Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2019

Πρωτοπρ. Νικόλαος Μανώλης, Ο Άγ. Παίσιος ο αγιορείτης - πολέμιος του Οικ...



Πρωτοπρ. Νικόλαος Μανώλης, Ο Άγιος Παίσιος ο αγιορείτης – πολέμιος της παναίρεσης του Οικουμενισμού [mp3 – 2015]

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, Η παρουσία του Χριστιανού είναι ομολογία πίστης


ΓΕΡ. ΠΑΪΣΙΟΣ: «ΧΩΡΙΖΕΙ Η ΗΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΙΤΑΡΙ»

– Γέροντα, τὰ διάφορα κινήματα, οἱ διαμαρτυρίες ποὺ γίνονται ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς ἔχουν κάποιο ἀποτέλεσμα;
Ἡ παρουσία τῶν Χριστιανῶν εἶναι πλέον ὁμολογία πίστεως. Μπορεῖ κανεὶς μὲ τὴν προσευχὴ νὰ βοηθήση περισσότερο, ἀλλὰ τὴν σιωπή του θὰ τὴν ἐκμεταλλευτοῦν οἱ ἄλλοι καὶ θὰ ποῦν: «Ὁ τάδε καὶ ὁ τάδε δὲν διαμαρτυρήθηκαν, ἑπομένως εἶναι μὲ τὸ μέρος μας. Συμφωνοῦν μαζί μας.». Ἂν δὲν ἀρχίσουν μερικοὶ νὰ κτυποῦν τὸ κακό, νὰ ἐλέγχουν δηλαδὴ αὐτοὺς ποὺ σκανδαλίζουν τοὺς πιστούς, θὰ γίνη μεγαλύτερο κακό. Ἔτσι θὰ τονωθοῦν λίγο οἱ πιστοὶ, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐμποδιστοῦν λίγο ὅσοι πολεμοῦν τὴν Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι δικό τους καΐκι, νὰ κάνουν βόλτες. Εἶναι τὸ σκάφος τοῦ Χριστοῦ. Αὐτοὶ εἶναι κατακριτέοι. Τὸ μόνο ποὺ τοὺς ἐνδιαφέρει εἶναι νὰ ἔχουν μεγάλο μισθό, πολυτελὲς αὐτοκίνητο, νὰ τρέχουν στὶς διασκεδάσεις… Καὶ ὕστερα κάνουν νόμο νὰ παντρεύωνται μὲ πολιτικὸ γάμο, νομιμοποιοῦν τὶς ἀμβλώσεις…Τί θὰ κάνη ὁ Θεός, ἄλλο θέμα. Καὶ μὲ τὶς βλάσφημες ταινίες ποὺ παρουσιάζουν, θέλουν νὰ γελοιοποιήσουν τὸν Χριστό. Τὸ κάνουν, γιὰ νὰ ποῦν: «αὐτὸς ἦταν ὁ Χριστός, τώρα θὰ ἔρθη ὁ Μεσσίας», καὶ νὰ παρουσιάσουν μετὰ τὸν « Μεσσία» τους. Ἐκεῖ τὸ πάνε.
– Οἱ ἄνθρωποι, Γέροντα, τὰ πιστεύουν καὶ βλάπτονται!
 Ὁ βλαμμένος βλάπτεται. Τὰ πιστεύει, γιατί θέλει νὰ δικαιολογήση τὰ ἀδικαιολόγητα καὶ νὰ ἀναπαύση τὸν λογισμό του. Μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ βλάσφημα πᾶνε νὰ δικαιολογήσουν ἠθικὲς ἀταξίεςΤὸ ἔχουν παρακάνει. Εἶχαν κάνει μήνυση ὅτι ἡ ταινία «Ὁ τελευταῖος πειρασμὸς» προσβάλει τὴν θρησκεία καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς εἶπαν: «Δὲν εἶναι τίποτε!». Τέτοιες βλασφημίες δὲν ἀκούσθηκαν ποτέ! Γιὰ μᾶς ἡ διαμαρτυρία γιὰ τὴν βλάσφημη ἐκείνη ταινία ἦταν ὁμολογία πίστεως. Βέβαια μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ βλάσφημα γίνεται καὶ ἕνα καλό. Χωρίζει ἡ ἦρα ἀπὸ τὸ σιτάρι, κοσκινίζεται ὁ κόσμος.
– Ὑπάρχουν, Γέροντα, κάποια θέματα γιὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀμύνεται κανείς, εἴτε ὡς ἄτομο εἴτε ὡς ὁμάδα, καὶ κάποια γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει; Π.χ. ἐσεῖς, ὅταν σᾶς εἶπαν ὅτι εἶστε αἱρετικὸς, ἀπαντήσατε, ἐνῶ σὲ ἄλλες κατηγορίες σιωπήσατε.
Αὐτὸ τὸ λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες, δὲν εἶναι ὅτι τὸ λέω ἐγώ. Ὁποιαδήποτε ἄλλη κατηγορία μὲ βοηθάει στὴν πνευματικὴ ζωή, ἐνῶ τὸ «αἱρετικὸς» μὲ χωρίζει ἀπὸ τὸν Χριστό.
ΠΗΓΗ: Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ τ. Β΄ «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ»,
ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχ. Εὐαγγελ. Ἰω. Θεολόγος, Σουρωτὴ Θεσ/νἰκης

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, Κοιμίζουν τoν κόσμο


– Γέροντα, πῶς θὰ βοηθηθοῦν οἱ ἄνθρωποι μὲ τόσα ποὺ γίνονται στὸν κόσμο;
Ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ βοηθηθεῖ, βοηθιέται μὲ τιποτένια πράγματα. Π.χ. κουνιέται ἕνα κανδήλι ἢ κουνιέται ὁ ἴδιος ὁλόκληρος μὲ ἕναν σεισμὸ καὶ συνέρχεται. Ὅσοι δὲν πιστεύουν, γίνονται χειρότεροι, ὅταν ἀκοῦν ὅτι θὰ γίνει πόλεμος ἢ κάποια καταστροφή. «Δῶσ’ του, σοῦ λέει, νὰ γλεντήσουμε, γιατί χάνουμε τὴν ζωή», ὁπότε τὸ ρίχνουν τελείως ἔξω. Ἄλλοτε ἀκόμη καὶ οἱ ἀδιάφοροι, ὅταν ἄκουγαν λ.χ. ὅτι θὰ γίνει πόλεμος, συνέρχονταν καὶ ἄλλαζαν ζωή. Τώρα εἶναι πολὺ λίγοι αὐτοί. Παλιὰ τὸ ἔθνος μας ζοῦσε πνευματικά, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸ εὐλογοῦσε καὶ οἱ Ἅγιοί μας βοηθοῦσαν μὲ θαυμαστὸ τρόπο, καὶ νικούσαμε τοὺς ἐχθρούς μας, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἦταν περισσότεροι ἀπὸ ἐμᾶς. Σήμερα λέμε πὼς εἴμαστε Ὀρθόδοξοι, ἀλλὰ δυστυχῶς συχνὰ μόνον τὸ ὄνομα «Ὀρθόδοξος» ἔχουμε καὶ ὄχι ζωὴ ὀρθόδοξη.
Ρώτησα ἕναν Πνευματικὸ μὲ κοινωνικὴ δράση, μὲ ἕνα σωρὸ πνευματικοπαίδια κ.λπ.: «Τί ξέρεις γιὰ μία βλάσφημη ταινία;». «Δὲν ξέρω τίποτε», μοῦ εἶπε. Δὲν ἤξερε τίποτε καὶ εἶναι σὲ μεγάλη πόλη. Κοιμίζουν τὸν κόσμο. Τὸν ἀφήνουν ἔτσι, γιὰ νὰ μὴ στενοχωριέται καὶ νὰ διασκεδάζει. Μὴν τυχὸν πεῖς ὅτι θὰ γίνει πόλεμος ἢ ὅτι θὰ γίνει ἢ Δευτέρα Παρουσία καὶ γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἑτοιμασθοῦμε, μὴν τυχὸν στενοχωρηθοῦν οἱ ἄνθρωποι. Σὰν μερικὲς γριὲς ποὺ λένε «μὴ μιλᾶς γιὰ θάνατο· μόνο γιὰ χαρὲς καὶ γιὰ βαφτίσια νὰ μιλᾶς», σὰν νὰ μὴν τὶς περιμένει θάνατος. Ἔτσι νιώθουν μία ψεύτικη χαρά. Ἐνῶ, ἂν σκέφτονταν ὅτι τὸ τάδε γεροντάκι ποὺ ἔμενε λίγο πιὸ κάτω πέθανε χθές, ὁ ἄλλος εἶναι στὰ τελευταῖα του καὶ θὰ πεθάνει, μεθαύριο θὰ γίνει τοῦ τάδε τὸ μνημόσυνο ποὺ ἦταν καὶ πολὺ νεώτερος ἀπὸ αὐτές, θὰ σκέφτονταν τὸν θάνατο καὶ θὰ ἔλεγαν: «Πρέπει νὰ ἐξομολογηθῶ, νὰ ἑτοιμασθῶ πνευματικά, γιατί μπορεῖ κι ἐμένα σὲ λίγο νὰ μὲ καλέσει ὃ Χριστὸς γιὰ τὴν ἄλλη ζωή». Διαφορετικά, ἔρχεται ὕστερα ὁ θάνατος καὶ τὶς παίρνει ἀνέτοιμες. Ἄλλοι πάλι ἀπό… «καλωσύνη» λένε: «Στοὺς αἱρετικοὺς μὴ λέτε ὅτι εἶναι στὴν πλάνη, γιὰ νὰ δείξουμε ἀγάπη». Καὶ ἔτσι τὰ ἰσοπεδώνουν ὅλα. Ἂν ζοῦσαν αὐτοὶ στὰ πρῶτα χρόνια τοῦ Χριστιανισμοῦ, δὲν θὰ εἴχαμε οὔτε ἕναν Ἅγιο. Ἔλεγαν τότε στοὺς Χριστιανούς: «Ρίξε μόνο λιβάνι στὴν φωτιὰ καὶ μὴν ἀρνῆσαι τὸν Χριστό». Δὲν τὸ δέχονταν. «Κάνε μόνον πὼς ρίχνεις». Δὲν τὸ δέχονταν. «Μὴ μιλᾶς γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ πήγαινε ἐλεύθερος σὲ ἄλλο μέρος», καὶ δὲν τὸ δέχονταν. Σήμερα βλέπεις ἕναν νερόβραστο κόσμο.
Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο
Γέρ. Παϊσίου Ἁγιορείτου «Λόγοι»,
τ. Β´, «Πνευματικὴ Ἀφύπνιση»,
ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελ. Ἰω. Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσσαλονίκης, 1999,
σελ. 45-46

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2019

Η τιμιότητα του ανθρώπου είναι το ανώτερο Τιμιόξυλο


Τον δίκαιο άνθρωπο, τον αδικούν, τον πατούν, πατούν επί πτωμάτων, έτσι δεν λέγεται;

Αλλά, όσο οι άνθρωποι τον σπρώχνουν προς τα κάτω, τόσο ο Θεός τον ανεβάζει προς τα πάνω σαν τον φελλό, θέλει όμως πάρα πολλή υπομονή.
Η υπομονή ξεκαθαρίζει πολλά πράγματα. Αυτός που θέλει να ζήσει με αρετή και να είναι τίμιος στην δουλειά του, είτε εργάτης είναι είτε έμπορος είτε οτιδήποτε είναι, πρέπει να το πάρει απόφαση ότι, όταν αρχίσει την δουλειά του, θα φθάσει σε σημείο να μην έχει να πληρώσει λ.χ. ούτε τα ενοίκια, αν έχει μαγαζί, για να του έρθει η ευλογία του Θεού.
Όταν πάει κανείς με τον διάβολο, με πονηριές, δεν ευλογεί ο Θεός τα έργα του. Ότι κάνουν οι άνθρωποι με πονηριά, δεν ευδοκιμεί. Μπορεί να φαίνεται ότι προχωράει, αλλά τελικά θα σωριάσει.
Το κυριότερο είναι να ξεκινά κανείς από την ευλογία του Θεού για ότι κάνει!
Ο άνθρωπος, όταν είναι δίκαιος, έχει τον Θεό με το μέρος του. Και όταν έχει και λίγη παρρησία στον Θεό, τότε θαύματα γίνονται. Όταν κανείς βαδίζει με το Ευαγγέλιο, δικαιούται την θεία βοήθεια. Βαδίζει με τον Χριστό.
Πώς να το κάνουμε; Την δικαιούται. Όλη η βάση εκεί είναι.
Από κει και πέρα να μη φοβάται τίποτε.
Αυτό που έχει σημασία είναι να αναπαύεται ο Χριστός, η Παναγία και οι Άγιοι στην κάθε ενέργειά μας, και τότε θα έχουμε την ευλογία του Χριστού, της Παναγίας και των Άγιων μας, και το Άγιο Πνεύμα θα επαναπαύεται σ εμάς.
Η τιμιότητα του ανθρώπου είναι το ανώτερο Τιμιόξυλο.
Άγιος Παΐσιος
Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου «Λόγοι» -Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο, Α΄. Ι. Ησυχαστήριο «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσ/νίκης

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2019

Ο Θεός περιμένει [κείμενο] Ο Θεός περιμένει [κείμενο] Αγ. Παΐσιος Αγιορείτη


Αγ. Παΐσιος Αγιορείτης
Σήμερα ο Θεός ανέχεται την κατάσταση. Ανέχεται, ανέχεται, για να είναι αναπολόγητος ο κακός.

Είναι περιπτώσεις που ο Θεός επεμβαίνει άμεσα και αμέσως, ενώ σε άλλες περιπτώσεις περιμένει. Δεν δίνει αμέσως την λύση και περιμένει την υπομονή των ανθρώπων , την προσευχή, τον αγώνα. Τι αρχοντιά έχει ο Θεός!

Ένας πόσους είχε σφάξει τότε με τον πόλεμο και ακόμη ζη. Θα του πη στην άλλη ζωή ο Θεός: « Σε άφησα να ζήσης περισσότερο και από τους καλούς » . Δεν θα έχη ελαφρυντικά…

– Γέροντα, μερικοί τέτοιοι άνθρωποι , ενώ είναι βαριά άρρωστοι, πώς δεν πεθαίνουν;

– Φαίνεται έχουν βαριές αμαρτίες, για αυτό δεν πεθαίνουν. Περιμένει ο Θεός μήπως μετανοήσουν.

– Και τον κόσμο που παιδεύουν;

– Αυτοί που παιδεύονται και δεν φταίνε, αποταμιεύουν. Αυτοί που φταίνε, εξοφλούν.

