Τρίτη 11 Ιουλίου 2017

Το πνευματικόν φως του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου



Τὸ πνευματικὸν φῶς τοῦ Ὁσίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου
Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Τάτση
1. Εἰσαγωγικά

Ἡ πρόσφατη ἁγιοκατάταξη τοῦ Γέροντος Παϊσίου τοῦ ἁγιορείτου (13 Ἰανουαρίου 2015) χαροποίησε ἰδιαίτερα τὸ ὀρθόδοξο πλήρωµα τῆς Πατρίδας µας, γιατὶ ἐπιβεβαιώθηκε ὅτι καὶ στὶς δύσκολες µέρες µας -ὅπου οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἔχουν ἀποµακρυνθεῖ ἀπὸ τὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ- ὑπάρχουν ψυχὲς ἀφιερωµένες στὸν Θεό, οἱ ὁποῖες ἀναλίσκονται στὴν προσευχή, τὴν ἄσκηση καὶ τὴν ἔµπρακτη ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς τους.

Εἶναι αὐτοὶ ποὺ µὲ ταπείνωση ἀγωνίζονται στὴ ζωή τους καὶ χωρὶς νὰ τὸ συνειδητοποιοῦν οἱ ἴδιοι, γίνονται τὸ ἁλάτι καὶ τὸ φῶς τοῦ κόσµου, σύµφωνα µὲ τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ πρὸς τοὺς µαθητές του: «Ὅ,τι εἶναι τὸ ἁλάτι γιὰ τὴν τροφή, εἶστε κι ἐσεῖς γιὰ τὸν κόσµο. Ἂν τὸ ἁλάτι χάσει τὴν ἁλµύρα του, πῶς θὰ τὴν ἀποκτήσει; ∆ὲ χρησιµεύει πιὰ σὲ τίποτε· τὸ πετοῦν ἔξω στὸ δρόµο καὶ τὸ πατοῦν οἱ ἄνθρωποι. Ἐσεῖς εἶστε τὸ φῶς γιὰ τὸν κόσµο· µιὰ πόλη χτισµένη ψηλὰ στὸ βουνὸ δὲν µπορεῖ νὰ κρυφτεῖ. Οἱ ἄνθρωποι, ὅταν ἀνάψουν τὸ λυχνάρι, δὲν τὸ βάζουν κάτω ἀπὸ τὸ δοχεῖο, µὲ τὸ ὁποῖο µετροῦν τὸ σιτάρι, ἀλλὰ τὸ τοποθετοῦν στὸ λυχνοστάτη, γιὰ νὰ φωτίζει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τοῦ σπιτιοῦ. Ἔτσι νὰ λάµψει καὶ τὸ δικό σας φῶς µπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ δοῦν τὰ καλά σας ἔργα καὶ νὰ δοξολογήσουν τὸν οὐράνιο Πατέρα σας» (Ματθ. ε᾽ 13- 16).

Τὸ παράδειγµα τοῦ ὁσίου Παϊσίου ἦταν ἰδιαίτερα ἐντυπωσιακὸ καὶ εἶχε εὐρύτατη ἀπήχηση στὸ λαό. Πράγµατι ὁ ὅσιος ὑπῆρξε τὸ φῶς καὶ τὸ ἁλάτι ἑνὸς µεγάλου τµήµατος τοῦ λαοῦ µας, ὅσο ζοῦσε. Ἀλλὰ καὶ µετὰ τὴν κοίµησή του (12 Ἰουλίου 1994) συνεχίζεται ἡ εὐεργετική του ἐπίδραση στοὺς σύγχρονους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν τὸν εἶχαν γνωρίσει, ἀλλὰ ἐπισκέπτονται κατὰ χιλιάδες τὸν τάφο του στὸ µονα- στήρι τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὴ Σουρωτή, ἀλλὰ καὶ τὸ ταπεινὸ ὑπαίθριο ἀρχονταρίκι στὴν Παναγούδα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπως ἐπίσης τὸ ἐντυπωσιακὸ µοναστήρι τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου στὸ Στόµιο µέσα στὴ χαράδρα τοῦ Ἀώου καὶ τὴν πατρική του οἰκία στὴν Κόνιτσα.

