Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015
Αμαρτία και μετάνοια! Τά έκ προθέσεως σφάλματα Άγιος Παΐσιος Αγιορείτης St Paisios
Νά
προσέξουμε πολύ τά έκ προθέσεως σφάλματα, γιατί αυτό πού θά εξετάση ό
Θεός είναι ή πρόθεση μας. Τά σφάλματα πού κάνουμε από απροσεξία είναι
ελαφρότερα. Μερικές αμαρτίες είναι αμαρτίες, αλλά έχουν καί ελαφρυντικά.
Ύστερα, όταν
σφάλουμε χωρίς νά τό θέλουμε, ό Θεός οικονομάει έτσι τά πράγματα, ώστε
νά χρησιμοποιηθή τό σφάλμα μας γιά καλό. Δηλαδή, όχι ότι έπρεπε νά
σφάλουμε, γιά νά γίνη αυτό τό καλό, άλλα αφού σφάλαμε χωρίς νά τό
Θέλουμε, ό Θεός αξιοποιεί τό σφάλμα μας και βγαίνει καλό. Όταν όμως
κάνουμε ένα σφάλμα εν γνώσει μας και έπειτα μετανοιώσουμε, νά ευχηθούμε
νά μη γίνη κακό άπό τις συνέπειες του σφάλματος μας.
– Γέροντα,
εκείνος ό μοναχός πού αναφέρει ό Ευεργετινός ότι δέκα χρόνια έπεφτε σε
κάποια αμαρτία κάθε μέρα, άλλα και κάθε μέρα μετανοούσε, πώς σώθηκε;
– Εκείνος
ήταν κατά κάποιον τρόπο κυριευμένος, αιχμαλωτισμένος από την αμαρτία.
Δεν είχε κακή διάθεση, άλλα δέν είχε βοηθηθή, σπρώχτηκε στό κακό, γι’
αυτό δικαιούτο τήν θεία βοήθεια. Πάλευε, πονούσε, είχε μετάνοια
ειλικρινή, και ό Θεός τελικά τόν έσωσε. Βλέπεις, ένας μπορεί νά έχη καλή
διάθεση‡ αν όμως δέν βοηθηθή από μικρός και παρασυρθή στό κακό, είναι
δύσκολο μετά νά σηκωθή.
Κάνει μιά προσπάθεια, πάλι πέφτει, πάλι σηκώνεται‡ παλεύει δηλαδή. Ό Θεός αυτόν τόν άνθρωπο δέν θά τόν αφήση, γιατί ό καημένος κάνει τήν μικρή του προσπάθεια, ζητάει καί τήν θεία βοήθεια και δέν αμαρτάνει έν ψυχρώ.
Κάποιος λ.χ. ξεκινάει νά πάη κάπου, χωρίς νά έχη σκοπό νά αμαρτήση, άλλα πηγαίνοντας του συμβαίνει ένας πειρασμός καί πέφτει σέ κάποια αμαρτία. Μετανοεί, κάνει μιά προσπάθεια, του στήνουν πάλι μιά παγίδα καί, ενώ δέν έχει διάθεση νά κάνη κάτι κακό, ό καημένος ξαναπέφτει καί πάλι μετανοεί. Αυτός έχει ελαφρυντικά, γιατί δέν θέλει νά κάνη τό κακό, άλλα παρασύρεται στό κακό καί ύστερα μετανοεί.
Κάνει μιά προσπάθεια, πάλι πέφτει, πάλι σηκώνεται‡ παλεύει δηλαδή. Ό Θεός αυτόν τόν άνθρωπο δέν θά τόν αφήση, γιατί ό καημένος κάνει τήν μικρή του προσπάθεια, ζητάει καί τήν θεία βοήθεια και δέν αμαρτάνει έν ψυχρώ.
Κάποιος λ.χ. ξεκινάει νά πάη κάπου, χωρίς νά έχη σκοπό νά αμαρτήση, άλλα πηγαίνοντας του συμβαίνει ένας πειρασμός καί πέφτει σέ κάποια αμαρτία. Μετανοεί, κάνει μιά προσπάθεια, του στήνουν πάλι μιά παγίδα καί, ενώ δέν έχει διάθεση νά κάνη κάτι κακό, ό καημένος ξαναπέφτει καί πάλι μετανοεί. Αυτός έχει ελαφρυντικά, γιατί δέν θέλει νά κάνη τό κακό, άλλα παρασύρεται στό κακό καί ύστερα μετανοεί.
Όποιος όμως
λέει: «γιά νά πετύχω εκείνο, πρέπει νά κάνω αυτήν τήν αδικία‡ γιά νά
πετύχω τό άλλο, πρέπει νά κάνω εκείνη τήν πονηριά» κ.λπ., αυτός
αμαρτάνει εσκεμμένως καί έν γνώσει του. Καταστρώνει δηλαδή τό αμαρτωλό
του σχέδιο και βάζει πρόγραμμα μέ τον διάβολο τί αμαρτία θά κάνη. Αυτό
είναι πολύ κακό, επειδή είναι προμελετημένο.
Δέν είναι
ότι πέφτει σέ πειρασμό, άλλα ξεκινάει να κάνη κάτι μαζί μέ τον πειρασμό.
Ένας τέτοιος άνθρωπος δέν πρόκειται ποτέ νά βοηθηθή, γιατί δέν
δικαιούται την θεία βοήθεια, και τελικά πεθαίνει αμετανόητος. Άλλα και
όσοι λένε ότι θά μετανοιώσουν, όταν γεράσουν, πώς είναι σίγουροι ότι θά
προλάβουν νά μετανοιώσουν και δέν θά πάνε από αιφνίδιο θάνατο;
Έλεγε κάποιος εργολάβος: «όταν γεράσω, θά πάω στά Ιεροσόλυμα, θά βαπτισθώ στον Ιορδάνη ποταμό, οπότε θά εξαλειφθούν όλες οι αμαρτίες μου», και συνέχιζε νά ζή αμαρτωλά.
Τελικά, όταν πλέον δέν είχε άλλο κουράγιο, ίσα-ίσα πού μόλις περπατούσε, αποφάσισε νά πάη. Λέει σέ έναν μάστορα του: «Μάστορα, αποφάσισα νά πάω στά Ιεροσόλυμα, γιά νά βαπτισθώ στον Ιορδάνη ποταμό». «Ά, αφεντικό, τού λέει εκείνος, άν είσαι καθαρός, θά πάς‡ αν δέν είσαι καθαρός, στον δρόμο θά μείνης!».
Λές και προφήτευσε! Μόλις πήγε στην Αθήνα νά βγάλη τά χαρτιά του, πέθανε! Τού πήραν όλα τά χρήματα οί άλλοι, τον πήγαν σέ ένα γραφείο κηδειών και από εκεί τον έστειλαν μέ το φέρετρο πίσω στον τόπο του.