– Γέροντα, τι θα πη « Πονηροί άνθρωποι και γόητες προκόψουν επί το χείρον, πλανώντες και πλανώμενοι» ;

– Κοίταξε. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν κάποιον εγωισμό και ο Θεός τους δίνει ένα σκαμπίλι να πάνε παρακάτω. Άλλοι έχουν λίγο παραπάνω εγωισμό και ο Θεός στους δίνει ένα σκαμπίλι και πάνε ακόμη παρακάτω.

Αυτούς όμως που έχουν εωσφορική υπερηφάνεια, ο Θεός τους αφήνει. Μπορεί να φαίνεται ότι κάνουν προκοπή, αλλά τι προκοπή είναι αυτή; Μαύρη προκοπή. Και μετά δεν πέφτουν απλώς κάτω, αλλά πέφτουν κατ’ ευθείαν στο βάραθρο. Ο Θεός να φυλάη!

Πηγή: βήμα Ορθοδοξίας

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2019

Άγιος Παΐσιος: Ο εξαγνισμός της καρδιάς


- Γέροντα, ο Χριστός χωράει σε όλες τις καρδιές;

- O Χριστός χωράει, οι άνθρωποι δεν Τον χωράνε, γιατί δεν προσπαθούν να διορθωθούν.

Για να χωρέσει ο Χριστός μέσα μας, πρέπει να καθαρίσει η καρδιά. «Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί, ο Θεός…» (Ψαλμ. Ν” [50]12)

- Γέροντα, γιατί τα άγρια ζώα δεν πειράζουν τους Αγίους;

- Αφού ημερεύουν οι άνθρωποι, ημερεύουν και τα άγρια ζώα και αναγνωρίζουν ότι ο άνθρωπος είναι αφεντικό τους. Στον Παράδεισο, πριν από την πτώση, τα άγρια θηρία έγλειφαν τους Πρωτοπλάστους με ευλάβεια, αλλά μετά την πτώση πήγαιναν να τους ξεσκίσουν.

Όταν ένας άνθρωπος επανέρχεται στην προπτωτική κατάσταση, τα ζώα τον αναγνωρίζουν πάλι για αφεντικό.

Σήμερα όμως βλέπεις ανθρώπους που είναι χειρότεροι από τα άγρια θηρία, χειρότεροι από τα φίδια.

Εκμεταλλεύονται απροστάτευτα παιδιά, τους παίρνουν τα χρήματα και, όταν έρχονται σε δύσκολη θέση, τα ενοχοποιούν, καλούν την αστυνομία, τα πηγαίνουν και στο ψυχιατρείο.

Γι” αυτό τον 147ο Ψαλμό που διάβαζε ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης, για να ημερέψουν τα άγρια ζώα και να μην κάνουν κακό στους ανθρώπους, τον διαβάζω, για να ημερέψουν οι άνθρωποι και να μην κάνουν κακό στους συνανθρώπους τους και στα ζώα.

- Πώς επανέρχεται, Γέροντα, ο άνθρωπος στην προπτωτική κατάσταση;

- Πρέπει να εξαγνισθεί η καρδιά.

Να απόκτησει την ψυχική αγνότητα, δηλαδή ειλικρίνεια, τιμιότητα, ανιδιοτέλεια, ταπείνωση, καλοσύνη, ανεξικακία, θυσία. Έτσι συγγενεύει ο άνθρωπος με τον Θεό και αναπαύεται μέσα του η Θεία Χάρις.

Όταν κάποιος έχει την σωματική αγνότητα, άλλα δεν έχει την ψυχική αγνότητα, δεν αναπαύεται ο Θεός σ’ αυτόν, γιατί υπάρχει μέσα του πονηρία, υπερηφάνεια, κακία κ.λπ.

Τότε η ζωή του είναι μια κοροϊδία.

Από “δώ να ξεκινήσετε τον αγώνα σας: Να προσπαθήσετε να αποκτήσετε την ψυχική αγνότητα.

- Γέροντα, μια κακή συνήθεια μπορεί να κοπεί αμέσως;

- Κατ” αρχάς πρέπει να καταλάβει ο άνθρωπος ότι αυτή η συνήθεια τον βλάπτει και να θελήσει να αγωνισθεί, για να την κόψει. Χρειάζεται να έχει κανείς πολλή θέληση, για να μπορέσει να την κόψει αμέσως. Όπως λ.χ. το σχοινί κάνει σιγά-σιγά μια μικρή αυλακιά στο χείλος του πηγαδιού και δεν γλιστρά πια, έτσι και κάθε συνήθεια λίγο-λίγο χαράζει μια αυλακιά στην καρδιά και δύσκολα βγαίνει από αυτήν. Γι” αυτό πρέπει πολύ να προσέξει κανείς, να μην αποκτήσει κακές συνήθειες, γιατί μετά χρειάζεται πολλή ταπείνωση και πολλή θέληση, για να μπορέσει να τις αποβάλει.

Έλεγε ο παπα-Τύχων: Καλή συνήθεια, παιδί μου, αρετή· κακή συνήθεια, πάθη.

Πάντως διαπίστωσα ότι, όταν ο άνθρωπος, ενώ αγωνίζεται, συνεχίζει να σφάλλει και δεν αλλάζει, αιτία είναι ο εγωισμός, η φιλαυτία και η ιδιοτέλεια. Λείπει η ταπείνωση και η αγάπη, και έτσι εμποδίζεται η Θεία επέμβαση. Δεν βοηθάει ο ίδιος ο άνθρωπος τον Θεό, για να τον βοηθήσει.

Αν π.χ. τον βοηθήσει ο Θεός να ξεπεράσει ένα πάθος του, θα το πάρει επάνω του, θα υπερηφανευθεί, γιατί θα νομίζει ότι μόνος του το ξεπέρασε, χωρίς την βοήθεια του Θεού.

Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι Γ’: Πνευματικός αγώνας, έκδ. Ι. Ησυχ. «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης: 2001, σ. 113-115.

Πηγή:  http://perivolipanagias.blogspot.gr

Τι θα βοηθούσε, Γέροντα, πρακτικά να αποκτήσω ταπείνωση; (Άγιος Παΐσιος)


 



Τι θα βοηθούσε, Γέροντα, πρακτικά να αποκτήσω ταπείνωση; 
- Πώς αποκτά ταπείνωση κανείς; Όταν του λένε μια κουβέντα, εκείνος να λέει δυο; Να μη σηκώνει μύγα στο σπαθί του; Ευλογημένη, όταν σου δίνεται ευκαιρία για ταπείνωση, να δέχεσαι την ταπείνωση. Έτσι αποκτιέται η ταπείνωση. Το φάρμακο το δικό σου είναι να κινείσαι απλά, ταπεινά, να δέχεσαι όπως η γη και την βροχή και το χαλάζι και τα σκουπίδια και τα φτυσίματα, εάν θέλεις να ελευθερωθείς από τα πάθη σου. Οι εξωτερικές ταπεινώσεις βοηθούν τον άνθρωπο να ελευθερωθεί πολύ γρήγορα από τον παλιό εαυτό του, όταν τις δέχεται. 
- Εγώ, Γέροντα, έχω ανάγκη από πολλή ταπείνωση. 
- Να πας να αγοράσεις. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που πουλούν την ταπείνωση και μάλιστα δωρεάν, αρκεί να την θέλεις… - Ποιοι είναι αυτοί, Γέροντα; - Είναι οι άνθρωποι που, όταν δεν έχουν καλή πνευματική κατάσταση, φέρονται αδιάκριτα και με την συμπεριφορά τους μας ταπεινώνουν. Η ταπείνωση δεν αγοράζεται από τον μπακάλη όπως τα ψώνια. Όταν λέμε: «δώσ’ μου, Θεέ μου, ταπείνωση», ο Θεός δεν θα πάρει την σέσουλα και θ’ αρχίσει: «πάρε ένα κιλό ταπείνωση εσύ», «μισό κιλό ταπείνωση εσύ», «μισό κιλό εσύ», αλλά θα επιτρέψει να έρθει λ.χ. κάποιος άνθρωπος αδιάκριτος να μας φερθεί σκληρά ή θα πάρει από άλλον την Χάρη Του και θα έρθει να μας βρίσει. Έτσι θα δοκιμασθούμε και θα εργασθούμε, εάν θέλουμε να αποκτήσουμε την ταπείνωση. Αλλά εμείς δεν σκεφτόμαστε ότι ο Θεός επιτρέπει να γίνη ο αδερφός μας κακός, για να βοηθηθούμε εμείς, και θυμώνουμε με τον αδελφό. Και, ενώ ζητάμε από τον Θεό ταπείνωση, δεν δεχόμαστε τις ευκαιρίες που μας στέλνει, για να ταπεινωθούμε, αλλά δυσανασχετούμε.Κανονικά θα έπρεπε να χρωστάμε ευγνωμοσύνη σ’ αυτόν που μας ταπεινώνει, γιατί αυτός είναι ο μεγαλύτερος ευεργέτης μας. Όποιος ζητάει στην προσευχή του ταπείνωση από τον Θεό, αλλά δεν δέχεται τον άνθρωπο που του στέλνει ο Θεός, για να τον ταπεινώση, δεν ξέρει τι ζητάει.
Όταν ήμουν στην μονή Στομίου, ήταν κάτω στην Κόνιτσα ένας παπάς που με αγαπούσε από λαϊκό ακόμη. Μια Κυριακή είχα κατεβεί να λειτουργηθώ στην Κόνιτσα. Η εκκλησία ήταν γεμάτη κόσμο. Την στιγμή που έμπαινα, όπως συνήθιζα, στο Ιερό, είπα μέσα μου: «Θεέ μου, βάλε όλους αυτούς τους πιστούς στον Παράδεισο κι εμένα, αν θέλεις, βάλε με σε μια ακρούλα». Όταν πλησίασε η ώρα της Θείας Κοινωνίας ενώ αυτός ο παπάς πάντα με κοινωνούσε μέσα στο Ιερό, γύρισε προς το μέρος μου και φώναξε δυνατά: «Βγες από το Ιερό να κοινωνήσεις απ’ έξω τελευταίος, γιατί είσαι ανάξιος». Βγήκα έξω, χωρίς να πω τίποτε. Πήγα στο αναλόγιο και άρχισα να διαβάζω την ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως. Ύστερα, καθώς πήγαινα τελευταίος να κοινωνήσω, είπα μέσα μου: «Ο παπάς φωτίσθηκε από τον Θεό και μου αποκάλυψε ποιος είμαι. Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησέ με, το κτήνος». Μόλις κοινώνησα, αισθάνθηκα μέσα μου μεγάλη γλυκύτητα. Όταν τελείωσε η θεία Λειτουργία, με πλησιάζει ο παπάς συντετριμμένος: «Συγχώρεσέ με! μου λέει. Πώς το έκανα αυτό! Εγώ μπροστά σου δεν έβαζα ούτε τα παιδιά μου ούτε την παπαδιά, ούτε τον εαυτό μου. Τι ήταν αυτό που έπαθα!». Έπεφτε κάτω, μου έβαζε μετάνοια. Μου ζητούσε συγνώμη, προσπαθούσε να μου φιλήσει τα χέρια. «Παπά μου, του λέω, μη στενοχωριέσαι. Δεν φταις εσύ, εγώ φταίω. Σε χρησιμοποίησε ο Θεός εκείνη την στιγμή, για να δοκιμάση εμένα». Ο παπάς δεν μπορούσε να καταλάβει τι του έλεγα και τελικά, νομίζω, δεν τον έπεισα. Όλα αυτά έγιναν εξαιτίας της προσευχής που είχα κάνει. 
Κι εσείς, όταν βλέπετε μία αδελφή να παραφέρεται και να σας μιλάει άσχημα, να ξέρετε ότι τις περισσότερες φορές η αιτία είναι η προσευχή που κάνετε. Επειδή δηλαδή ζητάτε από τον Θεό να σας δώση ταπείνωση, αγάπη, κ.λπ., παίρνει ο Θεός για λίγο την Χάρη Του από την αδερφή και σας ταπεινώνει και σας στενοχωρεί. Έτσι σας δίνεται η ευκαιρία να δώσετε εξετάσεις στην ταπείνωση, στην αγάπη. Αν ταπεινωθειτε, θα ωφεληθείτε. Όσο για την αδερφή, θα λάβει διπλή την Χάρη του Θεού˙ και γιατί της πήρε ο Θεός την Χάρη, για να δοκιμάσει εσάς, και γιατί ταπεινώθηκε με το σφάλμα της και ζήτησε συγχώρεση από τον Θεό. Οπότε και εσείς εργάζεσθε στην ταπείνωση και εκείνη γίνεται καλύτερη. 
Από το βιβλίο: «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Ε΄ ΠΆΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ»
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ» ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2007

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2019

Άγιος Παΐσιος: Πως θα καταλάβεις ποιο είναι το θέλημα του Θεού;


Γέροντα, γιατί η Παναγία άλλοτε µου δίνει αµέσως αυτό που της ζητώ και άλλοτε όχι;

Το θέλημα του Θεού δεν βρίσκεται έτσι. Καλύτερα να ρωτάς για ένα πρόβλημά σου. Να μη ζητάς πληροφορία από τον Θεό, εφόσον μπορείς να συμβουλευθής κάποιον άνθρωπο, γιατί μπορεί να πλανηθείς.


Κάποιος πήγαινε σε μια εκκλησία, στεκόταν μπροστά στο εικονοστάσι και έλεγε: «Παναγία μου, να πάρω χρήματα από το κουτί;». Του έλεγε ο λογισμός: «Πάρ’ τα». «Ναι, θα τα πάρω», έλεγε και έπαιρνε τα χρήματα. Μια-δυο-τρεις φορές, ένας επίτροπος προβληματίσθηκε. «Τι γίνεται; Λέει. Κάποιος πρέπει να παίρνη τα χρήματα» και πήγε να παρακολουθήση. Τι να δη; Σε λίγο ήρθε αυτός και επανέλαβε τα ίδια: «Παναγία μου, να πάρω τα χρήματα από το κουτί;… Ναι, θα τα πάρω», είπε, οπότε τον έπιασε ο επίτροπος.

Πάντοτε, όταν υπάρχη άνθρωπος πνευματικός, τον οποίο μπορείς να ρωτήσης, πρέπει να ρωτήσης. Όταν δεν υπάρχη άνθρωπος να ρωτήσης – λ.χ. βρίσκεσαι στην έρημο -, αλλά υπάρχη μέσα σου η δίψα της υπακοής, τότε ο Καλός Θεός γίνεται ο Ίδιος Γέροντας και σε φωτίζει και σε πληροφορεί. Δεν μπορείς, ας υποθέσουμε, να βρης κάποιον, για να σου εξηγήση ένα χωρίο από την Αγία Γραφή; Τότε σε φωτίζει ο Θεός και το καταλαβαίνεις.