Ὁ ὅσιος Παΐσιος ἔγινε προσφιλὲς θέµα καὶ σὲ πολλὲς κοσµικὲς ἐφηµερίδες, οἱ ὁποῖες ὡστόσο δὲν στοχεύουν νὰ ἀναδείξουν τὴν ἁγιότητά του, ἀλλὰ γιὰ νὰ αὐξήσουν τὴν κυκλοφορία τους, ἐκµεταλλευόµενες τὴ λαϊκὴ εὐσέβεια. Συνήθως ἀποδίδουν στὸν ὅσιο προφητεῖες καὶ θαύµατα γιὰ ἐντυπωσιασµό, ἀδιαφορώντας γιὰ τὴν ἐγκυρότητά τους. Σὲ τελευταία ἀνάλυση τὰ κείµενα αὐτὰ χαρακτηρίζονται ἀρνητικὰ καὶ δὲν συµβάλλουν στὴν προβολὴ τοῦ Ὁσίου Παϊσίου, ἀντίθετα τὸν µειώνουν καὶ ὑποβαθµίζουν τὴν ἀξία τῶν διδαχῶν του, κρύβοντας συγχρόνως τὴ λάµψη τῆς ἀσκητικῆς του ζωῆς. Τὰ ὅσα γράφουν οἱ κοσµικὲς ἐφηµερίδες εἶναι ἐπιπόλαια, κάποτε καὶ κακόβουλα, γι᾽ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὰ προσέχουν οἱ ἀληθινοὶ χριστιανοί, τὴν ὥρα µάλιστα ποὺ κυκλο- φοροῦν πολλὰ βιβλία γραµµένα ἀπὸ ἀνθρώπους, ποὺ ἔζησαν τὸν ὅσιο καὶ εἶναι ἀξιόπιστα καὶ ψυχωφελῆ.

Πέρα ἐπίσης ἀπὸ τοὺς κοσµικοὺς δηµοσιογράφους, ὑπάρχουν καὶ µερικοὶ µικρόψυχοι καὶ φανατικοὶ παλαιοηµερολογίτες, οἱ ὁποῖοι µιλοῦν ἀπαξιωτικὰ γιὰ τὸν ὅσιο Παΐσιο, γιατὶ δὲν ἀκολουθοῦσε τὴ δική τους τακτικὴ καὶ δὲν ἀµφισβητοῦσε τὸ Οἰκουµενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. ∆υστυχῶς αὐτοὶ µὲ τὴν ἁµαρτωλή τους ἀναπνοὴ ἔχουν σβήσει τὸ φῶς τοῦ ὁσίου γιὰ τὸν ἑαυτό τους καὶ τὸ στόµα τους εἶναι ἀπύλωτο. Καὶ ὅσο ἡ φήµη τοῦ ὁσίου µεγαλώνει, τόσο αὐξάνονται καὶ τὰ δηλητηριώδη βέλη τῆς συκοφαντίας τους. ∆ὲν πρέπει ἀκόµα νὰ ξεχνᾶµε ὅτι καὶ µέσα στὸ Ἅγιον Ὄρος ὑπῆρχαν -καὶ ὑπάρχουν ἀκόµα- μοναχοὶ ποὺ ἀµφισβητοῦσαν τὸν Ὅσιο Παΐσιο καὶ διέδιδαν παιδαριώδη πράγµατα εἰς βάρος του. Παρόλο ποὺ ἡ ἀγάπη του τοὺς σκέπαζε ὅλους, αὐτοὶ ἔχυναν τὸ φαρµάκι τους.

Προσωπικὰ δὲν ἐνοχλοῦµαι πολὺ ἀπὸ τοὺς ἐπικριτὲς τοῦ ὁσίου, γιατὶ σκέφτοµαι ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς εἶχε καθηµερινὰ µπροστά του τοὺς γραµµατεῖς καὶ τοὺς Φαρισαίους, οἱ ὁποῖοι τὸν παρακολουθοῦσαν καὶ ἀµφισβητοῦσαν τὰ θαύµατα καὶ τὴ διδασκαλία του. Καὶ ἂν αὐτὸ συνέβαινε µὲ τὸν Χριστό, γιατὶ νὰ µὴ συµβαίνει καὶ µὲ τὸν ταπεινὸ ὅσιο Παΐσιο; Λυπᾶµαι ὅµως τοὺς φανατικοὺς ἀδελφούς, γιατὶ δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ ἀνανήψουν. Θὰ περάσουν τὴ ζωή τους µέσα στὸ σκοτάδι, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε ταπεινὰ νὰ ζητοῦν τὶς πρεσβεῖες τοῦ ὁσίου.