Έλεγε κάποιος εργολάβος: «όταν γεράσω, θά πάω στά Ιεροσόλυμα, θά βαπτισθώ στον Ιορδάνη ποταμό, οπότε θά εξαλειφθούν όλες οι αμαρτίες μου», και συνέχιζε νά ζή αμαρτωλά.
Τελικά, όταν πλέον δέν είχε άλλο κουράγιο, ίσα-ίσα πού μόλις περπατούσε, αποφάσισε νά πάη. Λέει σέ έναν μάστορα του: «Μάστορα, αποφάσισα νά πάω στά Ιεροσόλυμα, γιά νά βαπτισθώ στον Ιορδάνη ποταμό». «Ά, αφεντικό, τού λέει εκείνος, άν είσαι καθαρός, θά πάς‡ αν δέν είσαι καθαρός, στον δρόμο θά μείνης!».
Λές και προφήτευσε! Μόλις πήγε στην Αθήνα νά βγάλη τά χαρτιά του, πέθανε! Τού πήραν όλα τά χρήματα οί άλλοι, τον πήγαν σέ ένα γραφείο κηδειών και από εκεί τον έστειλαν μέ το φέρετρο πίσω στον τόπο του.
Άγιος Παΐσιος, Αγιορείτης
Πηγή: artoklasia.blogspot.ca
...σκεπτόμουν ποιος να ‘ταν πρωί-πρωί. Αντίκρισα σκυφτό τον Γέροντα Παΐσιο.
Ευλογημένε, μου λέει, πως τακτοποιήθηκες;
Αδύνατος, κοντός, πρόχειρα ντυμένος, μ’ ένα ελαφρύ χαμόγελο. Χάρηκα έκτακτα για την απρόσμενη επίσκεψη.
Πέρασε διστακτικά μέσα. Ανέβηκε να προσκυνήσει το εκκλησάκι.
Κατέβηκε
στο κάτω μεγάλο δωμάτιο. Ήταν τότε σχεδόν άδειο. Δυο καρέκλες κι ένα
τραπέζι. Κάτι του πρόσφερα. Στερεωμένος, μου είπε. Μου μίλησε για τους
παλαιούς εδώ Γέροντες. Ήταν εργατικοί, φιλακόλουθοι, ενάρετοι.
Σήμερα, λίαν πρωί, είχα δύο κρούσματα μου ‘πε.
Ήλθε
ένας μεσόκοπος να γίνει υποτακτικός μου. tον ρώτησα αν έχει οικογένεια.
Έχει δυο παιδιά στο Δημοτικό, μου ‘πε. Του λέω: Θα τελειώσουν το
Δημοτικό, το Γυμνάσιο, το Λύκειο, το Πανεπιστήμιο, θα τα παντρέψεις και
μετά θα έλθεις να σου πω που θα μονάσεις, γιατί εγώ δεν βαστώ μοναχούς.
Έτσι κάνουμε παιδιά και τα παρατάμε και πάμε για μοναχοί;
Η
δεύτερη περίπτωση χειρότερη της πρώτης. Ήλθε ένας άλλος και μου λέει:
Γέροντα, βρήκα μια γυναίκα πιο πνευματική της γυναίκας μου και ήλθα να
πάρω την ευλογία σου… Παλάβωσε ο κόσμος. Πήρα τα βουνά. Ήλθα να δω τι
κάνεις.
Δεν κάθισε πολύ. Χάρηκα πολύ. Μετέφερε ευλογία, χαρά, ειρήνη.
Όπως
τότε στη Σιμωνόπετρα, όπου έμεινε δυο μέρες και δυο νύχτες δίπλα απ’ το
κελλί μου και μου δώρισε το πλεχτό σκουφάκι του, μόλις που πήγαινα να
του το ζητήσω για ευλογία… Τη δεύτερη νύχτα συνταράχθηκε το κελλί από
μια απρόσμενη επίσκεψη. Ήλθε μέσα στη νύχτα να κτυπήσει τη θύρα μου, να
μου ζητήσει τάχα την ώρα, να με ρωτήσει σε πόση ώρα αρχίζει η ακολουθία,
να με γαληνέψει.
Το πρωί μου εξήγησε. Το ταγκαλάκι δεν κοιμόταν.
Πάντα
θα θυμάμαι τη σύναξη, όπου μας μίλησε για γεροντάκια του Θεού, θεατές
του ακτίστου φωτός, μοναχές χαρισματούχες, αγώνες μακρούς, δάκρυα και
αγρυπνίες, εικόνες, άγια λείψανα και θαύματα. Κανείς δεν έφθασε στον Θεό
άκοπα, όπως λέει και ο αββάς Ισαάκ. Πρέπει ν’ απομακρύνουμε το κοσμικό
πνεύμα από τον μοναχισμό. Ο ιδρώτας είναι το λουτρό και το μύρο του
μοναχού…
Η προσευχή είναι το κύριο έργο του μοναχού, ανώτερη και από την ιεραποστολή και τη φιλανθρωπία.
Η προσευχή χαρίζει αιώνια ανάπαυση στις ψυχές των κεκοιμημένων.
Πιο
πολύ να προσευχόμαστε για τους αγαπητούς κεκοιμημένους αδελφούς μας,
αδελφοί μου. Αιωνία η μνήμη αυτών. Εις μνημόσυνον αιώνιον έσται δίκαιος,
αλληλούια.
Μωϋσή Αγιορείτου (†) από το βιβλίο «Αγιορείτικο Μεσονυκτικό»Αδημοσίευτες Εμπειρίες με τον Γέροντα Παΐσιο!
Έχοντας γνωρίσει και συναναστραφεί, όσο μου ήταν δυνατό, τον Γέροντα Παΐσιο κατά τα τέσσερα τελευταία χρόνια της επίγειας ζωής του, το καλοκαίρι εκείνο του 1994, πληροφορήθηκα αρκετές μέρες μετά την 12η Ιουλίου για τον θάνατο του, αφού άλλωστε ο ίδιος είχε αφήσει οδηγίες να μην ανακοινωθεί τίποτα για τουλάχιστον τέσσερις μέρες.
Ήταν γεγονός ότι από το πρώτο λεπτό της αλησμόνητης και πρωτόγνωρης συνάντησης μου μαζί του το 1990, είχα αγκιστρωθεί πνευματικά επάνω του (όπως και αμέτρητοι άλλοι) διότι βρήκα ακριβώς αυτό που έψαχνα εναγωνίως, συνειδητά και ασυνείδητα, σύμφωνα με το «έρχου και ίδε» που μου απηύθυνε από την εφηβεία μου, με τον τρόπο του το Περιβόλι της Παναγίας. Έκτοτε, βίωσα πριν και μετά το θάνατο του Οσίου Αυτού, πολλά αξιοθαύμαστα γεγονότα που με ανάθρεψαν εξ αρχής και έκτοτε με συντηρούν. Γράφω ανώνυμα εδώ, ώστε να αποτρέψω τον αναγνώστη από τον οποιοδήποτε λογισμό ότι γράφονται αυτά για να περιαυτολογήσω ή να αυτοπροβληθώ και έτσι να εξανεμιστεί το όφελος όλων.
