχουν καὶ μικρὰ ταγκαλάκια, ποὺ κάνουν ὅμως μεγάλη ζημιά. Μιὰ φορὰ ρώτησαν ἕνα μικρὸ ταγκαλάκι: «Τάχα τί μπορεῖς νὰ κάνης ἐσύ;». «Ἐγὼ τί μπορῶ νὰ κάνω; Πάω καὶ μπερδεύω τὶς κλωστὲς στὶς μοδίστρες, στοὺς τσαγκάρηδες, ἀπάντησε, καὶ τοὺς κάνω νὰ θυμώνουν». Τὰ μεγαλύτερα σκάνδαλα γίνονται ἀπὸ τιποτένια πράγματα, ὄχι μόνο σ' ἐμᾶς, ἀλλὰ μερικὲς φορὲς καὶ στὰ κράτη. Στοὺς πνευματικοὺς ἀνθρώπους δὲν ὑπάρχουν σοβαρὲς ἀφορμὲς γιὰ σκάνδαλα· ἀπὸ τὰ μικρὰ παίρνει ὁ διάβολος ἀφορμή. Τσακίζει τὸν ἄνθρωπο ψυχικὰ μὲ κάτι χαζά, παιδικὰ πράγματα, ὁπότε κάνει τὴν καρδιά του ὅπως ἐκεῖνος θέλει καὶ μένει μετὰ κανεὶς ἕνα κούτσουρο.
Τὸ ταγκαλάκι, ὅταν πάρη εἴδηση ὅτι κάνουμε δουλειὰ πνευματική, τότε γυρίζει τὸ κουμπὶ ἀλλοῦ. Ἐνῶ βάζουμε ἕνα πρόγραμμα, μιὰ ἄλφα σειρά, βρισκόμαστε σὲ ἄλλη καί, ἂν δὲν προσέξουμε, τὸ ἀντιλαμβανόμαστε μετὰ ἀπὸ μέρες. Γι' αὐτὸ ὁ ἀγωνιστὴς πρέπει νὰ πηγαίνη ὅλο κόντρα στὸν διάβολο – φυσικὰ μὲ διάκριση – καὶ νὰ τὸν παρακολουθῆ κάποιος ἔμπειρος Πνευματικός.
Ὁ σατανᾶς δὲν πάει σὲ ἕναν ἄχρηστο ἄνθρωπο, ἀλλὰ πάει σὲ ἕναν ἀγωνιστή, γιὰ νὰ τὸν πειράξη καὶ νὰ τὸν ἀχρηστέψη. Δὲν χάνει τὸν καιρό του νὰ κάνη λεπτὴ ἐργασία σὲ κάποιον ποὺ δὲν κάνει λεπτὴ ἐργασία. Στέλνει σ᾿ αὐτὸν ποὺ ράβει μὲ σακκορράφα, διάβολο μὲ σακκορράφα. Σ᾿ αὐτὸν ποὺ κάνει λεπτὸ ἐργόχειρο, στέλνει διάβολο ποὺ κάνει λεπτὸ ἐργόχειρο. Σ᾿ αὐτὸν ποὺ κάνει πολὺ ψιλὸ κέντημα, στέλνει διάβολο γιὰ πολὺ ψιλὴ ἐργασία. Σ᾿ αὐτοὺς ποὺ κάνουν χονδρὴ δουλειὰ στὸν ἑαυτό τους, στέλνει χονδρὸ διάβολο. Στοὺς ἀρχαρίους στέλνει ἀρχάριο διάβολο.
Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν λεπτὴ ψυχή, πολὺ φιλότιμο καὶ εἶναι εὐαίσθητοι, χρειάζεται νὰ προσέξουν, γιατὶ βάζει καὶ ὁ διάβολος τὴν οὐρά του καὶ τοὺς κάνει πιὸ εὐαίσθητους, καὶ μπορεῖ νὰ φθάσουν στὴν μελαγχολία ἢ ἀκόμη – Θεὸς φυλάξοι – καὶ στὴν αὐτοκτονία. Ὁ διάβολος, ἐνῶ ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους μᾶς βάζει νὰ πηγαίνουμε κόντρα στὸν πλησίον μας καὶ νὰ μαλώνουμε, ὁ ἴδιος ποτὲ δὲν πάει κόντρα. Τὸν ἀμελῆ τὸν κάνει πιὸ ἀμελῆ· τὸν ἀναπαύει μὲ τὸν λογισμό: «Τὸ κεφάλι σου πονάει, εἶσαι ἀδιάθετος· δὲν πειράζει καὶ ἂν δὲν σηκωθῆς γιὰ προσευχή». Τὸν εὐλαβῆ τὸν κάνει πιὸ εὐλαβῆ, γιὰ νὰ τὸν ρίξη στὴν ὑπερηφάνεια, ἢ τὸν σπρώχνει νὰ ἀγωνισθῆ περισσότερο ἀπὸ τὶς δυνάμεις του, ὥστε νὰ ἀποκάμη καὶ νὰ ἀφήση μετὰ ὅλα τὰ πνευματικά του ὅπλα καὶ νὰ παραδοθῆ ὁ πρώην πολὺ ἀγωνιστής. Τὸν σκληρόκαρδο τὸν κάνει πιὸ σκληρόκαρδο, τὸν εὐαίσθητο ὑπερευαίσθητο.
Καὶ βλέπεις πόσοι ἄνθρωποι, ἄλλοι γιατὶ ἔχουν κάποια εὐαισθησία καὶ ἄλλοι γιατὶ ἔχουν κλονισθῆ τὰ νεῦρα τους, ταλαιπωροῦνται μὲ ἀυπνίες καὶ παίρνουν χάπια ἢ βασανίζονται καὶ χαραμίζονται στὰ νοσοκομεῖα. Σπάνια νὰ δῆς σήμερα ἄνθρωπο ἰσορροπημένο. Ἔγιναν μπαταρίες οἱ ἄνθρωποι. Οἱ περισσότεροι εἶναι σὰν νὰ ἔχουν ἠλεκτρισμό. Ὅσοι μάλιστα δὲν ἐξομολογοῦνται, δέχονται ἐπιδράσεις δαιμονικές· ἔχουν ἕναν δαιμονικὸ μαγνητισμό, γιατὶ ὁ διάβολος ἔχει ἐξουσία ἐπάνω τους. Λίγοι ἄνθρωποι, εἴτε ἀγόρια εἴτε κοπέλες εἴτε ἡλικιωμένοι εἶναι, ἔχουν ἕνα βλέμμα γαλήνιο. Δαιμονισμός! Ξέρεις τί θὰ πῆ δαιμονισμός; Νὰ μὴν μπορῆς νὰ συνεννοηθῆς μὲ τὸν κόσμο.
Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΜΑΣ ΒΑΖΕΙ ΕΝΕΣΗ ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΑΣ
Εἶπα σὲ κάποιους γιατροὺς ποὺ συζητοῦσαν γιὰ τὴν ἀναισθησία ποὺ κάνουν στὶς ἐγχειρήσεις: «Τοῦ πειρασμοῦ ἡ ἀναισθησία ἔχει ἄσχημες ἐπιπτώσεις στὸν ἄνθρωπο, ἐνῶ αὐτὴ ποὺ κάνετε ἐσεῖς βοηθάει». Ἡ ἀναισθησία τοῦ διαβόλου εἶναι σὰν τὸ δηλητήριο ποὺ ρίχνει τὸ φίδι στὰ πουλιὰ ἢ στὰ λαγουδάκια, γιὰ νὰ παραλύσουν καὶ νὰ τὰ καταπιῆ, χωρὶς νὰ ἀντιδράσουν. Ὁ διάβολος, ὅταν θέλη νὰ πολεμήση ἕναν ἄνθρωπο, στέλνει πρῶτα ἕνα διαβολάκι «ἀναισθησιολόγο», γιὰ νὰ κάνη τὸν ἄνθρωπο πρῶτα ἀναίσθητο, καὶ μετὰ πηγαίνει ὁ ἴδιος καὶ τὸν πελεκάει, τὸν κάνει ὅ,τι θέλει... Ἀλλὰ προηγεῖται ὁ... «ἀναισθησιολόγος». Μᾶς βάζει ἔνεση ἀναισθησίας καὶ ξεχνοῦμε. Νά, βλέπεις, οἱ μοναχοὶ ὑποσχόμαστε «ὑβρισθῆναι, χλευασθῆναι» κ.λπ., καὶ τελικά, ὁ πειρασμὸς μερικὲς φορὲς μᾶς μπερδεύει καὶ κάνουμε τὰ ἀντίθετα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ὑποσχεθήκαμε. Ἀλλιῶς ξεκινᾶμε καὶ ἀλλιῶς καταλήγουμε. Γιὰ ἀλλοῦ ξεκινήσαμε νὰ πᾶμε καὶ ἀλλοῦ πηγαίνουμε. Δὲν προσέχουμε. Δὲν σᾶς ἔχω πεῖ παραδείγματα;

Παλιότερα, στὴν Κόνιτσα δὲν ὑπῆρχε Τράπεζα. Ἀναγκάζονταν οἱ ἄνθρωποι νὰ πᾶνε στὰ Γιάννενα, ὅταν ἤθελαν νὰ πάρουν κανένα δάνειο. Ξεκινοῦσαν λοιπὸν μερικοὶ ἀπὸ τὰ γύρω χωριὰ καὶ πήγαιναν ἑβδομῆντα δύο χιλιόμετρα μὲ τὰ πόδια, νὰ πάρουν δάνειο, γιὰ νὰ ἀγοράσουν λ.χ. ἕνα ἄλογο. Τότε, ἂν κανεὶς εἶχε ἕνα ἄλογο, μποροῦσε νὰ συντηρήση τὴν οἰκογένειά του. Ἔκανε ζευγάρι μὲ τὸ ἄλογο κάποιου ἄλλου καὶ ὄργωνε. Μιὰ φορὰ ξεκίνησε ἕνας νὰ πάη στὰ Γιάννενα, νὰ πάρη δάνειο, γιὰ νὰ ἀγοράση ἕνα ἄλογο, νὰ ὀργώνη τὰ χωράφια του καὶ νὰ μὴν παιδεύεται νὰ σκάβη μὲ τὴν τσάπα. Πῆγε λοιπὸν στὴν Τράπεζα, πῆρε τὸ δάνειο καὶ μετὰ πέρασε καὶ ἀπὸ τὰ ἑβραίικα μαγαζιὰ καὶ χάζευε. Τὸν ἔβλεπε ὁ ἕνας Ἑβραῖος, τὸν τραβοῦσε μέσα. «Πέρνα μέσα, μπάρμπα, ἔχω καλὸ πράγμα!». Ἔμπαινε ἐκεῖνος μέσα, ἄρχιζε ὁ Ἑβραῖος νὰ κατεβάζη τὰ τόπια ἀπὸ τὰ ράφια. Τὰ ἔπαιρνε, τὰ τίναζε. «Πάρ' το, τοῦ ἔλεγε, εἶναι καλό, καὶ γιὰ τὰ παιδιά σου θὰ σοῦ τὸ δώσω πιὸ φθηνό». Ἔφευγε ἀπὸ τὸν ἕναν, προχωροῦσε παραπέρα, χάζευε σὲ ἄλλον. «Ἔλα, μπάρμπα, μέσα, τοῦ ἔλεγε ὁ Ἑβραῖος, θὰ σοῦ τὸ δώσω πιὸ φθηνό». Κατέβαζε τὰ τόπια, τὰ ἄνοιγε, τὰ ἅπλωνε. Ζαλίστηκε στὸ τέλος ὁ καημένος. Εἶχε καὶ λίγο φιλότιμο, σοῦ λέει «τώρα τὰ κατέβασε τὰ τόπια, τὰ ἅπλωσε...», καὶ δῆθεν «γιὰ τὰ παιδιά του πιὸ φθηνό», ἔδωσε τὰ χρήματα ποὺ εἶχε πάρει ἀπὸ τὴν Τράπεζα καὶ ἀγόρασε ἕνα τόπι πανί, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἦταν χωνεμένο! Μὰ καὶ ἕνα τόπι πανὶ τί νὰ τὸ κάνη; Καὶ ἕνας πλούσιος δὲν ἔπαιρνε ἕνα τόπι πανί· ἔπαιρνε ὅσο τοῦ χρειαζόταν. Τελικὰ γύρισε στὸ σπίτι μὲ ἕνα τόπι σάπιο ὕφασμα! «Ποῦ εἶναι τὸ ἄλογο;», τὸν ρωτᾶν. «Ἔφερα ὕφασμα γιὰ τὰ παιδιά!», λέει. Ἀλλὰ τί νὰ τὸ κάνουν τόσο ὕφασμα; Χρεώθηκε ἐν τῷ μεταξὺ στὴν Τράπεζα, καὶ ἄλογο δὲν πῆρε παρὰ ἕνα τόπι πανὶ χωνεμένο. Ἄντε πάλι νὰ πηγαίνη νὰ σκάβη μὲ τὴν τσάπα στὰ χωράφια, νὰ δυσκολεύεται, γιὰ νὰ ξεχρεώση τὸ δάνειο! Ἂν ἀγόραζε ἄλογο, θὰ ἐπέστρεφε καὶ καβάλα, θὰ ψώνιζε καὶ λίγα πράγματα γιὰ τὸ σπίτι του καὶ δὲν θὰ σκοτωνόταν νὰ σκάβη μὲ τὴν τσάπα! Ἀλλὰ γιὰ νὰ χαζεύη στὰ μαγαζιὰ τὰ ἑβραίικα, εἴδατε τί ἔπαθε; Ἔτσι κάνει καὶ ὁ διάβολος· σὰν τὸν πονηρὸ ἔμπορο σὲ τραβάει ἀπὸ ᾿δῶ, σὲ τραβάει ἀπὸ ᾿κεῖ, σοῦ βάζει τρικλοποδιές, καὶ τελικὰ σὲ καταφέρνει νὰ πᾶς ἐκεῖ ποὺ θέλει ἐκεῖνος. Γιὰ ἀλλοῦ ξεκινᾶς καὶ ἀλλοῦ καταλήγεις, ἂν δὲν προσέξης. Σὲ ξεγελάει καὶ χάνεις τὰ καλύτερα χρόνια σου.
Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΚΑΝΕΙ ΤΟ ΠΑΝ, ΓΙΑ ΝΑ ΜΗ ΒΟΗΘΗΘΗ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ὁ διάβολος εἶναι τεχνίτης. Ἂν φέρη λ.χ. τὴν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας σὲ ἕναν πνευματικὸ ἄνθρωπο ἕναν ἐλεεινὸ λογισμό, ἐκεῖνος θὰ τὸν καταλάβη, θὰ τιναχθῆ καὶ θὰ τὸν διώξη. Γι᾿ αὐτὸ τοῦ φέρνει ἕναν πνευματικὸ λογισμό. «Τὸ τάδε βιβλίο, τοῦ λέει, γράφει αὐτὸ γιὰ τὴν Θεία Λειτουργία». Μετὰ θὰ τοῦ τραβήξη τὴν προσοχὴ λ.χ. στὸν πολυέλαιο. Θὰ ἀναρωτηθῆ ποιός ἄραγε νὰ τὸν ἔφτιαξε. Ἢ θὰ τοῦ θυμίση ἕναν ἄρρωστο ποὺ πρέπει νὰ πάη νὰ τὸν δῆ. «Ἄ! ἔμπνευση, λέει, τὴν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας», ἐνῶ εἶναι ὁ διάβολος ποὺ μπαίνει ἐνδιάμεσος καὶ πιάνει ὁ ἄνθρωπος τὴν συζήτηση μὲ τὸν λογισμό του. Ὁπότε ἀκούει τὸν ἱερέα νὰ λέη «Μετὰ φόβου...» καὶ τότε καταλαβαίνει ὅτι τέλειωσε ἡ Θεία Λειτουργία καὶ ἐκεῖνος δὲν συμμετεῖχε καθόλου. Νά, καὶ ἐδῶ στὸν Ναό· πηγαίνει ἡ ἐκκλησάρισσα νὰ ἀνάψη τὰ κεριὰ στὸν πολυέλαιο καὶ ἔχω παρατηρήσει ὅτι καὶ μεγάλους ἀκόμη τοὺς ἀποσπᾶ ὁ πειρασμὸς ἐκεῖ πέρα καὶ χαζεύουν τὴν ἀδελφὴ πῶς ἀνάβει τὰ κεριά. Αὐτὸ εἶναι τελείως παιδικό. Μόνον τὰ μικρούτσικα παιδιὰ χαίρονται μὲ κάτι τέτοια καὶ λένε: «Τὰ ἄναψε!». Δηλαδή, αὐτὸ γιὰ τὰ μικρὰ παιδιὰ εἶναι δικαιολογημένο, ἀλλὰ γιὰ τοὺς μεγάλους; Ἤ, ἐνῶ πρέπει νὰ ἀποφεύγουμε τὶς κινήσεις τὴν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας, ὁ πειρασμὸς μπορεῖ νὰ βάλη ἐκείνη τὴν ἱερὴ ὥρα μιὰ ἀδελφὴ νὰ γυρίζη στὸ ἀναλόγιο τὰ φύλλα τοῦ βιβλίου, νὰ κάνη θόρυβο καὶ νὰ ἀποσπᾶ τοὺς ἄλλους. Ἀκοῦνε «κρὶτς–κρίτς», «τί γίνεται;» λένε, καὶ φεύγει ἔτσι ὁ νοῦς ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ χαίρεται τὸ ταγκαλάκι. Γι' αὐτὸ νὰ προσέχουμε νὰ μὴ γινώμαστε ἐμεῖς αἰτία νὰ ἀποσπᾶται ἡ προσοχὴ τῶν ἄλλων τὴν ὥρα τῆς θείας λατρείας. Κάνουμε ζημιὰ στὸν κόσμο καὶ δὲν τὸ καταλαβαίνουμε. Ἢ παρατηρῆστε σὲ καμμιὰ ἀνάγνωση. Ὅταν φθάνη ὁ ἀναγνώστης στὸ πιὸ ἱερὸ σημεῖο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο θὰ βοηθηθοῦν οἱ ἄνθρωποι, τότε ἢ θὰ χτυπήση δυνατὰ ἀπὸ τὸν ἀέρα ἡ πόρτα ἢ θὰ βήξη κάποιος καὶ θὰ ἀποσπασθῆ ἡ προσοχή τους καὶ δὲν θὰ ὠφεληθοῦν ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἱερὸ σημεῖο. Ἔτσι κάνει τὴν δουλειά του τὸ ταγκαλάκι.
Ὤ, ἂν βλέπατε τὸν διάβολο πῶς κινεῖται! Δὲν τὸν ἔχετε δεῖ, γι' αὐτὸ δὲν καταλαβαίνετε μερικὰ πράγματα! Κάνει τὸ πᾶν, γιὰ νὰ μὴ βοηθηθῆ ὁ ἄνθρωπος. Τὸ ἔχω παρατηρήσει στὸ Καλύβι, ὅταν συζητῶ. Μόλις φθάσω ἀκριβῶς στὸ σημεῖο ποὺ θέλω, στὸ πιὸ εὐαίσθητο, γιὰ νὰ βοηθήσω αὐτοὺς ποὺ μὲ ἀκοῦν, τότε ἢ κάποιος θόρυβος γίνεται ἢ ἔρχονται ἄλλοι καὶ διακόπτω. Τοὺς βάζει προηγουμένως ὁ διάβολος νὰ χαζεύουν ἀπέναντι τὴν Σκήτη ἢ νὰ βλέπουν κάτι, καὶ κανονίζει νὰ ἔρθουν στὸ πιὸ λεπτὸ σημεῖο τῆς συζητήσεως, γιὰ νὰ ἀλλάξω θέμα καὶ νὰ μὴν ὠφεληθοῦν. Γιατί, ὅταν ἀρχίση ἡ συζήτηση, ξέρει ὁ διάβολος ποῦ θὰ καταλήξη καί, ἐπειδὴ βλέπει ὅτι θὰ πάθη ζημιά, στέλνει κάποιον ἀκριβῶς στὸ πιὸ εὐαίσθητο σημεῖο, γιὰ νὰ μὲ διακόψη. «Ἔ, Πάτερ, ἀπὸ ποῦ νὰ μποῦμε;», φωνάζει. «Πάρτε λουκούμια καὶ νερὸ καὶ ἐλᾶτε ἀπὸ ᾿κεῖ», τοὺς λέω. Ἄλλοι μπαίνουν ἐκείνη τὴν στιγμὴ μέσα, ὁπότε μὲ διακόπτουν, γιατὶ πρέπει νὰ σηκωθῶ νὰ χαιρετήσω. Ἄλλοι ἔρχονται μετὰ ἀπὸ λίγο καὶ πρέπει πάλι νὰ σηκωθῶ, ἀρχίζουν καὶ τὴν κουβέντα «ἀπὸ ποῦ εἶσαι κ.λπ.»... Ὁπότε εἶμαι ἀναγκασμένος νὰ ἀρχίσω πάλι ἀπὸ τὴν ἀρχή, νὰ ξαναπῶ φέρ᾿ εἰπεῖν τὸ παράδειγμα ποὺ ἔλεγα. Μόλις προχωρῶ, φωνάζει ἀπὸ κάτω ἄλλος: «Ἔ, Πάτερ Παΐσιε, ποῦ μένεις; Ἀπὸ ᾿δῶ εἶναι ἡ πόρτα;». Ἄντε ξανὰ νὰ σηκωθῆς... Βρὲ τὸν πειρασμό! Ἕξι-ἑπτὰ φορὲς μιὰ μέρα μοῦ ἔκανε τὸ ἴδιο, μέχρι ποὺ ἀναγκάσθηκα καὶ ἔβαλα μερικούς... φρουρούς! «Ἐσὺ κάθησε ἐκεῖ καὶ κοίταζε νὰ μὴν ἔρθη κανένας ἀπὸ ᾿κεῖ. Ἐσὺ κάθησε ἐδῶ, μέχρι νὰ τελειώσω τὴν δουλειά μου». Ἕξι-ἑπτὰ φορὲς νὰ ἀρχίζης ὁλόκληρη ἱστορία, νὰ τοὺς φέρνης στὸ σημεῖο ποὺ θὰ βοηθηθοῦν, καὶ τὰ ταγκαλάκια πάλι νὰ δημιουργοῦν σκηνές!
Βρὲ τὸν πειρασμὸ τί κάνει! Γυρίζει τὸ κουμπὶ συνέχεια σὲ ἄλλη συχνότητα. Μόλις ὁ ἀγωνιζόμενος πάη νὰ συγκινηθῆ λίγο ἀπὸ κάτι, τάκ, τοῦ γυρίζει τὸ κουμπὶ ἀλλοῦ καὶ ξεχνιέται μὲ ἐκεῖνο. Θυμᾶται πάλι κάτι πνευματικό; Τάκ, τοῦ θυμίζει κάτι ἄλλο. Τὸν κάνει ὅλο τοῦμπες. Ὁ ἄνθρωπος, ἂν μάθη πῶς ἐργάζεται ὁ διάβολος, θὰ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ πολλὰ πράγματα.
Η ΦΤΕΡΟΥΓΑ ΤΗΣ ΘΕΛΗΣΕΩΣ