Παρασκευή 7 Ιουλίου 2017

H μετάνοια όπως την έμαθα από τον όσιο Παΐσιο Ανδρέας Χριστοφόρου, Νομικός


Πολλές φορές τον έχω δει, από το 1979 μέχρι το 1994 που κοιμήθηκε, μα εκτός από μία ερώτηση, που εγώ έκαμα, ουδέποτε τον ερώτησα κάτι, πάντα αυτός μου μίλαγε και με δίδασκε.
Ήταν το 1990, όταν πρωί πρωί φτάσαμε στην Παναγούδα με τον Γιώργο. Μας άνοιξε φιλόξενα και με πήρε αγκαλιά τραβώντας με απαλά κάπου να μείνουμε μόνοι μακρυά από τον φίλο μου.
panagouda2
Με κοιτά στα μάτια και μου λέει:
-«Άκουσε με, Ανδρέα. Πρώτα η σχέση σου με τον Θεό τον οποίο να Αγαπάς με όλη σου την καρδιά που σημαίνει να φυλάσσεις μέσα σου τις Εντολές Του.
Ύστερα, να αγαπάς τη γυναίκα σου, όπως ο Χριστός αγάπησε την Εκκλησία!
Να αγαπάς, σημαίνει να Μετανοείς και να συγχωρείς!
Να έχεις πάντα σαν έγγαμος στο νου τη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου που διαβάζεται στο Μυστήριο του Γάμου: Οι άνδρες να θυσιάζεστε για τη γυναίκα σας, όπως ο Χριστός θυσιάστηκε για την Εκκλησία και την παρουσίασε καθαρή ενώπιον του Πατρός.
Θυσία, σημαίνει Μετάνοια! Να αγαπάς να βρίσκεις το σφάλμα σου, το δοκάρι σου, όπως λέει ο Χριστός και μετά θα διαβλέπεις – δηλαδή θα βλέπεις δια του Χριστού – το σφάλμα της γυναίκας σου, με συμπόνια δηλαδή και θα την συγχωράς από καρδίας. Έτσι θα έρχεται από τον Θεό η Αγάπη που περιμένει η γυναίκα σου. Αυτή είναι η Αγάπη που περιμένει η γυναίκα από τον άνδρα, η Αγάπη που δίνει ο Θεός στον άνδρα που μετανοεί. Όταν δεν υπάρχει ευσυνείδητη Μετάνοια, υπάρχει εξουσία άνδρα στη γυναίκα και η γυναίκα αντιδρά.
Όταν υπάρχει Μετάνοια στον άνδρα, η γυναίκα γίνεται αρνάκι και υπακούει σε όλα τον άνδρα, το κατάλαβες; Αυτό εννοεί όταν λέει οι γυναίκες να υποτάσσονται στον άνδρα, στον άνδρα που θυσιάζεται με την Μετάνοια!»
Έμεινα άφωνος. Γιατί και τότε το 1990 και κάθε φορά, όταν βρισκόμουν μπροστά στους Αγίους Γεροντάδες, σώπαινε ο Νους μου και άνοιγε η καρδιά μου και αυτοί έβλεπαν αυτά που ήθελα και είχα ανάγκη να ακούσω, όχι τόσο για να τα πω, όπως κάνω σήμερα αλλά, για να τα εφαρμόσω και βρω την υγεία μου, να θεραπευτώ.
Το 3ο μέρος της ομιλίας με τίτλο: «Μετάνοια, όπως την έμαθα από σύγχρονους Αγίους και Γεροντάδες», που πραγματοποιήθηκε στον αγ. Δημήτριο Θεσσαλονίκης στο πλαίσιο της Ημερίδας με τίτλο: «Το μεγαλείο της μετάνοιας στη ζωή του ανθρώπου».

Η μετά θάνατον ζωή



Η ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ ΖΩΗ
Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου
Οι υπόδικοι νεκροί
-Γέροντα, όταν πεθάνη ο άνθρωπος, συναισθάνεται αμέσως σε τι κατάσταση βρίσκεται;
Ναι, συνέρχεται και λέει «τι έκανα;», αλλα «φαϊντά γιόκ[1]», δηλαδή δεν οφελεί αυτό. Όπως ένας μεθυσμένος, αν σκοτώση λ.χ. την μάνα του, γελάει, τραγουδάει, επειδή δεν καταλαβαί­νει τι έκανε, και, όταν ξεμεθύση, κλαίει και οδύρεται και λέει «τι έκανα;», έτσι και όσοι σ' αυτήν την ζωή κάνουν αταξίες είναι σαν μεθυσμένοι. Δεν καταλα­βαίνουν τι κάνουν, δεν αισθάνονται την ενοχή τους. Όταν όμως πεθάνουν, τότε φεύγει αυτή η μέθη και συ­νέρχονται. Ανοίγουν τα μάτια της ψυχής τους και συ- ναισθάνονται την ενοχή τους, γιατί η ψυχή, όταν βγη από το σώμα, κινείται, βλέπει, αντιλαμβάνεται με μια ασύλληπτη ταχύτητα.
Μερικοί ρωτούν πότε θα γίνη η Δευτέρα Παρου­σία. Για τον άνθρωπο όμως που πεθαίνει γίνεται κατά κάποιον τρόπο η Δευτέρα Παρουσία, γιατί κρίνεται ανάλογα με την κατάσταση στην οποία τον βρίσκει ο θάνατος.
- Γέροντα, πως είναι οι κολασμένοι;
- Είναι υπόδικοι, φυλακισμένοι, που βασανίζονται ανάλογα με τις αμαρτίες που έκαναν και περιμένουν να γίνη η τελική δίκη, η μέλλουσα κρίση. Υπάρχουν βαρυποινίτες, υπάρχουν και υπόδικοι με ελαφρότερες ποινές.
- Και οι Άγιοι και ο ληστής[2];
- Οι Άγιοι και ο ληστής είναι στον Παράδεισο, άλλα δεν έχουν λάβει την τέλεια δόξα, όπως και οι υπόδικοι είναι στην κόλαση, άλλα δεν έχουν λάβει την τέλεια καταδίκη. Ο Θεός, ενώ έχει πει εδώ και τόσους αιώνες το «μετανοείτε ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών[3]», παρατείνει-παρατείνει τον χρόνο, επειδή περιμένει εμάς[4] να διορθωθούμε. Αλλά εμείς παραμένοντας στις κακομοιριές μας αδικούμε τους Αγίους, γιατί δεν μπορούν να λάβουν την τέλεια δόξα, την οποία θα λά­βουν μετά την μέλλουσα Κρίση.
Η προσευχή και τα μνημόσυνα για τους κεκοιμημένους[5]
- Γέροντα, οι υπόδικοι νεκροί μπορούν να προσεύ­χονται;
- Έρχονται σε συναίσθηση και ζητούν βοήθεια, αλλά δεν μπορούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Όσοι βρί­σκονται στον Άδη μόνον ένα πράγμα θα ήθελαν από τον Χριστό: να ζήσουν πέντε λεπτά, για να μετανοή­σουν. Εμείς που ζούμε, έχουμε περιθώρια μετανοίας, ενώ οι καημένοι οι κεκοιμημένοι δεν μπορούν πια μό­νοι τους να καλυτερεύσουν την θέση τους, αλλά περι­μένουν από μας βοήθεια. Γι' αυτό έχουμε χρέος να τους βοηθούμε με την προσευχή μας.
Μου λέει ο λογισμός ότι μόνον το δέκα τοις εκατό από τους υπόδικους νεκρούς βρίσκονται σε δαιμονική κατάσταση και, εκεί που είναι, βρίζουν τον Θεό, όπως οι δαίμονες. Δεν ζητούν βοήθεια, αλλά και δεν δέχονται βοήθεια. Γιατί, τί να τους κάνη ο Θεός; Σαν ένα παιδί που απομακρύνεται από τον πατέρα του, σπαταλάει όλη την περιουσία του και από πάνω βρίζει τον πατέ­ρα του. Ε, τι να το κάνη αυτό ο πατέρας του; Οι άλλοι όμως υπόδικοι, που έχουν λίγο φιλότιμο, αισθάνονται την ενοχή τους, μετανοούν και υποφέρουν για τις αμαρτίες τους. Ζητούν να βοηθηθούν και βοηθιούνται θετικά με τις προσευχές των πιστών. Τους δίνει δηλα­δή ο Θεός μια ευκαιρία, τώρα που είναι υπόδικοι, να βοηθηθούν μέχρι να γίνη η Δευτέρα Παρουσία. Και όπως σ' αυτήν την ζωή, αν κάποιος είναι φίλος με τον βασιλιά, μπορεί να μεσολαβήση και να βοηθήση έναν υπόδικο, έτσι και αν είναι κανείς «φίλος» με τον Θεό, μπορεί να μεσολαβήση στον Θεό με την προσευχή του και να μεταφέρη τους υπόδικους νεκρούς από την μια «φυλακή» σε άλλη καλύτερη, από το ένα «κρατητήριο» σε ένα άλλο καλύτερο. Η ακόμη μπορεί να τους μετα­φέρη και σε «δωμάτιο» η σε «διαμέρισμα».
Όπως ανακουφίζουμε τους φυλακισμένους με αναψυκτικά κ.λπ. που τους πηγαίνουμε, έτσι και τους νεκρούς τους ανακουφίζουμε με τις προσευχές και τις ελεημοσύνες που κάνουμε για την ψυχή τους. Οι προ­σευχές των ζώντων για τους κεκοιμημένους και τα μνη­μόσυνα είναι η τελευταία ευκαιρία που δίνει ο Θεός στους κεκοιμημένους να βοηθηθούν, μέχρι να γίνη η τε­λική Κρίση. Μετά την δίκη δεν θα υπάρχη πλέον δυνα­τότητα να βοηθηθούν.
Ο Θεός θέλει να βοηθήση τους κεκοιμημένους, γιατί πονάει για την σωτηρία τους, αλλά δεν το κάνει, γιατί έχει αρχοντιά. Δεν θέλει να δώση δικαίωμα στον διά­βολο να πη: «Πως τον σώζεις αυτόν, ενώ δεν κοπίασε;». Όταν όμως εμείς προσευχώμαστε για τους κεκοιμημένους, Του δίνουμε το δικαίωμα να επεμβαίνη. Περισσό­τερο μάλιστα συγκινείται ο Θεός, όταν κάνουμε προ­σευχή για τους κεκοιμημένους παρά για τους ζώντες.

Γέρων Παΐσιος ο Αγιορείτης - υπέρ του γένους και της Πατρίδος



ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
Υπέρ του γένους και της Πατρίδος

Ο Γέροντας, ξεριζωμένος από την βρεφική του ηλικία, και έχοντας ζήσει την φρίκη του πολέμου και της Κατοχής, γνώριζε από την πείρα του ότι το να «διάγωμεν ήρεμον και ησύχιον βίον» είναι μεγάλη ευλογία.
Αγαπούσε την Πατρίδα και έλεγε: «Και η Πατρίδα είναι μια μεγάλη οικογένεια». Δεν επεδίωκε το εθνικό μεγαλείο, την δόξα και την ισχύ με την κοσμική έννοια, αλλά την ειρήνη, την πνευματική άνοδο και την ηθική ζωή των πολιτών, για να μας βοηθά και ο Θεός. Ούτε επιζητούσε την ασφάλεια για να απολαμβάνουν οι άνθρωποι τις ανέσεις τους.
Σε κάποιον Έλληνα θερμό πατριώτη που ζούσε στην Αμερική και προσπαθούσε να προβάλλη την Ελλάδα, συνέστησε ν' αγωνισθή για να αγιάση και ύστερα να προβάλλη σωστά και πνευματικά και την Ελλάδα.
Όπως οι Προφήτες του Ισραήλ συμμετείχαν στην ζωή του έθνους ενεργά με τον τρόπο τους, προσεύχονταν, θρηνούσαν, έλεγχαν βασιλείς, κήρυτταν μετάνοια και προφήτευαν για τα επερχόμενα δεινά, το ίδιο και ο Γέροντας δεν ήταν αδιάφορος και απαθής στα θέματα της Πατρίδος. Ο προφήτης δεν ήταν εθνικιστής που έλεγε: «Διά Σιών ου σιωπήσομαι» . Το ίδιο και η στάση του Γέροντα ήταν καθαρά πνευματική.
Ενώ ζούσε εκτός κόσμου, αγωνίσθηκε όσο λίγοι για το καλό της Πατρίδος. Αξιοθαύμαστη ήταν η δραστηριότητα και η προσφορά του στα εξωτερικά εθνικά θέματα μας. Μιλούσε εναντίον των ανθελληνικών ρευμάτων, των πλαστογράφων της ιστορικής αληθείας, και κυρίως εναντίον των αδίκων εδαφικών διεκδικήσεων σε βάρος της Ελλάδος, των Σκοπιανών, «Πανσλαυϊστών», Αλβανών, Τούρκων κ.ά. Έλεγε: «Ο ένας θέλει την Θεσσαλονίκη, ο άλλος θέλει να φθάση μέχρι την Λάρισα, ο άλλος θέλει το Αιγαίο. Μα τέλος πάντων δεν υπήρχε ποτέ Ελλάδα;».
Επεσήμαινε τούς εθνικούς κινδύνους, πριν ακόμη φανούν. Βοήθησε πολλούς να δουν ξεκάθαρα τις ξένες προπαγάνδες σε βάρος της Πατρίδος, και όσοι είχαν θέσεις και ευαισθησία έλαβαν τα ανάλογα μέτρα.

Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου: Πως εργάζεται ό διάβολος



Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου.
Λόγοι Β- Μέρος β'
1)Πως εργάζεται ο διάβολος"
2) "Ο διάβολος μας βάζει ένεση αναισθησίας"

1) «Ό διάβολος προσπαθεί να άχρηστέψη τον αγωνιστή»

- Γέροντα, μερικές φορές οι πειρασμοί έρχονται ό ένας πάνω στον άλλον και δεν αντέχω.

- Να σου πω μια λύση, για να τους αποφυγής; Θα την δεχθης;
- Ναι.
- Η μόνη λύση για να αποφυγής τους πειρασμούς είναι να... συμμαχήσης με τον διάβολο!... Τι γελάς; Δεν σου αρέσει αύτη η λύση;  Κοίταξε να σου πω. Όσο κανείς αγωνίζεται, θα έχη πειρασμούς και δυσκολίες. Και όσο προσπαθεί να άποφύγη τον πειρασμό, τόσο κόντρα τοϋ πάει ό διάβολος. Άλλα με τους πειρασμούς - αν τους αξιοποιήσουμε σωστά -, δίνεται η ευκαιρία, επειδή μερικές φορές η ζωή μας είναι άντιευαγγελική, να γίνη «ευαγγελική».

- Γέροντα, σκαλώνω σε μερικά ασήμαντα πράγματα και δεν έχω μετά διάθεση να αγωνισθώ για κάτι ανώτερο.
- Αυτά είναι σαν τις νάρκες που βάζει ό εχθρός, για να άχρηστέψη τον στρατό. Το ταγκαλάκι, όταν δη ότι δεν μπορεί να κάνη άλλη ζημιά στον αγωνιστή, κοιτάει πως να τον άχρηστέψη με ασήμαντα πράγματα. Ύστερα, να ξέρης οτι υπάρχουν και μικρά ταγκαλάκια, που κάνουν όμως μεγάλη ζημιά. Μια φορά ρώτησαν ένα μικρό ταγκαλάκι: «Τάχα τι μπορείς να κάνης εσύ;». «Έγώ τι μπορώ να κάνω; Πάω και μπερδεύω τις κλωστές στις μοδίστρες, στους τσαγκάρηδες, απάντησε, και τους κάνω να  θυμώνουν». Τα μεγαλύτερα σκάνδαλα γίνονται από τιποτένια πράγματα, όχι μόνο σ' εμάς, άλλα μερικές φορές και στα κράτη.
 
Στους πνευματικούς ανθρώπους δεν υπάρχουν σοβαρές αφορμές για σκάνδαλα, από τα μικρά παίρνει ό διάβολος αφορμή. Τσακίζει τον άνθρωπο ψυχικά με κάτι χαζά, παιδικά πράγματα, οπότε κάνει την καρδιά του όπως εκείνος θέλει και μένει μετά κανείς ένα κούτσουρο.  

- Γιατί, Γέροντα, ενώ βάζω ενα πρόγραμμα, μια σειρά στον αγώνα μου, και ξεκινώ με διάθεση να αγωνισθώ, σύντομα ξεχνιέμαι;

- Δεν ξέρεις; Το ταγκαλάκι, όταν πάρη είδηση ότι κάνουμε δουλειά πνευματική, τότε γυρίζει το κουμπί αλλού. Ένώ βάζουμε ένα πρόγραμμα, μια άλφα σειρά, βρισκόμαστε σε άλλη και, αν δεν προσέξουμε, το αντιλαμβανόμαστε μετά από μέρες. Γι' αυτό ό αγωνιστής πρέπει να πηγαίνη όλο κόντρα στον διάβολο - φυσικά με διάκριση - και να τον παρακολουθή κάποιος έμπειρος Πνευματικός.  
- Έναν άνθρωπο που δεν κάνει λεπτή εργασία στον εαυτό του, ό σατανάς τον πολεμάει;

- Ό σατανάς δεν πάει σε έναν άχρηστο άνθρωπο, αλλά πάει σε έναν αγωνιστή, για να τον πειράξη και να τον αχρηστέψη. Δεν χάνει τον καιρό του να κάνη λεπτή εργασία σε κάποιον που δεν κάνει λεπτή εργασία. Στέλνει σ' αυτόν που ράβει με σακκορράφα, διάβολο με σακκορράφα. Σ' αυτόν που κάνει λεπτό εργόχειρο, στέλνει διάβολο που κάνει λεπτό εργόχειρο. Σ' αυτόν που κάνει πολύ ψιλό κέντημα, στέλνει διάβολο για πολύ ψιλή εργασία. Σ’ αυτούς που κάνουν χονδρή δουλειά στον εαυτό τους, στέλνει χονδρό διάβολο. Στους αρχαρίους στέλνει, αρχάριο διάβολο.
Οι άνθρωποι που έχουν λεπτή ψυχή, πολύ φιλότιμο και είναι ευαίσθητοι, χρειάζεται να προσέξουν, γιατί βάζει και ό διάβολος την ουρά του και τους κάνει πιο ευαίσθητους, και μπορεί να φθάσουν στην μελαγχολία η ακόμη - Θεός φυλάξοι - και στην αυτοκτονία.
 
Ο διάβολος, ενώ εμάς τους ανθρώπους μας βάζει να πηγαίνουμε κόντρα στον πλησίον μας και να μαλώνουμε, ό ιδιος ποτέ δεν πάει κόντρα. Τον αμελή τον κάνει πιο αμελή, τον αναπαύει με τον λογισμό: «Το κεφάλι σου πονάει, είσαι αδιάθετος, δεν πειράζει και αν δεν σηκωθής για προσευχή». Τον ευλαβή τον κάνει πιο ευλαβή, για να τον ρίξη στην υπερηφάνεια, η τον σπρώχνει να αγωνισθή περισσότερο άπό τις δυνάμεις του, ώστε να αποκάμη και να αφήση μετά όλα τα πνευματικά του όπλα και να παραδοθή ό πρώην πολύ αγωνιστής. Τον σκληρόκαρδο τον κάνει πιο σκληρόκαρδο, τον ευαίσθητο υπερευαίσθητο.
Και βλέπεις πόσοι άνθρωποι, άλλοι γιατί έχουν κάποια ευαισθησία και άλλοι γιατί έχουν κλονισθή τα νεύρα τους, ταλαιπωρούνται με αϋπνίες και παίρνουν χάπια η βασανίζονται και χαραμίζονται στα νοσοκομεία. Σπάνια να δης σήμερα άνθρωπο ισορροπημένο. Έγιναν μπαταρίες οι άνθρωποι.
Οι περισσότεροι είναι σαν να έχουν ηλεκτρισμό. Όσοι μάλιστα δεν εξομολογούνται, δέχονται επιδράσεις δαιμονικές, έχουν έναν δαιμονικό μαγνητισμό, γιατί ό διάβολος έχει εξουσία επάνω τους. Λίγοι άνθρωποι, είτε αγόρια είτε κοπέλες είτε ηλικιωμένοι είναι, έχουν ένα βλέμμα γαλήνιο. Δαιμονισμός! Ξέρεις τι θα πη δαιμονισμός; Να μην μπορής να συνεννοηθής με τον κόσμο.


2)Ό διάβολος μας βάζει ένεση αναισθησίας


-Είπα σε κάποιους γιατρούς που συζητούσαν για την αναισθησία που κάνουν στις εγχειρήσεις: «Του πειρασμού η αναισθησία έχει άσχημες επιπτώσεις στον άνθρωπο, ενώ αυτή που κάνετε εσείς βοηθάει».
Η αναισθησία του διαβόλου εϊναι σαν το δηλητήριο που ρίχνει το φίδι στα πουλιά η στα λαγουδάκια, για να παραλύσουν και να τα καταπιή, χωρίς να αντιδράσουν.
Ο διάβολος, οταν θέλη να πολεμήση έναν άνθρωπο, στέλνει πρώτα ένα διαβολάκι «αναισθησιολόγο», για να κάνη τον άνθρωπο πρώτα αναίσθητο, και μετά πηγαίνει ο ϊδιος και τον πελεκάει, τον κάνει ό,τι θέλει... Άλλα προηγείται ό... «αναισθησιολόγος».
Μας βάζει ένεση αναισθησίας και ξεχνούμε. Να, βλέπεις, οι μοναχοί υποσχόμαστε «υβρισθήναι, χλευασθήναι κ.λπ.», και τελικά, ό πειρασμός μερικές φορές μας μπερδεύει και κάνουμε τα αντίθετα από αυτά που υποσχεθήκαμε. Αλλιώς ξεκινάμε και αλλιώς καταλήγουμε. Για αλλού ξεκινήσαμε να πάμε και αλλού πηγαίνουμε. Δεν προσέχουμε. Δεν σάς έχω πει παραδείγματα;
Παλιότερα, στην Κόνιτσα δεν υπήρχε Τράπεζα. Αναγκάζονταν οι άνθρωποι να πάνε στα Γιάννενα, όταν ήθελαν να πάρουν κανένα δάνειο. Ξεκινούσαν λοιπόν μερικοί από τα γύρω χωριά και πήγαιναν εβδομήντα δύο χιλιόμετρα με τα πόδια, να πάρουν δάνειο, για να αγοράσουν λ.χ. ενα άλογο. Τότε, αν κανείς είχε ένα άλογο, μπορούσε να συντήρηση την οικογένεια του. Έκανε ζευγάρι με το άλογο κάποιου άλλου και όργωνε. Μια φορά ξεκίνησε ένας να πάη στα Γιάννενα, να πάρη δάνειο, για να άγοράση ένα άλογο, να ὸργώνη τα χωράφια του και να μην παιδεύεται να σκάβη με την τσάπα. Πήγε λοιπόν στην Τράπεζα, πήρε το δάνειο και μετά πέρασε και από τα εβραίικα μαγαζιά και χάζευε.
Τον έβλεπε ό ένας Εβραίος, τον τραβούσε μέσα. «Πέρνα μέσα, μπάρμπα, έχω καλό πράγμα!».
Έμπαινε εκείνος μέσα, άρχιζε ό Εβραίος να κατεβάζη τα τόπια από τα ράφια. Τα έπαιρνε, τα τίναζε. «Πάρ' το, του έλεγε, είναι καλό, και για τα παιδιά σου θα σου το δώσω πιο φθηνό».
Έφευγε άπό τον έναν, προχωρούσε παραπέρα, χάζευε σε άλλον. «Έλα, μπάρμπα, μέσα, του έλεγε ό Εβραίος, θα σου το δώσω πιο φθηνό». Κατέβαζε τα τόπια, τα άνοιγε, τα άπλωνε. Ζαλίστηκε στο τέλος ό καημένος. Είχε και λίγο φιλότιμο, σου λέει «τώρα τα κατέβασε τα τόπια, τα άπλωσε...», και δήθεν «για τα παιδιά του πιο φθηνό», έδωσε τα χρήματα που είχε πάρει από την Τράπεζα και αγόρασε ένα τόπι πανί, αλλά και αυτό ήταν χωνεμένο! Μα και ένα τόπι πανί τι να το κάνη; Και ένας πλούσιος δεν έπαιρνε ένα τόπι πανί έπαιρνε όσο του χρειαζόταν.
Τελικά γύρισε στο σπίτι με ένα τόπι σάπιο ύφασμα! «Που είναι το άλογο;», τον ρωτάν. «Έφερα ύφασμα για τα παιδιά!», λέει. Άλλα τι να το κάνουν τόσο ύφασμα; Χρεώθηκε εν τω μεταξύ στην Τράπεζα, και άλογο δεν πήρε παρά ένα τόπι πανί χωνεμένο. Άντε πάλι να πηγαίνη να σκάβη με την τσάπα στα χωράφια, να δυσκολεύεται, για να ξεχρεώση το δάνειο! Αν αγόραζε άλογο, θα επέστρεφε και καβάλα, θα ψώνιζε και λίγα πράγματα για το σπίτι του και δεν θα σκοτωνόταν να σκάβη με την τσάπα! Άλλα για να χαζεύη στα μαγαζιά τα εβραίικα, είδατε τι έπαθε;
Έτσι κάνει και ό διάβολος, σαν τον πονηρό έμπορο σε τραβάει από 'δώ, σε τραβάει από ‘κει, σου βάζει τρικλοποδιές, και τελικά σε καταφέρνει να πας εκεί που θέλει εκείνος. Για άλλου ξεκινάς και αλλού καταλήγεις, αν δεν προσέξης. Σε ξεγελάει και χάνεις τα καλύτερα χρόνια σου.

Απόσπασμα από τις σελίδες  109 -113  του βιβλίου:
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ  Β΄              

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»

ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