Είχα γυρίσει από την Αγγλία, αρχές Ιουλίου του 1994, όπου σπούδαζα τότε, και ετοιμαζόμουν με τους κοντινούς μου φίλους να προγραμματίσουμε την καθιερωμένη επίσκεψη μας στον Άθωνα. Απ’ τη στιγμή που έμαθα ότι ο Γέροντας δε θα ήταν, πλέον, ποτέ πια εκεί, για πολλές μέρες είχα έντονα το αναπόφευκτο συναίσθημα του δυσαναπλήρωτου κενού που αφήνει ένας τέτοιος άνθρωπος όταν φεύγει από τον κόσμο. Βασανιζόμουν, μάλιστα, με το ερώτημα «και τώρα τι, και τώρα ποιος;» -ευτυχώς μου απαντήθηκε αργότερα με θαυμαστό τρόπο. Σκεπτόμουν, ότι έπρεπε οπωσδήποτε να βρω κάποιον σαν κι εκείνον, για να έχω μία αυθεντική πνευματική αναφορά και ένα ζωντανό πρότυπο έμπνευσης, αλλά γνωρίζοντας ότι σαν τον Γέροντα Παΐσιο θα περάσει σίγουρα πολύς καιρός για να βρεθεί παρόμοιος άνθρωπος (ο οποίος θα έχει καταφέρει να δέχεται τη Χάρη μέσα του σε τέτοιο βαθμό) επικρατούσε μέσα μου μία χαρμολύπη, η οποία όμως έτεινε να μεταβληθεί με έναν λεπτό τρόπο σε απελπισία…
Στο αποκορύφωμα αυτής της διάθεσης, μία από εκείνες τις μέρες επέστρεφα από τη δουλειά μου στον Πειραιά. Οδηγώντας στην αρχή της οδού Πειραιώς, στο πρώτο φανάρι σταμάτησα και είδα να πλησιάζει προς το παράθυρο μου, ένας νέος, μέτριος στο ανάστημα θα έλεγα, αδύνατος, με πυκνά μαύρα, ελαφρώς σγουρά μαλλιά και λεπτό μουστάκι. Θύμιζε να έχει ένα στυλ από παλαιότερες εποχές. Προς στιγμήν, θεώρησα ότι ήταν κάποιος που συχνάζει στα φανάρια και είτε θα πουλάει, είτε θα ζητάει λεφτά, καθαρίζοντας τζάμια ή όχι. Ο συγκεκριμένος, πλησιάζοντας όλο και πιο πολύ και προσποιούμενος ότι θέλει κάτι να μου δώσει ή να μου πουλήσει, με επηρέασε ώστε να κατεβάσω το παράθυρο μου, οπότε και πρόσεξα από πιο κοντά ότι είχε μία οικεία φυσιογνωμία, ασυνήθιστα χαρμόσυνη έκφραση και εξέπεμπε μία απρόσμενη αισιοδοξία.
Το φανάρι ετοιμαζόταν ν’ ανάψει πράσινο και μέχρι να αναγκαστώ να ξεκινήσω από τα κορναρίσματα, μου μίλησε χαμογελώντας, αφού τον ρώτησα χωρίς να το πολυσκεφτώ, «από πού έρχεσαι;»
«Έχω πάει στο Άγιο Όρος και βοηθήθηκα πολύ, ιδιαίτερα απ’ τον Γέροντα Παΐσιο. Όλους τους βοηθάει και δεν αφήνει κανέναν», μου είπε με ετοιμότητα.
«Και… εγώ…τον ήξερα» του απάντησα έκπληκτος και αυθόρμητα. «Τώρα όμως κοιμήθηκε, το έμαθες;»
«Ναι, αλλά μην ξεχνάς ότι εκείνος τους νοιαζόταν όλους, πόσο μάλλον τώρα...» απάντησε με νόημα. «Γι’ αυτό, μην ανησυχείς αδερφέ μου. Στο καλό!».
Αναγκάστηκα να τον χαιρετήσω γρήγορα φωνάζοντας του ένα «ευχαριστώ, να ‘σαι καλά» και έφυγα εντυπωσιασμένος για το γεγονός, σκεπτόμενος ότι αυτό που μόλις συνέβη ήταν ένα μήνυμα ότι άνθρωποι σαν τον Γέροντα Παΐσιο, παρόλο που φεύγουν απ’ τον κόσμο σωματικώς είναι περισσότερο παρόντες μετά θάνατον, απ’ ότι ήταν πριν, κι έτσι το συναισθηματικό κενό που είχα να ήταν λίγο απερίσκεπτο.
Επίσης, κατάλαβα ότι απ’ τον άνθρωπο αυτόν του Θεού θα βλέπαμε περισσότερα «σημεία και τέρατα» στο μέλλον και συνειδητοποίησα από τότε, ότι θα ερχόταν γρήγορα η ώρα που θα προσευχόμαστε σε αυτόν μπροστά σε αγιογραφημένες εικόνες του.
Ακόμα, ότι όλοι εμείς που γνωρίσαμε τον Γέροντα Παΐσιο (και άλλους, φυσικά, σύγχρονους Αγίους) βρισκόμαστε με τη σειρά μας, στη θέση εκείνων που θαυμάζαμε επειδή έζησαν από κοντά παλαιούς μεγάλους Αγίους και Μάρτυρες (σημειωτέον ότι ο Γέροντας απολαμβάνει και τα δύο στεφάνια) και τους οποίους βλέπουμε αγιογραφημένους αιώνες τώρα και διαβάζουμε για τις ζωές και τα διδάγματα τους˙ και αυτό δεν θα αποτελούσε για εμάς μία ευλογία προς καύχηση, αλλά ένα βαρύ χρέος πνευματικής αξιοποίησης και μετάδοσης αυτών των εμπειριών, με ταπεινότητα και σεβασμό. Δηλαδή, με εκείνη την «πνευματική αρχοντιά» που δίδασκε όλους με τα έργα του.
Πάντως, το γεγονός αυτό μαζί με την ασυνήθιστη και ευφρόσυνη φιγούρα της νεανικής εκείνης μορφής την οποία, ενώ περνούσα από εκεί που την είδα σχεδόν καθημερινά αλλά δεν ξαναείδα, χαράχθηκε γλυκά και ανεξίτηλα στη μνήμη μου.