– Γέροντα, πως θα καταλάβη κανείς, αν κάτι που συμβαίνει στον αγώνα του είναι από τον πειρασμό ή από δική του απροσεξία;

– Θα πάη να ρωτήση.

– Δηλαδή μόνος του δεν μπορεί να το καταλάβη;

– Και να καταλαβαίνη κάτι, δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Εδώ και ένας που έχει εμπειρία, πάει και ρωτάει κάποιον άλλον. Εγώ για ένα ατομικό μου θέμα πάντοτε θα ρωτήσω. Την δική μου λύση, και σοφώτερη να είναι, την θεωρώ την μεγαλύτερη βλακεία, όταν πρόκειται για προσωπικό μου θέμα. Ούτε πάω σε κάποιον που ξέρει τι με αναπαύει, αλλά σε κάποιον που δεν ξέρει. Βλέπεις, και ένας γιατρός, για να είναι σίγουρος ότι έκανε καλή διάγνωση σε μια δύσκολη περίπτωση, συμβουλεύεται και άλλον γιατρό, πόσο μάλλον ένας φοιτητής! Όσο πνευματικός άνθρωπος κι αν είναι κανείς, και όσο καλή τακτοποίηση κι αν κάνη μόνος του στα θέματά του, δεν μπορεί να αναπαυθή, γιατί ο Θεός θέλει ο άνθρωπος να βοηθιέται από τον άνθρωπο και να διορθώνεται δια του ανθρώπου. Τα οικονομάει έτσι ο Καλός Θεός, για να ταπεινώνεται ο άνθρωπος. Πρέπει να εκθέτη κανείς τους λογισμούς του και τις καταστάσεις που περνάει στον πνευματικό του, να τον συμβουλεύεται και να μην αποφασίζη μόνος του για τα δύσκολα θέματα ούτε να αντιμετωπίζη μόνος τους τις δυσκολίες που συναντάει στον αγώνα του, κάνοντας πρόβες στον εαυτό του, γιατί ο πειρασμός θα τον μπερδέψη και θα του δημιουργήση προβλήματα. Μερικοί φθάνουν στο σημείο να βάζουν μόνοι τους κανόνα στον εαυτό τους. Είναι πολύ επικίνδυνα αυτά τα πράγματα.

Όποιος δεν έχει πνευματικό, για να τον συμβουλεύεται στην πνευματική του πορεία, μπερδεύεται, κουράζεται, καθυστερεί και δύσκολα θα φθάση στον προορισμό του. Αν δίνη μόνος του λύση στα προβλήματά του, όσο σοφός και αν είναι, επειδή κινείται με αυτοπεποίθηση και υπερηφάνεια, μένει σκοτισμένος. Ενώ, όποιος ταπεινώνεται και πηγαίνει με εμπιστοσύνη και αυταπάρνηση στον πνευματικό και ζητά την γνώμη του, βοηθιέται και του δίνει την σωστή απάντηση. Να, όταν έρχεται κάποιος με ευλάβεια, με τον λογισμό πως είμαι άγιος, ενώ εγώ είμαι τενεκές, έχω προσέξει ότι νιώθω μέσα μου μια αλλοίωση και αυτή που του λέω δεν είναι δικά μου. Από αυτό καταλαβαίνω ξεκάθαρα ότι ο άνθρωπος αυτός έχει έρθει με ευλάβεια, και ο Θεός, για να μην τον αδικήσει, δίνει σ’ εμένα αυτήν την καλή κατάσταση. Σε τέτοιες περιπτώσεις, αν πρόκειται για ένα σοβαρό θέμα, ο Θεός σε πληροφορεί και μπορείς να του πης τι θα συμβή, πότε θα συμβή και πώς να το αντιμετωπίση.

Πηγή: Από το βιβλίο: “Γέροντος Παϊσίου Λόγοι”, Τόμος Γ΄.

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2019

Επίσκεψη Γέροντα Παϊσίου στην καλύβα του Γέροντα Μωυσή

Μον. Μωϋσή Αγιορείτου (†)
Ένα πρωινό, μόλις είχε ξημερώσει κι είχα τελειώσει τον Όρθρο, άκουσα ένα διακριτικό κτύπημα στη θύρα. Πηγαίνοντας ν’ ανοίξω σκεπτόμουν ποιος να ’ταν πρωί-πρωί. Αντίκρισα σκυφτό τον Γέροντα Παΐσιο.
  • Ευλογημένε, μου λέει, πώς τακτοποιήθηκες;
Αδύνατος, κοντός, πρόχειρα ντυμένος, μ’ ένα ελαφρύ χαμόγελο. Χάρηκα έκτακτα για την απρόσμενη επίσκεψη. Πέρασε διστακτικά μέσα. Ανέβηκε να προσκυνήσει το εκκλησάκι. Κατέβηκε στο κάτω μεγάλο δωμάτιο. Ήταν τότε σχεδόν άδειο. Δυο καρέκλες κι ένα τραπέζι. Κάτι του πρόσφερα. Στερεωμένος, μου είπε. Μου μίλησε για τους παλαιούς εδώ Γέροντες. Ήταν εργατικοί, φιλακόλουθοι, ενάρετοι.
  • Σήμερα, λίαν πρωί, είχα δύο κρούσματα μου ’πε. Ήλθε ένας μεσόκοπος να γίνει υποτακτικός μου. Τον ρώτησα αν έχει οικογένεια. Έχει δυο παιδιά στο Δημοτικό, μου ’πε. Του λέω: Θα τελειώσουν το Δημοτικό, το Γυμνάσιο, το Λύκειο, το Πανεπιστήμιο, θα τα παντρέψεις και μετά θα έλθεις να σου πω πού θα μονάσεις, γιατί εγώ δεν βαστώ μοναχούς. Έτσι κάνουμε παιδιά και τα παρατάμε και πάμε για μοναχοί;…
Η δεύτερη περίπτωση χειρότερη της πρώτης. Ήλθε ένας άλλος και μου λέει: Γέροντα, βρήκα μια γυναίκα πιο πνευματική της γυναίκας μου και ήλθα να πάρω την ευλογία σου… Παλάβωσε ο κόσμος. Πήρα τα βουνά. Ήλθα να δω τι κάνεις.
Δεν κάθισε πολύ. Χάρηκα πολύ. Μετέφερε ευλογία, χαρά, ειρήνη.
Όπως τότε στη Σιμωνόπετρα, όπου έμεινε δυο μέρες και δυο νύχτες δίπλα απ’ το κελλί μου και μου δώρισε το πλεχτό σκουφάκι του, μόλις που πήγαινα να του το ζητήσω για ευλογία… Τη δεύτερη νύχτα συνταράχθηκε το κελλί από μια απρόσμενη επίσκεψη. Ήλθε μέσα στη νύχτα να κτυπήσει τη θύρα μου, να μου ζητήσει τάχα την ώρα, να με ρωτήσει σε πόση ώρα αρχίζει η ακολουθία, να με γαληνέψει.
Το πρωί μού εξήγησε. Το ταγκαλάκι δεν κοιμόταν. Πάντα θα θυμάμαι τη σύναξη, όπου μας μίλησε για γεροντάκια του Θεού, θεατές του ακτίστου φωτός, μοναχές χαρισματούχες, αγώνες μακρούς, δάκρυα και αγρυπνίες, εικόνες, άγια λείψανα και θαύματα. Κανείς δεν έφθασε στον Θεό άκοπα, όπως λέει και ο αββάς Ισαάκ. Πρέπει ν’ απομακρύνουμε το κοσμικό πνεύμα από τον μοναχισμό. Ο ιδρώτας είναι το λουτρό και το μύρο του μοναχού…
Η προσευχή είναι το κύριο έργο του μοναχού, ανώτερη και από την ιεραποστολή και τη φιλανθρωπία. Η προσευχή χαρίζει αιώνια ανάπαυση στις ψυχές των κεκοιμημένων. Πιο πολύ να προσευχόμαστε για τους αγαπητούς κεκοιμημένους αδελφούς μας, αδελφοί μου. Αιωνία η μνήμη αυτών. Εις μνημόσυνον αιώνιον έσται δίκαιος, αλληλούια.
Από το βιβλίο «Αγιορείτικο Μεσονυκτικό»

Το σημαντικότερο κείμενο – παρακαταθήκη του Αγίου Παϊσίου «Υπέρ του γένους και της Πατρίδος»


Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος παισιος ελλαδα
“Ο Γέροντας, ξεριζωμένος από την βρεφική του ηλικία, και έχοντας ζήσει τη φρίκη του πολέμου και της Κατοχής, γνώριζε από την πείρα του ότι το να «διάγωμεν ήρεμον και ησύχιον βίον» είναι μεγάλη ευλογία.
Αγαπούσε τη Πατρίδα και έλεγε: «Και η Πατρίδα είναι μία μεγάλη οικογένεια». Δεν επεδίωκε το εθνικό μεγαλείο, τη δόξα και την ισχύ με την κοσμική έννοια, αλλά την ειρήνη, τη πνευματική άνοδο και την ηθική ζωή των πολιτών, για να μας βοηθά και ο Θεός. Ούτε επιζητούσε την ασφάλεια για ν’ απολαμβάνουν οι άνθρωποι τις ανέσεις τους.
Σε κάποιο Έλληνα θερμό πατριώτη που ζούσε στην Αμερική και προσπαθούσε να προβάλλει την Ελλάδα, συνέστησε ν’ αγωνιστεί για ν’ αγιάσει και ύστερα να προβάλλει σωστά και πνευματικά και την Ελλάδα.
Όπως οι Προφήτες του Ισραήλ συμμετείχαν στη ζωή του έθνους ενεργά με τον τρόπο τους, προσεύχονταν, θρηνούσαν, έλεγχαν βασιλείς, κήρυτταν μετάνοια και προφήτευαν για τα επερχόμενα δεινά, το ίδιο και ο Γέροντας δεν ήταν αδιάφορος και απαθής στα θέματα της Πατρίδας. Ο προφήτης δεν ήταν εθνικιστής που έλεγε: «Δια Σιών ου σιωπήσομαι». Το ίδιο και η στάση του Γέροντα ήταν καθαρά πνευματική.
Ενώ ζούσε έκτος κόσμου, αγωνίσθηκε όσο λίγοι για το καλό της Πατρίδας. Αξιοθαύμαστη ήταν η δραστηριότητα και η προσφορά του στα εξωτερικά εθνικά θέματα μας. Μιλούσε εναντίον των ανθελληνικών ρευμάτων, των πλαστογράφων της ιστορικής αληθείας, και κυρίως εναντίον των αδίκων εδαφικών διεκδικήσεων σε βάρος της Ελλάδας, των Σκοπιανών «πανσλαυϊστών», Αλβανών, Τούρ­κων κ.ά. Έλεγε: «Ο ένας θέλει τη Θεσσαλονίκη, ο άλλος θέλει να φθάσει μέχρι τη Λάρισα, ο άλλος θέλει το Αιγαίο. Μα τέλος πάντων δεν υπήρχε ποτέ Ελλάδα;».
Επεσήμανε τους εθνικούς κινδύνους, πριν ακόμη φανούν. Βοήθησε πολλούς να δουν ξεκάθαρα τις ξένες προπαγάνδες σε βάρος της Πατρίδας, και όσοι είχαν θέσεις και ευαισθησία έλαβαν τα ανάλογα μέτρα.
Σχετικά με το Μακεδονικό, αναφέρει ανώτατος αξιωματικός: «Εγώ ήμουν μέσα στα πράγματα και δεν είχα πάρει είδηση. Ο Γέροντας μου άνοιξε τα μάτια. Στην αρχή παραξενευόμουν και έλεγα: Τί είναι αυτά που λέει ο Γέροντας και από πού τα ξέρει; Έπειτα κατάλαβα». Ο Γέροντας ήδη από το 1977, όταν πήγε στην Αυστραλία, ανέφερε το Μακεδονικό θέμα. Αυτά κάποιοι «ειδικοί» τα θεώρησαν «ανεύθυνες φανατικές κινδυνολογίες».
Υπερασπιζόμενος την ελληνικότητα της Μακεδονίας, ανήρτησε στο αρχονταρίκι του το κείμενο του προφήτη Δανιήλ, που αναφέρεται στο βασιλέα των Ελλήνων Αλέξανδρο, και δίπλα του μία μεγάλη χάρτινη εικόνα ενός Αγγέλου από Σερβικό Μοναστήρι, να δείχνει το κείμενο.
Παρομοίαζε το κράτος των Σκοπίων με οικοδόμημα που είναι κτισμένο με τούβλα και με φαρσαλινούς χαλβάδες, που είναι κομμένοι σε σχήμα τούβλων, και που φυσικό είναι κάποτε να κατάρρευση.
Το βιβλίο του πρώην υπουργού Βορείου Ελλάδος κ. Νικολάου Μάρτη «Η πλαστογράφηση της Μακεδονίας», όταν το διάβασε, τον ενθουσίασε. «Δόξα τω Θεώ», είπε, «υπάρχουν και πατριώτες». Πήρε πολλά βιβλία και τα μοίραζε ευλογία. Έγραψε και ένα επαινετικό ποιηματάκι, το οποίο ο κ. Μάρτης συμπεριέλαβε σε νέα έκδοση του βιβλίου του.
Για την Τουρκία διεκήρυσσε με βεβαιότητα: «θα διαλυθεί,οι Κούρδοι θα κάνουν κράτος και οι μεγάλες δυνάμεις θα μας δώσουν την Πόλη. Όχι επειδή μας αγαπούν αλλά γιατί θα οικονομήσει ο Θεός τα πράγματα έτσι, ώστε το συμφέρον τους θα είναι να την έχουμε εμείς. Θα λειτουργήσουν οι πνευματικοί νόμοι. Οι Τούρκοι έχουν να πληρώσουν πολλά, απ’ αυτά που έχουν κάνει. Αυτό το Έθνος θα καταστραφεί, διότι δεν προήλθε με την ευλογία του Θεού. Τα κόλλυβα τους τα’ χουν στο ζωνάρι τους (δηλαδή πλησίασε το τέλος τους).
Ο άγιος Αρσένιος έλεγε πριν από την Ανταλλαγή: «Την Πατρίδα μας θα την χάσουμε, αλλά πάλι θα την βρούμε».
Ρωτήθηκε ο Γέροντας, πότε θα ελευθερωθεί η Κύπρος, και απάντησε: «Η Κύπρος θα ελευθερωθεί, όταν μετανοήσουν οι Κύπριοι. Να κάνετε πνευματικές βάσεις για να διώξουν τις βάσεις των Τούρκων, των Άγγλων και των Αμερικανών». Έβλεπε δηλαδή το Κυπριακό ως πνευματικό θέμα, όχι ως εθνικό ή πολιτικό, και ότι η λύση του θα προέλθει από την μετάνοια του λαού και την προσευχή.
Βλέποντας τον από Ανατολάς κίνδυνο για την Θράκη, μετέβη στην Κομοτηνή για να στηρίξη εκχριστιανισθέντες Μουσουλμάνους. Ήθελε να παραμείνη μαζί τους για ένα διάστημα για να βοηθήση.
Στα θέματα της Πατρίδος δεν ήθελε οι Χριστιανοί να είναι αδιάφοροι. Πολύ λυπόταν που έβλεπε πνευματικούς ανθρώπους να επιζητούν να βολευθούν οι ίδιοι και να μην ενδιαφέρωνται για την Πατρίδα. Ο καημός του και η απορία του ήταν πως οι υπεύθυνοι δεν αντιλαμβάνονται πού οδηγούμαστε. Ο ίδιος από παλαιά διέβλεπε την σημερινή κατάσταση και ανησυχούσε, αλλά δεν διέσπειρε τις ανησυχίες του στον κόσμο.
Έλεγε: «Από το κακό που επικρατεί σήμερα θα βγει μεγάλο καλό. Βλέπω μια ελιά. Το ένα της κλωνάρι έχει ξεραθεί, το άλλο το τρώγει η κάμπια και θα ξεραθή και αυτό. Αλλά πετιέται ένα άλλο βλαστάρι από κάτω που έχει πολύ θυμό (δύναμη) και αναπτύσσεται γρήγορα».
Λυπόταν για την πνευματική κατάπτωση των πολιτών. Μιλούσε αυστηρά γι’ αυτούς που ψήφιζαν αντιχριστιανικούς νόμους. Λυπήθηκε για την αλλαγή της γλώσσας και είπε: «Η επόμενη γενεά θα φέρει Γερμανούς να μας μάθουν την γλώσσα μας, και τα παιδιά μας θα μας φτύνουν». Έγραφε σε επιστολή του: «Αυτοί που κατάργησαν τα Αρχαία πάλι θα τα ξαναφέρουν».
Δημοσίευσε ένα σύντομο κείμενο υποστηρίζοντας τον αγνότατο πατριώτη και ευλαβέστατο ήρωα Μακρυγιάννη από τις εναντίον του άδικες και ψευδείς κατηγορίες. Πέρα από την αποκατάσταση της αληθείας, υπήρχε τότε, όπως και σήμερα, επιτακτική ανάγκη προβολής ενός ιδανικού προτύπου προς μίμηση για τους πολιτικούς ηγέτες, αλλά και για υποβοήθηση του λαού να αποκτήση ορθά πολιτικά κριτήρια στην επιλογή των κυβερνητών του Έθνους μας.
Κάποιος Πρωθυπουργός, του οποίου κατέκρινε δημοσίως ενέργειες επιζήμιες για το Έθνος και την Εκκλησία, ζήτησε να τον συναντήση στην Σουρωτή. Ο Γέροντας απάντησε: «Ας έρθη, θα του τα ψάλω και μπροστά του». Είχε το ψυχικό σθένος αυτός ο πτωχός καλυβίτης να υψώνη την φωνή του άφοβα μπροστά στους ισχυρούς της ημέρας.
Όταν κάποιος πρόεδρος της Δημοκρατίας επισκέφθηκε το Άγιον Όρος, ο Γέροντας συνέστησε στα μοναστήρια να μην τον δεχθούν, γιατί είχε υπογράψει τον νόμο περί των αμβλώσεων.
Από Υπουργό που θέλησε να βοηθήση γνωστό του Μοναστήρι δεν δέχθηκε τίποτε, γιατί ανήκε σε κόμμα που είχε υπογράψει αντιχριστιανικούς νόμους.
Ο Γέροντας ήταν άνθρωπος της ειρήνης και της ενότητος. Δεν ανήκε σε κανένα κόμμα. Ήταν υπεράνω κομμάτων. Απέρριπτε άθεα πολιτικά κόμματα και πολιτικούς που είχαν σχέση με την Μασωνία, για την αθεΐα τους και την πολεμική τους προς την Εκκλησία. Έλεγε: «Τι να το κάνω το δεξί ή το αριστερό χέρι, αν δεν κάνη σταυρό;», απορρίπτοντας έτσι τούς άθεους πολιτικούς ανεξάρτητα από την πολιτική τους τοποθέτηση. Κάποια κόμματα; γνωρίζοντας την επιρροή του στον λαό, ζήτησαν να τον προσεταιρισθούν χάριν ψηφοθηρίας, αλλά ματαίως.
Τον επισκέπτονταν πολιτικά πρόσωπα, βουλευτές, υπουργοί, γερουσιαστές από τις Η.Π.Α. και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος του έστελνε κάρτες. Από κανέναν όμως δεν ζήτησε τίποτε για τον εαυτό του ή για γνωστά του μοναστήρια. Μόνο ζητούσε να ενεργούν για το καλό της Πατρίδος και της Εκκλησίας.
Ακόμη βοήθησε πολλούς κρατικούς υπαλλήλους με τις συμβουλές του να είναι τίμιοι και ευσυνείδητοι στην εργασία τους. Εκτιμούσε τους καλούς παιδαγωγούς για το ουσιαστικό έργο που προσφέρουν, και τους ευλαβείς στρατιωτικούς, που έχουν ιδανικά.
Πολλούς νέους αναρχικούς τους έπεισε να υπηρετήσουν στρατιώτες.
Γενικώς συμβούλευε όλους να έχουν σεβασμό και αγάπη προς την Πατρίδα, να ενεργούν για το κοινό καλό ευσυνείδητα και να μην παρασύρωνται από το γενικό πνεύμα της αδιαφορίας, της ισοπεδώσεως των πάντων, του βολέματος και της καταχρήσεως.
Κυρίως όμως ο Γέροντας βοήθησε την Πατρίδα αφανώς με την προσευχή του. Αυτό φαίνεται από το τυπικό που αναφέρθηκε, αλλά και από το ποίημα που έστειλε στην μητέρα του. Στο τέλος γράφει ότι γίνεται καλόγηρος για να προσεύχεται «και για όλη την Πολιτεία». Έδινε πρώτος το παράδειγμα και παρακινούσε, λέγοντας: «Να κάνουμε προσευχή ο Θεός να φωτίζη τους υπευθύνους που έχουν θέσεις μεγάλες στην Πολιτεία, γιατί αυτοί μπορούν να κάνουν μεγάλο καλό».
Όταν υπήρχε ένταση στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις, έλεγε: «Πολλά σύννεφα μαζεύτηκαν. Αν μπορέσουμε να τα διώξουμε» (με την προσευχή).
Σε παρόμοια περίπτωση έκανε θεία Λειτουργία στο Καλύβι του. Στους Μακαρισμούς δεν έψαλλε ό,τι προέβλεπε το τυπικό, αλλά από τον κανόνα του οσίου Νικολάου του Κατασκεπηνού, γιατί ήταν κατάλληλο για την περίπτωση αυτή: «Αθέων Αγαρηνών τα βέλη σύντριψον Δέσποινα, και πάσαν επιβουλήν δαιμόνων ματαίωσον, λαόν χριστεπώνυμον σκέπων και φυλάττων, ίνα πόθω σε δοξάζωμεν».
Όταν η Πατρίδα περνούσε περίοδο πολιτικής αστάθειας, λόγω αδυναμίας σχηματισμού κυβερνήσεως, ο Γέροντας πονούσε και ευχόταν πολύ. Την τρίτη φορά που θα γίνονταν εκλογές σε μικρό χρονικό διάστημα συνέβη το εξής, όπως διηγήθηκε: «Ήταν παραμονή εκλογών. Καθόμουν στο ξυλοκρέββατο στο Αρχονταρίκι και έλεγα την ευχή. Ξαφνικά παρουσιάστηκε ο διάβολος με την μορφή του… (ανωτάτου πολιτικού προσώπου της εποχής εκείνης του οποίου κατέκρινε ενέργειες καταστρεπτικές) και με απειλούσε. Αλλά δεν μπορούσε να πλησίαση. Ήταν σαν δεμένος, κάτι τον κρατούσε και σφιγγόταν».
Το ίδιο βράδυ ο Γέροντας παρουσιάσθηκε σ’ έναν έγγαμο ιερέα στον ύπνο του. Του είπε αυστηρά:
«Παπα-… τι κοιμάσαι; Σήκω να κάνης προσευχή, γιατί η Πατρίδα κινδυνεύει».
Την σωτηρία του Έθνους την περίμενε από τον Θεό. Έλεγε: «Αν ο Θεός άφηνε την τύχη του Έθνους στους πολιτικούς θα καταστρεφόμασταν. Αλλά αφήνει λίγο τα πράγματα, για να φανούν οι διαθέσεις του καθενός».
Για τούς πολιτικούς που έκαναν κακό στο Έθνος έλεγε: «Με αναπαυμένη συνείδηση παρακαλώ τον Θεό να τους δίνη μετάνοια και να τους παίρνη, για μην κάνουν μεγαλύτερο κακό, και να αναστήση Μακκαβαίους».
Πίστευε ότι ένας μοναχός μπορεί να βοηθήση ολόκληρο το Έθνος. «Άλλον ο Θεός τον κάνει μοναχό για να βοηθήση μια οικογένεια και άλλον για να βοηθήση ολόκληρο Έθνος. Το Άγιον Όρος πολλά μπορεί να προσφέρη. Μπορεί να δημιουργήση πάλι το Βυζάντιο από το οποίο προήλθε».
από το βιβλίο: «Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου»- Ιερομονάχου ΙΣΑΑΚ

Γιατί η Εξομολόγηση Σώζει; Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου [κείμενο]



- Γέροντα, στα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού οι Χριστιανοί έκαναν δημόσια εξομολόγηση. Βοηθάει αυτό;

- Άλλα τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού και άλλα τώρα. Σήμερα αυτό δεν βοηθάει.

- Γιατί, Γέροντα; Τότε είχαν πιο πολύ ζήλο;

- Και πιο πολύ ζήλο είχαν και δεν είχαν αυτά που έχουν σήμερα οι άνθρωποι. Τώρα βλέπεις, τα ανδρόγυνα χωρίζουν στα καλά καθούμενα, δεν είναι όπως παλιά.

Έχουν απομακρυνθεί οι άνθρωποι από το Μυστήριο της εξομολογήσεως, γι’ αυτό και πνίγονται από τους λογισμούς και τα πάθη. Πόσοι έρχονται και ζητούν να τους βοηθήσω σε κάποιο πρόβλημά τους, και ούτε εξομολογούνται ούτε εκκλησιάζονται! «Εκκλησιάζεσαι καθόλου;», τους ρωτάω. «Όχι», μου λένε. «Εξομολογήθηκες καμιά φορά;».
«Όχι. Ήρθα να με κάνεις καλά».
«Μα πώς; Πρέπει να μετανοήσεις για τα σφάλματά σου, να εξομολογείσαι, να εκκλησιάζεσαι, να κοινωνάς όταν έχεις ευλογία από τον πνευματικό σου, και εγώ θα κάνω προσευχή να γίνεις καλά. Ξεχνάς ότι υπάρχει και άλλη ζωή και πρέπει να ετοιμασθούμε για εκεί;».
«Κοίταξε, πάτερ, αυτά που λες, εκκλησίες, άλλη ζωή κ.λπ., εμένα δεν με απασχολούν. Αυτά είναι παραμύθια. Έχω πάει σε μάγους, σε μέντιουμ και δεν μπόρεσαν να με κάνουν καλά. Έμαθα ότι εσύ μπορείς να με κάνεις καλά».
Άντε τώρα! Τους μιλάς για εξομολόγηση, για την μέλλουσα ζωή, και σου λένε «αυτά είναι παραμύθια», και από την άλλη μεριά: «Βοήθησέ με, παίρνω χάπια».
Εμ πώς, με μαγικό τρόπο θα γίνουν καλά;

Και βλέπεις, πολλοί, ενώ έχουν προβλήματα που τα προκάλεσαν οι αμαρτίες τους, δεν πηγαίνουν στον πνευματικό που μπορεί να τους βοηθήσει θετικά, αλλά καταλήγουν να εξομολογούνται στους ψυχολόγους. Λένε το ιστορικό τους, τους συμβουλεύονται για τα προβλήματά τους και, αν έχουν να περάσουν ένα ποτάμι, τους ρίχνουν μέσα και ή πνίγονται ή βγαίνουν, αλλά πού βγαίνουν… Ενώ, αν πάνε να εξομολογηθούν στον πνευματικό, θα περάσουν στην άλλη όχθη από την γέφυρα άνετα, γιατί με το Μυστήριο της εξομολογήσεως ενεργεί η Χάρις του Θεού και λυτρώνονται.

- Γέροντα, μερικοί λένε: «Δεν βρίσκουμε καλούς πνευματικούς, γι’ αυτό δεν πάμε να εξομολογηθούμε».

- Αυτά είναι δικαιολογίες. Κάθε πνευματικός έχει Θεία εξουσία, εφόσον φοράει πετραχήλι. Τελεί το Μυστήριο, έχει την Θεία Χάρη και, όταν διαβάσει την συγχωρητική ευχή, ο Θεός σβήνει όλες τις αμαρτίες τις οποίες εξομολογηθήκαμε με ειλικρινή μετάνοια. Από μας εξαρτάται πόσο θα βοηθηθούμε από το Μυστήριο της εξομολογήσεως. Ήρθε εκεί στο καλύβι μια φορά κάποιος που είχε ψυχολογικά προβλήματα, με τον λογισμό ότι έχω διορατικό χάρισμα και θα μπορούσα να τον βοηθήσω.
«Τι προβλέπεις, μου λέει, για μένα;».
«Να βρεις, του λέω, έναν πνευματικό να εξομολογείσαι, για να κοιμάσαι σαν το πουλάκι και να μην παίρνεις χάπια».
«Δεν υπάρχουν, μου λέει, σήμερα καλοί πνευματικοί. Παλιά υπήρχαν».
Έρχονται με καλό λογισμό, ότι θα βοηθηθούν, αλλά δεν δέχονται αυτό που τους λες, και κρίμα στα ναύλα.

Βλέπω όμως και μια καινούργια τέχνη του διαβόλου. Βάζει στους ανθρώπους τον λογισμό ότι, αν κάνουν κάποιο τάμα και το εκπληρώσουν, αν πάνε και κανένα προσκύνημα, είναι εντάξει πνευματικά. Και βλέπεις πολλούς να πηγαίνουν με λαμπάδες και με τάματα στα μοναστήρια, στα προσκυνήματα, να τα κρεμάνε εκεί, να κάνουν και μεγάλους σταυρούς, να κλαίνε και λιγάκι, και να αρκούνται σ’ αυτά. Δεν μετανοούν, δεν εξομολογούνται, δεν διορθώνονται, και χαίρεται το ταγκαλάκι (ο διάβολος).