Ὁ κόσμος εὔκολα ἐπηρεάζεται καὶ πρὸς τὸ καλὸ καὶ πρὸς τὸ κακό. Πρὸς τὸ κακὸ ἐπηρεάζεται πιὸ εὔκολα, γιατὶ ἐκεῖ κανοναρχεῖ καὶ ὁ διάβολος. Πὲς σὲ ἕναν λ.χ. νὰ κόψη τὸ τσιγάρο, γιατὶ βλάπτει. Μόλις θὰ ἀποφασίση νὰ τὸ κόψη, θὰ πάη ὁ διάβολος καὶ θὰ τοῦ πῆ: «Ἐκεῖνο τὸ τσιγάρο ἔχει λιγώτερο φαρμάκι, τὸ ἄλλο ἔχει φίλτρο καὶ καθαρίζει... Κάπνισε ἀπὸ ᾿κεῖνα· δὲν θὰ σὲ βλάψουν». Θὰ τοῦ βρῆ δηλαδὴ μιὰ δικαιολογία, γιὰ νὰ μὴν τὸ κόψη· θὰ τοῦ βρῆ... μιὰ λύση! Γιατὶ ὁ διάβολος μπορεῖ νὰ μᾶς βρῆ ἕνα σωρὸ δικαιολογίες. Καὶ ἐκεῖνο τὸ τσιγάρο ποὺ τοῦ προτείνει, μπορεῖ νὰ τὸν βλάψη ἀκόμη περισσότερο. Γι' αὐτὸ χρειάζεται νὰ ἔχουμε θέληση. Καὶ ἂν κανεὶς δὲν κόψη τὰ κουσούρια του, ὅταν εἶναι ἀκόμη νέος, μετὰ εἶναι δύσκολο νὰ τὰ κόψη, γιατί, ὅσο περνάει ἡ ἡλικία, ἐξασθενεῖ ἡ θέληση.

Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχη θέληση, δὲν μπορεῖ νὰ κάνη τίποτε. Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος λέει: «Ἐν τῷ θέλειν καὶ τῷ μὴ θέλειν κεῖται τὸ πᾶν». Δηλαδὴ ὅλα ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ ἂν θέλη ἢ ἂν δὲν θέλη ὁ ἄνθρωπος. Μεγάλη ὑπόθεση! Ὁ Θεὸς εἶναι φύσει ἀγαθὸς καὶ θέλει πάντοτε τὸ καλό μας. Χρειάζεται ὅμως νὰ θέλουμε καὶ ἐμεῖς. Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος πετᾶ πνευματικὰ μὲ δυὸ φτεροῦγες· μὲ τὴν θέληση τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὴν θέληση τὴν δική του. Ὁ Θεὸς τὴν μιὰ φτερούγα – τὴν δική Του θέληση – μᾶς τὴν ἔχει κολλήσει μόνιμα στὸν ἕναν ὦμο μας. Ἀλλὰ γιὰ νὰ πετάξουμε πνευματικά, πρέπει καὶ ἐμεῖς νὰ κολλήσουμε στὸν ἄλλο ὦμο τὴν δική μας φτερούγα, τὴν ἀνθρώπινη θέληση. Ἅμα ὁ ἄνθρωπος ἔχη δυνατὴ θέληση, ἔχει τὴν φτερούγα τὴν ἀνθρώπινη, ποὺ ἰσορροπεῖ μὲ τὴν θεϊκὴ φτερούγα, ὁπότε πετάει. Ἐνῶ, ἂν ἡ θέλησή του εἶναι ἀτροφική, πάει νὰ πετάξη λίγο καὶ τουμπάρει. Ξαναπροσπαθεῖ λίγο, πάλι τούμπα!
Δὲν ἔχουμε πεῖ ὅτι ὅλα καλλιεργοῦνται; Θέληση ὑπάρχει σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, σὲ ἄλλους λίγη καὶ σὲ ἄλλους περισσότερη. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχη διάθεση νὰ ἀγωνισθῆ, προσεύχεται καὶ ζητᾶ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ τοῦ αὐξήση τὴν θέληση, καὶ ὁ Θεὸς τὸν βοηθάει. Ὅταν δὲν κάνη προκοπὴ ὁ ἄνθρωπος, τότε νὰ ξέρη ὅτι ἢ δὲν βάζει καθόλου θέληση ἢ θὰ βάζη λίγη καὶ αὐτὴ θὰ εἶναι ἐξασθενημένη, ὁπότε καὶ αὐτὸ πάλι δὲν βοηθάει. Ἕνα πουλί, ἂς ὑποθέσουμε, ἔχει τὴν μία φτερούγα του γερή, ἀλλὰ παραμελεῖ τὴν ἄλλη· τῆς πέφτουν μερικὰ φτερὰ καὶ μετὰ δὲν μπορεῖ νὰ πετάξη σωστά. Ἡ μία φτερούγα δουλεύει καλά, ἡ ἄλλη ὅμως εἶναι σὰν τὴν σπασμένη τσατσάρα. Τὴν κουνάει τὸ πουλί, ἀλλὰ μπαίνει ἀέρας ἐνδιάμεσα καὶ δὲν μπορεῖ νὰ πετάξη καλά. Πετάει λίγο καὶ μετὰ κάνει τοῦμπες. Πρέπει νὰ ἔχη ἀκέραιη καὶ αὐτὴν τὴν φτερούγα, γιὰ νὰ μπορῆ νὰ πετάη. Ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος, θέλω νὰ πῶ, πρέπει νὰ προσέχη καὶ νὰ μὴν παραμελῆ τὴν ἀνθρώπινη θέληση, ἂν θέλη νὰ πετάη συνέχεια σωστά, πνευματικά. Γιατὶ τὸ ταγκαλάκι τί κάνει; Πάει σιγὰ-σιγὰ καὶ τραβάει ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη φτερούγα πρῶτα κανένα μικρούτσικο φτερό, ὕστερα κανένα λίγο μεγαλύτερο, καὶ ἂν δὲν προσέξη ὁ ἄνθρωπος, τοῦ βγάζει καὶ ἕνα μεγάλο, ὁπότε πάει νὰ πετάξη καὶ δὲν μπορεῖ. Καὶ ἂν τυχὸν τοῦ τραβήξη μερικὰ φτερά, τότε, ὅταν πάη νὰ πετάξη, μπαίνει ἀέρας στὴν φτερούγα ποὺ τῆς λείπουν φτερὰ καὶ κάνει τοῦμπες. Ἡ θεϊκὴ φτερούγα εἶναι πάντα γεμάτη, συμπληρωμένη· δὲν τῆς λείπουν φτερά, γιατὶ ὁ διάβολος δὲν μπορεῖ νὰ τὰ τραβήξη καὶ νὰ τὰ βγάλη· εἶναι θεϊκή. Νὰ προσέχη ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴν ἀμελήση καὶ τοῦ βγάλη ὁ διάβολος κανένα φτερὸ ἀπὸ τὴν δική του φτερούγα. Ὅταν ἀρχίζη σιγὰ-σιγὰ λίγο ἡ τεμπελιά, λίγο ἡ ἀδιαφορία, ἐξασθενεῖ ἡ θέληση. Τί νὰ κάνη ὁ Θεός, ἂν δὲν θέλη ὁ ἄνθρωπος; Δὲν θέλει νὰ ἐπέμβη, γιατὶ σέβεται τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Ἀχρηστεύει ἔτσι ὁ ἄνθρωπος καὶ τὴν φτερούγα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὅμως ἔχη θέληση, ἔχη δηλαδὴ καὶ τὴν δική του φτερούγα ἀκέραιη, τότε θέλει ὁ Θεός, θέλει καὶ ὁ ἄνθρωπος, καὶ πετάει ὁ ἄνθρωπος.
Ἅμα δὲν προσέχη κανείς, τοῦ κλέβει τὸν κόπο του ὁ διάβολος· ἐνῶ, ἂν προσέχη καὶ παίρνη στὰ ζεστὰ τὸ θέμα τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς του, ἀγωνίζεται, προκόβει, καρποφορεῖ, τρέφεται πνευματικὰ καὶ χαίρεται ἀγγελικά.

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Β'- ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