* * *
Μετά από λίγα χρόνια κυκλοφορούσαν ήδη αρκετά βιβλία για τον Γέροντα Παΐσιο που έπαιρνα και ‘γω, φυσικά, για να διαβάζω και να τα απορροφώ, αν και μερικά απ’ αυτά επαναλάμβαναν ίδια περιστατικά. Ξεφυλλίζοντας, όμως, τις πρώτες σελίδες ενός από αυτά, το βλέμμα μου κόλλησε πάνω σε μία φωτογραφία που ήταν του νέου που είχα συναντήσει τότε…
Πρόκειται, για μία νεανική φωτογραφία του Γέροντα, που τραβήχτηκε κατά τη διάρκεια, αν θυμάμαι καλά, του εμφυλίου πολέμου και βρισκόταν μέσα σε χιόνια φορώντας στρατιωτική στολή. Δεν μπορούσα να το χωνέψω και κοιτούσα επίμονα μήπως έκανα κάποιο λάθος, αλλά η μορφή του Γέροντα στη φωτογραφία αυτή, σε νεανική ηλικία έχοντας το ίδιο και απαράλλακτο χαρούμενο ύφος του, ήταν ακριβώς τα ίδια με του νέου που είχα συναντήσει στο δρόμο. Όλα τα αξέχαστα χαρακτηριστικά του ανθρώπου που συνάντησα, συνομίλησα και δεν ξέχασα ποτέ, ήταν απόλυτα ταιριαστά σαν κλωνοποιημένα με εκείνα που έβλεπα στη φωτογραφία.
Αισθάνθηκα μέσα μου τη βεβαιότητα ότι ήταν ο ίδιος ο Γέροντας και πάλεψα να μην ξεχάσω την αναξιότητα μου. Δεν αισθάνθηκα μεγάλη έκπληξη για το γεγονός αυτό, αν και δεν μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό ότι υπήρχε ενδεχόμενο να ήταν, «εν ετέρα μορφή», ο ίδιος ο Γέροντας Παΐσιος που είχα συναντήσει στη μέση του δρόμου. Ούτως ή άλλως, εγώ δεν είχα δει ποτέ νεανική φωτογραφία του μέχρι τότε, ώστε να μπορέσω να συνταιριάξω άμεσα το γεγονός ότι ο νέος ήταν ο Γέροντας, παρόλο που το πρόσωπο του μου απέδιδε οικειότητα. Είχα απλά συμπεράνει, ότι το συμβάν εκείνο του 1994 στην οδό Πειραιώς ήταν σίγουρα, μία πρόνοια του Θεού να φωτίσει έναν ευσεβή νέο, ώστε να μου μιλήσει και να παρηγορηθώ με τα λεγόμενα του, σε μία στιγμή και μία περίοδο που το χρειαζόμουν καθοριστικά, όπως θα φαινόταν και στη συνέχεια.
Τα τελευταία είκοσι χρόνια, επειδή κυκλοφόρησαν πολλά βιβλία και δημοσιεύματα, από διάφορες πηγές πίστευα ότι δεν θα έπρεπε πέραν του στενού και οικογενειακού περιβάλλοντος μου, να γνωστοποιήσω (και) τα δικά μου βιώματα μέχρι, ίσως, να δοθεί η σωστή αφορμή στον σωστό χρόνο. Το περιστατικό αυτό μαζί με όλα τα υπόλοιπα συνολικά, αποφάσισα να αποστείλω στην Ηγουμένη της Σουρωτής, με όλα τα βιογραφικά μου στοιχεία που επιβεβαιώνουν, με το παραπάνω, του λόγου το ασφαλές και τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν επώνυμα, μαζί με τα χιλιάδες άλλα, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Παντού αλλού, όμως, επιθυμώ να μαρτυρώ για τον Γέροντα ως ένας εκ των ελαχίστων ανωνύμων, που άλλωστε είμαι.
Με πρόχειρες και συγκρατημένες μετρήσεις, μπορεί να υπολογίσει κάποιος που γνώριζε τον Γέροντα, ότι ειδικά από τότε που άρχισε να γίνεται περισσότερο γνωστός στο ευρύ κοινό, έχει δεχθεί την επίσκεψη εκατοντάδων χιλιάδων διαφορετικών ανθρώπων από την Ελλάδα και τον υπόλοιπο κόσμο. Σχεδόν μισό εκατομμύριο άνθρωποι έχουν βοηθηθεί προσωπικά, και κατ’ επέκταση οι οικογένειες τους, ώστε να μιλάμε χωρίς υπερβολή αλλά και ρεαλισμό για εκατομμύρια ανθρώπους ωφελημένους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, άμεσα ή έμμεσα απ’ τον Όσιο αυτό άνθρωπο που λεγόταν Παΐσιος Μοναχός.
Με αφορμή, λοιπόν, τα είκοσι χρόνια χωρίς τον Γέροντα Παΐσιο ή μάλλον τα είκοσι χρόνια που είναι περισσότερο κοντά σε όλους μας, παραθέτω και καταθέτω αυτήν την μικρή πνευματική «μπαταρία» σε όποιον τη χρειάζεται, είτε για απόθεμα είτε για πνευματική επαναφόρτιση.
Άλλωστε, αυτό δεν έκανε πάντα ο Γέροντας και αρεσκόταν να λέει; Ότι «το Άγιο Όρος γεμίζει τις μπαταρίες μας».
http://orthognosia.blogspot.ca
Ἡ ἀληθινὴ θεολογία κατὰ τὸν Ὅσιο Γέροντα Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη
Τοῦ Ἰωάννη Τάτση, Θεολόγου
Ἡ
ἁγιοκατάταξη τοῦ Ὁσίου Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου ἀποτέλεσε τὴν
ἐπισφράγιση ἀπὸ τὴν Ποιμαίνουσα Ἐκκλησία τῆς βέβαιης πεποίθησης πλήθους
πιστῶν ὅτι ὁ Γέροντας ὑπῆρξε πράγματι μέγας ἀσκητὴς καὶ ὅσιος.
Ὁ Γέροντας Παΐσιος διακρίθηκε μάλιστα γιὰ κάτι σπάνιο στὴν ὀρθόδοξη
μοναχικὴ παράδοση. Ἐνῶ ὑπῆρξε ἐραστὴς τῆς ἡσυχίας καὶ τοῦ ἡσυχαστικοῦ
τρόπου ζωῆς θυσίασε γιὰ τὴν ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων ὄχι μόνο τὴν ἡσυχία αὐτὴ
ἀλλὰ καὶ ὅλον τὸν ἑαυτὸ του λιώνοντας κυριολεκτικὰ στὴ φλόγα τῆς ἀγάπης
τῶν συνανθρώπων. Τὴν ἀνύστακτη ὁλονύκτια προσευχὴ του διαδεχόταν ἡ
ὁλοήμερη ἀνάλωσή του στὰ προβλήματα τοῦ κόσμου, ἡ ὑπομονετικὴ καὶ
καρτερικὴ ὑποδοχὴ πλήθους ἐπισκεπτῶν καὶ ἡ πλήρης ἀγάπης προσέγγιση τῶν
πάντων. Τὸ καθημερινό του πρόγραμμα δὲν ἐπέτρεπε πολύωρη ἀφιέρωση στὴν
μελέτη πατερικῶν κειμένων ἀφοῦ προέκρινε τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ ὑπὲρ
παντός τοῦ κόσμου. Ὡστόσο προέτρεπε στὴν ἀνάγνωση πατερικῶν κειμένων,
κυρίως μάλιστα ἀσκητικῶν καὶ ὁ ἴδιος ἀγαποῦσε πολὺ καὶ μελετοῦσε τὸν
ἀββᾶ Ἰσαὰκ τὸν Σύρο.