- Γέροντα, ένας άνθρωπος που δεν εξομολογείται μπορεί να είναι εσωτερικά αναπαυμένος;

- Πώς να είναι αναπαυμένος; Για να νιώσει κανείς ανάπαυση, πρέπει να πετάξει τα μπάζα από μέσα του. Αυτό θα γίνει με την εξομολόγηση. Ανοίγοντας ο άνθρωπος την καρδιά του στον πνευματικό και λέγοντας τα σφάλματά του, ταπεινώνεται, και έτσι ανοίγει την πύλη του Ουρανού, έρχεται πλούσια η Χάρις του Θεού και ελευθερώνεται.

Πριν από την εξομολόγηση στην κορυφή του υπάρχει ομίχλη, βλέπει θαμπά και δικαιολογεί τα σφάλματά του. Γιατί, όταν ο νους του είναι σκοτισμένος από τις αμαρτίες, δεν βλέπει καθαρά. Με την εξομολόγηση κάνει μια «φούουου», φεύγει η ομίχλη και καθαρίζει ο ορίζοντας. Γι’ αυτό, όσους έρχονται να συζητήσουμε ένα θέμα ή να μου ζητήσουν μια συμβουλή κ.λπ., αν δεν έχουν εξομολογηθεί ποτέ, τους στέλνω πρώτα να εξομολογηθούν και μετά να έρθουν να μιλήσουμε.
Μερικοί μου λένε: «Γέροντα, αφού εσύ μπορείς να καταλάβεις τι πρέπει να κάνω γι’ αυτό το θέμα, πες μου».
«Και να καταλάβω εγώ τι πρέπει να κάνεις, τους λέω, δεν θα καταλάβεις εσύ τι θα σου πω. Γι’ αυτό πήγαινε πρώτα να εξομολογηθείς και ύστερα έλα να συζητήσουμε».
Γιατί, πώς να επικοινωνήσεις και να συνεννοηθείς με έναν άνθρωπο, όταν βρίσκεται σε άλλη συχνότητα;

Με την εξομολόγηση πετάει ο άνθρωπος από μέσα του ό,τι άχρηστο έχει και καρποφορεί πνευματικά. Μια μέρα έσκαβα τον κήπο μου, για να φυτέψω λίγες ντοματιές. Εκείνη την ώρα ήρθε κάποιος και μου λέει: «Τι κάνεις, Γέροντα;».
«Τι να κάνω; του λέω, εξομολογώ τον κήπο μου».
«Καλά, Γέροντα, μου λέει, χρειάζεται και ο κήπος εξομολόγηση;».
«Ασφαλώς χρειάζεται. Έχω διαπιστώσει πως, όταν τον εξομολογώ, βγάζω δηλαδή έξω πέτρες, αγριάδες, αγκάθια κ.λπ., τότε βγάζει επίσημα κηπευτικά, αλλιώς οι ντομάτες γίνονται κιτρινιάρικες, καχεκτικές!»…
- Γέροντα, όταν στον αγώνα μου έχω πτώσεις, πανικοβάλλομαι.

- Μη φοβάσαι. Αγώνας είναι και θα έχουμε και τραύματα. Με την εξομολόγηση αυτά θεραπεύονται. Βλέπεις, οι στρατιώτες στον πόλεμο, όταν τραυματίζονται επάνω στην μάχη, τρέχουν αμέσως στον γιατρό, δένουν το τραύμα τους και συνεχίζουν να πολεμούν φιλότιμα. Εν τω μεταξύ αποκτούν και πείρα από τον τραυματισμό και προφυλάγονται καλύτερα, ώστε να μην ξανατραυματισθούν.
Έτσι και εμείς, όταν τραυματιζόμαστε πάνω στον αγώνα μας, δεν πρέπει να δειλιάζουμε, αλλά να τρέχουμε στον γιατρό – στον πνευματικό –, να του δείχνουμε το τραύμα μας, να θεραπευόμαστε πνευματικά, και πάλι να συνεχίζουμε «τον καλόν αγώνα». Κακό είναι, όταν δεν ψάχνουμε να βρούμε τους φοβερούς εχθρούς της ψυχής, τα πάθη, και δεν αγωνιζόμαστε για να τους εξοντώσουμε.

- Γέροντα, μερικοί από φιλότιμο δεν πάνε να εξομολογηθούν. «Αφού μπορεί να ξανακάνω το ίδιο σφάλμα, λένε, για ποιο λόγο να πάω να το εξομολογηθώ; για να κοροϊδεύω τον παπά;».

- Αυτό δεν είναι σωστό! Είναι σαν να λέει ένας στρατιώτης, όταν τραυματίζεται: «Αφού ο πόλεμος δεν τέλειωσε και μπορεί πάλι να τραυματισθώ, γιατί να δέσω το τραύμα μου;». Αλλά, αν δεν το δέσει, θα πάθει αιμορραγία και θα πεθάνει. Μπορεί από φιλότιμο να μην πηγαίνουν να εξομολογηθούν, τελικά όμως αχρηστεύονται. Ο διάβολος, βλέπεις, εκμεταλλεύεται και τα χαρίσματα (π.χ. το φιλότιμο). Αν δεν καθαρίζουμε με την εξομολόγηση την ψυχή μας, όταν πέφτουμε και λερωνόμαστε, σκεπτόμενοι ότι πάλι θα πέσουμε και θα λερωθούμε, προσθέτουμε λάσπες πάνω στις παλιές λάσπες και είναι δύσκολο μετά να καθαρίσουν.


Από το βιβλίο: «Βίος του γέροντος Παΐσίου Αγιορείτου με νουθεσίες, παραβολές και διδάγματα», Τόμος Β΄

Ιερά διδάγματα του Αγίου Παϊσίου που φωτίζουν το δρόμο μας και γαληνεύουν την ψυχή


  • Ιερά διδάγματα του Αγίου Παϊσίου που φωτίζουν το δρόμο μας και γαληνεύουν την ψυχή
Στις 12 Ιουλίου 1994 εκοιμήθη ο εκ Καππαδοκίας άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης (κατά κόσμον Αρσένιος Εζνεπίδης), και στις 12 Ιουλίου κάθε χρόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του. Αντί μνημοσύνου, το pontos-news.gr επέλεξε να παρουσιάσει ψήγματα του λόγου του όπως δημοσιεύονται στο έργο του συνταγματάρχη Δημήτριου Καραΐσκου Γέρων Παΐσιος ο Αγιορείτης (1924-1994) – Ο ασυρματιστής του στρατού και του Θεού (το οποίο βασίστηκε στο βιβλίο του Ιερομόναχου Ισαάκ Βίος Γέροντος Παϊσίου):
Όπως έχω καταλάβει, όλο το κακό προέρχεται από την απιστία. Όταν ο άνθρωπος δεν πιστεύει στον Θεό, θέλει να γλεντήσει τη ζωή του. Γι’ αυτό και επιδίδεται σε κάθε είδους αμαρτία.
 Ο άνθρωπος πρέπει να συλλάβει το βαθύτερο νόημα της ζωής, ότι αυτή η ζωή είναι να ετοιμαστούμε για την άλλη. Από κει και πέρα, όπως ένας που ταξιδεύει να πάει κάπου χρειάζεται έναν οδηγό, έτσι και για το ουράνιο ταξίδι πρέπει να βρει έναν οδηγό [πνευματικό]. Μετά, να τον βάλει σε ένα πρόγραμμα, λίγη μελέτη, λίγη προσευχή, να αποφεύγει τις αφορμές της αμαρτίας, και το κοσμικό φρόνημα που είναι το χειρότερο απ’ όλα. Οπότε έτσι η καρδιά του θα είναι στον Χριστό.
 Πρέπει να αγωνιστούμε με φιλότιμο να σωθούμε, για να μη λυπήσουμε τον Χριστό. Θα μας πει ο Χριστός: «Παιδί μου εγώ έκανα τόσα για να σε σώσω. Έχυσα το αίμα μου και υπέμεινα τόσα πάθη, εσύ τι έκανες για να σωθείς»;
 Ο κάθε άνθρωπος πρέπει να βρει και να αγιάσει την κλίση του. Ο προκομμένος άνθρωπος, όπου και να βρεθεί, είτε στο γάμο, είτε στο μοναχισμό, θα είναι επιτυχημένος.
 Να προτιμούμε τις θλίψεις και να τις δεχόμαστε καλύτερα από τις χαρές. Το πικρό φάρμακο πολλές φορές είναι καλύτερο από το γλυκό, διότι θεραπεύει. Η πραγματική χαρά γεννιέται από τον πόνο.
 Εκείνο που εμποδίζει τον άνθρωπο στην προκοπή του στα πνευματικά είναι ότι δεν δουλεύει το μυαλό του σε ό,τι τον ωφελεί πνευματικά αλλά σε άλλα πράγματα.
 Πρέπει να μπει μέσα μας ο πόνος για την σύγχρονη κατάσταση για να μπορέσουμε να κάνουμε καρδιακή προσευχή.
 Σήμερα ήρθε η εποχή να διαχωριστούν τα πρόβατα από τα ερίφια, οι πιστοί από τους απίστους. Αργότερα θα ’ρθει καιρός που θα δώσουμε εξετάσεις, θα υποστούμε και διωγμούς για την πίστη μας, και τότε θα φανεί το μπακίρι από το χρυσό.
 Όταν κάποιος στενοχωρείται γιατί υποφέρει για τους άλλους, πονά τους άλλους, κάνει τα δικά τους προβλήματα δικά του, τότε αυτός έχει μισθό μάρτυρος. Οι άνθρωποι που θυσιάζουν τα πάντα πόσο χαριτωμένοι είναι! Ούτε προβλήματα έχουν και λάμπει το πρόσωπό τους γιατί έχουν τη θεϊκή χαρά συνέχεια.
 Όλη η βάση της πνευματικής ζωής είναι να σκέφτεται τον άλλον και τον εαυτό του να τον βάζει τελευταίο, να μην τον υπολογίζει. Όταν έρθουμε στην θέση του άλλου και τον καταλάβουμε, τότε συγγενεύουμε με τον Χριστό.
 Η χάρις του Θεού είναι ακριβό πράγμα. Για να ’ρθει να κατοικήσει μέσα στον άνθρωπο, πρέπει να βρει τον άνθρωπο να συμφωνεί κατά Πνεύμα με τον Θεό και ο άνθρωπος να εξασκήσει [εξαντλήσει] όλο το ανθρώπινο. Ενώ εμείς θέλομε να έλθει η θεία χάρις για να μας απαλλάξει από τις αδυναμίες, χωρίς αγώνα. Για να κατοικήσει στον άνθρωπο το Άγιο Πνεύμα χρειάζεται πολλή αυταπάρνηση, πολύ φιλότιμο, ταπείνωση, αρχοντιά, θυσία. Η πνευματική ζωή δεν είναι απόλαυση. Ο Χριστός έχει τοποθετήσει την πρίζα, αλλά τα δικά μας καλώδια είναι σκουριασμένα και δεν δέχονται την θεία χάρι. Να ξεσκουριάσουμε τα καλώδια, ν’ αγωνιστούμε να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, να κόψουμε τα πάθη μας, να αποκτήσουμε τις αρετές και έτσι θα μας επισκεφθεί η χάρις του Θεού.

Ο Δεκάλογος: Ένα άγνωστο κείμενο του Οσίου Παϊσίου Γιώργος Αγέτης


Τέλη Αυγούστου του 1998. Αγιονόρος, Καρυές, μεσημέρι. Μου λέει ξαφνικά ο λογισμός να πάω στα Κατουνάκια στον Άγιο Υπάτιο[1]. Έκανα έντονη ευχή και ο λογισμός επέμενε καθαρός. Πήρα το σακίδιο και έφυγα. Σταυρός, Καστανάρα, Αντίθωνας, Χωραφίνα. Περπατούσα αργά, για να είμαι το πρωΐ στα Κατουνάκια. Κατέβηκα στον Άγιο Παύλο, Νέα Σκήτη, Αγία Άννα, Μικρή Αγία Άννα, Κατουνάκια, Άγιος Υπάτιος ψηλά το πρωΐ. Πήγα παράμερα στα βράχια όπου καθόμουν κάθε που περνούσα, και συλλογιζόμουν τον λόγο του ερχομού μου. Σηκώθηκα απότομα και μπήκα στο κελλάκι στον διάδρομο. Στο δεύτερο βήμα κάτι συνέβη και σταμάτησα και στράφηκα αριστερά και βλέπω στον σοβά με κάρβουνο γραμμένο το παρακάτω κείμενο με κεφαλαία, ακριβώς στη διάταξη που το παραθέτω.
10logospai
«Η αναζήτηση της τελειότητας του πνεύματος είναι η μόνη πράξη που δικαιώνει το ανθρώπινο γένος.
Αστόχαστε διαβάτη που δεν γνωρίζεις
Συλλογίσου συνέχεια
Εχθρός είναι
Ο εγωϊσμός
Το βόλεμα
Το τυπικό χωρίς ουσία
Η στενοκεφαλιά
Το παραδεκτό
Το πρόγραμμα
Η καταπίεση
Η ατολμία
Ο φόβος
Ο θάνατος
Το έγραψα αμέσως στο τεφτέρι μου και με ένα ξύλο έσβησα τα γράμματα στον σοβά, ο οποίος ήταν σαν σκόνη από την υγρασία.
Γνωρίζω ότι το κείμενο είναι του ΓεροΠαΐσιου
[1] Στο κελλί του Αγίου Υπατίου είχε διαμείνει και ασκητεύσει ο Άγιος Παΐσιος κατά το έτος 1966.

Τετάρτη 21 Αυγούστου 2019

ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ: ΕΜΕΙΣ Μ’ ΕΝΑ ΠΑΞΙΜΑΔΙ ΠΑΜΕ ΣΤΟΝ ΘΕΟ!


Διάλογος του Αγίου Γέροντος με Αμερικανό επιστήμονα 

«Τί κατόρθωμα κάνατε σαν έθνος μεγάλο που είστε;»
– «Πήγαμε στο φεγγάρι», μου απάντησε.
– «Πόσο μακρυά είναι» τον ρωτάω;
– Ας πούμε, μισό εκατομμύριο χιλιόμετρα», μου λέει.
– Πόσα εκατομμύρια ξοδέψατε, για να πάτε στο φεγγάρι;
– «Από το 1950 μέχρι τώρα, μου λέει, έχουμε ξοδέψει ποταμούς δολλαρίων».
– Στο Θεό πήγατε; τον ρωτάω.
– Πόσο μακρυά είναι ο Θεός;
– Ο Θεός, μου λέει, είναι πολύ μακρυά.
–  Εμείς όμως, του λέω, μ’ ένα παξιμάδι πάμε στον Θεό!
Από το Βιβλίο: «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Α'.