Τί απαντάει ο Γέροντας Παΐσιος σε ερωτήσεις για την προσευχή


Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΟΠΛΟ ΙΣΧΥΡΟ
Παλιά, για να κάνει κανείς κάτι, αν ήταν κοσμικός άνθρωπος θα σκεφτόταν. Αν ήταν πνευματικός άνθρωπος, θα σκεφτόταν και θα προσευχόταν. Στην εποχή μας ακόμη και «πνευματικοί» άνθρωποι όχι μόνο δεν προσεύχονται, αλλά ούτε σκέφτονται. Και μάλιστα, συχνά πρόκειται για σοβαρά θέματα, και αυτοί κάνουν πρόβες με τον κόσμο.
 Σε όλες τις περιπτώσεις, πριν ενεργήσουμε, να λέμε: «Σκέφτηκα γι’ αυτό; Προσευχήθηκα γι’ αυτό;» Όταν κανείς ενεργεί, χωρίς να σκεφθεί και χωρίς να προσευχηθεί, ενεργεί σατανικά. Και βλέπεις, συχνά πολλοί χριστιανοί με τον τρόπο που ενεργούν, δεν αφήνουν τον Θεό να επέμβει. Νομίζουν ότι αυτοί θα τα καταφέρουν όλα μόνοι τους. Ενώ ακόμα και ο άπιστος λέει «έχει ο Θεός», αυτοί δεν το λένε (…).
Συνέχεια ανθρώπινες προσπάθειες και δεν αφήνουν τον Θεό να ενεργήσει. Δεν καταφεύγουν στην προσευχή, ώστε να απαντήσει ο Θεός δια της προσευχής. Με την ταπείνωση και την προσευχή διορθώνονται όλα τα αδιόρθωτα (…).
Αιτήματα στην προσευχή
Γέροντα, αν είναι ευλογημένο, να μας λέγατε μερικά θέματα, για τα οποία ιδιαίτερα πρέπει να προσευχόμαστε.
Να παρακαλούμε κατ’ αρχάς η προσευχή μας να έχει ως αποτέλεσμα να έρθουν σε θεοσέβεια όσοι ζουν και όσοι θα ζήσουν. Εγώ στην προσευχή μου λέω «Παρατεινον το ελεος Σου τοις γινοσκουσι Σε» και προσθέτω «και τοις μη γινωσκουσι Σε». Ακόμα λέω «Κύριε, σωσον τους ασεβείς». (Βέβαια η Εκκλησία καλά κανόνισε να λέει «Κύριε, σωσον τους ευσεβείς…», γιατί μπορεί να βρίζουν οι ασεβείς, επειδή προσεύχονται γι’ αυτούς).
Όταν πάλι ο ιερέας λέει «Υπέρ των εντειλαμενων ημιν τοις αναξιοις ευχεσθαι υπέρ αυτων», προσθέτω και «υπέρ των μη εντειλαμενων». Γιατί πρέπει να προσευχόμαστε και γι’ αυτούς που μας ζήτησαν να προσευχηθούμε, αλλά και γι’ αυτούς που δεν μας ζήτησαν, και για τους γνωστούς και για τους αγνώστους.
Τόσες χιλιάδες άνθρωποι υπάρχουν που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη και σοβαρότερα προβλήματα από αυτούς που μας ζήτησαν να προσευχηθούμε. Να κάνουμε προσευχή και για όσους έχουν αδικηθεί, να φανεί το δίκαιο· να δοθεί χάρη στους φυλακισμένους, να πιάσει τόπο η ταλαιπωρία που πέρασαν και να βοηθηθούν. Όταν βάζω ξύλα στη φωτιά, δοξολογώ τον Θεό και λέω: «Ζέστανε, Θεέ μου, όσους δεν έχουν ζεστασιά». Όταν πάλι καίω τα γράμματα που μου στέλνουν – τα διαβάζω και μετά τα καίω, γιατί έχουν και θέματα και απόρρητα και εξομολογήσεις -, λέω: «Να τους κάψει ο Θεός όλα τα κουσούρια. Να τους βοηθάει ο Θεός να ζουν πνευματικά και να τους αγιάζει».
 Ακόμη συνηθίζω να ζητώ από τους Αγίους να προστατεύουν τους ανθρώπους που φέρουν το όνομά τους και από τους Αγίους Πάντες να προστατεύουν αυτούς που δεν έχουν προστάτη Άγιο.
Γέροντα, τι είναι καλύτερα, να ζητώ το έλεος του Θεού γενικά ή να αναφέρω και συγκεκριμένα αιτήματα σύμφωνα με το «Αιτείτε και δοθησεται υμιν»;
Να προσεύχεσαι γενικά και να λες «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον τους πάσχοντας σωματικά και ψυχικά». Σ’ αυτήν την ευχή περιλαμβάνονται και οι κεκοιμημένοι. Αν σου έρχεται στον νου ένα συγγενικό σου πρόσωπο, πες μια ευχή και γι’ αυτό, «… ελέησον τον δούλον Σου τάδε», και πέρασε αμέσως στην γενική ευχή για όλον τον κόσμο, «… ελέησον τον κόσμον Σου άπαντα»
Μπορείς να φέρνεις στον νου σου έναν συγκεκριμένο άνθρωπο που έχει ανάγκη, να προσεύχεσαι λίγο γι’ αυτόν και μετά να λες «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς» και να πονάς για όλους, για να μη φεύγει η… αμαξοστοιχία με έναν επιβάτη. Να μη σκαλώνουμε σε ένα πρόσωπο και μετά δεν μπορούμε να βοηθήσουμε με την προσευχή ούτε τον εαυτό μας ούτε τους άλλους.
Όταν προσεύχεσαι λ.χ. για έναν καρκινοπαθή, να προσεύχεσαι για όλους τους καρκινοπαθείς και να λες και μια ευχή για τους κεκοιμημένους. Ή βλέπεις έναν δυστυχισμένο· να πηγαίνει αμέσως ο νους σου σε όλους τους δυστυχισμένους και να προσεύχεσαι γι’ αυτούς.
Να, θυμάμαι, μικρός είχα δει έναν ζητιάνο που πέθανε έξω από ένα τούρκικο σπίτι, δέκα μέτρα μακριά από το δικό μας. Πέτρο τον έλεγαν. Τον βρήκε το πρωί η Τουρκάλα πεσμένο έξω από το σπίτι της και τον σκούντηξε να σηκωθεί· τότε κατάλαβε ότι είχε πεθάνει. Ακόμη τον μνημονεύω. Πόσοι τέτοιοι «Πέτροι» υπάρχουν στον κόσμο!
Όταν πηγαίνει κανείς σε ειδικά θέματα και σκέφτεται ότι υποφέρουν οι συνάνθρωποί μας, βοηθιέται, γιατί κεντιέται η καρδιά. Έτσι, με πονεμένη καρδιά από τα ειδικά θέματα πηγαίνει και στα γενικά, και βοηθάει περισσότερο με την καρδιακή προσευχή.
Καλά είναι ο μοναχός να μοιράζει την προσευχή του σε τρία μέρη: για τον εαυτό του, για όλο τον κόσμο και για τους κεκοιμημένους. Αν και με αυτόν τον τρόπο, παρόλο που φαίνεται δίκαιη η μοιρασιά, πάλι για τον εαυτό του φροντίζει περισσότερο, γιατί ο εαυτός του είναι ένας, ενώ οι ζώντες και οι κεκοιμημένοι είναι δισεκατομμύρια. (…)
Να θέλει και αυτός που ζητά την προσευχή να βοηθηθεί, να σωθεί, και να αγωνίζεται. Για να βοηθηθεί δηλαδή κανείς από την προσευχή «δικαίου» ανθρώπου, χρειάζεται να έχει καλή διάθεση. Η ευχή που γίνεται με την καρδιά εισακούεται· πρέπει όμως και ο άλλος να είναι δεκτικός. Αλλιώς, εκείνος που προσεύχεται πρέπει να έχει την αγιότητα του Μεγάλου Παϊσίου, για να μπορέσει να τον βγάλει από την κόλαση1. Γι’ αυτό κάνετε προσευχή πρώτα γι’ αυτούς που έχουν διάθεση να σωθούν
Εγώ, όταν παρακαλάω τον Θεό για διάφορες περιπτώσεις, λέω: «Θεέ μου, να είναι αισθητή η βοήθειά Σου, για να βοηθηθούν οι άνθρωποι και πνευματικά· αν δεν είναι αισθητή, μη μας βοηθάς». Πολλοί ούτε καν καταλαβαίνουν από τι μπόρες μας γλιτώνει ο Θεός και ούτε καν το σκέφτονται, για να δοξολογήσουν τον Θεό. Γι’ αυτό να ζητάμε να βοηθάνε ο Χριστός, η Παναγία, οι Άγιοι στον κόσμο, αλλά να είναι και αισθητή η βοήθειά Τους, για να ωφελούνται οι άνθρωποι.
Ας υποθέσουμε ότι κινδυνεύει κάποιος να πέσει από την σκαλωσιά και οικονομάει ο Θεός να σκαλώσει κάπου, που δεν ήταν να σκαλώσει και γλιτώνει. Ή πέφτει κάπου και δεν σακατεύεται. Ή τρακάρει και γλιτώνει. Να ευχηθούμε να καταλάβει ότι ο Θεός τον βοήθησε και σώθηκε, για να βοηθηθεί πνευματικά.
Κάποιος έπεσε από ένα γεφύρι κάτω και σώθηκε. «Κατέβηκες να μετρήσεις το βάθος;», του λέω. Στα χέρια μας κρατούν οι Άγιοι. Ένα παιδί που του είχα δώσει ένα σταυρουδάκι, καθώς έτρεχε με τον μοτοσακό, πέρασε πάνω από ένα ταξί, έκανε μια τούμπα και συνέχισε να τρέχει στον δρόμο, χωρίς να πάθει τίποτα. Πολλοί γλιτώνουν, αλλά λίγοι καταλαβαίνουν κι διορθώνονται.
Η ποιότητα της προσευχής μετράει
Γέροντα, όταν έχουμε ένα αίτημα για κάποιο σοβαρό θέμα, μήπως πρέπει η προσευχή να συνοδεύεται με νηστεία;
Αυτό δεν χρειάζεται συζήτηση· είναι κάτι το οποίο επιβάλλεται. Η νηστεία, η άσκηση, είναι προϋποθέσεις. Αλλά για να γίνει σωστή προσευχή, πρέπει να πονάει κανείς για τους άλλους. Γιατί είναι και τυπικό πολλών χριστιανών της εποχής μας να μη θέλουν να στενοχωρηθούν.
Και συνταξιούχοι ακόμη που όλη μέρα κάθονται, δεν πάνε να πλησιάσουν ένα παιδί εγκαταλελειμμένο, γιατί αυτό έχει φασαρία. Θα φάνε, θα πιουν τον καφέ τους και θα κάνουν έναν περίπατο, θα πάνε σε ένα νοσοκομείο που έχει νοσοκόμους, σε κάτι οργανωμένο, για να δουν έναν άρρωστο, γιατί αυτό είναι πιο εύκολο. Πάλι δηλαδή για να ευχαριστηθούν, οπότε αναπαύουν και τον λογισμό τους ότι έκαναν το καθήκον τους. Πόσους έχω στριμώξει να βοηθήσουν κάτι παιδάκια εγκαταλελειμμένα! Αυτοί τίποτε.
Στο Άγιον Όρος έκαναν κάπου Λιτανεία για την ανομβρία και, αντί να βρέξει, έπιασε πυρκαγιά! Δεν γίνεται λιτανεία σαν να κάνουμε περίπατο. Θέλει να πονέσουμε.
Μπορεί να παραμείνει πειρασμός ή μια δύσκολη κατάσταση, αν κάνουν καρδιακή προσευχή οι καλόγεροι; Παρ’ όλα τα δύσκολα χρόνια βλέπω στα μοναστήρια να επικρατεί ένα πνεύμα… Να είμαστε χαρούμενοι! Εδώ καίγεται ο κόσμος!
Μας ζητούν να κάνουμε μια αγρυπνία, ας υποθέσουμε, για έναν άρρωστο, και ψάλλουμε «Ανοιξαντος Σου την χειρα» και χαιρόμαστε. Εμείς περνάμε ευχάριστα την ώρα μας και ο άλλος εν τω μεταξύ πεθαίνει. «Κάνουμε, λέει, αγρυπνία για τον άρρωστο». Τι αγρυπνία; Εσείς κάνετε διασκέδαση. Αυτό είναι πνευματική διασκέδαση.
Μερικές φορές, ούτε όταν ο ιερέας λέει «Υπέρ των εν ασθενειαις κατακειμενων», προσευχόμαστε για τον άρρωστο. Θα βοηθούσαμε πιο θετικά, αν κάναμε και λίγη ευχή με το κομποσχοίνι. Δεν λέω να καταργήσουμε τις πανηγυρικές αγρυπνίες που προβλέπει το τυπικό, αλλά σε τέτοιες περιπτώσεις να διαθέτουμε και λίγη ώρα, για να κάνουμε τουλάχιστον ένα-δυο κομποσχοίνια λέγοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον τον δούλο σου».
Όλη η βάση είναι η ποιότητα της προσευχής. Η προσευχή πρέπει να είναι καρδιακή, να γίνεται από πόνο. Για τον Θεό δεν μετράει τόσο η ποσότητα της προσευχής όσο η ποιότητα. Η προσευχή που γίνεται στα μοναστήρια έχει ποσότητα, αλλά δεν φτάνει αυτό· πρέπει να έχει και ποιότητα. Τόσες ώρες προσευχή που γίνεται από τόσα άτομα, αν ήταν καρδιακή θα είχε αλλάξει ο κόσμος. Γι’ αυτό σκοπός είναι οι Ακολουθίες να γίνονται από την καρδιά.
Η καρδιακή προσευχή βοηθάει όχι μόνον τους άλλους αλλά και τον ίδιο τον εαυτό μας, γιατί βοηθάει να έρθει η εσωτερική καλοσύνη. Όταν ερχόμαστε στην θέση του άλλου, έρχεται φυσιολογικά η αγάπη, ο πόνος, η ταπείνωση, η ευγνωμοσύνη μας στον Θεό με την συνεχή δοξολογία, και τότε η προσευχή για τον συνάνθρωπό μας γίνεται ευπρόσδεκτη από τον Θεό και τον βοηθάει.
Προσευχή με υπομονή
Γέροντα, μένει ψυχρή η καρδιά μου στην προσευχή.
Είναι γιατί ο νους δεν δίνει τηλεγράφημα στην καρδιά. Ύστερα στην προσευχή χρειάζεται να εργασθεί κανείς· δεν μπορεί από την μια στιγμή στην άλλη να φθάσει σε κατάσταση, ώστε να μη φεύγει καθόλου ο νους του. Θέλει υπομονή. Βλέπεις, άλλος χτυπάει την πόρτα, ξαναχτυπάει, περιμένει, και μετά ανοίγει η πόρτα. Εσύ θες να χτυπήσεις μια και να μπεις μέσα. Δεν γίνεται έτσι.
Στην προσευχή χρειάζεται επιμονή. «Και παρεβιάσαντο αυτον» (Λουκ. 24, 25), λέει το Ευαγγέλιο για τους δύο Μαθητές που συνάντησαν τον Χριστό στον δρόμο προς Εμμαούς. Έμεινε ο Χριστός μαζί τους, γιατί είχαν μια συγγένεια με τον Χριστό και το δικαιούνταν. Είχαν ταπείνωση, απλότητα, καλοσύνη, θάρρος με την καλή έννοια, όλες τις προϋποθέσεις, γι’ αυτό και ο Χριστός έμεινε μαζί τους.
Πρέπει να προσευχόμαστε με πίστη για κάθε ζήτημα και να κάνουμε υπομονή, και ο Θεός θα μιλήσει. Γιατί, όταν ο άνθρωπος προσεύχεται με πίστη, υποχρεώνει τον Θεό κατά κάποιο τρόπο για την πίστη του αυτή να του εκπληρώσει το αίτημά του. Γι’ αυτό, όταν ζητούμε κάτι από τον Θεό, να μη «διακρινώμεθα» και θα εισακουσθούμε. «Να έχετε πίστη χωρίς να διακριθείτε» (Ματθ. 21, 21), είπε ο Κύριος. Ο Θεός ξέρει να μας δώσει αυτό που ζητούμε, ώστε να μη βλαφτούμε πνευματικά.
Μερικές φορές ζητούμε κάτι από τον Θεό, αλλά δεν κάνουμε υπομονή και ανησυχούμε. Αν δεν είχαμε δυνατό Θεό, τότε να ανησυχούσαμε. Αλλά αφού έχουμε Θεό Παντοδύναμο και έχει πάρα πολλή αγάπη, τόση που μας τρέφει και με το Αίμα Του, δεν δικαιολογούμαστε να ανησυχούμε.
Μερικές φορές δεν αφήνουμε ένα δύσκολο θέμα μας στα χέρια του Θεού, αλλά ενεργούμε ανθρώπινα. Όταν ζητούμε κάτι από τον Θεό και κλονίζεται η πίστη μας και θέλουμε να ενεργήσουμε ανθρωπίνως στα δυσκολοκατόρθωτα, χωρίς να περιμένουμε την απάντηση στο αίτημά μας από τον Θεό, είναι σαν να κάνουμε αίτηση στον βασιλέα Θεό και την παίρνουμε πίσω, την ώρα που Εκείνος απλώνει το χέρι Του, για να ενεργήσει.
Τον παρακαλούμε πάλι, αλλά και πάλι κλονίζεται η πίστη μας και ανησυχούμε και επαναλαμβάνουμε το ίδιο. Έτσι διαιωνίζεται η ταλαιπωρία μας. Κάνουμε δηλαδή σαν εκείνον που κάνει μια αίτηση στο Υπουργείο και ύστερα από λίγο μετανιώνει και την αποσύρει. Ξαναμετανιώνει, την υποβάλλει· μετά από λίγο πάλι την αποσύρει. Η αίτηση όμως πρέπει να μείνει, για να παίρνει την σειρά της.
Προσευχή με πόνο
Γέροντα, πως κάνετε ευχή για ένα θέμα;
Όλη η βάση που γίνεται η ευχή είναι να πονάει ο άνθρωπος. Αν δεν πονάει, μπορεί να κάθεται ώρες με το κομποσχοίνι και η προσευχή του να μην έχει κανένα αποτέλεσμα. Αν υπάρχει πόνος για το θέμα για το οποίο προσεύχεται, ακόμη και με έναν αναστεναγμό κάνει καρδιακή προσευχή.
 Πολλοί, όταν την στιγμή που τους ζητούν οι άλλοι να προσευχηθούν δεν έχουν χρόνο, προσεύχονται με έναν αναστεναγμό για το πρόβλημά τους. Δεν λέω να μην κάνει κανείς προσευχή, αλλά, αν τυχόν δεν υπάρχει χρόνος, ένας αναστεναγμός για τον πόνο του άλλου είναι μια καρδιακή προσευχή· ισοδυναμεί δηλαδή με ώρες προσευχής.
Διαβάζεις λ.χ. ένα γράμμα, βλέπεις ένα πρόβλημα, αναστενάζεις και μετά προσεύχεσαι. Αυτό είναι μεγάλο πράγμα! Πριν πιάσεις το ακουστικό, πριν ακόμα καλέσεις, σε ακούει ο Θεός! Και το πληροφορείται ο άλλος. Να δείτε πως οι δαιμονισμένοι καταλαβαίνουν πότε κάνω προσευχή γι’ αυτούς και φωνάζουν όπου κι αν βρίσκονται!