Στὴν
ἐποχὴ μας μετατρέψαμε τὴ θεολογία σὲ φιλοσοφία ἢ ἀκόμη χειρότερα σὲ
ἀοριστολογία, ἑρμηνεύουμε τὴ διδασκαλία τῶν ἁγίων Πατέρων ὅπως
νομίζουμε, ἀρκεῖ νὰ...
ἐξυπηρετοῦν
τὶς ἀπόψεις μας, ἀκόμη δὲ χειρότερα, μὲ περισσὸ θράσος σχεδιάζουμε τὴν
ὑπέρβασή τους μὲ τὴ λεγόμενη μεταπατερικὴ θεολογία. Ὁ λόγος τοῦ Ὁσίου
Γέροντος Παϊσίου μᾶς δίνει τὴν πραγματικὴ διάσταση τῆς θεολογίας. Γράφει
ὁ Ὅσιος Γέρων: «Θεολογία εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ποὺ συλλαμβάνεται ἀπὸ
τὶς ἁγνές, τὶς ταπεινὲς καὶ ἀναγεννημένες πνευματικὰ ψυχὲς καὶ ὄχι τὰ
λόγια τοῦ μυαλοῦ, ποὺ φτιάχνονται μὲ φιλολογικὴ τέχνη καὶ ἐκφράζονται μὲ
τὸ νομικὸ ἢ τὸ κοσμικὸ πνεῦμα. Τὰ φτιαχτὰ λόγια δὲν μποροῦν νὰ μιλήσουν
στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως δὲν μπορεῖ νὰ μιλήσει ἕνα ὄμορφο ἄγαλμα,
ἐκτὸς ἐὰν οἱ ἀκροατὲς εἶναι πολὺ κοσμικοὶ καὶ εὐχαριστιοῦνται ἁπλῶς ἀπὸ
τὶς ὄμορφες κουβέντες. Ἡ θεολογία ποὺ διδάσκεται σὰν ἐπιστήμη, συνήθως
ἐξετάζει τὰ πράγματα ἱστορικὰ καὶ ἑπόμενο εἶναι νὰ τὰ καταλαβαίνει
ἐξωτερικὰ καὶ ἐπειδὴ λείπει ἡ πατερικὴ ἄσκηση, τὰ ἐσωτερικὰ βιώματα,
εἶναι γεμάτη ἀπὸ ἀμφιβολίες καὶ ἐρωτηματικά, διότι μὲ τὸ μυαλὸ δὲν
μπορεῖ νὰ καταλάβει κανεὶς τὶς θεῖες ἐνέργειες, ἐὰν δὲν ἀσκηθεῖ πρῶτα νὰ
τὶς ζήσει, γιὰ νὰ ἐνεργήσει μέσα του ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ».
Μεγάλο
μέρος τοῦ θεολογικοῦ λόγου ποὺ ἐκφέρεται σήμερα εἶναι, ὅπως εὔστοχα
ἔλεγε ὁ Ὅσιος Γέρων, φτιαχτὰ λόγια ποὺ ἀπευθύνονται σὲ κοσμικοὺς
ἀνθρώπους. Ὅλοι ὅμως διψᾶμε γιὰ τὰ ἐσωτερικὰ βιώματα, τὴν πνευματικὴ
ἄσκηση καὶ τέλος τὴν ἐνέργεια τῆς Θείας Χάριτος ποὺ θὰ μᾶς ξεδιψάσει
πραγματικά. Ἡ πραγματικὴ τιμὴ πρὸς τὸν Ὅσιο Γέροντα Παΐσιο εἶναι ἡ
μίμηση τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς του καὶ ἡ προσπάθειά μας νὰ ἐφαρμόσουμε στὴν
πράξη ὅσα ἐκεῖνος μᾶς δίδαξε μέσα ἀπὸ τὴν πολυετῆ ἀσκητική του πείρα. Ἡ
πνευματικὴ διδασκαλία τοῦ Γέροντος Παϊσίου ἔχει ἐν πολλοῖς καταγραφεῖ σὲ
βιβλία καὶ αὐτὴ ὀφείλουμε ὄχι μόνο νὰ μελετήσουμε πάλιν καὶ πολλάκις
ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποφασίσουμε νὰ τὴν ἐφαρμόσουμε. Ὁ Θεὸς μᾶς ἔστειλε τὸν Ὅσιο
Παΐσιο γιὰ νὰ μᾶς διδάξει μὲ τρόπο ἁπλό, σαφῆ, κατανοητό, εὐχάριστο,
πραγματικὰ χαριτωμένο τὴν διαχρονικὴ πατερικὴ ὁδὸ τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς ποὺ
ὁδηγεῖ μὲ ἀσφάλεια στὸ λιμάνι τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν.
Ὀρθόδοξος Τύπος, 30/1/2015
Ο Γέροντας της καρδιάς μας…( Αγιος Παΐσιος )
Τέσσερις Βολιώτες μιλούν στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ για τη γνωριμία τους με τον Αγιο Παΐσιο
Τόπος
κατάνυξης και προσκυνήματος έχει καταστεί η Μονή του Αγίου Ιωάννη του
Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης, όπου συρρέει πλήθος πιστών,
κλείνοντας ευλαβικά το γόνυ μπροστά στον τάφο του γέροντα Παΐσιου του
Αθωνίτη, ο οποίος αγιοποιήθηκε πρόσφατα με απόφαση του Οικουμενικού
Πατριαρχείου. Είκοσι ένα χρόνια μετά την κοίμησή του, η πνευματική
παρακαταθήκη, τα λόγια και οι διδαχές του Γέροντα Παΐσιου παραμένουν
πηγή δύναμης και ελπίδας για εκατομμύρια ψυχές. Ανθρωποι από κάθε γωνιά
της γης, μεταξύ αυτών και αναρίθμητοι Βολιώτες, είχαν την ευκαιρία να
γνωρίσουν το φωτισμένο Γέροντα, να ακούσουν τα λόγια του και να λάβουν
την ευχή του.