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2019

Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης. Ο θαυμαστός προφήτης του Γένους μας*Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου


Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης. Ο θαυμαστός προφήτης του Γένους μας
Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου
Όταν το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο διακήρυξε την αγιότητα του οσίου Παϊσίου του Αγιορείτη και τον ενέταξε στο Αγιολόγιο της καθ᾽ ημάς Ορθοδόξου Εκκλησίας, έγραψα τα εξής: «Τον άγιο Παΐσιο τον γνώρισα το 1982, όταν ήμουν φοιτητής Νομικής. Ήταν ο άνθρωπος, που περίμενε ν’ ακούσει κάτι το πονεμένο, για να έχει καρδιακή προσευχή, κι ήταν πάντοτε εν αναμονή στο ακουστικό, για να αφουγκραστεί τον πόνο του σύγχρονου κόσμου.
Ήταν ένας ασκητής για τον κόσμο. Του άνοιγες την καρδιά σου, και σου άνοιγε τον νου. Πραγματικά, δεν νομίζω να υπήρξε στις μέρες μας άλλος Γέροντας, που να είδε, να μίλησε με τόσο πολύ κόσμο. Κι αυτός ο άνθρωπος, παρόλο που γεννήθηκε ασκητής, τελικά κατέληξε να είναι η μεγάλη μάνα όλων των πονεμένων ανθρώπων. ‘‘Φως Χριστού έφαινε πάσι’’, δια του Γέροντος Παϊσίου.
Επέμενε, να μην πάω στο Άγιον Όρος για μοναχός. ‘‘Στην Κύπρο να πάς’’, μου είπε. ‘‘Να κάνετε βάσεις πνευματικές, κι αυτές οι βάσεις θα διώξουν τις βάσεις’’. Όταν του είπα, ότι δεν κατάλαβα το τελευταίο, μου είπε χαριτολογώντας: ‘‘ Αμερικανάκι είσαι και δεν καταλαβαίνεις; Ελληνικά μιλώ! Το πρόβλημα της Κύπρου είναι πνευματικό. Τώρα εφαρμόζεται ο πνευματικός νόμος. Όταν φτιάξετε μοναστήρια (σε κάποιους άλλους είπε· όταν φτιάξετε Σταυροβούνια, τις ενορίες τις δικές σας, οικογένειες ορθόδοξες), τότε οι βάσεις της αμαρτίας και της κατοχής θα εξαφανιστούν!’’ Με έβγαλε έξω στην αυλή του κελλιού του και σχημάτισε στο χώμα ένα μεγάλο ορθογώνιο σχήμα. Το μοίρασε σε δύο τετράγωνα και μου είπε: ‘‘Θα έρθει καιρός, που εσύ θα φτιάξεις μοναστήρια. Δύο αυλές να κάνεις τότε σ᾽ αυτά! Μία για τους λαϊκούς και μία δεύτερη μόνο για μοναχούς η για μοναχές.’’ Πρόρρηση, η οποία πραγματοποιήθηκε!»
Για μένα, ο άγιος Παΐσιος είναι ο Καππαδόκης που έγινε Αγιορείτης λόγω προσφυγιάς, και τώρα πια κατέστη άγιος οικουμενικός διδάσκαλος της Ορθοδοξίας, εξαιρέτως του μοναχικού και του έγγαμου βίου, καθώς και θαυμαστός προφήτης του Γένους μας, ο οποίος, με τον διδακτικό και προφητικό του λόγο δοκιμάζει την πίστη και την απιστία πολλών! Και, λυπάμαι που λέω αυτό το τελευταίο, διότι στις μέρες μας υπάρχουν άνθρωποι που αμφισβητούν το προφητικό χάρισμα στους αγίους και ξεχνούν τον λόγο του Κυρίου, «ο δεχόμενος προφήτην εις όνομα προφήτου μισθόν προφήτου λήψεται» (Ματθ. 10, 41). Σ᾽ αυτούς που αναρωτιούνται κατά πόσο σήμερα υπάρχουν προφήτες, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς απαντά εύστοχα: «Προφήτες είναι όλοι οι θεωμένοι και θεόπτες άγιοι, αυτοί που βλέπουν τη Βασιλεία του Θεού και τη δεύτερη έλευση του Χριστού με όλη Του τη δόξα και καθοδηγούν τον λαό προς την κατεύθυνση αυτή.» Με άλλες λέξεις, οι άγιοι μας υπενθυμίζουν ότι είμαστε μέλη της μίας αγίας καθολικής και αποστολικής του Χριστού Εκκλησίας, που δεν εθελοτυφλεί και δεν αδιαφορεί για το ποίμνιό της, αφήνοντάς το απροστάτευτο, ανημέρωτο και ονειροπόλο! Αλλά, κατά την εντολή του Θεού που θέλει ο άνθρωπος να γίνει άγιος –«έσεσθε άγιοι, ότι άγιος εγώ Κύριος ο Θεός υμών» (Λευϊτ. 20, 7, 26)– η Εκκλησία σώζει τον άνθρωπο δια της μυστηριακής και αγιαστικής ζωής της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, δια της κοινωνίας του ζωοποιού Σώματος και Αίματος του Χριστού και δια των πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου και όλων των αγίων, εισάγοντάς στην αιώνια ζωή, στη Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και διδάσκοντάς τον να προσδοκεί ανάσταση νεκρών και ζωή του μέλλοντος αιώνος, όπως λέμε κάθε φορά που διαβάζουμε το ‘‘Πιστεύω’’. Κι αυτή πρέπει να είναι η κατεξοχήν επιθυμία του χριστιανού, η αιώνια ζωή κοντά στον Κύριο· εκτός κι αν δεν επιθυμούμε και δεν θέλουμε την αιώνια ζωή, αλλά ένα προσωρινό εκκοσμικευμένο υλικό τρόπο ζωής, αυτό του ‘‘φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν’’ (Ησ. 22, 13), που οδηγεί στον αιώνιο πνευματικό θάνατο, δηλαδή στον αιώνιο χωρισμό από τον Θεό.
Ακόμη, ο άγιος Παΐσιος υπήρξε ένας άνθρωπος δικός μας, της Ανατολής. Βεβαίως Ρωμηοί είμαστε όλοι. Και οι Μικρασιάτες και οι Κρητικοί και οι Κύπριοι και οι Μακεδόνες και οι Πελοποννήσιοι. Αλλά αυτός ήταν Ανατολίτης! Ούτε καν Ανατολικός δεν ήταν. Ανατολίτης ήταν, όπως και ο Γέρων Ιάκωβος της Εύβοιας. Αμφότεροι κατήγοντο από τη Μικρά Ασία, αλλά από δύο διαφορετικές περιοχές, και είχαν ζήσει στα παιδικά τους χρόνια την προσφυγιά. Κι όποιος είναι πρόσφυγας, καταλαβαίνει καλύτερα τον Γέροντα Παΐσιο, όπως και τον Γέροντα Ιάκωβο. Ζούμε σε μια εποχή μεγάλης εκκοσμίκευσης, οπόταν Ελλαδίτες και Κύπριοι προσπαθούμε άκριτα να γίνουμε όλο και πιο Δυτικοί, και, παράλληλα, πολιτικοί, ΜΜΕ, Υπουργεία Παιδείας και θρησκευτικές οργανώσεις αγωνίζονται να μας πουν ότι ανήκουμε στη Δύση. Κι αυτό, η ευκολία που μας προσφέρει η σύγχρονη τεχνολογία εν πολλοίς το έχει κατορθώσει. Αλλά, οι Γέροντες αυτοί μας υπενθυμίζουν τη γεωγραφία της ψυχής μας, την καθ᾽ ημάς Ανατολή! Μας λένε να υπάρχουμε με την καρδιά αγιάζοντας τον νου και να μην ταυτίζουμε τον νου με τη λογική και την καρδιά με το συναίσθημα! Να πεθαίνουμε, βλέποντας κατ᾽ Ανατολάς.
Αυτό, το οποίο καθόρισε τον όλο χαρακτήρα του οσίου Παϊσίου από τα πρώτα του χρόνια, ήταν η προσφυγική του ιδιότητα. Γι’ αυτό και μια μεγάλη έγνοια του μέχρι την οσιακή κοίμησή του ήταν οι αλύτρωτες πατρίδες του Ελληνισμού. Αυτή την ιδιαίτερη πτυχή του χαρακτήρα του, ένεκα της οποίας έδειχνε μια ξεχωριστή αγάπη στους πρόσφυγες, από όπου και αν προέρχονταν αυτοί, είτε ήταν πρόσφυγες της Β. Ηπείρου, είτε πρόσφυγες της Κύπρου, είτε της Κωνσταντινουπόλεως, είτε της Μικράς Ασίας, την έζησαν πολλοί Κύπριοι, που όταν του έλεγαν, ‘‘Γέροντα, από την Κύπρο είμαστε. Είμαστε και πρόσφυγες!’’, αμέσως έβγαινε από το κελλί του για να τους συναντήσει. Δηλαδή, το κλειδί του Γέροντος Παΐσιου ήταν να του πεις, είμαι πρόσφυγας. Και αμέσως σου άνοιγε, όχι μονάχα το κελλί του, αλλά και την καρδιά του. Τον ολάνθιστο μπαξέ της Χάρης, που είχε μέσα η καρδιά του.
Ο όσιος Παΐσιος ήταν ένας άνθρωπος, ο οποίος αισθανόσουν ότι ήταν σύγχρονος –κι ας ήταν ένας ασκητής τόσο λιτός και τόσο αυστηρός–, γιατί είχε την καλή ανησυχία. Παρακολουθούσε ακόμη και το πολιτικό γίγνεσθαι· ήξερε και τον τελευταίο υπουργό και τα τεκταινόμενα, και μπορούσε να σου πει τι θα γίνει στον κόσμο μας μετά από δεκαετίες ολόκληρες. Και μου προξένησε εντύπωση, που άκουσα και μερικούς αρχιερείς τελευταία, μετά που έγινε η επίσημη ένταξη του Γέροντος Παϊσίου στο Αγιολόγιο, που αμφέβαλλαν για το προφητικό του χάρισμα και θεωρούσαν υπερβολή των επισκεπτών τις προφητείες του, που αυτοί κατέγραψαν και διέσωσαν. Αλλ᾽ όχι! Δεν είναι καθόλου υπερβολή. Κι ακόμη, είναι και λίγα, όσα έχουν σχετικά γραφτεί. Ο Γέροντας μιλούσε με ένταση γι’ αυτά τα πράγματα, γιατί τα ζούσε με ένταση. Έβλεπε τα μέλλοντα ως παρόντα. Ήταν άνθρωπος, ο οποίος έβλεπε την ιστορία, η οποία ακόμα δεν πραγματοποιήθηκε στους δικούς μας οφθαλμούς. Γιατί όμως αυτός έβλεπε αυτά τα πράγματα; Γιατί αυτός μιλούσε για τα επερχόμενα με τόση σαφήνεια και βεβαιότητα; Νομίζω –αυτό είναι βεβαίως προσωπική μου ερμηνεία, μπορεί να έχω λάθος–, ο λόγος ήταν το ότι είχε προσφυγική την καταγωγή. Ζούσε πιο έντονα τον πόθο της ελευθερίας των σκλαβωμένων μας πατρίδων. Φαίνεται ότι ο Θεός, ο οποίος είναι η άκρα ταπείνωσις, υπηρετεί και δίδει στον κάθε άγιο αυτό, που περισσότερο ποθεί, που είναι ο βαθύτερός του πόθος. Κι ο βαθύτερος πόθος του αγίου Παϊσίου ήταν πότε θα ελευθερωθεί η Πόλις, η πατρίδα του Καππαδοκία, η Μικρασία, η Κύπρος. Και είναι, όπως φαίνεται, γι᾽ αυτό, που του εδόθη άνωθεν η χάρη να δει, να προγνωρίσει με ακρίβεια τα μέλλοντα.
Τώρα, σχετικά μ᾽ αυτό το θέμα –το τονίζω, γιατί έχει παρεξηγηθεί–, αυτό που είναι σημαντικό να κρατήσουμε, και ιδιαιτέρως εμείς οι Κύπριοι, που είμεθα παθόντες και μαθόντες, είναι το εξής: Όχι να θέλουμε να μάθουμε πότε και πως θα γίνουν ολ᾽ αυτά τα σπουδαία γεγονότα, που αφορούν βεβαίως και εμάς. Το ζήτημα είναι, πως θα τα διαχειριστούμε. Και μου κάνει εντύπωση, ότι μας προετοιμάζει ο Θεός σιγά σιγά, με ένα δικό του τρόπο, για τα γεγονότα αυτά. Όμως είναι καλά να γνωρίζουμε, ότι ο καλύτερος τρόπος διαχείρισης των γεγονότων που έρχονται και ήδη έχουν αρχίσει –κατά την ταπεινή μου άποψη–, δεν είναι να γεμίσουμε τα ψυγεία μας με υλικά αγαθά, για να μην πεινάσουμε τότε! Κάποτε κι αυτά θα αδειάσουν. Αλλά είναι να έχουμε τότε φώτιση, φώτιση εκ Θεού.
Ένας άνθρωπος, που έχει φώτιση, μπορεί να παίρνει γρήγορες και ορθές αποφάσεις. Να παίρνει βέβαιες αποφάσεις στη δύσκολή του ώρα. Για να έχουμε όμως φώτιση, θα πρέπει να καθαρίζουμε συνεχώς την καρδία και τον νου μας. Και, καθαρίζουμε την καρδία και τον νου δια της μετανοίας. Άρα, ο,τι και να κάνουμε, επιστρέφουμε στη μετάνοια την προσωπική! Όχι μια μετάνοια γενική και αόριστη για όλους, όπως συχνά κηρύττουμε οι Αρχιερείς και οι ιεροκήρυκες, αλλά προσωπική μετάνοια. Να κάτσω να σκεφτώ, ποιό είναι το δικό μου πάθος, το κυρίαρχο πάθος μου, να το βρω αυτό το κυρίαρχο πάθος μου η, εάν έχω τόσο εγωϊσμό και τέτοια αυτοπεποίθηση, που δεν το βρίσκω, να προσευχηθώ και να ειπώ· «Χριστέ μου, φανέρωσέ μου ποιός είμαι! Δείξε μου ποιός είμαι!» Και θα μας δείξει ο Θεός. Και, κατόπιν, να δω αυτό το πάθος, που έχω, πως εκδηλώνεται; Αν λ.χ. είναι ο θυμός, πως εκδηλώθηκε με τη γυναίκα μου η με τον άνδρα μου, με τα παιδιά μου, με τους συναδέλφους μου, με τους φίλους μου; Σήμερα, πως εκδηλώθηκε; Χθες, πως εκδηλώθηκε; Ποιούς πλήγωσα; Όταν ο άνθρωπος αρχίσει έτσι να βλέπει τον εαυτό του και να μετανοεί για συγκεκριμένες στιγμές της καθημερινότητάς του και σταδιακά διορθώνεται, τότε αρχίζει και εισέρχεται στη μετάνοια. Αν αυτό δεν το μάθουμε, η προσευχή μας θα είναι μία μηχανική προσευχή, η οποία δεν θα μας δώσει τη δυνατότητα του φωτισμού σε δύσκολες στιγμές, κατά τις οποίες θα πρέπει να αποφασίσουμε, είτε για τον εαυτό μας, είτε για τα παιδιά μας, είτε για την πατρίδα μας, είτε για κάτι ευρύτερο, που μας ξεπερνά.
Λοιπόν, σημασία έχει, πως εμείς θα διαχειριστούμε αυτά τα γεγονότα. Και είχε έγνοια γι᾽ αυτό το πράγμα ο άγιος Παΐσιος. Έβλεπε, ότι εμείς έχουμε μία μανία, μία ροπή μονάχα προς το θαύμα, στην προφητεία και στην εύκολη, την ανώδυνη λύση. Στη διαχείριση όμως των πραγμάτων και στη συμπόνοια των ανθρώπων, έβλεπε πως έχουμε πολλή έλλειψη. Και, όταν λέω ανθρώπων, δεν εννoώ μόνο των δικών μας, των Ελληνοκυπρίων Χριστιανών. Εννoώ και τους Τούρκους. Έχει κανένα Χριστιανό, που παρακαλεί να γίνει πόλεμος; Έχει κανένα Χριστιανό, που να θέλει, ακόμη και την καταστροφή του εχθρού του; Εγώ προσωπικά δεν την εύχομαι. Κι ας είμαι και άνθρωπος πονεμένος. Κι ας έχασα το χωριό μου και τον αδελφό μου στη διάρκεια του πολέμου. Αυτό δεν το εύχομαι σε κανέναν. Όμως η έγνοιά μας πρέπει να είναι, μέσα από όλα αυτά τα γεγονότα, που οι άνθρωποι θα προκαλέσουν και ο Θεός θα τα ανεκτεί και θα τα αξιοποιήσει, πως εμείς θα τα ζήσουμε με μετάνοια, με προσευχή, με πολλή συμπόνοια για τον κάθε συνάνθρωπό μας. Αυτό νομίζω είναι ένα ζητούμενο της εποχής μας. Τώρα ζητούμενο της οικονομικής κρίσης είναι να μοιραστούμε το φαϊ μας, τα χρήματά μας, τον καλό μας λόγο με τον πονεμένο συνάνθρωπό μας. Αλλά, δεν είναι μόνον αυτά. Αυτό, που γίνεται τώρα, είναι η προπόνησις. Τα μεγάλα έπονται!
Και κάτι τελευταίο. Εάν θέλουμε να έχουμε μέλλον στον 21ο αιώνα, θα πρέπει να επενδύσουμε στους σύγχρονους οσίους και μάρτυρες, ούτως ώστε η σύγχρονη αγιότητα να γίνει βίωμα καθημερινό για τον κάθε χριστιανό, κληρικό και λαϊκό. Επιβάλλεται εμείς οι χριστιανοί σήμερα να βάλουμε στη δική μας ζωή, αλλά και των παιδιών μας τον πόθο να γνωρίσουμε τις εντολές του Κυρίου, τη μετάνοια, την προσευχή, την Εξομολόγηση, τη θεία Λειτουργία, κι όλους αυτούς τους πολύ μεγάλους σύγχρονους αγίους. Διότι έρχονται χρόνια δοκιμασίας και πρέπει να ξαναβρούμε την απλότητα της αγιότητας, εάν θέλουμε να γίνουμε και να παραμείνουμε αυθεντικοί χριστιανοί.
Ταις του οσίου πατρός ημών Παϊσίου πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν!
*Πρόλογος Εορτολογίου 2016, Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου
Πηγή: immorfou.org.cy