Η πραγματική προσευχή ξεκινάει από έναν πόνο· δεν είναι ευχαρίστηση, «νιρβάνα». Τι πόνος είναι; Βασανίζεται με την καλή έννοια ο άνθρωπος. Πονάει, βογκάει, υποφέρει, όταν κάνει προσευχή για οτιδήποτε.
Ξέρετε τι θα πει υποφέρει; Ναι, υποφέρει, γιατί συμμετέχει στον γενικό πόνο του κόσμου ή στον πόνο ενός συγκεκριμένου ανθρώπου. Αυτήν την συμμετοχή, αυτόν τον πόνο, τον ανταμείβει ο Θεός με την θεία αγαλλίαση. Δεν ζητάει βέβαια ο άνθρωπος την θεία αγαλλίαση, αλλά η θεία αγαλλίαση έρχεται ως συνέπεια, επειδή συμμετέχει στον πόνο του άλλου (…).
Η θεία παρηγοριά
Γέροντα, όταν πονώ για τους άλλους, με πιάνει άγχος και δεν μπορώ να προσευχηθώ.
Το ότι έχει κανείς άγχος όταν πονά για τους άλλους και να μην μπορεί να προσευχηθεί είναι δείγμα ότι υπάρχει ανθρώπινο στοιχείο μέσα του! Εγώ, όσο πιο πολύ πονώ τον κόσμο, τόσο πιο πολύ προσεύχομαι και χαίρομαι πνευματικά, γιατί τα λέω όλα στο Χριστό και εκείνος τα τακτοποιεί.
Και βλέπω ότι όσο περνάει ο καιρός, ενώ το σωματικό κουράγιο ελαττώνεται, το ψυχικό αυξάνει, γιατί η αγάπη, η θυσία, ο πόνος για τον άλλον δίνουν πολλή ψυχική δύναμη. Και ήμουν όρθιος όλη την νύχτα μέχρι τη Θεία Λειτουργία που έβλεπα τον κόσμο (Ο Γέροντας εννοεί την αγρυπνία της 9ης προς 10η Νοεμβρίου του 1993. Παρόλο που ήταν πολύ ταλαιπωρημένος από τον καρκίνο, όρθιος, στηριγμένος σε μια καρέκλα, έδωσε την ευχή του σε τριάντα χιλιάδες περίπου ανθρώπους που πέρασαν εκείνη την ημέρα). Μετά και μέσα στην Εκκλησία και πάλι όρθιος, αλλά δεν ένιωθα κούραση, γιατί πονούσαν τον κόσμο και αυτό με δυνάμωνε. Και εσύ να προσεύχεσαι και να χαίρεσαι, γιατί ο Χριστός θα τα οικονομήσει όλα.
Στην πνευματική αντιμετώπιση δεν υπάρχει θλίψη. Με τον κόσμο τώρα πόσο πόνο πέρασα! Δεν τα περνούσα έτσι τα θέματά τους. Πονούσα, αναστέναζα, αλλά σε κάθε αναστεναγμό άφηνα το θέμα στο Θεό, και στον πόνο που ένιωθα για τον άλλον έδινα ο Θεός παρηγοριά. Δηλαδή με την πνευματική αντιμετώπιση ερχόταν θεία παρηγοριά, γιατί ο πόνος που έχει μέσα την ελπίδα στο Θεό έχει θεία παρηγοριά. Αλλιώς πως θα αντέξει κανείς! Πώς θα μπορούσα διαφορετικά να τα βγάλω πέρα με τόσα που ακούω;
Πονάω, αλλά σκέφτομαι και την θεία ανταμοιβή στους πονεμένους. Είμαστε στα χέρια του Θεού. Αφού υπάρχει θεία δικαιοσύνη, θεία ανταπόδοση, τίποτε δεν πάει χαμένο. Όσο βασανίζεται κανείς, άλλο τόσο θα ανταμειφθεί. Ο Θεός, ενώ βλέπει τόσον πόνο πάνω στη γη, ακόμη και πράγματα που εμείς δεν μπορούμε να τα συλλάβουμε, δεν τα χάνει.
«Περισσότερο υποφέρεις, λέει, περισσότερο θα σε οικονομήσω στην άλλη ζωή», και γι’ αυτό χαίρεται. Διαφορετικά πώς θα μπορούσε, ας πούμε, να αντέξει τόση αδικία, τόση κακία που υπάρχει; Έχει όμως υπ’ όψιν Του την ανταμοιβή αυτών που υποφέρουν και μπορεί, τρόπος του λέγειν, να αντέξει αυτόν τον μεγάλο πόνο. Εμείς δεν βλέπουμε τι δόξα θα λάβει ο άλλος και πονούμε, γι’ αυτό ο Θεός μας ανταμείβει με θεία παρηγοριά.
Γέροντα, αυτή η στενοχώρια δεν καταβάλει τον άνθρωπο;
Όχι. Ο άνθρωπος, όταν αντιμετωπίζει το κάθε πρόβλημα πνευματικά, δεν καταβάλλεται. Στην αρχή πικραίνεται, όταν ακούει ότι κάποιος υποφέρει, αλλά μετά έρχεται ως ανταμοιβή η θεία παρηγοριά και δεν καταστρέφεται ο οργανισμός του. Ενώ η πίκρα από την κοσμική στενοχώρια φέρνει γαστρορραγία κ.λ.π., αυτή δεν βλάπτει τον οργανισμό, γιατί έχει το θείο βάλσαμο.
Ο κίνδυνος της αναισθησίας
Γέροντα, μερικές φορές μου ζητούν λαϊκοί να προσευχηθώ για ένα πρόβλημά τους. Το κάνω, χωρίς όμως να νιώσω πόνο.
Εδώ υπάρχουν δύο περιπτώσεις: η πρώτη είναι επικίνδυνη, η δεύτερη έχει πνευματική αντιμετώπιση. Όταν ο μοναχός ξεχνά τους δικούς του και δεν σκέφτεται και τους άλλους, δηλαδή δεν προσεύχεται για τον κόσμο, τότε αυτό είναι πολύ κακό. Ερχόμαστε δηλαδή στο μοναστήρι, εγκαταλείπουμε τους δικούς μας, και φθάνουμε να ξεχάσουμε τους δικούς μας, πόσο μάλλον τους άλλους. Αντιμετωπίζουμε τα πράγματα πνευματικά, αλλά δεν συμμετέχουμε στον πόνο των άλλων πνευματικά. Δεν προχωρούμε πνευματικά, για να μπορέσουμε να νιώσουμε τα προβλήματά τους, και υπάρχει κίνδυνος να φθάσουμε σε μια αναισθησία. Αρχίζει σιγά-σιγά μία αδιαφορία και γίνεται η καρδιά πέτρα. Στην δεύτερη περίπτωση πονά κανείς για όλο τον κόσμο, αλλά νιώθει και μια παρηγοριά, γιατί σκέφτεται ότι ο άλλος που υποφέρει θα έχει μισθό από τον Θεό, θα είναι μάρτυρας. Με αυτόν τον λογισμό νιώθει βαθιά σιγουριά και έχει μια εσωτερική χαρά. Σ’ αυτήν την περίπτωση η καρδιά δεν είναι πέτρινη αλλά θεϊκή).
Αν δεν προσέξουν οι καλόγεροι, μπορεί να γίνει η καρδιά τους πολύ σκληρή. Οι κοσμικοί βλέπουν ατυχήματα, την δυστυχία των άλλων, και πονούν. Εμείς δεν την βλέπουμε και μπορεί να ζητάμε όλο για τον εαυτό μας. Αν δεν κάνουμε δηλαδή λεπτή εργασία, για να νιώσουμε την δυστυχία των άλλων και να κάνουμε γι’ αυτούς καρδιακή προσευχή), θα γίνουμε σκληρόκαρδοι. Θα φθάσουμε σε σημείο να θέλουμε το βόλεμά μας και θα γίνει η καρδιά μας πέτρινη με την αδιαφορία, πράγμα που είναι αντιευαγγελικό. Ό μοναχός πρέπει να ενδιαφέρεται, να πονάει και να προσεύχεται γενικά για τον κόσμο. Αυτό δεν του φέρνει περισπασμό, αλλά αντιθέτως βοηθιέται και ο ίδιος με την προσευχή), βοηθάει και τους άλλους.
Γέροντα, ενώ βλέπω τα χάλια μου, κάνω πιο πολλή προσευχή για τους άλλους. Μήπως είναι καλύτερα να μnν προσεύχομαι για τους άλλους και να προσεύχομαι μόνο για τον εαυτό μου;
Από ταπείνωση; Αν είναι από ταπείνωση, να λες στον Θεό με πολλή ταπείνωση: «Θεέ μου, τέτοια που είμαι, δεν πρέπει να με ακούσεις. Άλλα δεν είναι αδικία να υποφέρουν οι άλλοι εξ αιτίας μου; Γιατί, εάν είχα πνευματική κατάσταση, παρρησία, θα με άκουγες και θα τους βοηθούσες. Φταίω και εγώ, που ο άλλος υποφέρει. Τώρα όμως τι φταίει να υποφέρει εξ αιτίας μου; Σε παρακαλώ, βοήθησέ τον».
Εξαρτάται δηλαδή πως τοποθετείσαι για τους άλλους. Νιώθεις ότι δεν είσαι άξια, αλλά τυχαίνει, βλέπεις έναν πονεμένο, στενοχωριέσαι, πονάς, προσεύχεσαι. Όταν λ.χ. βλέπω εν αν τυφλό, αισθάνομαι τον εαυτό μου ένοχο, γιατί, αν είχα πνευματική κατάστασή, θα μπορούσα να τον θεραπεύσω.
Ο Θεός μας έδωσε την δυνατότητα να γίνουμε άγιοι, να κάνουμε θαύματα, όπως έκανε και Εκείνος. Αναγνωρίζουμε την μεγάλη ή μικρή μας πνευματική αρρώστια και ταπεινά ζητούμε την σωματική υγειά για τον συνάνθρωπό μας, ως ένοχοι για την αρρώστια του. Γιατί, εάν είχαμε πνευματική υγειά, θα είχε θεραπευθεί προ καιρού και δεν θα παιδευόταν. ‘Όταν τοποθετούμαστε σωστά, ότι είμαστε ένοχοι για όλη την κατάσταση του κόσμου, και λέμε «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς», βοηθιέται και ο κόσμος όλος. Και για τα χάλια του πρέπει να πονέσει κανείς και να ζητήσει το έλεος του Θεού. Φυσικά, αν φθάσει σε μια πνευματική κατάσταση, τότε για τον εαυτό του δεν ζητάει τίποτε.
Βλέπω ότι πολλές φορές πιάνουμε στραβά το «Κύριε, ‘Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» και δήθεν από ταπείνωση δεν λέμε «ελέησον rημάς», δεν προσευχόμαστε για τους άλλους παρά μόνο για τον εαυτό μας. Γι’ αυτό και μερικές φορές μας παρεξηγούν εμάς τους μοναχούς οι κοσμικοί και λένε ότι είμαστε εγωιστές και ότι φροντίζουμε να σώσουμε μόνον τον εαυτό μας. Το «ελέησόν με» είναι για να μην πέσουμε σε υπερηφάνεια. Η ευχή ενός ταπεινού ανθρώπου, που πιστεύει ότι είναι χειρότερος από όλους, έχει περισσότερη αξία από την αγρυπνία που κάνει ένας άλλος με υπερήφανο λογισμό. Όταν προσευχόμαστε με υπερηφάνεια, κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας.
Κατάσταση Συναγερμού
Μην ξεχνάτε ότι παίρνουμε δύσκολους καιρούς και χρειάζεται πολλή προσευχή. Να θυμάστε την μεγάλη ανάγκη που έχει ο κόσμος σήμερα και την μεγάλη απαίτηση που έχει ο Θεός από μας για προσευχή. Να εύχεστε για την γενική εξωφρενική κατάσταση όλου του κόσμου, να λυπηθεί ο Χριστός τα πλάσματά Του, γιατί βαδίζουν στην καταστροφή. Να επέμβει θεϊκά στην εξωφρενική εποχή που ζούμε, γιατί ο κόσμος οδηγείται στην σύγχυση, στην τρελά και στο αδιέξοδο.
Μας κάλεσε ο Θεός να κάνουμε προσευχή για τον κόσμο, που έχει τόσα προβλήματα! Οι καημένοι δεν προλαβαίνουν έναν σταυρό να κάνουν. Εάν εμείς οι μονάχοι δεν κάνουμε προσευχή, ποίοι θα κάνουν; Ό στρατιώτης σε καιρό πολέμου είναι σε κατάσταση συναγερμού, έτοιμος με τα παπούτσια. Στην ίδια κατάσταση πρέπει να είναι και ο μοναχός. Αχ, Μακκαβαίος1 θα έβγαινα! Στα βουνά θα έφευγα, για να προσεύχομαι συνέχεια για τον κόσμο.
Πρέπει να βοηθήσουμε με την προσευχή τον κόσμο, όλο, να μην κάνη ο διάβολος ό,τι θέλει. ‘Έχει αποκτήσει δικαιώματα ο διάβολος. ‘Όχι ότι τον αφήνει ο Θεός, αλλά δεν θέλει να παραβιάσει το αυτεξούσιο. Γι’ αυτό εμείς να βοηθήσουμε με την προσευχή. Όταν πονάει κανείς για την σημερινή κατάσταση που επικρατεί στον κόσμο και προσεύχεται, τότε βοηθιούνται οι άνθρωποι, χωρίς να παραβιάζεται το αυτεξούσιο. Αν προχωρήσετε με τηv Χάρη του Θεού ακόμη λίγο, θα αρχίσουμε να κάνουμε μια προσπάθεια στο θέμα της προσευχής, να μπει μια σειρά, να γίνετε ραντάρ, γιατί και τα πράγματα ζορίζουν. Θα διοργανώσουμε ένα συνεργείο προσευχής. Να κάνετε πόλεμο με το κομποσχοίνι. Με πόνο να γίνεται η προσευχή. Ξέρετε τι δύναμη έχει τότε η προσευχή;
Πολύ πληγώνομαι, όταν βλέπω μονάχους να ενεργούν ανθρωπίνως και όχι με τηv προσευχή δια μέσου του Θεού στα δυσκολοκατόρθωτα ανθρωπίνως. Ο Θεός μπορεί όλα να τα τακτοποίηση. Όταν κανείς κάνει σωστή πνευματική εργασία, τότε μπορεί μόνο με τηv προσευχή να χτίση μοναστήρια και να τα εφοδιάσει με όλα τα απαραίτητα και. να βοηθήσει το σύμπαν. Δεν χρειάζεται ούτε να δουλεύει- αρκεί μόνο να προσεύχεται.
Ο μοναχός πρέπει να προσπαθήσει να μην πονοκεφαλάει για τηv άλφα ή βήτα δυσκολία, είτε είναι ατομική είτε ενός συνανθρώπου του είτε αφορά στην γενική κατάσταση, αλλά να καταφεύγει στην προσευχή και να στέλνει δια του Θεού πολλές θείες δυνάμεις. ‘Άλλωστε και το έργο του μονάχου αυτό είναι, και εάν αυτό δεν το έχει καταλάβει ο μοναχός, η ζωή του δεν έχει κανένα νόημα. Γι’ αυτό, να ξέρει ότι η κάθε αγωνία του που τον ωθεί να αναζητά ανθρώπινες λύσεις στα διάφορα προβλήματα, με ένα βασάνισμα και πονοκέφαλο, είναι του πειρασμού.
Όταν βλέπετε ότι σας απασχολούν πράγματα για τα όποία ανθρωπίνως δεν υπάρχει λύση και δεν τα εμπιστεύεστε στον Θεό, να ξέρετε ότι αυτό είναι τέχνασμα του πειρασμού, για να αφήσετε τηv προσευχή, με τηv όποία μπορεί ο Θεός να στείλει όχι απλώς θεία δύναμη αλλά θείες δυνάμεις, και η βοήθεια τότε δεν θα είναι απλώς θεία βοήθεια αλλά θαύμα Θεού.
Από τηv στιγμή που αρχίζουμε να αγωνιούμε, εμποδίζουμε τον Θεό να επέμβει. Βάζουμε τηv λογική μπροστά και όχι τον Θεό, το θειο θέλημα, ώστε να δικαιούμαστε την θεία βοήθεια. Ο διάβολος προσπαθεί, κλέβοντας με τέχνη την αγάπη του μονάχου, να τον κρατάει σε μια κοσμική αγάπη, σε μια κοσμική αντιμετώπιση και κοσμική πρόσφορα στον συνάνθρωπό του, ενώ ως μοναχός έχει την δυνατότητα να κινείται στον δικό του χώρο, στην δική του ειδικότητα, του Ασυρματιστού, γιατί αυτό είναι και το διακόνημα που του έδωσε ο Θεός. Όλα τα άλλα, όσα κάνουμε με τις ανθρώπινες προσπάθειες, είναι σε κατώτερη μοίρα.
Επίσης καλύτερα είναι ο μοναχός να βοηθάει τους άλλους με την προσευχή του παρά με τα λόγια του. Αν δεν έχει την δύναμη να συγκρατήσει κάποιον που κάνει κακό, ας τον βοηθήσει από μακριά με την προσευχή, γιατί διαφορετικά μπορεί και να βλαφτεί. Μια ευχή καλή, καρδιακή, έχει περισσότερη δύναμη από χιλιάδες λόγια, όταν οι άλλοι δεν παίρνουν από λόγια. Παρόλο που λένε ότι βοηθώ τον κόσμο που έρχεται και με βρίσκει, ως θετική προσφορά μου στον κόσμο βλέπω την μιάμιση ώρα που διαβάζω το Ψαλτήρι. Το άλλο το θεωρώ ψυχαγωγία. να πουν οι καημένοι τον πόνο τους, να τους δώσω καμία συμβουλή.
Γι’ αυτό την βοήθεια δεν την θεωρώ προσφορά δική μου. Η προσευχή είναι που βοηθάει. Αν είχα όλο τον χρόνο μου για προσευχή, περισσότερο θα βοηθούσα τον κόσμο. Ας πούμε ότι θα δω την ημέρα διακόσιους πονεμένους, μόνο διακόσιοι πονεμένοι υπάρχουν στον κόσμο; Αν δεν δω κανέναν και προσευχηθώ για όλον τον κόσμο, τότε βλέπω όλον τον κόσμο. Γι’ αυτό λέω στον κόσμο: «Εγώ θέλω να μιλώ για σας στον Θεό, και όχι σ’ εσάς για τον Θεό. Αυτό είναι καλύτερο για σας, αλλά δεν με καταλαβαίνετε» .
Να μην παραμελούμε το θέμα τnς προσευχής σ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια. Είναι ασφάλεια η προσευχή, είναι επικοινωνία με τον Θεό. Είδατε τι λέει ο Αββάς Ισαάκ; «Δεν θα μας ζητήσει λόγο ο Θεός, γιατί δεν κάναμε προσευχή, αλλά γιατί δεν είχαμε επαφή με τον Χριστό και μας ταλαιπώρησε ο διάβολος».
Από το βιβλίο «Λόγοι Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου Β΄»,
εκδ. Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσσαλλονίκης

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ: ΚΛΗΡΟΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ


ΚΛΗΡΟΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Ἡ ἱερωσύνη δὲν εἶναι μέσο γιὰ νὰ σωθῆ ὁ ἄνθρωπος. Ὅταν ἤμουν στὸ Κοινόβιο, μὲ ζόρισαν καὶ γιὰ τὴν ἱερωσύνη καὶ γιὰ τὸ Μεγάλο Σχῆμα. Ὁ σκοπός εἶναι νὰ γίνη κανεὶς ἀπὸ μέσα τοῦ καλόγερος. Ἐμένα αὐτὸ μὲ ἐνδιέφερε· δὲν μὲ ἀπασχολοῦσε τίποτε ἄλλο. Ἐπειδή καὶ ἀπὸ νέος, σάν λαϊκός, εἶχα ζήσει μερικά θεία γεγονότα, ὅταν πῆγα στὸ Μοναστήρι, ἔλεγα: «Ἀρκεῖ νὰ ζῶ καλογερικά». Τὴν βαρύτητα σ΄ αὐτὸ τὴν εἶχα ρίξει καὶ δὲν μὲ ἀπασχολοῦσε πότε θὰ γίνω μεγαλόσχημος ἤ ἄν θὰ γίνω ἱερεύς. Τελευταία ἦρθε κάποιος στὸ Κελλί τῆς Παναγούδας καὶ πάλι ἐπέμενε πολύ νὰ ἱερωθῶ. Πῆγε στὸ Πατριαρχεῖο Γι’ αὐτόν τὸν λόγο, μίλησε στὴν Ἐξαρχία, ὅταν ἦρθε στὸ Ἅγιον Ὅρος… Τοῦ εἶπαν ὅμως: «Πές τὸ καὶ στὸν ἴδιο, μήν τυχόν ἐμεῖς τὸ ἀποφασίσουμε καὶ αὐτός μας φύγη». Ἔτσι ἦρθε καὶ μοῦ τὸ εἶπε. Ὅταν τὸ ἄκουσα, ἔβαλα τὶς φωνές, ὅποτέ μου λέει: «Τουλάχιστον γίνε ἱερεύς, γιὰ νὰ διαβάζης τὴν συγχωρητική εὐχή στούς ἀνθρώπους, ἀφοῦ σου λένε ἐκτός ἀπὸ τὰ προβλήματά τους καὶ τὶς ἁμαρτίες τους. Ἐσύ δὲν μοῦ ἔλεγες πόσα μπερδέματα γίνονται, γιατί οἱ ἄνθρωποι ἄλλοτε τὰ λένε διαφορετικά καὶ ἄλλοτε λένε τὰ μισά ἀπὸ ὅσα τούς λές στούς Πνευματικούς ἤ στούς μητροπολίτες; Νὰ ἀκοῦς τὶς ἁμαρτίες τους, νὰ τούς διαβάζης τὴν συγχωρητική εὐχή, νὰ παίρνουν τὴν ἄφεση καὶ νὰ τακτοποιοῦνται». Ὁ καημένος μὲ καλό λογισμό τὸ ἔλεγε, ἀλλὰ δὲν ἦταν αὐτὸ γιὰ μένα.
Κανέναν δὲν μποροῦν νὰ τὸν ἐξαναγκάσουν οὔτε γιὰ τὴν ἱερωσύνη οὔτε γιὰ τὸ Μεγάλο Σχῆμα. Ἄν ὅμως τὸ δεχθῆ ἀπὸ ὑπακοή καὶ μὲ ταπείνωση καὶ βάλη λίγο φιλότιμο καὶ λίγη ἀγάπη, τότε ὅλα θὰ τὰ ἀναπληρώση ὁ Θεός. Ἐξάλλου ὁ κόσμος ἔχει ἀλάθητο κριτήριο καὶ διακρίνει ποιοί ἔγιναν ἱερεῖς ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό, γιὰ νὰ διακονήσουν τὴν Ἐκκλησία Του. Εἶναι μερικοί ποὺ θέλουν νὰ γίνουν ἱερεῖς ἀπὸ ἐπιθυμία νὰ δοξασθοῦν. Αὐτοί θὰ ταλαιπωρηθοῦν, ὅταν βρεθοῦν σὲ δυσκολία, γιατί ὁ Χριστός δὲν θὰ τούς βοηθήση, ἐκτός ἄν ταπεινωθοῦν καὶ μετανοήσουν. Ἄν ὅμως κάποιος θέλη νὰ ἱερωθῆ, χωρίς νὰ ἔχη ἐπιδιώξεις κοσμικές, τότε, ἄν κινδυνεύση, ὁ Χριστός θὰ τὸν βοηθήση. Κανονικά πρέπει νὰ σὲ πιέζουν, νὰ θέλουν οἱ ἄλλοι, ἡ Ἐκκλησία, γιὰ νὰ γίνης ἱερεύς, ὥστε νὰ σὲ σκεπάζη ὁ Χριστός καὶ, ἄν βρεθῆς σὲ δύσκολη στιγμή, νὰ σὲ συμπαρασταθοῦν οἱ ἄλλοι καὶ νὰ βοηθήση καὶ ὁ Χριστός.
Βέβαια στὸν κλῆρο σπάνια καὶ πολύ λίγοι εἶναι αὐτοί ποὺ ξεκινοῦν μὲ προγράμματα δικά τους. Αὐτούς δὲν τούς βάζω στὸν λογαριασμό. Οἱ περισσότεροι ξεκινοῦν μὲ καλή διάθεση, ἀλλὰ μετά ἀρχίζει ὁ διάβολος τὴν δουλειά του, καὶ βλέπεις νὰ μπαίνη ἡ δόξα, νὰ μπαίνη ἡ μανία γιὰ ἀξιώματα καὶ νὰ τὰ ξεχνοῦν ὅλα. Μέχρι ποὺ φθάνουν σὲ σημεῖο νὰ βάζουν καὶ ἀνθρώπους νὰ μεσολαβήσουν γιὰ τὴν ἐκλογή τους σὲ προϊστὰμενο, σὲ μητροπολίτη κ.λπ. Ἐνῶ ξεκίνησαν γιὰ τὸν Χριστό, καταλήγουν στὸν χρυσό… Νὰ ἔχουν χρυσούς σταυρούς, χρυσές μίτρες, διαμάντια, ποικιλία καὶ ὄχι τὰ ἀπαραίτητα. Πῶς μᾶς ξεγελάει ὁ διάβολος, ἅμα δὲν προσέξουμε!
Παλιά οἱ ἱερεῖς ἔκαναν ἄσκηση, εἶχαν ἀρετή, ἦταν ἅγιοι, καὶ οἱ ἄνθρωποι τούς εὐλαβοῦνταν. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι θέλουν δύο πράγματα ἀπὸ τὸν ἱερέα· νὰ εἶναι ἀφιλοχρήματος καὶ νὰ ἔχη ἀγάπη. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι βροῦν αὐτὰ  σὲ ἕναν ἱερέα, τὸν θεωροῦν ἅγιο καὶ τρέχουν στὴν Ἐκκλησία· καὶ ἀφοῦ τρέχουν στὴν Ἐκκλησία, σώζονται. Μετά συγκαταβαίνει ὁ Θεὸς καὶ σώζει καὶ τὸν ἱερέα. Ὁ ἱερεύς πάντως πρέπει νὰ ἔχη μεγάλη καθαρότητα.
Τὸν μοναχό ὁ διάβολος προσπαθεῖ νὰ τὸν ἀποδυναμώση μὲ τὶς κακομοιριές , ὥστε νὰ τὸν ἀχρηστέψη καὶ νὰ μήν ἔχη καμμιά δύναμη πνευματική ἡ προσευχή του. Ὁ μοναχός, γιὰ νὰ ἔχη τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πρέπει νὰ εἶναι σωστός μοναχός. Τότε μόνον ἔχει μία θεϊκή ἐξουσία καὶ βοηθάει πολύ θετικά μὲ τὴν προσευχή του. Ἐνῶ ἕνας ἱερεύς, καὶ νὰ μήν ἔχη πνευματική κατάσταση, πάλι βοηθάει μὲ τὴν ἐξουσία ποὺ τοῦ ἔχει δοθῆ μὲ τὴν ἱερωσύνη, ὅταν τελῆ τὰ Μυστήρια, διαβάζη τούς ἀνθρώπους κ.λπ. Ἀκόμη καὶ νὰ σκοτώση ἄνθρωπο, τὰ Μυστήρια ποὺ τελεῖ πάλι ἐνεργοῦν, μέχρι νὰ καθαιρεθῆ. Ἄν ὅμως ἔχη καὶ πνευματική κατάσταση, τότε εἶναι σωστός ἱερεύς καὶ βοηθάει περισσότερο.
Ὅταν μὲ ρωτοῦν ἱερεῖς πῶς θὰ βοηθήσουν τούς ἐνορίτες, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλους ποὺ ἔχουν μία ποιμαντική εὐθύνη, ἕνα πράγμα τονίζω· νὰ κοιτάξουν νὰ κάνουν δουλειά στὸν ἑαυτό τους, νὰ κάνουν τὰ ἀπαραίτητα πνευματικά τους καθήκοντα καὶ κάτι παραπάνω, γιὰ νὰ ἔχουν πάντοτε ἀπόθεμα πνευματικό. Ἡ πνευματική ἐργασία στὸν ἑαυτό μᾶς εἶναι ἀθόρυβη ἐργασία στὸν πλησίον, γιατί μιλάει τὸ παράδειγμα, καὶ τότε μιμοῦνται οἱ ἄνθρωποι τὸ καλό ποὺ βλέπουν καὶ διορθώνονται. Ἐὰν δὲν ἀποκτήσουμε ἐμεῖς πνευματικό πλοῦτο, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ συντηρούμαστε ἀπὸ τούς πνευματικούς τόκους, ὅταν θὰ ἐργαζώμαστε δωρεάν γιὰ τούς ἄλλους, θὰ εἴμαστε οἱ πιὸ δυστυχισμένοι καὶ ἀξιολύπητοι. Γι’ αὐτὸ νὰ μήν τὸ θεωροῦμε σπατάλη χρόνου, ὅταν κάνουμε ἐργασία στὸν ἑαυτό μας, εἴτε γιὰ λίγο χρονικό διάστημα εἴτε γιὰ πολύ εἴτε γιὰ πάντα, σ΄ ὅλη τὴν ζωή μας, γιατί ἡ μυστική ἐργασία ἔχει τὴν ἰδιότητα νὰ κηρύττη μυστικά τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ μέσα στὶς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Ὁ χαριτωμένος ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ μεταδίδει θεία Χάρη καὶ ἀλλοιώνει τούς σαρκικούς ἀνθρώπους. Τούς ἐλευθερώνει ἀπὸ τὴν σκλαβιά τῶν παθῶν καὶ τούς πλησιάζει μ΄ αὐτόν τὸν τρόπο στὸν Θεό καὶ σώζονται.
Ο ΙΕΡΕΥΣ ΕΧΕΙ ΜΕΓΑΛΗ ΕΥΘΥΝΗ
Ὁ ἱερεύς δὲν μπορεῖ ποτέ νὰ κλείση τὴν πόρτα του· ἔχει μεγάλη εὐθύνη. Ὁ ἕνας εἶναι ἀπελπισμένος, ὁ ἄλλος ἄρρωστος καὶ ἔχει ἀνάγκη, ὁ ἄλλος ψυχορραγεῖ· πρέπει ἄλλους νὰ τούς δεχθῆ, ἄλλους νὰ τούς ἐπισκεφθῆ. Δὲν μπορεῖ νὰ ἀρνηθῆ ὁ ἱερεύς. Κινδυνεύουν ψυχές· πρέπει νὰ τὶς βοηθήση. Ἄν δὲν τὶς βοηθήση καὶ τὶς πάρη ὁ Θεὸς ἀτακτοποίητες, ποιός θὰ ἔχη τὴν εὐθύνη; Δὲν θὰ τὴν ἔχη ὁ ἱερεύς; Ἐγώ σάν μοναχός μπορῶ νὰ κλείσω καὶ τὴν πόρτα μου, νὰ φύγω καὶ στὴν ἔρημο, νὰ ἐξαφανισθῶ, καὶ νὰ βοηθῶ μὲ τὴν προσευχή ἀθόρυβα. Γιατί ἡ δουλειά μου δὲν εἶναι νὰ λύνω τὰ προβλήματα τοῦ κόσμου, ἀλλὰ νὰ λέω καμμιά εὐχή γιὰ τὸν κόσμο. Γι’ αὐτὸ δὲν ἔγινα οὔτε παπάς οὔτε Πνευματικός, γιὰ νὰ βοηθάω μὲ ἄλλον τρόπο. Ἄν ἤμουν στὸν κόσμο ἱερεύς, δὲν θὰ μποροῦσα νὰ κλείσω ποτέ τὴν πόρτα μου. Θὰ ἔπρεπε νὰ ἀνταποκρίνωμαι πάντοτε, χωρίς διακρίσεις, σὲ ὅ,τι μου ζητοῦσαν ὅλοι. Πρῶτα θὰ φρόντιζα γιὰ ὅλους τους ἀνθρώπους τῆς ἐνορίας μου καὶ ἔπειτα, ὅ,τι περίσσευε, θὰ ἔδινα στούς ἄλλους ποὺ θὰ μοῦ ζητοῦσαν νὰ τούς βοηθήσω. Θὰ ἐνδιαφερόμουν ὄχι μόνο γιὰ τούς πιστούς, ἀλλὰ καὶ γιὰ τούς ἀπίστους καὶ γιὰ τούς ἀθέους καὶ γιὰ τούς ἐχθρούς της Ἐκκλησίας. Ή, ἄν ἤμουν Πνευματικός καὶ μοῦ ἔλεγε ἕνας κάτι γιὰ ἕναν ἄλλον, θὰ φώναζα καὶ ἐκεῖνον, γιὰ νὰ βγάλω ἄκρη. Θὰ ἔπαιρνα τηλέφωνο, γιὰ νὰ δῶ τί κάνει ὁ ἄλλος ποὺ εἶχε ἕναν πειρασμό, ποὺ ἀντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα κ.λπ. Πῶς θὰ μποροῦσα νὰ ἡσυχάσω;
Ὁ ἱερεύς πρέπει νὰ τραβάη μπροστὰ, γιὰ νὰ ἀκολουθοῦν οἱ πιστοί. Βλέπεις, στὸ κοπάδι πάει μπροστὰ τὸ γκισέμι καὶ τὰ ἄλλα πρόβατα ἀκολουθοῦν. Γυρίζει τὰ κέρατα πρὸς τὰ δεξιά, γυρίζει καὶ ὅλο τὸ κοπάδι δεξιά. Ὅλα τὰ πρόβατα ἀκολουθοῦν τὸ κριάρι, τὸν ἀρχηγό δηλαδή. Γι’ αὐτὸ δὲν ἀπομονώνονται τὰ πρόβατα· πᾶνε τὸ ἕνα πίσω ἀπὸ τὸ ἄλλο. Ἔχει τὸ κριάρι τὴν κατεύθυνση πρὸς τὰ ποῦ θὰ πάη καὶ τὰ πρόβατα ἀκολουθοῦν.
Εἶσαι λ.χ. βοσκός καὶ ἔχεις στὸ κοπάδι σου πολλά ἀρνιά. Ἄλλα χαρούμενα βόσκουν καὶ βαλάζουν καὶ ἄλλα εἶναι καχεκτικά ἤ μὲ καμμιά βδέλλα ἐπάνω τους καὶ ἀπομακρύνονται στὶς ἄκρες. Ποιά θὰ φροντίσης περισσότερο; Δὲν θὰ φροντίσης αὐτὰ  ποῦ εἶναι καχεκτικά; Ή, ἄν χυμήξη σὲ μερικά ἕνα τσακάλι καὶ βάλουν τὶς φωνές, ποῦ θὰ τρέξης; Σ΄ αὐτὰ  ποὺ βελάζουν «μπέ-μπέ»καὶ βόσκουν ἥσυχα ἤ σ΄ αὐτὰ  ποῦ φωνάζουν σπαρακτικά ἀπὸ τὸ τσακάλι; Ὁ τσομπάνος τὸ ἀρρωστιάρικο ἤ πληγωμένο ἀρνί τὸ πονάει περισσότερο καὶ τὸ περιποιεῖται ἰδιαίτερα, μέχρι νὰ πάρη ἐπάνω του καὶ αὐτό. Καὶ αὐτούς ποὺ κάνουν θαύματα καὶ αὐτούς ποὺ ἔχουν τραυματισθῆ ἀπὸ τὸν ἐχθρό διάβολο νὰ τούς ἔχουμε τοποθετημένους στὸν ἴδιο τόπο τῆς καρδιᾶς μας· νὰ μήν περιφρονοῦμε ἐσωτερικά τους δεύτερους. Περισσότερο ἔχω ἀγαπήσει, ἔχω πονέσει καὶ τούς ἔχω στὸν νοῦ μου συνέχεια αὐτούς ποὺ εἶχαν ἄσχημη ζωή καὶ ἀγωνίζονται νὰ κόψουν τὰ πάθη τους, παρά αὐτούς ποὺ δὲν βασανίζονται ἀπὸ πάθη. Ὅταν ὑπάρχη ἐσωτερική ἀγάπη, τότε πληροφορεῖται καὶ ὁ ἄλλος, γιατί αὐτή ἡ ἀγάπη γλυκαίνει καὶ ὅλον τὸν ἐξωτερικό ἄνθρωπο καὶ τὸν ὀμορφαίνει μὲ τὴν θεία Χάρη, ἡ ὁποία δὲν κρύβεται, γιατί ἀκτινοβολεῖ.
Οἱ ποιμένες, εἴτε ἱερεῖς εἶναι εἴτε ἀρχιερεῖς, καλά εἶναι νὰ θυμοῦνται καὶ τὸν Μωυσῆ, τί τράβηξε μὲ τὰ δυὸ ἑκατομμύρια γκρινιάρικο λαό. Πόση προσευχή μὲ ἀγάπη ἔκανε γιὰ τὸν λαό του καὶ πόσο ταλαιπωρήθηκε χρόνια ὁλόκληρα στὴν ἔρημο καὶ αὐτός, μέχρι νὰ τὸν ὁδηγήση στὴν Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Ἐὰν αὐτὰ  θὰ φέρνουν στὴν μνήμη τους, θὰ παίρνουν ἄφθονο κουράγιο καὶ δὲν θὰ γογγύσουν ποτέ γιὰ τὶς ἐλάχιστες ταλαιπωρίες τούς ἐν συγκρίσει μὲ τὶς ταλαιπωρίες ποὺ πέρασε ὁ Μωυσῆς.
 ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ
Αὐτή ἡ καλογερική σήμερα…, τί νὰ πῶ! Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος φοροῦσε ἕνα χονδρό ροῦχο καὶ ἕναν σταυρό πολύ βαρύ γιὰ ἄσκηση, καὶ σήμερα ποῦ φθάσαμε! Ἐκεῖ στὴν Αὐστραλία ποὺ εἶχα πάει, ἦταν μὲ σορτσάκι ἕνας νεωκόρος. «Γιὰ τὴν θάλασσα, τοῦ λέω, γιὰ ΄κεῖ εἶναι αὐτό». «Κινοῦμαι ἔτσι πιὸ ἄνετα», μοῦ λέει. Ἔτσι ξεκινοῦν σιγά-σιγὰ  καὶ μετά φθάνουν: «Νὰ πετάξουμε τὰ ράσα, γιὰ νὰ μή μᾶς καίη ὁ ἥλιος!».Ἐμποδίζει ὁ μανδύας; Πέταξε τὸν. Τὸ μανδήλι ἐμποδίζει, γιατί ἱδρώνεις; Πέταξε τὸ. Ἐκεῖ πᾶμε. Νὰ ρυθμίση καθένας τὸν ἑαυτό του, βρέ παιδάκι μου! Νὰ βάλη λιγώτερα ροῦχα ἀπὸ μέσα.
Καὶ οἱ ἱερεῖς νὰ βγάλουν τὸ ἀντερί καὶ νὰ εἶναι μὲ τὸ παντελόνι; Ἔμ, τί νὰ πῶ; Ὁ μανδύας εἶναι ἔνδυμα τοῦ μοναχοῦ. Δίνεται στὸν σταυροφόρο καὶ στὸν μεγαλόσχημο. Στὴν διάρκεια τῆς κουρᾶς τὸν φοράει ὁ ἀνάδοχος καὶ, ὅταν βάλη τὸ ράσο στὸν νεοκοῦρο, τὸν βγάζει καὶ τοῦ τὸν φοράει. Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση στὴν Ἀλεξάνδρεια ποὺ ἔχει καὶ πολλή ζέστη πώς μερικές γυναῖκες φοροῦσαν ὅλο μαῦρα, ἐπειδή τὸ ἔχουν ἀπὸ τὴν παράδοσή τους. Καὶ ἐμεῖς δὲν ἀντέχουμε τὸ ράσο ποῦ τὸ ἔχουμε ἀπὸ τούς Πατέρες μας;
Ὅταν ἤμουν στὸ Καλύβι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, μία φορά ξεφλούδισα τὸν κορμό τῆς ἐλιᾶς ποὺ ἦταν στὴν αὐλή καὶ ἔγραψα: «Τὰ Δὲνδρα πέταξαν τὴν στολή τους, θὰ δοῦμε τὴν προκοπή τους!...»καὶ δίπλα: «Παπάς ἀράσοτος, ἄρα ἄσωτος». Ἐκεῖνον τὸν καιρό συζητοῦσαν πολύ τὸ θέμα νὰ μή φοροῦν ράσα οἱ ἱερεῖς καὶ ἔρχονταν μερικοί ἐκεῖ, γιὰ νὰ πάρουν ἀπὸ μένα… εὐλογία!
Ἱερεύς νὰ ἔρθη μὲ παντελόνι σὲ ὀρθόδοξο γυναικεῖο Μοναστήρι; Δὲν ταιριάζει». Ὅταν δὲν ντρέπεται αὐτός ποῦ τὸν ἔφερε ἤ ὁ ἴδιος ποῦ ἦρθε χωρίς ράσο, θὰ ντραπῆς ἐσύ νὰ τοῦ δώσης ράσο; Κάποτε συνάντησα στὸ ἀεροδρόμιο ἕναν νέο ἀρχιμανδρίτη μὲ λαϊκά. Πήγαινε στὸ ἐξωτερικό καὶ μοῦ συστήθηκε: «Εἶμαι ὁ πατήρ τάδε». «Ποῦ εἶναι τὰ ράσα σου;», τοῦ εἶπα καὶ φυσικά δὲν τοῦ ἔβαλα μετάνοια.
Ὅταν εἶχε πάει ὁ Πατριάρχης Δημήτριος στὴν Ἀμερική στὴν Σχολή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, πῆγαν μερικοί εὐλαβεῖς φοιτητές Ἀμερικάνοι καὶ τοῦ εἶπαν: «Παναγιώτατε, στὴν ἐποχή μᾶς πρέπει ὁ κλῆρος νὰ ἐκσυγχρονισθῆ». Καὶ ὁ Πατριάρχης ἀπάντησε: «Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς λέει: «ὅταν οἱ κληρικοί γίνουν λαϊκοί, οἱ λαϊκοί θὰ γίνουν δαίμονες!».«Καλά δὲν τούς εἶπε; Τοῦ ἑτοίμασαν γιὰ νὰ μείνη ἕνα πολυτελέστατο δωμάτιο μὲ κρεββάτι ἐπίσημο κ.λπ. Μόλις τὸ εἶδε, εἶπε: «Ποῦ θὰ μείνω; Σ΄ αὐτὸ τὸ δωμάτιο; Φέρτε μου καλύτερα ἕνα ράνζο. Ὁ κληρικός, ὅταν κοσμικοποιηθῆ, γίνεται ὑποψήφιος διάβολος».


ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Α'- ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ

ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ: ΓΙΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΑΡΓΙΕΣ


ΝΑ ΜΗΝ ΔΟΥΛΕΥΟΥΜΕ ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ
Σήμερα δυστυχῶς δὲν χρησιμοποιοῦμε τὴν ἐλευθερία γιὰ τὸ καλό, γιὰ τὴν ἁγιότητα, ἀλλὰ γιὰ τὴν κοσμικότητα. Παλιότερα δούλευαν οἱ ἄνθρωποι ὅλη τὴν ἑβδομάδα καὶ εἶχαν τὴν Κυριακή ἀργία. Τώρα ἔχουν καὶ τὸ Σάββατο ἀργία. Ζοῦν ὅμως τώρα περισσότερο πνευματικά ἤ ἁμαρτάνουν περισσότερο; Ἄν ἀξιοποιοῦσαν τὸν χρόνο τους στὰ πνευματικά, θὰ ἦταν διαφορετικά· θὰ ἦταν συμμαζεμένοι οἱ ἄνθρωποι. Πᾶμε νὰ κλέψουμε ἀπὸ τὰ πνευματικά, ἀπὸ τὸν Χριστό, ἐμεῖς οἱ ταλαίπωροι ἄνθρωποι. Οἱ κοσμικοί, ὅ,τι ἀγγαρεία ἔχουν νὰ κάνουν, τὴν Κυριακή θὰ συμφωνήσουν νὰ τὴν κάνουν. Ψάχνουν καμμιά Κυριακή γι’ αὐτό, καμμιά γιορτή γιὰ ’κείνο, καὶ παίρνουν ὀργή Θεοῦ. Τί βοήθεια θὰ ἔχουν μετά ἀπὸ τούς Ἁγίους; Μέρα ἀγγαρείας εἶναι ἡ Κυριακή; Καὶ κάποια ἐξυπηρέτηση νὰ θέλουν νὰ μᾶς προσφέρουν οἱ ἄλλοι, ὄχι Κυριακή.
Δὲν ἀφήνουμε τὸν Θεό νὰ μᾶς κάνη κουμάντο. Καὶ ὅ,τι δὲν γίνεται μὲ πίστη στὸν Θεό, δὲν ἔχει σχέση μὲ τὸν Θεό· εἶναι κάτι κοσμικό. Γι’ αὐτὸ κι ἐκεῖνο ποὺ κάνουμε, δὲν ἔχει εὐλογία, καὶ ἔτσι δὲν ἔχει καλά ἀποτελέσματα. Μετά λέμε: «Φταίει ὁ διάβολος». Δὲν φταίει ὁ διάβολος, ἀλλὰ ἐμεῖς δὲν ἀφήνουμε τὸν Θεό νὰ μᾶς βοηθήση. Ὅταν δουλεύουμε τὶς ἀργίες, δίνουμε δικαιώματα καὶ ἐξ ἀρχῆς μπαίνει ὁ διάβολος. «Κρεῖσσον ὀλίγον τῷ δικαίω ὑπέρ πλοῦτον ἁμαρτωλῶν πολύν» (1), λέει ὁ Ψαλμός. Αὐτὸ ἔχει εὐλογία· τὰ ἄλλα ὅλα εἶναι ροκανίδια. Πρέπει ὅμως νὰ ἔχη κανεὶς πίστη, φιλότιμο καὶ εὐλάβεια καὶ νὰ τὰ ἀφήνη ὅλα μὲ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό. Ἀλλιῶς καὶ τὶς γιορτές θὰ κουτσοδουλεύη καὶ τὶς ἄλλες μέρες θὰ χαζεύη.
Καὶ νὰ δῆτε ὁ Θεὸς ποτέ δὲν ἀφήνει. Κυριακή καὶ γιορτή ποτέ δὲν δούλεψα, καὶ ὁ Θεὸς ποτέ δὲν μ’ ἄφησε καὶ τὶς δουλειές τὶς εὐλογοῦσε. Θυμᾶμαι, μία φορά ἦρθαν ἁλωνιστικές μηχανές στὸ χωριό καὶ εἰδοποίησαν τὸν πατέρα ὅτι θὰ ἄρχιζαν πρῶτα ἀπὸ τὰ δικά μας χωράφια, ἡμέρα Κυριακή, καὶ μετά θὰ ἔφευγαν γιὰ κάτω. Μοῦ λέει ὁ πατέρας: «Τί θὰ κάνουμε; Ἦρθαν οἱ μηχανές». «Ἐγώ Κυριακή δὲν δουλεύω, τοῦ λέω· τὴν Δευτέρα». «Ἄν ὅμως χάσουμε αὐτήν τὴν εὐκαιρία, μοῦ λέει, θὰ παιδευτοῦμε πολύ μὲ τὰ ἄλογα». «Δὲν μὲ πειράζει, τοῦ λέω. Ἄς ἁλωνίζω μέχρι τὰ Χριστούγεννα». Πῆγα στὴν Ἐκκλησία χωρίς νὰ δώσω σημασία. Μόλις ξεκίνησαν οἱ μηχανές γιὰ τὸ ἁλώνι, ἔσπασαν στὸν δρόμο καὶ εἰδοποίησαν ξανά τὸν πατέρα: «Νὰ μᾶς συγχωρῆτε, χάλασαν οἱ μηχανές. Θὰ πᾶμε στὰ Γιάννενα νὰ τὶς φτιάξουμε καὶ τὴν Δευτέρα θὰ ἀρχίσουμε πρῶτα ἀπὸ σας»! Ἔτσι δὲν ἁλώνισαν τὴν Κυριακή ἀλλὰ τὴν Δευτέρα. Πολλά τέτοια εἶδαν τὰ μάτια μου.

ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΓΙΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΒΡΙΣΚΟΥΝ ΣΥΜΦΟΡΕΣ

Κανονικά πρίν ἀπὸ τὸν Ἑσπερινό της γιορτῆς ἤ τῆς Κυριακῆς σταματάει κάθε ἐργασία. Καλύτερα εἶναι νὰ δουλέψη κανεὶς περισσότερο τὴν προπαραμονή, ὅταν αὐτὸ μπορῆ νὰ ρυθμισθῆ, καὶ νὰ μή δουλέψη μετά τὸν Ἑσπερινό της παραμονῆς. Ἄλλο εἶναι νὰ κάνη κανεὶς σὲ μία γιορτή ἤ τὴν Κυριακή ἕνα ἐλαφρό πράγμα τὸ ἀπόγευμα, ὅταν εἶναι μεγάλη ἀνάγκη, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ πάλι μὲ τρόπο. Παλιά καὶ οἱ χωρικοί ποὺ ἦταν ἔξω στὰ χωράφια, μόλις ἄκουγαν τὴν καμπάνα τοῦ Ἑσπερινοῦ, ἔκαναν τὸν σταυρό τους καὶ σταματοῦσαν τὴν δουλειά. Τὸ ἴδιο καὶ οἱ γυναῖκες ποὺ κάθονταν στὴν γειτονιά. Σηκώνονταν, ἔκαναν τὸν σταυρό τους καὶ ἄφηναν τὸ πλέξιμο ἤ ὅ,τι ἄλλο ἔκαναν. Καὶ ὁ Θεὸς τούς εὐλογοῦσε. Εἶχαν τὴν ὑγεία τους καὶ χαίρονταν… Τώρα κατήργησαν τὶς γιορτές, ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ τὸν Θεό καὶ τὴν Ἐκκλησία καὶ τελικά ὅσα βγάζουν ἀπὸ τὴν δουλειά τούς τὰ δίνουν στούς γιατρούς καὶ στὰ νοσοκομεῖα… Μία φορά ἦρθε ἕνας πατέρας στὸ Καλύβι καὶ μοῦ λέει: «Τὸ παιδί μου ἀρρωσταίνει συχνά καὶ οἱ γιατροί δὲν μποροῦν νὰ βροῦν τί ἔχει». «Νὰ σταματήσης νὰ δουλεύης Κυριακή καὶ ὅλα θ’ ἀλλάξουν», τοῦ εἶπα. Πράγματι σταμάτησε, καὶ τὸ παιδάκι τοῦ ἔγινε καλά.
Πάντα λέω στούς λαϊκούς νὰ σταματήσουν νὰ δουλεύουν Κυριακές καὶ γιορτές, γιὰ νὰ μήν τούς βροῦν στὴν ζωή τούς συμφορές. Ὅλοι μποροῦν νὰ ρυθμίσουν τὴν δουλειά τους. Ὅλη ἡ βάση εἶναι ἡ πνευματική εὐαισθησία. Ἄν ὑπάρχη εὐαισθησία, βρίσκονται λύσεις γιὰ ὅλα. Καὶ ἄν λίγο ζημιωθοῦν ἀπὸ μία λύση, θὰ πάρουν εὐλογία διπλή. Πολλοί ὅμως δὲν τὸ καταλαβαίνουν. Οὔτε στὴν Θεία Λειτουργία πηγαίνουν. Ἡ Θεία Λειτουργία ἁγιάζει. Ἄν δὲν πάη ὁ Χριστιανός τὴν Κυριακή στὴν Ἐκκλησία, πῶς θὰ ἁγιασθῆ;

Δυστυχῶς ὅμως πᾶνε σιγά-σιγὰ  οἱ ἄνθρωποι νὰ μήν ἀφήσουν οὔτε γιορτές οὔτε τίποτε. Βλέπεις, ἀκόμη καὶ τὰ ὀνόματα τὰ ἀλλάζουν, γιὰ νὰ μή θυμοῦνται τούς Ἁγίους τους. Τὸ Βασιλική τὸ κάνουν Βίκυ· τὸ Ζωή, Ζωζῶ, καὶ ἔτσι λέει δυὸ φορές… «ζῶο»! Ἔβαλαν τὴν γιορτή τῆς Μάνας, τοῦ Μάη, τοῦ Ἀπρίλη… Σὲ λίγο θὰ ποῦν: «Σήμερα εἶναι ἡ γιορτή τῆς ἀγκινάρας, τὴν ἄλλη τοῦ κυπαρισσιοῦ, τὴν ἄλλη τὰ γενέθλια αὐτοῦ ποὺ βρῆκε τὴν ἀτομική βόμβα ἤ τὸ ποδόσφαιρο». Δὲν ἀφήνει ὅμως ὁ Θεός…



ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Α'- ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ

ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ: Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

ΣΕΒΑΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Πολλοί ἅγιοι Μάρτυρες, ὅταν δὲν ἤξεραν τὸ δόγμα, ἔλεγαν: «Πιστεύω ὅ,τι θέσπισαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες». Ἄν κάποιος τὸ ἔλεγε αὐτό, μαρτυροῦσε. Δὲν ἤξερε δηλαδή νὰ φέρη ἀποδείξεις στούς διῶκτες γιὰ τὴν πίστη του καὶ νὰ τούς πείση, ἀλλὰ εἶχε ἐμπιστοσύνη στούς Ἁγίους Πατέρες. Σκεφτόταν; «Πῶς νὰ μήν ἔχω ἐμπιστοσύνη στούς Ἁγίους Πατέρες; Αὐτοί ἦταν καὶ πιὸ ἔμπειροι καὶ ἐνάρετοι καὶ ἅγιοι. Πῶς ἐγώ νὰ δεχθῶ μία ἀνοησία; Πῶς νὰ ἀνεχθῶ νὰ βρίζη ἕνας τους Ἅγιους Πατέρες;»Νὰ ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στὴν παράδοση. Σήμερα, δυστυχῶς, μπῆκε ἡ εὐρωπαϊκή εὐγένεια καὶ πᾶνε νὰ δείξουν τὸν καλό. Θέλουν νὰ δείξουν ἀνωτερότητα καὶ τελικά πᾶνε νὰ προσκυνήσουν τὸν διάβολο μὲ τὰ δύο κέρατα. «Μία θρησκεία, σοῦ λένε, νὰ ὑπάρχη»καὶ τὰ ἰσοπεδώνουν ὅλα. Ἦρθαν καὶ σ’ ἐμένα μερικοί καὶ μοῦ εἶπαν: «Ὅσοι πιστεύουμε στὸν Χριστό, νὰ κάνουμε μία θρησκεία». «Τώρα εἶναι σάν νὰ μοῦ λέτε, τούς εἶπα, χρυσό καὶ μακίρι, χρυσό τόσα καράτια καὶ τόσα ποὺ τὰ ξεχώρισαν, νὰ τὰ μαζέψουμε πάλι καὶ νὰ τὰ κάνουμε ἕνα. Εἶναι σωστό νὰ τὰ ἀνακατέψουμε πάλι; Ρωτῆστε ἕναν χρυσοχόο: «Κάνει νὰ ἀνακατέψουμε τὴν σαβούρα μὲ τὸν χρυσό;»Ἔγινε τόσος ἀγώνας, γιὰ νὰ λαμπικάρη τὸ δόγμα». Οἱ Ἅγιοι Πατέρες κάτι ἤξεραν καὶ ἀπαγόρευσαν τὶς σχέσεις μὲ αἱρετικό. Σήμερα λένε: «Ὄχι μόνο μὲ αἱρετικό ἀλλὰ καὶ μὲ ΒΟυδδιστή καὶ μὲ πυρολάτρη καὶ μὲ δαιμονολάτρη νὰ συμπροσευχηθοῦμε. Πρέπει νὰ βρίσκωνται στὶς συμπροσευχές τους καὶ στὰ συνέδρια καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι. Εἶναι μία παρουσία». Τί παρουσία; Τὰ λύνουν ὅλα μὲ τὴν λογική καὶ δικαιολογοῦν τὰ ἀδικαιολόγητα. Τὸ εὐρωπαϊκό πνεῦμα νομίζει ὅτι καὶ τὰ πνευματικά θέματα μποροῦν νὰ μποῦν στὴν Κοινή Ἀγορά.
Μερικοί ἀπὸ τούς Ὀρθοδόξους ποὺ ἔχουν ἐλαφρότητα καὶ θέλουν νὰ κάνουν προβολή, «Ἱεραποστολή», συγκαλοῦν συνέδρια μὲ ἑτεροδόξους, γιὰ νὰ γίνεται ντόρος καὶ νομίζουν ὅτι θὰ προβάλουν ἔτσι τὴν Ὀρθοδοξία, μὲ τὸ γίνουν δηλαδή ταραμοσαλάτα μὲ τούς κακοδόξους. Ἀρχίζουν μετά οἱ ὑπέρ-ζηλωτές καὶ πιάνουν τὸ ἄλλο ἄκρο· λένε καὶ βλασφημίες γιὰ τὰ Μυστήρια τῶν Νεοημερολογιτῶν κ.λπ. καὶ κατασκανδαλίζουν ψυχές ποὺ ἔχουν εὐλάβεια καὶ ὀρθόδοξη εὐαισθησία. Οἱ ἑτερόδοξοι ἀπὸ τὴν ἄλλη ἔρχονται στὰ συνέδρια, κάνουν τὸν δάσκαλο, παίρνουν ὅ,τι καλό ὑλικό πνευματικό βρίσκουν στούς Ὀρθοδόξους, τὸ περνᾶνε ἀπὸ τὸ δικό τους ἐργαστήρι, βάζουν δικό τους χρῶμα καὶ φίρμα καὶ τὸ παρουσιάζουν σάν πρωτότυπο. Καὶ ὁ παράξενος σημερινός κόσμος ἀπὸ κάτι τέτοια παράξενα συγκινεῖται, καὶ καταστρέφεται μετά πνευματικά. Ὁ Κύριος ὅμως, ὅταν θὰ πρέπη, θὰ παρουσιάση τούς Μάρκους τούς Εὐγενικούς καὶ τούς Γρηγορίους Παλαμάδες, ποὺ θὰ συγκεντρώσουν ὅλα τὰ κατασκανδαλισμένα ἀδέλφια μας, γιὰ νὰ ὁμολογήσουν τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ νὰ στερεώσουν τὴν παράδοση καὶ νὰ δώσουν χαρὰ μεγάλη στὴν Μητέρα μᾶς Ἐκκλησία.
Ἐὰν ζούσαμε πατερικά, θὰ εἴχαμε ὅλοι πνευματική ὑγεία, τὴν ὁποία θὰ ζήλευαν καὶ ὅλοι οἱ ἑτερόδοξοι, καὶ θὰ ἄφηναν τὶς ἀρρωστημένες τούς πλάνες καὶ θὰ σώζονταν δίχως κήρυγμα. Τώρα δὲν συγκινοῦνται ἀπὸ τὴν ἁγία μας πατερική παράδοση, γιατί θέλουν νὰ δοῦν καὶ τὴν πατερική μας συνέχεια, τὴν πραγματική μας συγγένεια μὲ τούς Ἁγίους μας. Αὐτὸ ποὺ ἐπιβάλλεται σὲ κάθε Ὀρθόδοξο εἶναι νὰ βάζη τὴν καλή ἀνησυχία καὶ στούς ἑτερόδοξους, νὰ καταλάβουν δηλαδή ὅτι βρίσκονται σὲ πλάνη, γιὰ νὰ μήν ἀναπαύουν ψεύτικα τὸν λογισμό τους, καὶ στερηθοῦν καὶ σ’ αὐτήν τὴν ζωή τὶς πλούσιες εὐλογίες τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ στὴν ἄλλη ζωή τὶς περισσότερες καὶ αἰώνιες εὐλογίες τοῦ Θεοῦ. Ἔρχονται ἐκεῖ στὸ Καλύβι μερικά παιδιά Καθολικά μὲ πολύ καλή διάθεση, ἕτοιμα νὰ γνωρίσουν τὴν Ὀρθοδοξία. «Θέλουμε κάτι νὰ μᾶς πῆς, γιὰ νὰ βοηθηθοῦμε πνευματικά», μοῦ λένε. «Κοιτάξτε, τούς λέω· πάρτε τὴν Ἐκκλησιαστική Ἱστορία καὶ θὰ δῆτε ὅτι κάποτε ἤμασταν μαζί καὶ μετά ποῦ φθάσατε. Αὐτὸ πολύ θὰ σᾶς βοηθήση. Κάντε αὐτό, καὶ ἄλλη φορὰ θὰ συζητήσουμε πολλά».
Παλιότερα σεβόταν κανεὶς κάτι, γιατί ἦταν τοῦ παπποῦ του, καὶ τὸ φύλαγε σάν κειμήλιο. Εἶχα γνωρίσει ἕναν πολύ καλό δικηγόρο. Τὸ σπίτι τοῦ ἦταν ἁπλό καὶ ξεκούραζε ὄχι μόνον αὐτόν ἀλλὰ καὶ τούς ἐπισκέπτες. Μοῦ ἔλεγε κάποτε: «Πρίν ἀπὸ λίγα χρόνια, Πάτερ, μὲ κορόιδευαν οἱ γνωστοί μου γιὰ τὰ παλιά ἔπιπλα ποὺ ἔχω. Τώρα ἔρχονται καὶ τὰ θαυμάζουν γιὰ ἀντίκες. Ἐνῶ ἐγώ τὰ χρησιμοποιῶ καὶ τὰ χαίρομαι, γιατί μου θυμίζουν τὸν πατέρα μου, τὴν μάνα μου, τούς παπποῦδες, καὶ συγκινοῦμαι, ἐκεῖνοι μαζεύουν διάφορα παλιά, κάνουν σαλόνια σάν παλιατζίδικα, γιὰ νὰ ξεχνιοῦνται μὲ αὐτὰ  καὶ νὰ ξεχνοῦν κάπως τὸ κοσμικό τους ἄγχος». Παλιά ἕνα τόσο δά φλουράκι τὸ κρατοῦσε κανεὶς σάν μεγάλη περιουσία ἀπὸ τὴν μάνα του, ἀπὸ τὸν παπποὺ του. Σήμερα, ἄν ἔχη κάποιος ἀπὸ τὸν παπποὺ τοῦ μία λίρα Γεωργίου λ.χ., καὶ ἔχη ἑκατό δραχμές διαφορά μὲ τὴν λίρα Βικτωρίας, θὰ τὴν δώση νὰ τὴν ἀλλάξη. Δὲν ἐκτιμᾶ, δὲν ὑπολογίζει οὔτε μάνα οὔτε πατέρα. Μπαίνει αὐτὸ τὸ εὐρωπαϊκό πνεῦμα καὶ σιγά-σιγὰ  μᾶς παίρνει ὅλους σβάρνα.
Θυμᾶμαι, ὅταν πρωτοπῆγα στὸ Ἅγιον Ὅρος, σὲ μία συνοδία Γέροντας ἦταν ἕνα γεροντάκι ποὺ εἶχε πολλή εὐλάβεια. Κρατοῦσε «πάππον πρὸς πάππον»ἀπὸ εὐλάβεια ὄχι μόνον τὰ καλυμμαύχια ἀπὸ τούς «παπποῦδες»του, τούς προκατόχους του, ἀλλὰ καὶ τὰ καλούπια μὲ τὰ ὁποῖα φτιάχνουν τὰ καλυμμαύχια. Εἶχε καὶ βιβλία παλιά καὶ διάφορα χειρόγραφα καὶ τὰ φύλαγε τυλιγμένα ὄμορφα στὴν βιβλιοθήκη, ποὺ τὴν εἶχε κλεισμένη καλά, γιὰ νὰ μή σκονίζωνται. Ἐκεῖνα τὰ βιβλία δὲν τὰ χρησιμοποιοῦσε· τὰ κρατοῦσε κλεισμένα. «Ἐγώ δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ διαβάσω τέτοια βιβλία, ἔλεγε. Θὰ διαβάσω αὐτὰ  τὰ ἁπλά, τὸ Γεροντικό, τὴν Κλίμακα». Ἦρθε μετά ἕνας νέος μοναχός –τελικά δὲν ἔμεινε στὸ Ὅρος – καὶ τοῦ λέει: «Τί μαζεύεις ἐδῶ σαβούρα;»Πῆρε τὰ καλούπια νὰ τὰ πετάξη, νὰ τὰ κάψη. Ἔκλαιγε τὸ καημένο τὸ γεροντάκι: «Αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τὸν παπποὺ μου, ἔλεγε τί σὲ πειράζει; Ἔχουμε τόσα δωμάτια· ἀσ’ τὰ σὲ μία ἀκρούλα». Ἀπὸ τὴν εὐλάβεια ποὺ εἶχε, κρατοῦσε ὄχι μόνον τὰ βιβλία, τὰ κειμήλια, τὰ καλυμμαύχια, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἐκεῖνα τὰ καλούπια! Ὅταν ὑπάρχη σεβασμός στὰ μικρά, ὑπάρχει πολύς σεβασμός καὶ στὰ μεγάλα. Ὅταν δὲν ὑπάρχη σεβασμός στὰ μικρά, οὔτε καὶ στὰ μεγάλα ὑπάρχη. Ἔτσι διατηροῦσαν τὴν παράδοση οἱ Πατέρες.
  
ΠΑΛΙ ΘΑ ΓΥΡΙΣΟΥΝ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ
Ἀργότερα οἱ ἄνθρωποι θὰ ἐκτιμήσουν ποὺ κρατοῦν οἱ Χριστιανοί σήμερα τὴν τιμή, τὴν πίστη καὶ ὅλο τὸ μεγαλεῖο της Ἐκκλησίας. Καὶ νὰ δῆτε, θὰ γυρίσουν πάλι στὰ παλιά. Ὅπως ἔγινε καὶ μὲ τὴν ἁγιογραφία· μία ἐποχή δὲν μποροῦσαν νὰ καταλάβουν τὴν βυζαντινή τέχνη καὶ χτυποῦσαν τὶς τοιχογραφίες μὲ τὸ σκεπάρνι, γιὰ νὰ ρίξουν τὸν παλιό σοβά καὶ νὰ τὸν ξαναφτιάξουν, γιὰ νὰ ἁγιογραφήσουν ἄλλες εἰκόνες, τῆς Ἀναγεννήσεως. Τώρα, μετά ἀπὸ τόσα χρόνια, ἀναγνώρισαν τὴν ἀξία τῆς βυζαντινῆς τέχνης. Μάλιστα πολλοί ποὺ δὲν ἔχουν καὶ εὐλάβεια, ἀκόμη καὶ ἄθεοι, πᾶνε σιγά-σιγὰ  καὶ ξεσκεπάζουν τὶς παλιές τοιχογραφίες ποὺ ἔχουν σκεπαρνιές. Ἔτσι καὶ ὅλα αὐτὰ  ποὺ πετοῦν τώρα γιὰ ἄχρηστα σιγά-σιγὰ  θὰ τὰ ἀναζητήσουν.
Βλέπεις καὶ μὲ τὴν βυζαντινή μουσική πῶς τὰ πράγματα ἔρχονται στὴν θέση τους; Μικρά παιδιά ἔχουν μάθει βυζαντινή μουσική. Παλιότερα δύσκολα εὕρισκες ἕναν ποὺ νὰ ἤξερε βυζαντινή μουσική. Τώρα μικρά παιδιά ξέρουν, καὶ οἱ ἄλλοι προβληματίζονται μετά. Καὶ τί γλυκά «γυρίσματα» ἔχει ἡ βυζαντινή μουσική! Ἰδίως τὰ καθαρά βυζαντινά ἔχουν διάφορα ὄμορφα, γλυκά γυρίσματα. Ἄλλα λεπτά σάν τὸ ἀηδόνι, ἄλλα σάν ἁπαλό κυματάκι, ἄλλα δίνουν μία μεγαλοπρέπεια. Ὅλα ἀποδίδουν, τονίζουν τὰ θεία νοήματα. Ὅμως σπάνια νὰ ἀκούσης αὐτὰ  τὰ ὄμορφα γυρίσματα. Οἱ περισσότεροι ποὺ ψέλνουν τὰ λένε λειψά, κουτσουρεμένα, καλουπωμένα. Ἀφήνουν κενά, τρύπες! Καὶ τὸ κυριώτερο, τὰ λένε χωρίς τόνο. Ἀπορῶ· δὲν ἔχουν ὀξεῖες αὐτὰ  τὰ βιβλία τους; Σάν τὴν σημερινή γραμματική εἶναι χωρίς τόνους, χωρίς ὀξεῖες; Τελείως ρηχά τὰ λένε. Ὅλα τὰ πάνε ἴσια, λές καὶ πέρασε ὁδοστρωτήρας καὶ τὰ ἰσοπέδωσε ὅλα! «Πά-νή-ζῶ, πά-νή-ζῶ», πανίζουν-πανίζουν τὸν φοῦρνο καὶ ψωμί δὲν βγάζουν! Ἄλλοι πάλι τονίζουν χωρίς καρδιά καὶ τσιρίζουν. Ἄλλοι τὰ τονίζουν ὅλα δυνατά, τὰ λένε καὶ ὅλα ἴσια, ὅλα καρφωτά, καὶ νομίζεις χτυποῦν καρφιά μὲ τὸ σκεπάρνι. Ναί, ἀλήθεια, ἤ τελείως ἄτονα ἤ σκληρά! Δὲν σὲ ξεσηκώνουν ἐσωτερικά· δὲν σὲ ἀλλοιώνουν. Ἐνῶ πόσο γλυκειά εἶναι ἡ καθαρή βυζαντινή μουσική! Εἰρηνεύει, μαλακώνει τὴν ψυχή. Ἡ σωστή ψαλμωδία εἶναι τὸ ξεχείλισμα τῆς ἐσωτερικῆς πνευματικῆς καταστὰσεως. Εἶναι θεία εὐφροσύνη! Δηλαδή εὐφραίνεται ἡ καρδιά ἀπὸ τὸν Χριστό καὶ μὲ καρδιά εὐφροσύνη μιλάει ὁ ἄνθρωπος στὸν Θεό. Ὅταν συμμετέχη κανεὶς σ’ αὐτὸ ποὺ ψάλλει, τότε ἀλλοιώνεται, μὲ τὴν καλή ἔννοια, καὶ ὁ ἴδιος καὶ οἱ ἄλλοι ποὺ τὸν ἀκοῦνε. Πρίν ἀπὸ χρόνια κάποιος παλιός ψάλτης πῆγε στὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ ἔγινε ρεζίλι. Οἱ Πατέρες ἔψελναν παραδοσιακά. Τὸν πῆραν καὶ αὐτόν μαζί τους νὰ ψάλη, ἀλλὰ αὐτός δὲν ἔκανε τὰ «γυρίσματα», γιατί δὲν τὰ ἤξερε. Οἱ Ἁγιορεῖτες τὰ εἶχαν ἀπὸ παράδοση. Μετά προβληματίσθηκε καὶ αὐτός καὶ μερικοί ἄλλοι. Μπῆκε ἡ καλή ἀνησυχία, ἔψαξαν, διάβασαν, ἄκουσαν παλιούς παραδοσιακούς ψάλτες καὶ βρῆκαν τὰ «γυρίσματα»ποὺ εἶχαν οἱ παλιοί.
Καὶ οἱ Τοῦρκοι τὴν μουσική τὴν πῆραν ἀπὸ τὸ Βυζάντιο, ὅταν ἦρθαν στὴν Μικρά Ἀσία. Γι’ αὐτὸ οἱ τουρκικοί ἀμανέδες, κατὰ κάποιο τρόπο, συγκινοῦν, καὶ λέει ὁ λαός: «Τουρκικά νὰ τραγουδᾶς, γαλλικά νὰ μιλᾶς καὶ ἑλληνικά νὰ γράφης». Ὄχι ὅτι ὅλοι οἱ Τοῦρκοι ἔχουν καλή φωνή, ἀλλά, ἀκόμη καὶ ὅσοι δὲν ἔχουν, τραγουδοῦν μὲ καημό, μὲ μεράκι. Μερικοί δικοί μας δὲν ξέρουν ὅτι οἱ ἀμανέδες εἶναι βυζαντινοί καὶ λένε πώς ἐμεῖς πήραμε τὴν βυζαντινή μουσική ἀπὸ τούς Τούρκους! Μά οἱ Τοῦρκοι, ὅταν ἦρθαν ἀπὸ τὰ βάθη τῆς Ἀσίας, δὲν εἶχαν οὔτε μουσική οὔτε ἄλλο τίποτε καὶ πῆραν τὸν ἦχο ἀπὸ τὴν βυζαντινή μουσική.
ΧΩΡΙΣ ΠΙΣΤΗ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΤΑΘΗ Ο ΚΟΣΜΟΣ
Πήγαιναν νὰ καταργήσουν τὴν θρησκεία, γιατί νόμιζαν ὅτι ἡ θρησκεία δημιουργεῖ προβλήματα. Τώρα σιγά-σιγὰ  βλέπουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὅταν δὲν πιστεύη, δὲν ἔχει φρένο καὶ γίνεται θηρίο· δὲν μπορεῖ νὰ σταθῆ χωρίς ἰδανικά. Ἕνας δημοσιογράφος πῆγε σὲ ἕναν παλιό πολιτικό, κομμουνιστή, καὶ τὸν ρώτησε: «Τί πρέπει νὰ προσέξουν οἱ σημερινοί πολιτικοί γιὰ νὰ πετύχουν καὶ τί γιὰ νὰ μήν ἀποτύχουν;»Καὶ ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε: «Ἐμεῖς ἀποτύχαμε, γιατί τὰ βάλαμε μὲ τὴν Ἐκκλησία». Οἱ κομμουνιστές δηλαδή ποὺ δὲν πιστεύουν, ποὺ δὲν ἔχουν οὔτε ὑλικό ἐνδιαφέρον οὔτε πνευματικό ἀνέβασμα, κατάλαβαν ὅτι μὲ τὸν Θεό δὲν μποροῦν νὰ τὰ βάλουν. Τώρα (1) στὴν Σερβία ἄρχισαν νὰ χτίζουν Ναούς σὲ μερικά μέρη. Εἶδαν μετά ἀπὸ στατιστική ὅτι ὅπου ὑπάρχει Ἐκκλησία ὑπάρχουν λιγώτεροι ψυχοπαθεῖς, γίνονται λιγώτερα ἐγκλήματα κ.λπ. Δὲν πιστεύουν, ἀλλά, γιὰ νὰ μή δίνουν ψυχοφάρμακα, κάνουν Ναούς. Ἀφοῦ καὶ ὁ Τσαουσέσκου, παρ’ ὅλο ποὺ ἦταν «τσαούσης τοῦ αἴσχους», παρ’ ὅλο ποὺ ἔλεγε ὅτι ὁ Χριστιανισμός εἶναι τὸ ὄπιο τοῦ λαοῦ κ.λπ., ἀλλὰ ἔλεγε κιόλας ὅτι οἱ Χριστιανοί εἶναι καλοί ἄνθρωποι. Γιατί, ὅσοι πίστευαν, εἶχαν φρένο· δὲν ἔκαναν ἀταξίες. Ἐνῶ οἱ ἄλλοι ποὺ δὲν πίστευαν, τὰ ἔκαναν γυαλιά-καρφιά. Πόσους Ἁγίους θὰ ἔχουμε ἀπὸ τὴν Ρωσία! Τώρα τὰ βάζουν μὲ τὸν Κομμουνισμό. Καὶ οἱ ἄλλοι πῶς πᾶνε νὰ τὰ δικαιολογήσουν ὅλα! «Ὁ Λένιν καὶ ὁ Μάρξ, λένε, συμφωνοῦσαν μὲ τὸν Χριστό, ἀλλὰ δὲν εἶχαν καταλάβει τὸ πνεῦμα Του, γι’ αὐτὸ ἔκαναν ἐγκλήματα κ.λπ.». Καὶ αὐτό, γιατί ἔχουν ξεσηκωθῆ οἱ Χριστιανοί: «Θέλουμε νὰ ἐπανέλθουμε στὴν παλιά μας παράδοση, στὴν θρησκεία μας». Καὶ ἐπειδή δὲν μποροῦν νὰ συγκρατήσουν τώρα τὸν κόσμο, λένε καὶ αὐτοί: «Νὰ ἐπανέλθουμε στὴν παλιά μας παράδοση»! Γιατί ὅλα αὐτὰ  ποὺ ἔκαναν στὴν Ἐπανάσταση τὰ ἔκαναν, γιατί τάχα δὲν εἶχαν καταλάβει τὸ πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ!
Θὰ ἔρθη ἡ ὥρα ποὺ καὶ οἱ ἄπιστοι ἄρχοντες, ὄχι μόνον οἱ πιστοί, θὰ καταλάβουν ὅτι, ἄν δὲν ὑπάρχη πίστη, δὲν μπορεῖ νὰ σταθῆ ὁ κόσμος, καὶ θὰ ἐπιβάλουν κάπου νὰ πιστεύουν, γιὰ νὰ κρατοῦν τὸν κόσμο. Μετά ἀπὸ χρόνια, μία μέρα ἄν δὲν κάνης προσευχή, θὰ σὲ κλείνουν φυλακή! Θὰ δίνης λογαριασμό στὸν ἄρχοντα ἄν προσευχήθηκες ἤ ὄχι!... Θὰ ἔρθουν ἔτσι τὰ πράγματα στὴν θέση τους.


ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Α'- ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ

ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ: ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ


«ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΟΧΙ ΒΟΛΕΥΤΗΣ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΣΟΥ»
Ἡ ἡσυχία ποὺ ἐπικρατεῖ μὲ ἀνησυχεῖ. Κάτι ἑτοιμάζεται. Δὲν ἔχουμε καταλάβει καλὰ σὲ τί χρόνια ζοῦμε οὔτε σκεφτόμαστε ὅτι θὰ πεθάνουμε. Δὲν ξέρω τί θὰ γίνη· πολὺ δύσκολη κατάσταση! Ἡ τύχη τοῦ κόσμου κρέμεται ἀπὸ τὰ χέρια μερικῶν, ἀλλὰ ἀκόμη ὁ Θεὸς κρατᾶ φρένο. Χρειάζεται νὰ κάνουμε πολλὴ προσευχὴ μὲ πόνο, γιὰ νὰ βάλη ὁ Θεὸς τὸ χέρι Του. Νὰ τὸ πάρουμε στὰ ζεστὰ καὶ νὰ ζήσουμε πνευματικά. Εἶναι πολὺ δύσκολα τὰ χρόνια. Ἔχει πέσει πολλὴ στάχτη, σαβούρα, ἀδιαφορία. Θέλει πολὺ φύσημα, γιὰ νὰ φύγη. Οἱ παλιοὶ ἔλεγαν ὅτι θὰ ἔρθη ὥρα ποὺ θὰ κλωτσήσουν οἱ ἄνθρωποι. Πετᾶνε τοὺς φράκτες, δὲν ὑπολογίζουν τίποτε. Εἶναι φοβερό! Ἔγινε μιὰ βαβυλωνία. Νὰ κάνουμε προσευχὴ νὰ βγοῦν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ αὐτὴν τὴν βαβυλωνία. Διαβάστε τὴν προσευχὴ τῶν Τριῶν Παίδων, νὰ δῆτε μὲ πόση ταπείνωση προσεύχονταν· καὶ τὸν 82ο Ψαλμό: «Ὁ Θεός, τίς ὁμοιωθήσεταί σοι, μὴ σιγήσῃς...». Αὐτὸ πρέπει νὰ γίνη, ἀλλιῶς δὲν γίνεται χωριό. Θέλει θεϊκὴ ἐπέμβαση.
Μπαίνουν μερικὲς ἀρρώστιες εὐρωπαϊκὲς καὶ προχωροῦν ὅλο πρὸς τὸ χειρότερο. Μοῦ εἶπε ἕνας Κύπριος οἰκογενειάρχης ποὺ μένει στὴν Ἀγγλία: «Κινδυνεύουμε πνευματικά. Πρέπει νὰ φύγω ἀπὸ τὴν Ἀγγλία οἰκογενειακῶς». Βλέπεις ἐκεῖ ὁ πατέρας νὰ παίρνη τὴν κόρη, ἡ μάνα τὸν γιό. Ὅλους τοὺς στεφανώνουν, ὅλους τοὺς εὐλογοῦν. Κάτι πράγματα..., ντρέπομαι νὰ τὰ πῶ. Καὶ ἐμεῖς κοιμόμαστε μὲ τὰ τσαρούχια. Δὲν λέω νὰ πάρουμε πλακάτ, ἀλλὰ νὰ στρέψουμε τὴν προσοχή μας στὸν μεγάλο κίνδυνο ποὺ περιμένουμε καὶ νὰ ὑψώνουμε τὰ χέρια στὸν Θεό. Νὰ κοιτάξουμε πῶς νὰ ἀμυνθοῦμε κατὰ τοῦ κακοῦ. Χρειάζεται νὰ κρατᾶμε λίγο φρένο, γιατὶ ὅλα πᾶνε νὰ τὰ ἰσοπεδώσουν. Τώρα εἶναι νὰ λέη κανεὶς τὸ ψαλμικό: «Θοῦ τοὺς ἄρχοντας αὐτῶν ὡς τὸν Ὠρὴβ καὶ Ζὴβ καὶ Ζεβεὲ καὶ Σαλμανά..., οἵτινες εἶπαν· κληρονομήσωμεν ἑαυτοῖς τὸ ἁγιαστήριον τοῦ Θεοῦ».
Σύγχυση μεγάλη ὑπάρχει. Μύλος γίνεται· εἶναι ζαλισμένοι οἱ ἄνθρωποι. Ὁ κόσμος εἶναι ὅπως οἱ μέλισσες. Ἂν χτυπήσης τὴν κυψέλη, οἱ μέλισσες βγαίνουν ἔξω καὶ ἀρχίζουν «βούου...» καὶ γυρίζουν γύρω ἀπὸ τὴν κυψέλη ἀναστατωμένες. Ὕστερα ἡ κατεύθυνσή τους θὰ ἐξαρτηθῆ ἀπὸ τὸν ἄνεμο ποὺ θὰ φυσήξη. Ἂν φυσήξη βοριάς, θὰ πᾶνε μέσα. Ἂν φυσήξη νοτιάς, θὰ φύγουν. Ἔτσι καὶ τὸν κόσμο τὸν φυσάει... «Ἐθνικὸς Βοριάς», «Ἐθνικὸς Νοτιάς», καὶ εἶναι ὁ καημένος ζαλισμένος. Ὅμως, ἂν καὶ γίνεται τέτοιο βράσιμο, νιώθω μέσα μου μιὰ παρηγοριά, μιὰ σιγουριά. Μπορεῖ νὰ ξεράθηκε ἡ ἐλιά, ἀλλὰ θὰ πετάξη νέα βλαστάρια. Ὑπάρχει μιὰ μερίδα Χριστιανῶν, στοὺς ὁποίους ἀναπαύεται ὁ Θεός. Ὑπάρχουν ἀκόμη οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, οἱ ἄνθρωποι τῆς προσευχῆς, καὶ ὁ Καλὸς Θεὸς μᾶς ἀνέχεται, καὶ πάλι θὰ οἰκονομήση τὰ πράγματα. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς προσευχῆς μᾶς δίνουν ἐλπίδα. Μὴ φοβᾶσθε. Περάσαμε σὰν ἔθνος τόσες μπόρες καὶ δὲν χαθήκαμε, καὶ θὰ φοβηθοῦμε τὴν θύελλα ποὺ πάει νὰ ξεσπάση; Οὔτε τώρα θὰ χαθοῦμε. Ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπᾶ. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει μέσα του κρυμμένη δύναμη γιὰ ὥρα ἀνάγκης. Θὰ εἶναι λίγα τὰ δύσκολα χρόνια. Μιὰ μπόρα θὰ εἶναι.
Δὲν σᾶς τὰ λέω αὐτά, γιὰ νὰ φοβηθῆτε, ἀλλὰ γιὰ νὰ ξέρετε ποῦ βρισκόμαστε. Γιὰ μᾶς εἶναι μιὰ μεγάλη εὐκαιρία, εἶναι πανηγύρι οἱ δυσκολίες, τὸ μαρτύριο. Νὰ εἶστε μὲ τὸν Χριστό, νὰ ζῆτε σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολές Του καὶ νὰ προσεύχεσθε, γιὰ νὰ ἔχετε θεῖες δυνάμεις καὶ νὰ μπορέσετε νὰ ἀντιμετωπίσετε τὶς δυσκολίες. Νὰ ἀφήσετε τὰ πάθη, γιὰ νὰ ἔρθη ἡ θεία Χάρις. Αὐτὸ ποὺ θὰ βοηθήση πολὺ εἶναι νὰ μπῆ μέσα μας ἡ καλὴ ἀνησυχία: ποῦ βρισκόμαστε, τί θὰ συναντήσουμε, γιὰ νὰ λάβουμε τὰ μέτρα μας καὶ νὰ ἑτοιμασθοῦμε. Ἡ ζωή μας νὰ εἶναι πιὸ μετρημένη. Νὰ ζοῦμε πιὸ πνευματικά. Νὰ εἴμαστε πιὸ ἀγαπημένοι. Νὰ βοηθοῦμε τοὺς πονεμένους, τοὺς φτωχοὺς μὲ ἀγάπη, μὲ πόνο, μὲ καλωσύνη. Νὰ προσευχώμαστε νὰ βγοῦν καλοὶ ἄνθρωποι.
Ο ΘΕΟΣ ΘΑ ΔΩΣΗ ΤΗ ΛΥΣΗ
Ὁ Καλὸς Θεὸς ὅλα θὰ τὰ οἰκονομήση μὲ τὸν καλύτερο τρόπο, ἀλλὰ χρειάζεται πολλὴ ὑπομονὴ καὶ προσοχή, γιατὶ πολλὲς φορές, μὲ τὸ νὰ βιάζωνται οἱ ἄνθρωποι νὰ ξεμπλέξουν τὰ κουβάρια, τὰ μπλέκουν περισσότερο. Ὁ Θεὸς μὲ ὑπομονὴ τὰ ξεμπλέκει. Δὲν θὰ πάη πολὺ αὐτὴ ἡ κατάσταση. Θὰ πάρη σκούπα ὁ Θεός! Κατὰ τὸ 1860, ἐπειδὴ ὑπῆρχε στὸ Ἅγιον Ὄρος πολὺς τουρκικὸς στρατός, γιὰ ἕνα διάστημα δὲν εἶχε μείνει στὴν Μονὴ Ἰβήρων κανένας μοναχός. Εἶχαν φύγει οἱ Πατέρες, ἄλλοι μὲ τὰ ἅγια Λείψανα, ἄλλοι γιὰ νὰ βοηθήσουν στὴν Ἐπανάσταση. Ἐρχόταν στὸ μοναστήρι μόνον ἕνας μοναχὸς ἀπὸ μακριὰ ποὺ ἄναβε τὰ κανδήλια καὶ σκούπιζε. Μέσα καὶ ἔξω ἀπὸ τὸ μοναστήρι ἦταν τουρκικὸς στρατός, καὶ αὐτὸς ὁ καημένος σκούπιζε καὶ ἔλεγε: «Παναγία μου, τί θὰ γίνη μ' αὐτὴν τὴν κατάσταση;». Μιὰ φορὰ ποὺ προσευχόταν μὲ πόνο στὴν Παναγία, βλέπει νὰ τὸν πλησιάζη μιὰ γυναίκα – ἦταν ἡ Παναγία –  ποὺ ἔλαμπε καὶ τὸ πρόσωπό της ἀκτινοβολοῦσε. Τοῦ παίρνει τὴν σκούπα ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τοῦ λέει: «Ἐσὺ δὲν ξέρεις νὰ σκουπίζης καλά· ἐγὼ θὰ σκουπίσω». Καὶ ἄρχισε νὰ σκουπίζη. Ὕστερα ἐξαφανίσθηκε μέσα στὸ Ἱερό. Σὲ τρεῖς μέρες ἔφυγαν ὅλοι οἱ Τοῦρκοι! Τοὺς ἔδιωξε ἡ Παναγία.
Ὁ Θεὸς ὅ,τι δὲν εἶναι σωστὸ θὰ τὸ πετάξη πέρα, ὅπως τὸ μάτι πετάει τὸ σκουπιδάκι. Δουλεύει ὁ διάβολος, ἀλλὰ δουλεύει καὶ ὁ Θεὸς καὶ ἀξιοποιεῖ τὸ κακό, ὥστε νὰ προκύψη ἀπὸ αὐτὸ καλό. Σπάζουν λ.χ. τὰ πλακάκια καὶ ὁ Θεὸς τὰ παίρνει καὶ φτιάχνει ὡραῖο μωσαϊκό. Γι' αὐτὸ μὴ στενοχωρῆσθε καθόλου, διότι πάνω ἀπὸ ὅλα καὶ ἀπὸ ὅλους εἶναι ὁ Θεός, ποὺ κυβερνᾶ τὰ πάντα καὶ θὰ καθίση τὸν καθέναν στὸ σκαμνί, γιὰ νὰ ἀπολογηθῆ γιὰ τὸ τί ἔπραξε, ὁπότε καὶ θὰ τὸν ἀνταμείψη ἀνάλογα. Θὰ ἀμειφθοῦν αὐτοὶ ποὺ θὰ βοηθήσουν μιὰ κατάσταση καὶ θὰ τιμωρηθῆ αὐτὸς ποὺ κάνει τὸ κακό. Τελικὰ ὁ Θεὸς θὰ βάλη τὰ πράγματα στὴν θέση τους, ἀλλὰ ὁ καθένας μας θὰ δώση λόγο γιὰ τὸ τί ἔκανε σ᾿ αὐτὰ τὰ δύσκολα χρόνια μὲ τὴν προσευχή, μὲ τὴν καλωσύνη.
Σήμερα προσπαθοῦν νὰ γκρεμίσουν τὴν πίστη, γι᾿ αὐτὸ ἀφαιροῦν σιγὰ-σιγὰ ἀπὸ καμμιὰ πέτρα, γιὰ νὰ σωριασθῆ τὸ οἰκοδόμημα τῆς πίστεως. Ὅλοι ὅμως εὐθυνόμαστε γιὰ τὸ γκρέμισμα αὐτό· ὄχι μόνον αὐτοὶ ποὺ ἀφαιροῦν τὶς πέτρες καὶ τὸ γκρεμίζουν, ἀλλὰ καὶ ὅσοι βλέπουμε νὰ γκρεμίζεται καὶ δὲν προσπαθοῦμε νὰ τὸ ὑποστυλώσουμε. Ὅποιος σπρώχνει στὸ κακὸ τὸν ἄλλον θὰ δώση λόγο στὸν Θεὸ γι' αὐτό. Καὶ ὁ διπλανὸς ὅμως θὰ δώση λόγο, γιατὶ ἔβλεπε ἐκεῖνον νὰ κάνη κακὸ στὸν συνάνθρωπό του καὶ δὲν ἀντιδροῦσε.
Ὁ κόσμος εὔκολα πιστεύει ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει τὸν τρόπο νὰ πείθη.
Ἐγὼ ἀπὸ τὰ θηρία δὲν ἔχω παράπονο. Βλέπεις, τὰ ζῶα δὲν μποροῦν νὰ κάνουν μεγάλο κακό, γιατὶ δὲν ἔχουν μυαλό, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ φεύγει μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ γίνεται χειρότερος ἀπὸ τὸ μεγαλύτερο θηρίο! Κάνει μεγάλο κακό. Τὸ δυνατὸ ξίδι γίνεται ἀπὸ τὸ χαλασμένο κρασί. Τὰ ἄλλα τὰ τεχνητὰ ξίδια δὲν εἶναι τόσο δυνατά... Πιὸ φοβερὸ εἶναι, ὅταν ὁ διάβολος συμμαχήση μὲ ἕναν ἄνθρωπο διεστραμμένο· τότε κάνει διπλὸ κακὸ στοὺς ἄλλους, ὅπως ὁ σαρκικὸς λογισμός, ὅταν συμμαχήση μὲ τὴν σάρκα, τότε κάνει μεγαλύτερο κακὸ στὴν σάρκα. Γιὰ νὰ συνεργασθῆ ὁ διάβολος μὲ ἕναν τέτοιο ἄνθρωπο, πρέπει αὐτὸς νὰ εἶναι ὑπολογίσιμος, νὰ ἔχη κακὴ προαίρεση, κακία.
Στὴν συνέχεια, Θεὸς φυλάξοι, αὐτοὶ θὰ φέρουν δυσκολίες, θὰ στριμώξουν ἀνθρώπους, μοναστήρια. Ἡ Ἐκκλησία, ὁ Μοναχισμός, θὰ τοὺς κάνη κακό, γιατὶ θὰ τοὺς ἐμποδίση στὰ σχέδιά τους. Μόνον πνευματικὰ μπορεῖ νὰ ἀντιμετωπισθῆ ἡ σημερινὴ κατάσταση, ὄχι κοσμικά. Θὰ σηκωθῆ ἀκόμη λίγη φουρτούνα, θὰ πετάξη ἔξω κονσερβοκούτια, σκουπίδια, ὅλα τὰ ἄχρηστα, καὶ μετὰ θὰ ξεκαθαρίσουν τὰ πράγματα. Σ' αὐτὴν τὴν κατάσταση θὰ δῆτε, ἄλλοι θὰ ἔχουν καθαρὸ μισθὸ καὶ ἄλλοι θὰ ξοφλοῦν χρέη. Θὰ γίνουν ἔτσι τὰ πράγματα, ποὺ δὲν θὰ στενοχωριέται κανεὶς γιὰ τὴν ταλαιπωρία ποὺ θὰ περνᾶνε – δὲν θὰ λέη φυσικὰ «δόξα σοι ὁ Θεός».
Πόσο ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπᾶ! Αὐτὰ ποὺ γίνονται σήμερα καὶ αὐτὰ ποὺ σκέφτονται νὰ κάνουν, ἂν γίνονταν πρὶν ἀπὸ εἴκοσι χρόνια ποὺ εἶχε περισσότερη πνευματικὴ ἄγνοια ὁ κόσμος, θὰ ἦταν πολὺ δύσκολα. Τώρα ξέρει ὁ κόσμος· ἡ Ἐκκλησία δυνάμωσε. Ὁ Θεὸς ἀγαπάει τὸν ἄνθρωπο, τὸ πλάσμα Του, καὶ θὰ φροντίση γι᾿ αὐτὰ ποὺ τοῦ χρειάζονται, φθάνει ὁ ἄνθρωπος νὰ πιστεύη καὶ νὰ τηρῆ τὶς ἐντολές Του.
«ΕΠΙΚΑΤΑΡΑΤΟΣ Ο ΠΟΙΩΝ ΤΑ ΕΡΓΑ ΚΥΡΙΟΥ ΑΜΕΛΩΣ»
Παλιά, ἂν ἕνας εὐλαβὴς ἀσχολεῖτο μὲ τὴν κατάσταση στὸν κόσμο, δὲν πρέπει νὰ ἦταν καλά· ἦταν γιὰ κλείσιμο στὸν Πύργο. Σήμερα ἀντίθετα, ἂν ἕνας εὐλαβὴς δὲν ἐνδιαφέρεται καὶ δὲν πονάη γιὰ τὴν κατάσταση ποὺ ἐπικρατεῖ στὸν κόσμο, εἶναι γιὰ κλείσιμο στὸν Πύργο. Γιατὶ τότε αὐτοὶ ποὺ κυβερνοῦσαν εἶχαν Θεὸ μέσα τους, ἐνῶ σήμερα πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ κυβερνοῦν δὲν πιστεύουν. Εἶναι πολλοὶ τώρα ἐκεῖνοι ποὺ ἐπιδιώκουν νὰ τὰ διαλύσουν ὅλα, οἰκογένεια, νεολαία, Ἐκκλησία.
Τὸ νὰ ἐνδιαφέρεται κανεὶς τώρα καὶ νὰ ἀνησυχῆ γιὰ τὴν κατάσταση στὴν ὁποία βρίσκεται τὸ ἔθνος μας εἶναι ὁμολογία, γιατὶ ἡ Πολιτεία τὰ βάζει μὲ τὸν θεῖο νόμο. Ψηφίζει νόμους ἐνάντιους στὸν νόμο τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι καὶ μερικοὶ ἀδιάφοροι ποὺ οὔτε στὸν θεσμὸ τῆς Ἐκκλησίας πιστεύουν οὔτε Ἔθνος παραδέχονται καί, γιὰ νὰ ἔχουν τὸ χουζούρι τους, λένε «ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει νὰ μὴν ἐνδιαφέρεσαι γιὰ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου», καὶ ἔτσι ἀδιαφοροῦν! Ἀλλὰ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἄλλο ἐννοοῦσε. Τότε τὰ εἰδωλολατρικὰ ἔθνη εἶχαν ἐξουσία. Μερικοὶ ξέκοψαν ἀπὸ τὸ κράτος καὶ πίστεψαν στὸν Χριστό. Ἔλεγε λοιπὸν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος σ' αὐτοὺς «ἐσεῖς μὴν ἀσχολῆσθε μὲ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου», γιὰ νὰ ξεχωρίζουν ἀπὸ τὸν κόσμο, γιατὶ ὅλος ὁ κόσμος ἦταν εἰδωλολατρικός. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ὅμως ποὺ ἀνέλαβε τὴν ἐξουσία ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος καὶ ἐπικράτησε ὁ Χριστιανισμός, δημιουργήθηκε σιγὰ-σιγὰ ἡ μεγάλη χριστιανικὴ παράδοση μὲ τὶς Ἐκκλησίες, τὰ μοναστήρια, τὴν τέχνη, τὸ τυπικὸ τῆς λατρείας κ.λπ. Ἔχουμε λοιπὸν εὐθύνη νὰ τὰ διατηρήσουμε ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ μὴν ἀφήσουμε τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἐκκλησίας νὰ τὰ διαλύσουν. Ἔχω ἀκούσει καὶ Πνευματικοὺς νὰ λένε: «Ἐσεῖς μὴν ἀσχολῆσθε μ' αὐτά»! Ἂν εἶχαν μεγάλη ἁγιότητα καὶ ἔφθαναν μὲ τὴν προσευχὴ σὲ τέτοια κατάσταση, ποὺ νὰ μὴν τοὺς ἐνδιαφέρη τίποτε, νὰ τοὺς φιλοῦσα καὶ τὰ πόδια. Ἀλλὰ τώρα ἀδιαφοροῦν, γιατὶ θέλουν νὰ τὰ ἔχουν καλὰ μὲ ὅλους καὶ νὰ καλοπερνοῦν.
Ἡ ἀδιαφορία δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε στοὺς κοσμικούς, πόσο μᾶλλον στοὺς πνευματικοὺς ἀνθρώπους. Ἕνας ἄνθρωπος τίμιος, πνευματικός, δὲν πρέπει νὰ κάνη τίποτε μὲ ἀδιαφορία. «Ἐπικατάρατος ὁ ποιῶν τὰ ἔργα Κυρίου ἀμελῶς», λέει ὁ Προφήτης Ἰερεμίας.
ΝΑ ΑΝΑΠΑΥΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ


Παλιὰ στοὺς δέκα οἱ ἕξι ἦταν θεοφοβούμενοι, οἱ δύο μέτριοι καὶ οἱ δύο ἀδιάφοροι, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ εἶχαν μέσα τους πίστη. Σήμερα δὲν εἶναι ἔτσι. Δὲν ξέρω ποῦ θὰ πάη αὐτὴ ἡ κατάσταση. Νὰ προσπαθήσουμε τώρα, ὅσο μποροῦμε, νὰ βοηθήσουμε πνευματικὰ τοὺς ἀνθρώπους· ὅπως ἔγινε τότε μὲ τὸν κατακλυσμό, μὲ τὴν κιβωτὸ τοῦ Νῶε, ἔτσι καὶ τώρα νὰ γλυτώσουν μερικοί, νὰ μὴ σακατευθοῦν πνευματικά. Θέλει πολλὴ προσοχή, πολλὴ διάκριση, νὰ δῆ κανεὶς τὰ πράγματα ἀπὸ πολλὲς πλευρὲς καὶ νὰ ἀναπαύση τοὺς ἀνθρώπους. Μήπως ἐμένα μὲ ἀναπαύει νὰ μαζεύωνται οἱ ἄνθρωποι ἢ ἤθελα νὰ βλέπω τόσο κόσμο; Ὄχι, ἀλλὰ σ᾿ αὐτὴν τὴν κατάσταση ποὺ βρισκόμαστε, θέλουν λίγη βοήθεια οἱ καημένοι οἱ ἄνθρωποι. Ἐγὼ δὲν ἔγινα παπᾶς, γιὰ νὰ μὴν ἔχω νὰ κάνω μὲ κόσμο, καὶ τελικὰ περισσότερο ἀσχολοῦμαι μὲ τὸν κόσμο. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς ξέρει τὴν διάθεσή μου καὶ μοῦ δίνει περισσότερα ἀπὸ ὅσα θὰ μοῦ ἔδινε ἂν ἔκανα αὐτὸ ποὺ μὲ ἀνέπαυε. Πόσες φορὲς παρακαλῶ τὴν Παναγία νὰ μοῦ οἰκονομήση ἕναν τόπο μακρινό, ἥσυχο, νὰ μὴ βλέπω, νὰ μὴν ἀκούω τίποτε, νὰ κάνω προσευχὴ γιὰ ὅλον τὸν κόσμο, ἀλλὰ δὲν μ᾿ ἀκούει· σὲ ἄλλα τιποτένια μ' ἀκούει. Βλέπω ὅτι τώρα ὁ Θεός, ὅταν πρόκειται νὰ ἔχω κόσμο, μὲ βιδώνει στὸ κρεββάτι μὲ κάποια ἀρρώστια, γιὰ νὰ ξεκουρασθῶ. Δὲν μοῦ δίνει τὴν γλυκύτητα ποὺ ἔνιωθα παλιότερα στὴν προσευχή, γιατὶ δὲν θὰ μποροῦσα νὰ ἀποχωρισθῶ ἀπὸ αὐτήν. Τότε, ὅταν ἐρχόταν κανεὶς στὸ Καλύβι, ζοριζόμουν νὰ βγῶ ἀπὸ ἐκείνη τὴν κατάσταση τὴν πνευματική.

Ἐκεῖ στὸ Καλύβι γίνομαι πρόγραμμα τῶν ἀνθρώπων. Διαβάζω μέσα Ψαλτήρι, ἀπ' ἔξω χτυποῦν. Τοὺς λέω «περιμένετε ἕνα τέταρτο» καὶ αὐτοὶ φωνάζουν: «Ἔ, Πάτερ, σταμάτα τὴν προσευχή· ὁ Θεὸς δὲν παρεξηγεῖται». Κατάλαβες; Μέχρις ἐκεῖ φθάνουν! Δὲν εἶναι μόνον ποὺ θὰ σταματήσω, ἀλλὰ ἂν βγῶ, μετὰ πάει, τέλειωσε. Ὅ,τι κάνω μέχρι τότε. Τὸ πρωί, στὶς ἑξήμισι–ἑπτὰ ἡ ὥρα πρέπει νὰ ἔχω τελειώσει καὶ τὸν Ἑσπερινό, γιὰ νὰ εἶμαι σίγουρος. «Φῶς... πρωϊνὸν ἁγίας δόξης»! Τὴν ὥρα ποὺ τελειώνετε ἐσεῖς τὸν Ὄρθρο, ἐγὼ ἔχω τελειώσει καὶ τὰ κομποσχοίνια τοῦ Ἑσπερινοῦ. Ἂν προλάβω νὰ πάρω ἀντίδωρο τὸ πρωί, καλά· μετὰ οὔτε τσάι· γίνομαι πτῶμα, πέφτω κάτω. Ἀκόμη καὶ τὸ Πάσχα, τὴν Διακαινήσιμο, εἶχα κάνει ἐνάτες, τριήμερα. Μπορεῖς–δὲν μπορεῖς, πρέπει νὰ μπορῆς. Μιὰ μέρα, δὲν ξέρω τί ἐμπόδια εἶχε ὁ κόσμος – ἴσως εἶχε φουρτούνα ἡ θάλασσα καὶ δὲν εἶχε καράβι – καὶ δὲν ἦρθε κανεὶς στὸ Καλύβι. Πά, πά, ἔζησα μιὰ σιναΐτικη μέρα, ὅπως τότε στὴν σπηλιὰ τῆς Ἁγίας Ἐπιστήμης! Ὅταν ἡ θάλασσα ἔχη φουρτούνα, ἐγὼ ἔχω μπουνάτσα· ὅταν ἔχη μπουνάτσα, τότε ἔχω φουρτούνα.

Ἔχω βέβαια τὴν δυνατότητα νὰ πάω κάπου νὰ ἡσυχάσω. Ξέρετε πόσοι μοῦ ἔχουν πεῖ νὰ μοῦ κάνουν τὰ ἔξοδα, γιὰ νὰ πάω στὴν Καλιφόρνια, στὸν Καναδᾶ; «Ἔχουμε Ἡσυχαστήριο, λένε, νὰ ᾿ρθῆς». Ἂν βρεθῶ σὲ ἄγνωστο τόπο, θὰ εἶναι σὰν νὰ βρίσκωμαι στὸν Παράδεισο. Δὲν θὰ μὲ ξέρη κανείς, θὰ ἔχω τὸ πρόγραμμά μου, θὰ ζήσω καλογερικά, ὅπως θέλω. Βλέπεις ὅμως, ὅταν τελειώνη ὁ πόλεμος, τότε ἀπολύεται κανείς. Τώρα ἔχουμε πόλεμο, πνευματικὸ πόλεμο. Πρέπει νὰ εἶμαι στὴν πρώτη γραμμή. Τί μαρξιστὲς ὑπάρχουν, τί μασόνοι, τί σατανιστὲς καὶ τόσοι ἄλλοι! Πόσοι δαιμονισμένοι, πόσοι ἀναρχικοί, πόσοι πλανεμένοι ἔρχονται, γιὰ νὰ τοὺς ἐπισφραγίσω τὴν πλάνη τους! Καὶ πόσους μοῦ τοὺς στέλνουν, χωρὶς νὰ τοὺς προβληματίσουν, ἄλλοι γιὰ νὰ τοὺς ξεφορτωθοῦν, ἄλλοι γιὰ νὰ μὴ βγάλουν αὐτοὶ τὸ φίδι ἀπὸ τὴν τρύπα... Νὰ ξέρατε πόσο στριμώχνομαι καὶ ἀπὸ πόσες μεριές! Πίκρα τὸ στόμα μου ἀπὸ τὸν πόνο τῶν ἀνθρώπων. Μέσα μου ὅμως νιώθω παρηγοριά. Ἂν φύγω, τὸ θεωρῶ σὰν νὰ φεύγω ἀπὸ τὴν πρώτη γραμμή, σὰν νὰ ὀπισθοχωρῶ. Τὸ θεωρῶ προδοσία. Ἔτσι τὸ νιώθω. Μήπως ξεκίνησα γιὰ τέτοια πράγματα ἢ ξεκίνησα γιὰ νὰ βοηθάω μοναστήρια; Γιὰ ἀλλοῦ ξεκίνησα καὶ ἀλλοῦ βρέθηκα, καὶ τώρα πῶς παλεύω! Καὶ βλέπεις, ὁ ἄλλος δὲν μιλάει. Δὲν πάει νὰ διαλύσουν τὴν Ἐκκλησία; «Δὲν πειράζει!», λέει. Πηγαίνει καὶ μὲ τὸν ἕναν καὶ μὲ τὸν ἄλλον, ἀρκεῖ νὰ βολευτῆ. Τί νὰ βολευτῆ! Αὐτὸν τὸν βολεύει ὁ διάβολος τελικά. Αὐτὰ εἶναι ἄτιμα πράγματα. Ἂν ἤθελα ἐγὼ νὰ κάνω αὐτὸ ποὺ μὲ εὐχαριστεῖ, οὔ, ξέρετε πόσο εὔκολο ἦταν; Σκοπὸς ὅμως εἶναι νὰ κάνω ὄχι αὐτὸ ποὺ βολεύει ἐμένα, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ βολεύει τὸν ἄλλον. Ἂν σκεφτόμουν πῶς νὰ βολευτῶ ἐγώ, ἔχω τὴν δυνατότητα νὰ βολευτῶ σὲ πολλὲς μεριές. Γιὰ νὰ περάσης ὅμως στὴν βουλὴ τοῦ Θεοῦ, πρέπει νὰ γίνης «βουλευτὴς» τοῦ Θεοῦ, ὄχι «βολευτὴς» τοῦ ἑαυτοῦ σου.


ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Β'- ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