Ρεπορτάζ: ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΥΔΡΑΙΟΥ
Ο Αγιος
Παΐσιος o Αγιορείτης, κατά κόσμον Αρσένιος Εζνεπίδης, ο οποίος γεννήθηκε
στις 25 Ιουλίου 1924 και κοιμήθηκε στις12 Ιουλίου 1994, έγινε ευρέως
γνωστός για τον βίο και το έργο του. Η κατάταξή του στο Αγιολόγιο της
Ορθόδοξης Εκκλησίας πραγματοποιήθηκε στις 13 Ιανουαρίου 2015 σύμφωνα με
την Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ασκήτευσε στο Αγιο Ορος
και στο Ορος Σινά, ενώ η επίγεια πορεία του συνδέθηκε με την Παναγούδα,
όπου τον επισκέπτονταν πλήθη πιστών. Ηταν τόσο μεγάλο το πλήθος, ώστε
υπήρχαν ειδικές σημάνσεις που έδειχναν τον δρόμο προς το κελί του. Παρά
το βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο
να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Εξακολούθησε όμως να
δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες, ενώ συνήθιζε
επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες
σαν ευλογία.
Καταλυτική γνωριμία
Η γνωριμία
με τον Αγιο Παΐσιο ήταν καταλυτική για πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι
έκαναν κανόνα ζωής τα λόγια και τις συμβουλές του, κρατώντας τα ως
πολύτιμη πνευματική παρακαταθήκη. Τέσσερις Βολιώτες, οι οποίοι είχαν την
τύχη να τον γνωρίσουν, καταθέτουν τις μαρτυρίες τους στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ,
τονίζοντας ότι ήταν συγκλονιστικές και καθοριστικές για την μετέπειτα
ζωή τους, οι στιγμές που βίωσαν.
Με ιδιαίτερη
συγκίνηση ανακαλεί προσωπικές μνήμες ο Γιάννης Νικολόπουλος,
συνταξιούχος Τελωνειακός, ο οποίος επισκέφθηκε για πρώτη φορά τον
Γέροντα Παΐσιο τον Οκτώβριο του 1992, στο ασκητήριό του, την Παναγούδα,
μαζί με παρέα φίλων του. Η συγκλονιστική μαρτυρία του κ. Νικολόπουλου
είναι καταγεγραμμένη στο βιβλίο του Νικόλαου Α. Ζουρνατζόγλου, με τίτλο
«Μαρτυρίες προσκυνητών-Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης 1924-1994» και
σκιαγραφεί με έντονα συναισθήματα μια συγκλονιστική εμπειρία ζωής. «Ενας
από την παρέα μου τον ρώτησε: «Γέροντα, όταν έχεις ένα πάθος και το
παλεύεις, και αυτό, αντί να υποχωρεί, γιγαντώνεται, τι παραπάνω πρέπει
να κάνεις για να απαλλαγείς από αυτό;». O Γέροντας απάντησε: «Δεν
πολεμάται ποτέ το πάθος κατακέφαλα. Δε θα το νικήσουμε ποτέ έτσι.
Πολεμάμε την αιτία που δημιουργεί το πάθος. Π.χ. είσαι χαρτοπαίκτης;
(Λέγοντας τη λέξη αυτή, με κοίταξε κατάματα. Ημουν, βλέπετε,
χαρτοπαίκτης και δεν το είχα πει στο Γέροντα). Δεν συναναστρεφόμαστε με
χαρτοπαίκτες, ούτε συχνάζουμε σε λέσχες και καφενεία όπου παίζουν
χαρτιά. Αλλάζουμε φίλους και τόπο. Να θυμάστε: το πάθος δεν πεθαίνει
εύκολα, απλώς κοιμάται και όταν υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες, ξυπνάει
και γίνεται μεγαλύτερο από πρώτα. Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή και
προσευχή. Μετά από εκείνη την επίσκεψή μου στο Γέροντα, με τη βοήθεια
του Θεού και τις ευχές του, δεν ξαναέπαιξα χαρτιά μέχρι σήμερα» αναφέρει
ο κ. Νικολόπουλος, υπογραμμίζοντας ότι οι διδαχές του Γέροντα Παΐσιου
ήταν καθοριστικές για τη μετέπειτα ζωή του.
Υπόδειγμα
ταπεινότητας, υπομονής και πίστης, χαρακτηρίζουν το Γέροντα Παΐσιο όσοι
είχαν την τύχη να λάβουν την ευχή του. Ο Γιώργος Σάμιος, οδηγός ταξί,
αναφέρει: «Τον Γέροντα Παΐσιο τον είδα για πρώτη φορά σε ένα Μετόχι της
Μονής Σινά, κοντά στην Αμερικάνικη πρεσβεία στην Αθήνα και κατόπιν τον
επισκέφτηκα στο Αγιο Ορος. Ακούγοντάς τον εντυπωσιάστηκα τόσο, ώστε
αποφάσισα τη συζήτησή μας, να την κάνω θέμα διάλεξης, με μια ομάδα νέων.
Παρότι πέρασαν τριάντα χρόνια, θυμάμαι τη συνάντησή μας σαν να έγινε
χθες. Ο Γέροντας έβλεπε μέσα στην ψυχή του καθενός και το πρώτο που μας
ρωτούσε ήταν «εξομολογείσαι; Εχεις πνευματικό;». Προσωπικά με
απασχολούσε ένα θέμα και το συζήτησα με τον Γέροντα, ο οποίος μου είπε
τι θα γινόταν και όντως μετά από 20 χρόνια, το πρόβλημα που με
απασχολούσε, λύθηκε με τον τρόπο που είπε». Ο κ. Σάμιος περιγράφει
«άνθρωπο του Θεού» τον Γέροντα Παΐσιο, ο οποίος συχνά έλεγε ότι «πρέπει
να υπακούμε και όταν αδικούμαστε, γιατί ο Θεός ανταποδίδει την υπομονή
στην αδικία», για να προσθέσει ότι «κράτησα τις διδαχές του, που σήμερα
τις βλέπουμε γραμμένες σε βιβλία».
Ο Γεωπόνος
Αντώνης Παπαντωνίου επισκέφθηκε τρεις φορές το Γέροντα Παΐσιο,
υπογραμμίζοντας ότι «πάντα καθόμουν σε μια άκρη και άκουγα τις
απαντήσεις του. Παρά το γεγονός ότι δεν είχε πραγματοποιήσει εγκύκλιες
σπουδές, είχε τελειώσει μόνο το Δημοτικό, είχε μια τεράστια παιδεία και
μέσα από έναν πολύ απλό προφορικό λόγο, σου έλεγε πράγματα πολύ δύσκολα.
Ο προφορικός του λόγος ήταν πολύ απλός και πολύ κατανοητός».
Ανατρέχοντας στις μνήμες εκείνης της περιόδου, ο κ. Παπαντωνίου αναφέρει
ότι πλήθος ανθρώπων οι οποίοι αντιμετώπιζαν διάφορα προβλήματα,
επισκέπτονταν τον Γέροντα για να ζητήσουν τη συμπαράσταση, τη συμβουλή
και την ευλογία του. «Μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση, αναφέρει ο ίδιος,
όταν τον ρώτησε ένας απλός, θρησκευόμενος άνθρωπος, «δουλεύουμε από το
πρωί ίσαμε το βράδυ χειρονακτικά κι όταν πάμε στην Εκκλησία είμαστε
κουρασμένοι. Δεν μπορούμε να παρακολουθήσουμε τη λειτουργία. Μήπως
αμαρτάνουμε;».Ο Γέροντας απάντησε ότι «η Εκκλησία και η λειτουργία είναι
όπως ένα μεγάλο καράβι. Οπως μπαίνεις μέσα το καράβι για να ταξιδέψεις
στον προορισμό σου, όσο κουρασμένος κι αν είσαι, πήγαινε στην Εκκλησία,
άκου τη λειτουργία κι όταν θα φύγεις μετά την απόλυση, θα έχεις κερδίσει
πολλά». Μέσα από την απλότητα του λόγου, επισημαίνει ο κ. Παπαντωνίου,
σου έδινε εξηγήσεις και λύσεις».
Ο Φιλόλογος
Γιάννης Πατρίκος, θυμάται χαρακτηριστικά: «Είχα την ιδιαίτερη ευλογία να
τον συναντήσω τρεις φορές στο ησυχαστήριό του, στην Παναγούδα κοντά
στις Καριές του Αγίου Ορους. Εκεί ήταν ο γέροντας και ήταν λίγο δύσκολο
να πλησιάσει κανείς, γιατί πήγαινε πολύς κόσμος. Μπαίναμε μέσα με τη
σειρά. Χτυπούσαμε ένα κουδουνάκι και μας άνοιγε την πόρτα. Για καθίσματα
είχε κούτσουρα από κορμούς δένδρων και πάντοτε ελεύθερη την ευλογία,
λουκουμάκι και νεράκι, και δίδασκε. Ελεγε διάφορες συμβουλές. Τον
γνώρισα τον Ιούλιο του 1980. Είχαμε πάει για πρώτη φορά στο Αγιο Ορος με
το Χρήστο Ζαχαρόπουλο και το Θωμά Παπαθωμαΐδη. Ηταν μια πολύ ευλαβική
φυσιογνωμία, Αγία μορφή πραγματικά και ο λόγος ο οποίος έβγαινε από τα
χείλη του, ήταν θεόπνευστος.
Κάποια άλλη
φορά, είχε λιγότερους επισκέπτες και μπορούσαμε να τον δούμε και κατ’
ιδίαν. Πηγαίναμε παραπέρα όπου ήταν μια βελανιδιά και είχε ένα
καθισματάκι ο γέροντας όπου κάθονταν και συνομιλούσε με όσους ήθελαν να
του εκμυστηρευτούν το πρόβλημά τους. Ηταν θεόπνευστα τα λόγια του. Εδινε
συμβουλές για τη ζωή, είμαστε νέοι τότε, για τις οικογένειές μας. Ηταν
όντως Αγία μορφή, ένιωθε κατάνυξη κανείς όταν τον αντίκριζε. Ηταν
συγκλονιστικές οι στιγμές αυτές» υπογραμμίζει ο κ. Πατρίκος.
Οι διδαχές του Αγίου
Η προτροπή
του Γέροντα ήταν: «να σκεπτόμαστε θετικά για τον συνάνθρωπο και όχι
αρνητικά, γιατί αλλιώς εισέρχεται η πονηριά στον άνθρωπο και η
ισχυρογνωμοσύνη».
Παράλληλα ο
ίδιος ανέφερε: «Ό,τι προσφέρουμε ή κάνουμε, πρέπει να γίνεται φιλότιμα
και όχι αναγκαστικά και συμφεροντολογικά. Να μην ακολουθούμε από φόβο
αλλά να έχουμε θέληση και καλή προαίρεση, όπως και ο Χριστός όταν ήρθε
σε αυτόν τον κόσμο».
Πάγια θέση
του ήταν ότι «δεν πρέπει συνέχεια να μεριμνούμε για τα «βιοτικά»
πράγματα, γιατί ο Θεός προνοεί έτσι ώστε να μας δίνει αυτό που ποθούμε,
πολλές φορές πριν καν το ζητήσουμε, αρκεί το μυαλό μας να βρίσκεται σε
Αυτόν και να προσευχόμαστε».
Η πλήρης
υπακοή, σύμφωνα με το γέροντα επιφέρει την ταπείνωση που είναι η αρχή
όλων των καλών κι όπως έλεγε συχνά: «Οι αδικημένοι είναι τα πιο
αγαπημένα παιδιά του Θεού».
Πηγή: artoklasia.blogspot.ca
Γέροντας Παΐσιος, ένας Παγκόσμιος Άνθρωπος
Ο Γέροντας Παΐσιος γεννήθηκε σε ένα κεφαλοχώρι του ακριτικού Ελληνισμού της Καππαδοκίας, τα Φάρασα.
Αυτό βρίσκεται διακόσια περίπου χιλιόμετρα νοτίως της Καισαρείας και
παρά την απομόνωσή του στα βάθη της Μικράς Ασίας κατόρθωσε να διατηρήσει
πιστά «την Ορθοδοξία,την ελληνική συνείδηση και την γλώσσα»[1].
Δεν ήταν
άπατρις ούτε διεθνιστής. Ήταν πατριώτης και έλεγε: «Η πατρίδα είναι μια
μεγάλη οικογένεια». Αλλά έκανε την πατρίδα του εφαλτήριο για κάθε
πατρίδα. Κυρίως βέβαια την έκανε εφαλτήριο για την ουράνια πατρίδα, την
παγκόσμια οικογένεια του Θεού, στην οποία μπαίνει ο άνθρωπος, όταν
αφήσει την επίγεια οικογένεια και την επίγεια πατρίδα του. Αγαπούσε το
έθνος του και καυτηρίαζε με προφητικό πνεύμα τις ανθελληνικές
προπαγάνδες που πλαστογραφούν την ιστορία και εγείρουν εδαφικές
διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδος. Ταυτόχρονα όμως αγκάλιαζε με την
αγάπη του όλα τα έθνη, όλους τους λαούς.
Γνώρισε την
εποχή της παγκοσμιοποήσεως, αλλά δεν παγκοσμιοποιήθηκε. Έζησε και
εξέφρασε με άλλον τρόπο την ενότητα του κόσμου· με τον τρόπο που την
έζησαν και την εξέφρασαν μέσα στην ιστορία της Εκκλησίας οι μεγάλοι
Πατέρες και Άγιοί της. Την έζησε ως παγκοσμιότητα, αγκαλιάζοντας με την
αγάπη και την προσευχή του ολόκληρο τον κόσμο, όπως ο Κύριος στην
Γεθσημανή.
Αγωνίστηκε
υπεράνθρωπα, συνέτριψε το εγώ του, ασκήθηκε να μεταφέρει τον εαυτό του
στην θέση του άλλου, του κάθε άλλου, και έγινε παγκόσμιος. Με την
απομάκρυνση από τον κόσμο, με την ησυχία και την άσκηση, με «το
πνευματικό ξεχέρσωμα της κοσμικής καρδιάς» από αγάπη για τον Θεό,
μπορεί, όπως γράφει ο ίδιος, «ο ένας άνθρωπος να χωρέση μέσα στην καρδιά
του όλους τους ανθρώπους, όλα τα ζώα και όλα τα φίδια ακόμη, μαζί και
όλη την όμορφη φύση του Θεού»[2].
Χαρακτηριστικό
γνώρισμα του παγκόσμιου ανθρώπου είναι η προσευχή του για όλον τον
κόσμο. Και αυτό αισθητοποιείται με την παρουσία των παγκοσμίων πατέρων
της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι μεγάλοι
άγιοι και ασκητές της Εκκλησίας μας, όπως είναι ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος, ο
Διονύσιος Αρεοπαγίτης, ο όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, χαρακτηρίζονται
στους Βίους η στους Ύμνους τους ως «πατέρες παγκόσμιοι»[3].
Στην
ψευδώνυμη ενοποίηση του κόσμου, που επιδιώχθηκε στο παρελθόν, αλλά και
προωθείται συστηματικά στην εποχή μας με την λεγόμενη παγκοσμιοποίηση, η
Εκκλησία αντιτάσσει διαχρονικά την παγκοσμιότητα.Η παγκοσμιοποίηση
επιδιώκεται εκ των έξω. Προωθείται με τον εξαναγκασμό. Δεν ενδιαφέρεται
για το ανθρώπινο πρόσωπο. Δεν ασχολείται με τον εσωτερικό κόσμο των
ανθρώπων, εκτός αν βρίσκει εκεί σημεία συνδέσεως και ομαδοποιήσεώς τους.
Επιχειρεί να ενοποιήσει τους ανθρώπους σε σχέση με κάποιον κοινό
εξωτερικό σκοπό η με κάποιο αντικείμενο· την οικονομία, την ασφάλεια,
την εύκολη επικοινωνία. Και για να επιτύχει τον σκοπό της, ισοπεδώνει
τους ανθρώπους και τους αντιμετωπίζει ως ομογενοποιήσιμο υλικό, στην
διάθεση των συμφερόντων των ισχυρών.
Σε
διαμετρικώς αντίθετη κατεύθυνση κινείται η παγκοσμιότητα. Αυτή δεν
επιδιώκεται εκ των έξω ακτιβιστικά, αλλά καλλιεργείται στον έσω άνθρωπο
ησυχαστικά. Θεμελιώνεται στο ανθρώπινο πρόσωπο και ευρύνει την
ατομικότητα σε προσωπικότητα. Δεν έχει καμία σχέση με την βία της
εξωτερικής παγκοσμιοποιήσεως, αλλά οικοδομείται με την ελευθερία της
ψυχικής συναδελφώσεως. Η παγκοσμιοποίηση οδηγεί στην μαζοποίηση των
ανθρώπων και την χειραγώγησή τους από τους ισχυρούς της γης. Η
παγκοσμιότητα βλέπει τον κάθε άνθρωπο ως ορίζοντα φανερώσεως ολόκληρου
του είναι· τον διανοίγει σε ολόκληρο τον κόσμο, τον τιμά ως μοναδικό
και ανεπανάληπτο πρόσωπο και τον υψώνει στην θεανθρώπινη κοινωνία.
Η
παγκοσμιότητα δεν οικοδομείται με παγκοσμιοποιημένα άτομα αλλά με
παγκόσμια πρόσωπα. Επιπλέον αυτή δεν περιορίζεται στην ανθρωπότητα, αλλά
ενστερνίζεται ολόκληρη την κτιστότητα. Οι παγκόσμιοι άνθρωποι της
Εκκλησίας είχαν και αυτό το γνώρισμα. Αγκάλιαζαν με την αγάπη τους όχι
μόνο όλους τους ανθρώπους, εχθρούς και φίλους, αλλά και ολόκληρη την
κτίση, ακόμα και τους δαίμονες. Δεν την αντιμετώπιζαν ως «κτήση», δηλαδή
ως ιδιοκτησία του ανθρώπου, αλλά ως έργο και δωρεά του Θεού.
Ο αββάς
Ισαάκ, τον οποίο ευλαβούνταν και μελετούσε ιδιαίτερα ο Γέροντας Παΐσιος,
έλεγε: «Καρδία ελεήμων» είναι «καύσις καρδίας υπέρ πάσης της κτίσεως,
υπέρ των ανθρώπων και των ορνέων και των ζώων και των δαιμόνων, και
υπέρ παντός κτίσματος»[4]. Τέτοια καρδιά είχε και ο Γέροντας Παΐσιος.
Καρδιά παγκόσμια, «ευχέτης του σύμπαντος κόσμου· προσευχόταν για όλους,
όπως για τον εαυτό του»[5]. Σε μία από τις επιστολές του παρατηρεί: «Οι
Μοναχοί δεν προσεύχονται μόνο για τους ζωντανούς και για τους
πεθαμένους, αλλά ακόμη και για τους πιο δυστυχισμένους απ’όλους, τους
δαίμονες, οι οποίοι, δυστυχώς, ενώ έχουν περάσει χιλιάδες χρόνια, όλο
πάνε στο χειρότερο και εξελίσσονται στην κακία τους»[6]. Όπως σημειώνει ο
βιογράφος του, η μεγάλη αγάπη του προς τον Θεό και τον άνθρωπο
«πλημμύριζε την καρδιά του και το ξεχείλισμά της αγκάλιαζε και την άλογη
κτίση»[7].
Συνεχίζεται]
[1]. Ἐκτενή βιογραφία του Γέροντα βλ. Ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, Άγιον Όρος 2004.
[2]. Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Επιστολές, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 6 2002, σ. 178.
[3]. Βλ. τα Κοντάκια των εορτών τους.
[4]. Ισαάκ Σύρου, Λόγος 81, έκδ. Ι. Σπετσιέρη, σ. 306.
[5]. Βλ. Ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, σ. 556.
[6]. Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Επιστολές, σ. 80.
[7]. Ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, σ. 145.
agiotokos-kappadokia.gr
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