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2019

Γέροντα, η θεία Χάρις χάνεται από έναν κληρικό, όταν πέσει σε κάποιο θανάσιμο αμάρτημα;


Η επίσκεψη ενός άθεου στο Άγιον Όρος και η συνάντηση του με τον άγιο Παΐσιο που άλλαξε την ζωή του

– Όχι. πώς να χαθεί; Η θεία Χάρις μπορεί να απομακρυνθεί· όχι όμως να χαθεί. Έναν ιερέα, άμα τον κάνουν αργό, έχει την ιεροσύνη, αλλά τα Μυστήρια δεν ενεργούν. Δεν έχει δύναμη πια ο ιερεύς. Το κυριότερο είναι η Χάρις. Αν αποκατασταθεί, τότε είναι τα Μυστήρια έγκυρα.

Θέλει πολλή διάκριση στο θέμα των ιερέων που έχουν κωλύματα. Χρειάζεται πολλή προσοχή να μη δημιουργηθεί με αδιάκριτες αυστηρότητες σκάνδαλο στον κόσμο και μπει σε λογισμούς και η οικογένεια του ιερέως.

Να παύει τις Λειτουργίες με τρόπο, για να μη γίνεται κακό στους πιστούς αντί για καλό. Γιατί τα κωλύματα τα ξέρει ο Θεός και ο ιερεύς· εάν όμως παύση αμέσως, τότε και οι πιστοί και η οικογένειά του θα μπουν σε λογισμούς, και έτσι το κακό θα είναι μεγαλύτερο.

Βλέπω πως καμιά φορά επιτρέπει ο Θεός και ευλαβείς κληρικοί να πάθουν κάτι σωματικό, π.χ. να τρέχει η μύτη τους αίμα ή να πονά το στομάχι τους κ.λπ., και να εμποδίζονται από την Λειτουργία, και έτσι να αναπαύονται οι ιερείς που έχουν κωλύματα και πρέπει να παύσουν να λειτουργούν. Έρχεται καμιά φορά κανένας ιερεύς στο Καλύβι που έχει κάποιο κώλυμα, ο καημένος, και βλέπω ότι πρέπει να σταματήσει να ιερουργεί. Καμιά φορά όμως συμβαίνει ο επίσκοπός του να έχει διαφορετική γνώμη. Μετά τι να πεις; Μόνον προσευχή μπορείς να κάνης και επεμβαίνει ο Θεός.

Συγκεκριμένα, είχα πει σε κάποιον και τον προετοίμασα να αφήσει την ιερουργία. Όταν το είπε στον Πνευματικό του και στον επίσκοπό του, δεν συμφώνησαν. Έτσι συνέχισε να ιερουργεί, ενώ είχε το κώλυμα. Μετά από λίγο διάστημα τον χτύπησε ένα αυτοκίνητο. Ενώ ήταν πάνω στο πεζοδρόμιο, ανέβηκε εκεί το αυτοκίνητο και τον άφησε στον τόπο! «Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος»!

Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας δεν έχει καμία έλλειψη. Η μόνη έλλειψη που παρουσιάζεται, είναι από μας τους ίδιους, όταν δεν αντιπροσωπεύουμε σωστά την Εκκλησία, από τον πιο μεγάλο στην ιεραρχία μέχρι τον απλό πιστό. Μπορεί να είναι λίγοι οι εκλεκτοί, όμως αυτό δεν είναι ανησυχητικό. Η Εκκλησία είναι Εκκλησία του Χριστού και Αυτός την κυβερνάει. Δεν είναι Ναός που κτίζεται με πέτρες, άμμο και ασβέστη από ευσεβείς και καταστρέφεται με φωτιά βαρβάρων, αλλά είναι ο ίδιος ο Χριστός· «και ο πεσών επί τον λίθον τούτον συνθλασθήσεται· εφ’ ον δ’ αν πέση, λικμήσει αυτόν».

Ο Χριστός ανέχεται σήμερα μια κατάσταση. Ανέχεται και ενεργεί η θεία Χάρις για χάρη του λαού. Μια μπόρα είναι· θα ξεκαθαρίσουν τα πράγματα· δεν θα σταθούν. Είδες που αναφέρει στο Ευαγγέλιο: «Λυχνάρι μισοσβησμένο δεν θα το φυσήξω. Καλάμι ραγισμένο δεν θα το αγγίξω»; Αυτό το είπε ο Χριστός, για να είμαστε αναπολόγητοι την ημέρα της Κρίσεως. Βλέπεις, όταν το λυχνάρι δεν έχει άλλο λάδι στην κούπα και μείνει μόνο λίγο λάδι στο φιτίλι, θα σβήσει μετά από λίγο, έστω και αν το φιτίλι πάει μια επάνω μια κάτω. Είναι σαν τον ετοιμοθάνατο που έχει τις τελευταίες αναλαμπές. Ο Χριστός όμως δεν θέλει να το φυσήξει και να το σβήσει, γιατί μετά θα πει: «Εγώ θα έκαιγα, αλλά με φύσηξες και έσβησα!» Τι σε φύσηξα; Η κούπα δεν είχε καθόλου λάδι! Ούτε το ραγισμένο καλάμι θέλει να το αγγίξει, γιατί μετά, αν σπάσει, θα πει : «Με άγγιξες και έσπασα!» Μα αφού ήσουν ραγισμένο και θα έσπαζες, τι μου λες ότι σε άγγιξα και έσπασες;

Εμείς οι μοναχοί, αλλά και οι κληρικοί, σκορπούμε αθεΐα, όταν δεν ζούμε σύμφωνα με το Ευαγγέλιο. Ο κόσμος έχει ανάγκη από τις αρετές μας όχι από τα χάλια μας. Ιδίως το παράδειγμα των μοναχών στους κοσμικούς είναι πολύ μεγάλο πράγμα! Οι κοσμικοί αφορμή ζητούν, για να δικαιολογήσουν τις αμαρτίες τους. Γι’ αυτό θέλει πολλή προσοχή. Βλέπεις, εμείς δεν μπορούμε να πούμε αυτό που λέει ο Χριστός, «τις ελέγχει με περί αμαρτίας;» αλλά «τις ελέγχει με περί σκανδάλου», αυτό πρέπει να μπορούμε να το πούμε. Ο Χριστός το είπε εκείνο, γιατί ήταν τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Εμείς είμαστε άνθρωποι. Έχουμε ατέλειες, έχουμε πτώσεις, τέλος πάντων, αλλά δεν κάνει να γινόμαστε αιτία να σκανδαλίζεται ο άλλος.

Μου έλεγε ένας στρατηγός: «Αν δεν είχα την πίστη από την μάνα μου, θα την είχα χάσει, όταν πήγα στην Κύπρο τότε με τα γεγονότα. Άνθρωπος της Εκκλησίας να φωνάζει από το τηλέφωνο: «Σφάξτε τους Τούρκους», στα καλά καθούμενα, ενώ η διαταγή έλεγε: «Μην τους πειράζετε»! Και οι Φαρασιώτες, όταν ήρθαν στην Ελλάδα από την Μικρά Ασία, παρασύρθηκαν από αιρέσεις που είχαν παρουσιασθεί εκείνα τα χρόνια εδώ, γιατί έβλεπαν δεσποτάδες, παπάδες χωρίς ευλάβεια. Έβλεπαν στην Εκκλησία άλλου είδους κόσμο, χωρίς πνευματική ζωή, οπότε σκανδαλίσθηκαν. Είχαν άλλη εικόνα από εκεί. Παρουσιάσθηκαν και οι Ευαγγελικοί, οι οποίοι έλεγαν, «εμείς εφαρμόζουμε το Ευαγγέλιο», και οι καημένοι παρασύρθηκαν.

Αν όμως φταίει ένας δεσπότης, ένας παπάς, ένας καλόγερος, δεν φταίει ο Χριστός. Αλλά οι άνθρωποι δεν πάνε ως εκεί. «Αντιπρόσωπος του Χριστού δεν είναι;» λένε. Ναι, αλλά αναπαύεται ο Χριστός με αυτόν τον αντιπρόσωπο; Ή δεν σκέφτονται τι τον περιμένει αυτόν τον αντιπρόσωπο στην άλλη ζωή.
Γι’ αυτό μερικοί που σκανδαλίζονται από μερικά γεγονότα καταλήγουν να μην πιστεύουν, γιατί δεν καταλαβαίνουν οι καημένοι ότι όπως, αν φταίει ένας χωροφύλακας, δεν φταίει το έθνος, έτσι κι αν φταίει ένας παπάς, δεν φταίει η Εκκλησία. Όσοι όμως σκανδαλίζονται, αλλά έχουν καλή διάθεση, καταλαβαίνουν, όταν τους εξηγήσεις. Αυτοί έχουν και ελαφρυντικά, γιατί μπορεί να μην είχαν βοηθηθεί και να έχουν άγνοια από μερικά πράγματα.

Από το βιβλίο «Λόγοι Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου A΄»,
εκδ. Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2019

Η «συνταγή» σωτηρίας του Αγίου Παΐσιου

Η «συνταγή» σωτηρίας του Αγίου Παΐσιου προς όλους τους κοπιώντας και πεφορτισμένους, ήταν απλή και σαφής:

-Αναζητήστε σανίδα σωτηρίας κοντά στο Θεό.
-Περιορίστε τις υλικές ανάγκες σας, γιατί δημιουργούν τεράστια βάρη και άγχη.
-Μη ζηλεύετε ανθρώπους που έχουν χρήματα, ανέσεις, δόξα και ισχύ, αλλά εκείνους που ζουν με αρετή, λογική και ευσέβεια.
-Μη ζητάτε από τον Θεό πράγματα που στηρίζουν μόνο το σώμα σας, αλλά, κυρίως, ό,τι είναι καλό και ωφέλιμο για τη ψυχή σας.
-Αλλάξτε ζωή, ανακαλύψτε το νόημα της ζωής, κερδίστε τον χρόνο που χάσατε στη μέχρι τώρα πορεία σας στη γη.
-Μη εμπιστεύεστε το φρόνημα κοσμικών ανθρώπων.
-Θεραπευτείτε από αρρώστιες που κυριαρχούν στη ζωή ανθρώπων που δεν έμαθαν να νηστεύουν, να εγκρατεύονται, να προσεύχονται, να ελπίζουν.
-Μην απελπίζεστε. Ο Θεός είναι πανταχού παρών και αγαπάει τον άνθρωπο.
-Κόψτε κάθε σχέση με το κακό, ζήστε ελεύθερα, σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου.
-Αποδείξτε την πίστη σας και με έργα αγάπης προς τον πλησίον.
-Αποφασίστε, τί θέλετε πιό πολύ: τη συμπάθεια του κόσμου ή την επιστροφή κοντά στο Θεό;
-Σχεδόν όλα τα προβλήματα ξεκινούν από το στόμα (από το πώς μιλάς) και, επίσης, από το πόσο εξαρτάσαι από τα πάθη σου.
-Να αγαπάς τη γυναίκα σου πιό πολύ απ’ τον εαυτό σου. Με έργα, όχι με λόγια. Και να μη της μιλάς ποτέ άσχημα, γιατί καμιά φορά η γλώσσα σκοτώνει και καταστρέφει την αγάπη. Επίσης, να προσέχετε, γιατί μερικοί γονείς χαϊδεύουν πολύ τα παιδιά τους και τους κάνουν όλα τα χατίρια. Και όταν χαϊδεύεις πολύ το παιδί, θα γίνει εγωιστής και θα πάρει στραβό δρόμο.
Πολλοί γονείς φροντίζουν περισσότερο να δώσουν υλικά πράγματα στα παιδιά τους. Αυτό είναι λάθος. Το σώμα έχει πολλές υλικές επιθυμίες, αλλά σύντομη ζωή. Η ψυχή έχει συνέχεια, άλλη πορεία. Η ψυχή δεν καταλήγει στο χώμα, άλλα στο Θεό. Όλοι σήμερα ασχολούνται με το σώμα τους, όχι με τις ανάγκες της ψυχής τους.
-Ποιες είναι οι ανάγκες της ψυχής;
-Να, πώς να στο πω; Οι ανάγκες της ψυχής είναι διαφορετικές. Και οι χαρές της ψυχής είναι αλλιώτικες από τις χαρές του σώματος. Το σώμα εύκολα το βολεύεις, τη ψυχή όχι. Αν έχεις λεφτά και μπεις σε ένα μεγάλο μαγαζί, το σώμα βολεύτηκε. Αλλά τί μπορείς να βρεις σε ένα, πώς τα λένε αυτά τα μεγάλα μαγαζιά, ναι, σουπερ μάρκετ, για τη ψυχή σου;
Η ψυχή χρειάζεται άλλα πράγματα. Η ψυχή έχει ανάγκη από ειρήνη, ησυχία, επικοινωνία με το Θεό. Για να συντηρηθεί το σώμα, χρειάζονται αργύρια και επιούσιος άρτος. Η ψυχή για να συντηρηθεί χρειάζεται θεία τάλαντα, τον επουράνιο Άρτο».
Από το βιβλίο «Τέσσερις ώρες με τον π. Παΐσιο»

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2019

Η Ελλάδα εορτάζει τον σύγχρονο Άγιo της, τον γέροντα Παΐσιο-ΑΦΙΕΡΩΜΑ


Η Ελλάδα εορτάζει τον σύγχρονο Άγιo της, τον γέροντα Παΐσιο-ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Η Ορθοδοξία και η Ελλάδα  τιμούν τη μνήμη του Αγίου ΓέρονταΠαϊσίου. Ο σύγχρονος Άγιος της Ορθοδοξίας μας που πολλοί είχαν την ευλογία να τον γνωρίσουν, και μαζί του, ώστε να μεταφέρουν τα λόγια του Αγίου σε όλους μας.
Ας ανατρέξουμε στην ιστορία του Αγίου
Ο Όσιος πατήρ Παΐσιος ο Αγιορείτης γεννήθηκε από ευλαβείς γονείς, τον Πρόδρομος και την Ευλαμπία Ενζεπίδη, στα Φάρασα της Καππαδοκίας στις 25 Ιουλίου του 1924 μ.Χ., λίγες μέρες πριν από τη φυγή των Φαρασιωτών από την πατρώα γη για την Ελλάδα.
Στη βάπτισή του, ο Όσιος Αρσένιος ο Καππαδόκης, ο πλήρης ημερών και αγιότητος βίου κοσμούμενος ιερέας των Φαράσων, τον ονόμασε Αρσένιο, «για να τον αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είπε.
Στην Ελλάδα, η οικογένεια του μικρού Αρσενίου εγκαταστάθηκε στην Κόνιτσα της Ηπείρου, όπου ο ίδιος πέρασε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Γαλουχούμενος με τις διηγήσεις για το θαυμαστό βίο του Αγίου Αρσενίου, έλεγε ότι θα γίνει μοναχός από την ηλικία των 5 ετών! Και αφού έμαθε να διαβάζει, αγαπημένη του ασχολία υπήρξε η ανἀγνωση των βίων των Αγίων, των οποίων εμιμείτο τους ασκητικούς αγώνες με θερμό ζήλο.
Μετά από τις εγκύκλιες σπουδές του δε θέλησε να συνεχίσει στα γράμματα, αλλά προτίμησε να μιμηθεί το Χριστό και μαθήτευσε στην τέχνη του ξυλουργού, την οποία άσκησε με επιμέλεια και δεξιοσύνη. Στην ηλικία των 15 ετών αξιώθηκε της θέας του Κυρίου, για ένα μόνο φιλότιμο λογισμό, μέσω του οποίου απέκρουσε μία δαιμονική προσβολή του πειρασμού της απιστίας. Από τότε φούντωσε μέσα του ακόμη περισσότερο η φλόγα της αγάπης του Θεού και ο πόθος για τη μοναχική ζωή.
Ακολούθησαν καιροί ταραχής και αναστάτωσης για την Ελλάδα, λόγω της ξένης Κατοχής και του εμφυλίου πολέμου. Ο Όσιος όμως, τόσο ως πολίτης όσο και ως στρατιώτης κατά τη θητεία του (1945 – 1949 μ.Χ.), επέδειξε απαράμιλλο θάρρος και αυτοθυσία. Ήταν πρόθυμος να δώσει κάθε στιγμή και τη ζωή του ακόμα για τη σωτηρία των άλλων. Ευρισκόμενος μάλιστα συχνά μέσα στον καταιγισμό των φονικών πυρών, συνέβη να σώσει με τις θερμές προσευχές του πολλούς στρατιώτες, αλλά να σωθεί και ο ίδιος με τρόπο θαυμαστό.
Επειδή το μεγαλύτερο διάστημα της στρατιωτικής του θητείας το υπηρέτησε με την ειδικότητα του ασυρματιστή, πολλές εκδόσεις αφιερωμένες στη ζωή του Γέροντα τον αναφέρουν ως «Ασυρματιστή του Θεού». Μάλιστα, ο Γέροντας φέροντας ως παράδειγμα την ειδικότητα του στον στρατό, απάντησε σε κάποιον που αμφισβητούσε τη χρησιμότητα της μοναχικής ζωής ότι οι μοναχοί είναι «ασυρματιστές του Θεού», εννοώντας την θερμή τους προσευχή και την έγνοια τους για την υπόλοιπη ανθρωπότητα.
Ύστερα και από αυτές τις περιπέτειες, θέλησε να καταταγεί στο αγγελικό τάγμα των μοναχών, με τα φτερά που δίνει ο θείος έρωτας. Έτσι, μετέβη στο Άγιο Όρος, αναζητώντας έναν οδηγό για τη ζωή της κατά Θεόν ησυχίας. Δεν κατάφερε όμως να εκπληρώσει αμέσως τον πόθο του. Παράλληλα, οι δικοί του βρέθηκαν την ίδια περίοδο σε μεγάλη οικονομική δυσκολία, οπότε τον κάλεσαν να τους βοηθήσει. Έτσι, επέστρεψε στην Κόνιτσα και εργάστηκε ως μαραγκός. Μετά από 3 χρόνια όμως (1953 μ.Χ.), σε ηλικία 29 ετών πλέον, εγκατέλειψε τα πράγματα του κόσμου και επέστρεψε στην Αθωνική Πολιτεία.
Αφού περιήλθε σκήτες και καλύβες, ακολούθησε τελικά τη συμβουλή ενός σεβάσμιου γέροντα και εντάχθηκε στην αδελφότητα της Ιερά Μονή Εσφιγμένου, γνωστής τότε για την αυστηρή της τάξη. Εκεί έζησε μέσα στην ολοτελή υπακοή και επιδόθηκε σε υπέρμετρη άσκηση, υπερβάλλοντας σε κόπους για χάρη του Χριστού και των αδελφών του. Έτσι, στις 27 Μαρτίου 1954 μ.Χ. εκάρη μοναχός. Έλαβε ρασοευχή και το όνομα Αβέρκιος. Έχοντας όμως άσβεστο μέσα του τον πόθο για τον ησύχιο και απράγμονα βίο, πήρε την ευλογία του Ηγουμένου και πήγε να μονάσει στην Ιερά Μονή Φιλοθέου, που ήταν τότε σε κατάσταση ιδιόρρυθμη. Εκεί προετοιμάστηκε για τη ζωή του ερημίτη, κάτω από την καθοδήγηση ενός διακριτικού και σοφού γέροντα, του γέροντα Συμεών. Στις 12 Μαρτίου 1956 μ.Χ., εκάρη μικρόσχημος μοναχός και έλαβε το όνομα «Παΐσιος», χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του.
Τον Αύγουστο του 1958 μ.Χ., υπακούοντας σε θεία βουλή, δεν εγκαταστάθηκε στην έρημο, για την οποία προετοιμαζόταν, αλλά στην κατεστραμμένη Ιερά Μονή της Παναγίας του Στομίου, που βρίσκεται κοντά στην Κόνιτσα. Σε αυτήν έζησε 4 χρόνια, ζώντας ισάγγελο βίο, παλεύοντας με τους πειρασμούς, ευεργετώντας τους ανθρώπους της περιοχής, σώζοντας πολλούς από τις διδασκαλίες των προτεσταντικών ομάδων που δρούσαν εκεί, και ανακαινίζοντας με πολύ μόχθο το Μοναστήρι.
Τo 1962 μ.Χ., όταν και ολοκληρώθηκε το έργο της ανακαίνισης και ο κίνδυνος από τις ετερόδοξες ομάδες εξέλιπε, ο Όσιος παρακαλούσε μέσα στους πειρασμούς, που καθημερινά τον πολιορκούσαν, θερμά το Θεό να του δείξει το δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει. Έτσι, δέχθηκε ως θεόσταλτη την πρόσκληση κάποιου ιεροδιακόνου να τον συνοδεύσει στο θεοβάδιστο Όρος του Σινά. Πάνω σε κείνον τον άνυδρο και ξερό τόπο, στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης, έζησε επιτέλους αυτό που χρόνια ποθούσε, την προς Θεόν μόνωση.
Αγωνιζόμενος με πολλή ταπείνωση, διαρκή νηστεία, ακατάπαυστη αγρυπνία και αδιάλειπτη προσευχή, κατάφερε να υπερνικήσει τις παγίδες του μισόκαλου εχθρού, και να απολαύσει την ένωση με το Θεό. Γεμάτος από τη χάρη της θείας παρακλήσεως, απολάμβανε την κατά Θεόν ευφρόσυνη μέσα στο καμίνι της απαράκλητης ερήμου. Έγινε μάλιστα ιδιαίτερα αγαπητός στους Βεδουίνους, δίνοντάς τους τρόφιμα με χρήματα από την πώληση στους προσκυνητές ξύλινων σταυρών που έφτιαχνε ο ίδιος.
Δεν θα υπήρχε, έτσι, κανένας λόγος να εγκαταλείψει το στάδιο εκείνο της αρετής, εάν – φεύ! – δεν ενέσκηπτε η σωματική ασθένεια από το τραχύ κλίμα, η οποία τον ανάγκασε να επιστρέψει στην κατά σάρκα πατρίδα του. Επανερχόμενος στο Άγιο Όρος το 1964 μ.Χ., δεν ελάττωσε το πλήθος των ασκητικών αγώνων του, παρά την καταβολή του σώματος, καθώς στο πνεύμα διατηρούσε την πρότερη ζέση του. Ζώντας λοιπόν ως ξένος και παρεπίδημος στη γη, έφτασε να γίνει πολίτης του ουρανού.
Έχοντας, συνεπώς, την πράξη ως την «επίβασιν» της θεωρίας, έφτασε σε υψηλά μέτρα και έγινε κοινωνός θείων μυστηρίων. Εντρύφησε έτσι και στην ωραιότητα του Κυρίου, ενώ επιπλέον έτυχε και της Θεομητορικής ευλογίας. Συνομίλησε με αγίους που εμφανίστηκαν μπροστά του, βίωσε την όραση του Άγγελου Φύλακά του, άκουσε αγγελικούς ύμνους και καταυγάσθηκε από το ουράνιο φως.
Το 1966 μ.Χ. ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Κέντρο Νοσημάτων Θώρακος Βορείου Ελλάδας (Νοσοκομείο Παπανικολάου). Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μ.Χ. μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπατίου (Βλάχικα).
Στις 12 Αυγούστου 1968 μ.Χ. ο Όσιος Παΐσιος, εισήλθε στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα και μόνασε στο κελί του Τιμίου Σταυρού.
Το 1979 μ.Χ. αφήνει τον Τίμιο Σταυρό και αναζητώντας κελί πηγαίνει στην εγκαταλελειμμένη «Παναγούδα». Εκεί ο Όσιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές. Όπως έλεγε ο γέροντας στενοχωρείτο πολύ, γιατί από τις επιστολές μάθαινε μόνο για διαζύγια και ασθένειες ψυχικές ή σωματικές. Παρά το βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Εξακολούθησε όμως να δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες. Συνήθιζε επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.
Σε όλη αυτήν την καθημερινή κούραση του γέροντος Παϊσίου έρχονται να προστεθούν και τα προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούσαν. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του οι πόνοι από τις διάφορες αρρώστιες όπως κολίτιδα, η οποία του άφησε μόνιμα δυσπεπτικά, βουβωνοκήλη και κυρίως από τον καρκίνο που του είχε διαγνωσθεί, γίνονταν όλο και περισσότεροι. Παρ’ όλ’ αυτα όμως αυτός ήταν ήρεμος και υπέμενε χωρίς να διαμαρτύρεται καθόλου. Αντιθέτως συνέχιζε να προσεύχεται για όλους.
Μετά το 1993 μ.Χ. παρουσίαζε αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Το Νοέμβριο του ίδιου έτους βγήκε για τελευταία φορά από το Άγιον Όρος και πήγε στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί έμεινε για λίγες μέρες και ενώ ετοιμαζόταν να φύγει ασθένησε και μεταφέρθηκε στο Θεαγένειο, όπου έγινε διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Θεώρησε τον καρκίνο εκπλήρωση αιτήματός του προς το Θεό και ωφέλιμο για την πνευματική του υγεία. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 μ.Χ. χειρουργήθηκε. Παρότι η ασθένεια δεν έπαυσε, αλλά παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ, ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.
Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοίνωσαν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Κοιμήθηκε την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 μ.Χ. και ώρα 11:00 και ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης.
Στις 13 Ιανουαρίου 2015 συνήλθε η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπόλεως και αποφάσισε την κατάταξη του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας.