Σάββατο 19 Μαρτίου 2016

ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ: Η ΓΕΝΙΑ ΤΗΣ ΑΔΙΑΦΟΡΙΑΣ


Η ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ
ΦΕΡΝΕΙ ΤΗΝ ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΑΛΛΑ
Ἡ ἀδιαφορία γιὰ τὸν Θεὸ φέρνει τὴν ἀδιαφορία καὶ γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα· φέρνει τὴν ἀποσύνθεση. Ἡ πίστη στὸν Θεὸ εἶναι μεγάλη ὑπόθεση. Λατρεύει ὁ ἄνθρωπος τὸν Θεὸ καὶ ὕστερα ἀγαπάει καὶ τοὺς γονεῖς του, τὸ σπίτι του, τοὺς συγγενεῖς του, τὴν δουλειά του, τὸ χωριό του, τὸν νομό του, τὸ κράτος του, τὴν πατρίδα του. Ἕνας ποὺ δὲν ἀγαπάει τὸν Θεό, τὴν οἰκογένειά του, δὲν ἀγαπάει τίποτε· καὶ φυσικὰ δὲν ἀγαπάει οὔτε τὴν πατρίδα του, γιατὶ καὶ ἡ πατρίδα εἶναι μιὰ μεγάλη οἰκογένεια. Θέλω νὰ πῶ, ὅλα ἀπὸ ἐκεῖ ξεκινᾶνε. Δὲν πιστεύει ὁ ἄνθρωπος στὸν Θεό, καὶ μετὰ οὔτε γονεῖς οὔτε οἰκογένεια οὔτε χωριὸ οὔτε πατρίδα ὑπολογίζει. Καὶ αὐτὰ εἶναι ποὺ πᾶνε τώρα νὰ διαλύσουν, γι' αὐτὸ δημιουργοῦν μιὰ κατάσταση ρεμπελιό.
ΣΗΜΕΡΑ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΓΥΡΙΖΟΥΝ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥΣ
Παλιὰ στὴν πατρίδα μου, στὰ Φάρασα, ἔλεγαν: «Ἂν ἔχης καμμιὰ δουλειά, μὴν τὴν ἀφήνης γιὰ αὔριο. Ἂν ἔχης καλὸ φαγητό, ἄσ' το γιὰ αὔριο, μήπως ἔρθη κανένας μουσαφίρης». Τώρα σκέφτονται: «Νὰ ἀφήσουμε τὴν δουλειά, μήπως ἔρθη κανεὶς αὔριο καὶ μᾶς βοηθήση. Τὸ καλὸ φαγητό, ἂς τὸ φᾶμε ἐμεῖς ἀπόψε!». Οἱ περισσότεροι σήμερα γυρίζουν γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Μόνον τὸν ἑαυτό τους σκέφτονται. Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι βρέχει, γίνεται κατακλυσμός. Θὰ δῆτε, οἱ περισσότερες ἀπὸ σᾶς θὰ σκεφθοῦν μήπως ἔχουν ροῦχα ἁπλωμένα, νὰ πᾶνε νὰ τὰ μαζέψουν. Κακὸ δὲν εἶναι αὐτό, ἀλλὰ δὲν θὰ πᾶνε πιὸ πέρα. Τὰ ροῦχα καὶ νὰ βραχοῦν, πάλι θὰ στεγνώσουν. Αὐτοὶ ὅμως ποὺ ἁλωνίζουν τί θὰ γίνουν; Πονᾶτε γι' αὐτούς, γιὰ νὰ κάνετε καμμιὰ εὐχή; Ἢ πέφτουν κεραυνοί· ζήτημα πέντε-ἕξι ψυχὲς νὰ θυμηθοῦν τοὺς καημένους τοὺς γεωργοὺς ἢ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν θερμοκήπια. Δὲν σκέφτεται δηλαδὴ τὸν ἄλλον ὁ ἄνθρωπος, δὲν βγαίνει ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ γυρίζει συνέχεια γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Ὅταν ὅμως γυρίζη γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, κέντρο ἔχει τὸν ἑαυτό του· δὲν ἔχει τὸν Χριστό. Εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν ἄξονα ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Γιὰ νὰ φθάση νὰ σκέφτεται τὸν ἄλλον, πρέπει ὁ νοῦς του πρῶτα νὰ εἶναι στὸν Χριστό. Τότε σκέφτεται καὶ τὸν πλησίον καὶ μετὰ σκέφτεται καὶ τὰ ζῶα καὶ ὅλη τὴν φύση. Ἔχει τὸν σταθμό του ἀνοιχτὸ καί, μόλις πάρη τὸ μήνυμα, τρέχει νὰ βοηθήση. Ἂν ὁ νοῦς του δὲν εἶναι στὸν Χριστό, δὲν δουλεύει ἡ καρδιά του, γι᾿ αὐτὸ δὲν ἀγαπάει οὔτε τὸν Χριστὸ οὔτε τὸν συνάνθρωπό του, πόσο μᾶλλον τὴν φύση, τὰ ζῶα, τὰ δένδρα, τὰ φυτά. Ἔτσι ὅπως κινεῖσθε, ποῦ νὰ φθάσετε στὸ σημεῖο νὰ ἔχετε ἐπικοινωνία μὲ τὰ ζῶα, μὲ τὰ πουλιά! Ἂν πέση κανένα πουλὶ ἀπὸ τὴν σκεπή, θὰ τὸ ταΐσετε. Ἂν δὲν πέση ἀπὸ τὴν σκεπή, δὲν σκέφτεσθε νὰ τὸ ταΐσετε. Ἐγὼ βλέπω τὰ πουλιά· λέω «θέλουν τάισμα, τὰ καημένα»· ρίχνω ψίχουλα κ.λπ., βάζω καὶ νεράκι νὰ πιοῦν. Βλέπω ἄρρωστα κλαδιὰ στὰ δένδρα· ἀμέσως σκέφτομαι νὰ τὰ κόψω, γιὰ νὰ μὴν κολλήσουν καὶ τὰ ἄλλα. Ἢ χτυπάει μιὰ πόρτα, ἕνα παράθυρο, πάει ἐκεῖ ὁ νοῦς μου. Θὰ ξεχάσω τὸν ἑαυτό μου, ἂν μοῦ χρειάζεται κάτι, ἀλλὰ θὰ κοιτάξω τὴν πόρτα, τὸ παράθυρο, νὰ μὴ σπάση, νὰ μὴ γίνη καμμιὰ ζημιά. Παρεμπιπτόντως σκέφτομαι γιὰ μένα. Καὶ ἂν κανεὶς σκέφτεται καὶ πονάη γιὰ τὰ δημιουργήματα, πόσο μᾶλλον θὰ σκέφτεται τὸν Δημιουργό τους! Ἂν δὲν κινῆται ἔτσι ὁ ἄνθρωπος, πῶς νὰ συντονισθῆ μὲ τὸν Θεό;
Ἔπειτα, καὶ ὅταν βγαίνετε ἔξω, ρίξτε καμμιὰ ματιὰ γύρω. Μπορεῖ κάποιος ἔστω καὶ ἀπὸ ἀπροσεξία ἢ ἀπὸ κακότητα – εὔχομαι κανεὶς νὰ μὴν κάνη κακὸ – κάτι νὰ πετάξη καὶ νὰ βάλη φωτιά· γι' αὐτὸ ρίξτε μιὰ ματιά. Καὶ αὐτὸ στὰ πνευματικὰ ἀνήκει, γιατὶ καὶ αὐτὸ τὸ βλέμμα ἔχει ἀγάπη. Ἐγὼ βγαίνω ἔξω ἀπὸ τὸ Καλύβι, ρίχνω μιὰ ματιὰ πρὸς τὰ κάτω, μιὰ ματιὰ πρὸς τὴν σκεπή, νὰ δῶ μήπως μυρίζει καμένο. Ἄλλο ἂν ἔχης τέτοια πίστη πώς, ἂν πιάση φωτιὰ καὶ κάνης προσευχή, θὰ σβήση ἡ φωτιά. Διαφορετικά, πρέπει νὰ ἐνεργήσης. Ἤ, ὅταν ἀκούω κρότο, προσέχω νὰ δῶ τί εἶναι· πυροβόλο; ἄσκηση κάνουν; φουρνέλλο; Ἕνα καὶ ἕνα ὁ νοῦς μου πηγαίνει ἐκεῖ, γιὰ νὰ κάνω κομποσχοίνι. Ὅποιος ἀδιαφορεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἄλλους, τὸ μεγάλο ἐνδιαφέρον τοῦ Θεοῦ βρίσκεται μαζί του, καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἐνδιαφέρονται γι' αὐτόν.
Ἀλλὰ ἡ σημερινὴ γενιὰ εἶναι ἡ γενιὰ τῆς ἀδιαφορίας! Οἱ περισσότεροι μόνο γιὰ παρελάσεις εἶναι! Μὴν τοὺς πῆς, ἂν συμβῆ κάτι, νὰ ἀμυνθοῦν! Τώρα ὅμως καὶ παρελάσεις δὲν θέλουν! Παλιότερα πήγαιναν στὶς παρελάσεις, ἄκουγαν καὶ ἕνα ἐμβατήριο, κάτι μέσα τους σκιρτοῦσε! Σήμερα ὑπάρχει ἕνα ρεμπελιὸ σὲ μᾶς τοὺς Ἕλληνες. Βέβαια ἄλλοι λαοὶ εἶναι ἀκόμη χειρότερα, γιατὶ δὲν ἔχουν ἰδανικά. Βλέπεις, οἱ Ἕλληνες μπορεῖ νὰ ἔχουν ἕνα σωρὸ κουσούρια, ἀλλὰ ἔχουν καὶ ἕνα δῶρο ἀπὸ τὸν Θεό, τὸ φιλότιμο καὶ τὴν λεβεντιά· ὅλα τὰ πανηγυρίζουν. Οἱ ἄλλοι λαοὶ οὔτε στὰ λεξικά τους δὲν ἔχουν αὐτὲς τὶς λέξεις.
ΕΧΟΥΜΕ ΕΥΘΥΝΗ
Εἶχε ἔρθει στὸ Καλύβι ἕνας ἄθεος μέχρι τὸ κόκκαλο.   Ἀφοῦ εἶπε διάφορα, μετὰ μοῦ λέει: «Ἐγὼ εἶμαι εἰκονομάχος». Ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ δὲν πίστευε τίποτε, ὕστερα ἔλεγε ὅτι εἶναι εἰκονομάχος. «Βρὲ ἀθεόφοβε, τοῦ λέω, ἐσὺ ἀφοῦ δὲν πιστεύεις σὲ τίποτε, τί μοῦ λὲς ὅτι εἶσαι εἰκονομάχος; Τότε, τὸν καιρὸ τῆς Εἰκονομαχίας (1), μερικοὶ Χριστιανοὶ ἀπὸ ὑπερβολικὸ ζῆλο ἔπεσαν σὲ πλάνη, ἔφθασαν στὴν ἄλλη ἄκρη, καὶ μετὰ ἡ Ἐκκλησία τοποθέτησε τὸ θέμα· δὲν εἶναι ὅτι δὲν πίστευαν».Ὑποστήριζε ἐν τῷ μεταξὺ ὅλη τὴν σημερινὴ κατάσταση. Μαλώσαμε ἐκεῖ πέρα. «Καλά, τοῦ λέω, κατάσταση εἶναι αὐτή; Δικαστικοὶ νὰ φοβοῦνται νὰ δικάσουν, νὰ κάνουν μηνύσεις γιὰ ἐγκληματίες καὶ νὰ τοὺς ἀπειλοῦν ὁ ἕνας καὶ ὁ ἄλλος καὶ νὰ ἀναγκάζωνται νὰ τὶς ἀποσύρουν; Καὶ τελικὰ ποιοί κυβερνοῦν; Σὲ ἀναπαύει αὐτὴ ἡ κατάσταση; Ὑποστηρίζεις αὐτούς; Ἐσὺ εἶσαι ἐγκληματίας. Γι᾿ αὐτὸ ἦρθες; Ἄντε, φύγε ἀπὸ ἐδῶ!». Τὸν ἔδιωξα.
Ἔχω ὑπ᾿ ὄψιν μου ἕναν ἄλλον ἄθεο, ἕναν βλάσφημο, ποὺ τὸν ἀφήνουν στὴν τηλεόραση καὶ μιλάει, ἐνῶ ἔχει πεῖ τὰ πιὸ βλάσφημα λόγια γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία. Δὲν παίρνει καὶ ἡ Ἐκκλησία μιὰ θέση νὰ ἀφορίση μερικούς. Αὐτοὺς ἔπρεπε νὰ τοὺς ἀφορίζη ἡ Ἐκκλησία. Λυποῦνται τὸν ἀφορισμό!
Ἔγραψε ἕνας κάτι βλάσφημα γιὰ τὴν Παναγία καὶ κανεὶς δὲν μίλησε. Λέω σὲ κάποιον: «Δὲν εἶδες τί γράφει ἐκεῖνος;». «Ἔ, τί νὰ τοὺς κάνης, μοῦ λέει. Θὰ λερωθῆς, ἂν ἀσχοληθῆς μαζί τους». Φοβοῦνται νὰ μιλήσουν.
Νὰ μὴ θέλουμε νὰ βγάλη ὁ ἄλλος τὸ φίδι ἀπὸ τὴν τρύπα, γιὰ νὰ ἔχουμε ἐμεῖς τὴν ἡσυχία μας. Αὐτὸ εἶναι ἔλλειψη ἀγάπης. Ὕστερα ἀρχίζει ὁ ἄνθρωπος νὰ κινῆται ἀπὸ συμφέρον. Γι' αὐτὸ βλέπεις ἕνα πνεῦμα σήμερα: «Μὲ τὸν τάδε νὰ ἔχουμε σχέσεις, γιὰ νὰ μᾶς λέη καλὰ λόγια. Μὲ τὸν ἄλλο νὰ τὰ ἔχουμε καλά, γιὰ νὰ μὴ μᾶς διασύρη κ.λπ. Νὰ μὴ μᾶς πάρουν γιὰ κορόιδα, νὰ μὴ γίνουμε θύματα». Ἄλλος ἀδιαφορεῖ καὶ δὲν μιλάει. «Νὰ μὴ μιλήσω, λέει, γιὰ νὰ μὴ μὲ γράψουν οἱ ἐφημερίδες». Οἱ περισσότεροι δηλαδὴ εἶναι τελείως ἀδιάφοροι. Τώρα ἄρχισε λίγο κάτι νὰ γίνεται. Τόσον καιρὸ δὲν ἔγραφε κανένας τίποτα. Εἶχα βάλει τὶς φωνὲς πρὶν ἀπὸ χρόνια σὲ κάποιον στὸ Ἅγιον Ὄρος. «Πολὺ πατριωτισμὸ ἔχεις», μοῦ λέει. Πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ ἦρθε καὶ μὲ βρῆκε: «Ὅλα τὰ διέλυσαν, μοῦ λέει, οἰκογένεια, παιδεία...». Τοῦ λέω καὶ ἐγὼ μὲ τὴν σειρά μου: «Πολὺ πατριωτισμὸ ἔχεις!».
Ὅλη αὐτὴ ἡ κατάσταση ἔχει κάνει ἕνα κακὸ καὶ ἕνα καλό. Τὸ κακὸ εἶναι ὅτι καὶ ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν κάτι μέσα τους, ἄρχισαν νὰ ἀδιαφοροῦν, γιατὶ λένε: «Ἐγὼ θὰ σιάξω τὴν κατάσταση;». Τὸ καλὸ εἶναι ὅτι πολλοὶ ἄρχισαν νὰ προβληματίζωνται καὶ νὰ ἀλλάζουν. Μερικοὶ ἔρχονται καὶ μὲ βρίσκουν καὶ προσπαθοῦν νὰ δικαιολογήσουν ἕνα κακὸ ποὺ ἔκαναν προηγουμένως, γιατὶ ἔχουν προβληματισθῆ.
Χρειάζεται διάκριση. Εἶναι φορὲς ποὺ δὲν πρέπει νὰ μιλήσουμε καὶ ἄλλες φορὲς ποὺ πρέπει νὰ ὁμολογοῦμε μὲ παρρησία τὸ «πιστεύω» μας, γιατὶ φέρουμε εὐθύνη, ἂν δὲν μιλήσουμε. Σ' αὐτὰ τὰ δύσκολα χρόνια ὁ καθένας μας πρέπει νὰ κάνη ὅ,τι γίνεται ἀνθρωπίνως καὶ ὅ,τι δὲν γίνεται ἀνθρωπίνως νὰ τὸ ἀφήνη στὸν Θεό. Ἔτσι θὰ ἔχουμε ἥσυχη τὴν συνείδησή μας ὅτι κάναμε ἐκεῖνο ποὺ μπορούσαμε. Ἂν δὲν ἀντιδράσουμε, θὰ σηκωθοῦν οἱ πρόγονοί μας ἀπὸ τοὺς τάφους. Ἐκεῖνοι ὑπέφεραν τόσα γιὰ τὴν πατρίδα καὶ ἐμεῖς τί κάνουμε γι᾿ αὐτήν; Ἡ Ἑλλάδα, ἡ Ὀρθοδοξία, μὲ τὴν παράδοσή της, τοὺς Ἁγίους καὶ τοὺς ἥρωές της, νὰ πολεμῆται ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς Ἕλληνες καὶ ἐμεῖς νὰ μὴ μιλᾶμε! Εἶναι φοβερό! Εἶπα σὲ κάποιον: «Γιατί δὲν μιλᾶτε; Τί εἶναι αὐτὰ ποὺ κάνει ὁ τάδε;». «Τί νὰ πῆς, μοῦ λέει, αὐτὸς ὅλος βρωμάει». «Ἂν βρωμάη ὅλος, γιατί δὲν μιλᾶτε; Χτυπῆστε τον». Τίποτε, τὸν ἀφήνουν. Ἕναν πολιτικὸ τὸν ἔφτυσα. «Πές, τοῦ λέω, "δὲν συμφωνῶ μ᾿ αὐτό". Τίμια πράγματα. Θέλεις νὰ ἐξυπηρετηθῆς ἐσὺ καὶ νὰ ρημάξουν ὅλα;».
Ἂν οἱ Χριστιανοὶ δὲν ὁμολογήσουν, δὲν ἀντιδράσουν, αὐτοὶ θὰ κάνουν χειρότερα. Ἐνῶ, ἂν ἀντιδράσουν, θὰ τὸ σκεφθοῦν. Ἀλλὰ καὶ οἱ σημερινοὶ Χριστιανοὶ δὲν εἶναι γιὰ μάχες. Οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ ἦταν γερὰ καρύδια· ἄλλαξαν ὅλο τὸν κόσμο. Καὶ στὴν βυζαντινὴ ἐποχὴ μιὰ εἰκόνα ἔβγαζαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ ἀντιδροῦσε ὁ κόσμος. Ἐδῶ ὁ Χριστὸς σταυρώθηκε, γιὰ νὰ ἀναστηθοῦμε ἐμεῖς, καὶ ἐμεῖς νὰ ἀδιαφοροῦμε! Ἂν ἡ Ἐκκλησία δὲν μιλάη, γιὰ νὰ μὴν ἔρθη σὲ ρήξη μὲ τὸ κράτος, ἂν οἱ μητροπολίτες δὲν μιλοῦν, γιὰ νὰ τὰ ἔχουν καλὰ μὲ ὅλους, γιατὶ τοὺς βοηθᾶνε στὰ Ἱδρύματα κ.λπ., οἱ Ἁγιορεῖτες πάλι ἂν δὲν μιλοῦν, γιὰ νὰ μὴν τοὺς κόψουν τὰ ἐπιδόματα (2), τότε ποιός θὰ μιλήση; Εἶπα σὲ κάποιον ἡγούμενο: «Ἂν σᾶς ποῦν ὅτι θὰ σᾶς κόψουν τὰ ἐπιδόματα, νὰ πῆτε: "Θὰ κόψουμε καὶ ἐμεῖς τὴν φιλοξενία", γιὰ νὰ προβληματισθοῦν». Οἱ καθηγητὲς τῆς Θεολογίας κ.λπ. δὲν φωνάζουν, γιατὶ λένε: «Εἴμαστε ὑπάλληλοι· θὰ χάσουμε τὸν μισθό μας, καὶ μετὰ πῶς θὰ ζήσουμε;». Τὰ μοναστήρια ἐν τῷ μεταξὺ τὰ ἔπιασαν μὲ τὶς συντάξεις. Γιατί ἐγὼ δὲν θέλω νὰ πάρω οὔτε αὐτὴν τὴν ταπεινὴ σύνταξη τοῦ Ο.Γ.Α.; Ἀκόμη καὶ ἀσφαλισμένο σὲ μιὰ ἀσφάλεια τοῦ Ο.Γ.Α. νὰ τὸν ἔχουν τὸν μοναχό, καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι τίμιο. Νὰ τὸν ἔχουν ἀσφαλισμένο ὡς ἄπορο, ναί· αὐτὸ τὸν τιμᾶ. Ἀλλὰ νὰ τὸν ἔχουν ἀσφαλισμένο στὸν Ο.Γ.Α., γιατί; Ὁ μοναχὸς ἄφησε μεγάλες συντάξεις, ἔφυγε ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ ἦρθε στὸ μοναστήρι, καὶ νὰ πάρη πάλι σύνταξη! Καὶ νὰ φθάνουμε γιὰ τὴν σύνταξη νὰ προδώσουμε τὸν Χριστό!
ΒΛΕΠΩ ΤΙ ΜΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ, ΓΙ' ΑΥΤΟ ΠΟΝΑΩ

 
Περνοῦν τὰ χρόνια καὶ τί δύσκολα χρόνια! Δὲν τελείωσαν τὰ θέματα. Βράζει τὸ καζάνι. Ἂν δὲν εἶναι λίγο δυναμωμένος κανείς, πῶς θὰ μπορέση νὰ ἀντιμετωπίση μιὰ δύσκολη κατάσταση; Ὁ Θεὸς δὲν ἔκανε ἀνεπρόκοπους ἀνθρώπους. Πρέπει νὰ καλλιεργήσουμε τὸ φιλότιμο. Ἀλήθεια, Θεὸς φυλάξοι, ἂν γίνη ἕνα τράνταγμα, πόσοι θὰ σταθοῦν ὄρθιοι;


Γι' αὐτὸ τώρα νὰ εὐχαριστῆτε τὸν Θεὸ γιὰ ὅλα. Κοιτάξτε νὰ ἀνδρωθῆτε. Σφιχτῆτε λιγάκι. Βλέπω τί μᾶς περιμένει, γι᾿ αὐτὸ πονάω. Μὴν ἀφήνετε τὸν ἑαυτό σας χαλαρό. Ξέρετε τί τραβᾶνε ἀλλοῦ οἱ Χριστιανοί; Στὴν Ρωσία μέσα στὰ κάτεργα. Τί δυσκολίες! Ποῦ πνευματικὰ βιβλία! Ἀφῆστε τὴν Ἀλβανία. Δυστυχία! Δὲν ἔχουν νὰ φᾶνε. Οὔτε Ἐκκλησίες ἄφησαν οὔτε μοναστήρια. Τὰ ὀνόματά τους τὰ ἄλλαξαν καὶ αὐτά, γιατὶ δὲν ἤθελαν νὰ ἀκούγωνται χριστιανικὰ ὀνόματα. Καὶ στὴν Ἀμερικὴ ἀκόμη, οἱ Ὀρθόδοξοι εἶναι λίγοι, σκορπισμένοι σὲ διάφορα μέρη, καὶ ξέρετε τί τραβᾶνε; Νὰ μὴν ὑπάρχη ὀρθόδοξη κοινότητα, νὰ πηγαίνουν μὲ τὸ τραῖνο ὧρες μακριά, γιὰ νὰ ἐκκλησιασθοῦν, νὰ ἔρχωνται στὸ Ἅγιον Ὄρος νὰ συμβουλευθοῦν γιὰ ἕνα θέμα! Εἶναι μεγάλη ἀχαριστία αὐτὸ τὸ χαλαρὸ πνεῦμα ποὺ ὑπάρχει στὴν Ἑλλάδα.
ΑΓΝΟΙΑ ΔΕΝ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΕΙΤΑΙ
 
Φιλόλογος ἀπὸ τὴν Χαλκιδικὴ δὲν ἤξερε τί εἶναι τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἕνας Γερμανὸς δάσκαλος τοῦ μίλησε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἦρθαν μαζί. Ὁ Γερμανὸς ἤξερε ἀκόμη καὶ πόσα μοναστήρια ὑπάρχουν στὸ Ἅγιον Ὄρος. Καὶ παρόλο ποὺ ἦταν Προτεστάντης, ἤξερε καὶ τί ἅγια Λείψανα ὑπάρχουν, ποῦ βρίσκονται κ.λπ. Αὐτὴ ἡ ἄγνοια δικαιολογεῖται; Ἄλλος ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ εἶπε σὲ κάποιον ἀπὸ τὴν Χαλκιδικὴ νὰ ᾿ρθῆ γιὰ ἕνα πρόβλημά του νὰ τὸν βοηθήσω. Ἀπὸ τὴν Ἀμερική! Νὰ σᾶς πῶ καὶ κάτι ἀκόμη. Ἦρθε ἕνας στὸ Καλύβι ποὺ ἦταν ἀπὸ τὴν Φλώρινα. «Μέσα ἀπὸ τὴν Φλώρινα, τοῦ λέω, εἶσαι;». «Ναί, ἀπὸ μέσα», μοῦ λέει. «Ἐσεῖς ἐκεῖ ἔχετε καὶ καλὸ μητροπολίτη», τοῦ λέω. «Σὲ ποιά ὁμάδα παίζει;», μοῦ λέει. Αὐτὸς νόμιζε ὅτι ἦταν ποδοσφαιριστής! Ἦταν προσηλωμένος στὸ ποδόσφαιρο. Οὔτε τὸν δεσπότη ἤξερε – τοὐλάχιστον τὸν Καντιώτη τὸν ξέρουν. Αὐτὰ δὲν δικαιολογοῦνται.

Ὄχι, ἄγνοια δὲν δικαιολογεῖται σήμερα στὸν κόσμο. Λείπει ἡ καλὴ διάθεση, τὸ φιλότιμο. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει καλὴ διάθεση γιὰ νὰ γνωρίση τὸν Χριστό, θὰ Τὸν γνωρίση. Θὰ πάρη στροφή. Καὶ ἂν δὲν βρεθῆ οὔτε ἕνας θεολόγος οὔτε ἕνας καλόγερος, καὶ δὲν ἀκούση τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἅμα ἔχη καλὴ διάθεση, θὰ πάρη στροφὴ ἢ ἀπὸ ἕνα φίδι ἢ ἀπὸ ἕνα θηρίο ἢ ἀπὸ μιὰ ἀστραπή, ἀπὸ ἕναν κατακλυσμό, ἢ ἀπὸ κάποιο ἄλλο γεγονός. Θὰ τὸν οἰκονομήση ὁ Θεός.
Γι' αὐτὸ λέω ὅτι ἄγνοια δὲν δικαιολογεῖται μὲ τίποτε σήμερα. Μόνον ἂν εἶναι κανεὶς λειψὸς ἢ μικρὸ παιδί, δικαιολογεῖται νὰ ἔχη ἄγνοια. Ἀλλὰ καὶ τὰ μικρὰ παιδιὰ σήμερα εἶναι σπίρτα! Ἅμα θέλη κανείς, ὑπάρχουν  πολλὲς δυνατότητες, γιὰ νὰ γνωρίση τὴν ἀλήθεια.

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Β'- ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ

ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ: Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ


Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ
Ἡ παρουσία τῶν Χριστιανῶν εἶναι πλέον ὁμολογία πίστεως. Μπορεῖ κανεὶς μὲ τὴν προσευχὴ νὰ βοηθήση περισσότερο, ἀλλὰ τὴν σιωπή του θὰ τὴν ἐκμεταλλευθοῦν οἱ ἄλλοι καὶ θὰ ποῦν: «Ὁ τάδε καὶ ὁ τάδε δὲν διαμαρτυρήθηκαν, ἑπομένως εἶναι μὲ τὸ μέρος μας· συμφωνοῦν μαζί μας». Ἂν δὲν ἀρχίσουν μερικοὶ νὰ χτυποῦν τὸ κακό, νὰ ἐλέγχουν δηλαδὴ αὐτοὺς ποὺ σκανδαλίζουν τοὺς πιστούς, θὰ γίνη μεγαλύτερο κακό. Ἔτσι θὰ τονωθοῦν λίγο οἱ πιστοί, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐμποδισθοῦν λίγο ὅσοι πολεμοῦν τὴν Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι δικό τους καΐκι, νὰ κάνουν βόλτες· εἶναι τὸ σκάφος τοῦ Χριστοῦ. Αὐτοὶ εἶναι κατακριτέοι. Τὸ μόνο ποὺ τοὺς ἐνδιαφέρει εἶναι νὰ ἔχουν μεγάλο μισθό, πολυτελὲς αὐτοκίνητο, νὰ τρέχουν στὶς διασκεδάσεις... Καὶ ὕστερα κάνουν νόμο νὰ παντρεύωνται μὲ πολιτικὸ γάμο, νομιμοποιοῦν τὶς ἀμβλώσεις... Τί θὰ κάνη ὁ Θεός, ἄλλο θέμα.
Καὶ μὲ τὶς βλάσφημες ταινίες ποὺ παρουσιάζουν, θέλουν νὰ γελοιοποιήσουν τὸν Χριστό. Τὸ κάνουν, γιὰ νὰ ποῦν «αὐτὸς ἦταν ὁ Χριστός, τώρα θὰ ἔρθη ὁ Μεσσίας», καὶ νὰ παρουσιάσουν μετὰ τὸν «Μεσσία» τους. Ἐκεῖ τὸ πᾶνε.
Ὁ βλαμμένος βλάπτεται. Τὰ πιστεύει, γιατὶ θέλει νὰ δικαιολογήση τὰ ἀδικαιολόγητα καὶ νὰ ἀναπαύση τὸν λογισμό του. Μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ βλάσφημα πᾶνε νὰ δικαιολογήσουν ἠθικὲς ἀταξίες. Τὸ ἔχουν παρακάνει. Εἶχαν κάνει μήνυση ὅτι ἡ ταινία «Ὁ τελευταῖος πειρασμὸς» προσβάλλει τὴν θρησκεία καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς εἶπαν: «Δὲν εἶναι τίποτε». Τέτοιες βλασφημίες δὲν ἀκούσθηκαν ποτέ! Γιὰ μᾶς ἡ διαμαρτυρία γιὰ τὴν βλάσφημη ἐκείνη ταινία ἦταν ὁμολογία πίστεως. Βέβαια μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ βλάσφημα γίνεται καὶ ἕνα καλό· χωρίζει ἡ ἦρα ἀπὸ τὸ σιτάρι, κοσκινίζεται ὁ κόσμος.
ΚΟΙΜΙΖΟΥΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
Ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ βοηθηθῆ, βοηθιέται μὲ τιποτένια πράγματα. Π.χ. κουνιέται ἕνα κανδήλι ἢ κουνιέται ὁ ἴδιος ὁλόκληρος μὲ ἕναν σεισμὸ καὶ συνέρχεται. Ὅσοι δὲν πιστεύουν, γίνονται χειρότεροι, ὅταν ἀκοῦν ὅτι θὰ γίνη πόλεμος ἢ κάποια καταστροφή. «Δῶσ᾿ του, σοῦ λέει, νὰ γλεντήσουμε, γιατὶ χάνουμε τὴν ζωή», ὁπότε τὸ ρίχνουν τελείως ἔξω. Ἄλλοτε ἀκόμη καὶ οἱ ἀδιάφοροι, ὅταν ἄκουγαν λ.χ. ὅτι θὰ γίνη πόλεμος, συνέρχονταν καὶ ἄλλαζαν ζωή. Τώρα εἶναι πολὺ λίγοι αὐτοί. Παλιὰ τὸ ἔθνος μας ζοῦσε πνευματικά, γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τὸ εὐλογοῦσε καὶ οἱ Ἅγιοι μᾶς βοηθοῦσαν μὲ θαυμαστὸ τρόπο, καὶ νικούσαμε τοὺς ἐχθρούς μας, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἦταν περισσότεροι ἀπὸ ἐμᾶς. Σήμερα λέμε πὼς εἴμαστε Ὀρθόδοξοι, ἀλλὰ δυστυχῶς συχνὰ μόνον τὸ ὄνομα «Ὀρθόδοξος» ἔχουμε καὶ ὄχι ζωὴ ὀρθόδοξη.
Ρώτησα ἕναν Πνευματικὸ μὲ κοινωνικὴ δράση, μὲ ἕνα σωρὸ πνευματικοπαίδια κ.λπ.: «Τί ξέρεις γιὰ μιὰ βλάσφημη ταινία;». «Δὲν ξέρω τίποτε», μοῦ εἶπε. Δὲν ἤξερε τίποτε καὶ εἶναι σὲ μεγάλη πόλη. Κοιμίζουν τὸν κόσμο. Τὸν ἀφήνουν ἔτσι, γιὰ νὰ μὴ στενοχωριέται καὶ νὰ διασκεδάζη. Μὴν τυχὸν πῆς ὅτι θὰ γίνη πόλεμος ἢ ὅτι θὰ γίνη ἡ Δευτέρα Παρουσία καὶ γι' αὐτὸ πρέπει νὰ ἑτοιμασθοῦμε, μὴν τυχὸν στενοχωρηθοῦν οἱ ἄνθρωποι. Σὰν μερικὲς γριὲς ποὺ λένε «μὴ μιλᾶς γιὰ θάνατο· μόνο γιὰ χαρὲς καὶ γιὰ βαφτίσια νὰ μιλᾶς», σὰν νὰ μὴν τὶς περιμένη θάνατος. Ἔτσι νιώθουν μιὰ ψεύτικη χαρά. Ἐνῶ, ἂν σκέφτονταν ὅτι τὸ τάδε γεροντάκι ποὺ ἔμενε λίγο πιὸ κάτω πέθανε χθές, ὁ ἄλλος εἶναι στὰ τελευταῖα του καὶ θὰ πεθάνη, μεθαύριο θὰ γίνη τοῦ τάδε τὸ μνημόσυνο ποὺ ἦταν καὶ πολὺ νεώτερος ἀπὸ αὐτές, θὰ σκέφτονταν τὸν θάνατο καὶ θὰ ἔλεγαν: «Πρέπει νὰ ἐξομολογηθῶ, νὰ ἑτοιμασθῶ πνευματικά, γιατὶ μπορεῖ κι ἐμένα σὲ λίγο νὰ μὲ καλέση ὁ Χριστὸς γιὰ τὴν ἄλλη ζωή». Διαφορετικά, ἔρχεται ὕστερα ὁ θάνατος καὶ τὶς παίρνει ἀνέτοιμες. Ἄλλοι πάλι ἀπό... «καλωσύνη» λένε: «Στοὺς αἱρετικοὺς μὴ λέτε ὅτι εἶναι στὴν πλάνη, γιὰ νὰ δείξουμε ἀγάπη». Καὶ ἔτσι τὰ ἰσοπεδώνουν ὅλα. Ἂν ζοῦσαν αὐτοὶ στὰ πρῶτα χρόνια τοῦ Χριστιανισμοῦ, δὲν θὰ εἴχαμε οὔτε ἕναν Ἅγιο. Ἔλεγαν τότε στοὺς Χριστιανούς: «Ρίξε μόνο λιβάνι στὴν φωτιὰ καὶ μὴν ἀρνῆσαι τὸν Χριστό». Δὲν τὸ δέχονταν. «Κάνε μόνον πὼς ρίχνεις». Δὲν τὸ δέχονταν. «Μὴ μιλᾶς γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ πήγαινε ἐλεύθερος σὲ ἄλλο μέρος», καὶ δὲν τὸ δέχονταν. Σήμερα βλέπεις ἕναν νερόβραστο κόσμο.
ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΜΙΛΑΕΙ
Αὐτὸ ποὺ θὰ βοηθήση θετικὰ τοὺς ἀνθρώπους σήμερα εἶναι τὸ παράδειγμά μας τὸ χριστιανικὸ καὶ ἡ ζωή μας ἡ χριστιανική. Τοὺς Χριστιανοὺς πρέπει νὰ τοὺς διακρίνη ἡ πνευματικὴ λεβεντιὰ καὶ ἡ ἀρχοντιά, ἡ θυσία. Γι' αὐτὸ λέω στοὺς λαϊκούς: «Νὰ ἀγαπᾶτε τὸν Χριστό, νὰ ἔχετε ταπείνωση, νὰ κάνετε τὸ καθῆκον σας, καὶ ὁ Χριστὸς θὰ προδώση τὴν ἀρετή σας στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων». Ἡ ἀρετὴ ἔχει τυπικὸ νὰ προδίδη τὸν ἄνθρωπο, ὅπου κι ἂν βρίσκεται αὐτός. Ἀκόμη καὶ νὰ κρυφθῆ, καὶ νὰ ὑποκριθῆ μὲ τὴν διὰ Χριστὸν σαλότητα, ἡ ἀρετὴ θὰ τὸν προδώση, ἔστω καὶ ἀργότερα, καὶ ὁ ἀποθηκευμένος του θησαυρός, ποὺ θὰ ἀνακαλυφθῆ τότε μαζεμένος, θὰ βοηθήση πάλι πολλὲς ψυχές· ἴσως τότε περισσότερο.
Ο ΘΕΟΣ ΜΑΣ ΥΠΟΜΕΝΕΙ
Σήμερα ὁ Θεὸς ἀνέχεται τὴν κατάσταση. Ἀνέχεται, ἀνέχεται, γιὰ νὰ εἶναι ἀναπολόγητος ὁ κακός. Εἶναι περιπτώσεις ποὺ ὁ Θεὸς ἐπεμβαίνει ἄμεσα καὶ ἀμέσως, ἐνῶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις περιμένει· δὲν δίνει ἀμέσως τὴν λύση καὶ περιμένει τὴν ὑπομονὴ τῶν ἀνθρώπων, τὴν προσευχή, τὸν ἀγώνα. Τί ἀρχοντιὰ ἔχει ὁ Θεός! Ἕνας πόσους εἶχε σφάξει τότε μὲ τὸν πόλεμο καὶ ἀκόμη ζῆ. Θὰ τοῦ πῆ στὴν ἄλλη ζωὴ ὁ Θεός: «Σ' ἄφησα νὰ ζήσης περισσότερο καὶ ἀπὸ τοὺς καλούς». Δὲν θὰ ἔχη ἐλαφρυντικά.
(Τέτοιοι ἄνθρωποι, ἐνῶ εἶναι βαριὰ ἄρρωστοι) φαίνεται ἔχουν βαρειὲς ἁμαρτίες, γι᾿ αὐτὸ δὲν πεθαίνουν. Περιμένει ὁ Θεὸς μήπως μετανοήσουν. Αὐτοὶ ποὺ παιδεύονται καὶ δὲν φταῖνε, ἀποταμιεύουν. Αὐτοὶ ποὺ φταῖνε, ἐξοφλοῦν.
Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν κάποιον ἐγωισμὸ καὶ ὁ Θεὸς τοὺς δίνει ἕνα σκαμπίλι νὰ πᾶνε παρακάτω. Ἄλλοι ἔχουν λίγο παραπάνω ἐγωισμὸ καὶ ὁ Θεὸς τοὺς δίνει ἕνα σκαμπίλι καὶ πᾶνε ἀκόμη παρακάτω. Αὐτοὺς ὅμως ποὺ ἔχουν ἑωσφορικὴ ὑπερηφάνεια, ὁ Θεὸς τοὺς ἀφήνει. Μπορεῖ νὰ φαίνεται ὅτι κάνουν προκοπή, ἀλλὰ τί προκοπὴ εἶναι αὐτή; Μαύρη προκοπή. Καὶ μετὰ δὲν πέφτουν ἁπλῶς κάτω, ἀλλὰ πέφτουν κατ' εὐθεῖαν στὸ βάραθρο. Ὁ Θεὸς νὰ φυλάη!
Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
Ὅταν ἀδικοῦνται ἄλλοι καὶ φωνάζη κανεὶς καὶ θυμώνη ἀπὸ πόνο πραγματικό, τότε εἶναι «δικαιότατος ὁ θυμός». Ὅταν ἀδικῆται ὁ ἴδιος καὶ θυμώνη, τότε δὲν εἶναι καθαρὸς ὁ θυμός. Ὅταν βλέπης ἕναν νὰ ὑποφέρη γιὰ ἱερὰ πράγματα, αὐτὸς ἔχει θεῖο ζῆλο. Ἀπὸ αὐτὸ μπορεῖς νὰ καταλάβης καὶ τὸν διὰ Χριστὸν σαλό. Ἂν πάρης λ.χ. μιὰ εἰκόνα καὶ τὴν βάλης μπροστά του ἀνάποδα, θὰ τιναχθῆ ἐπάνω ὁ διὰ Χριστὸν σαλός· ἔτσι τοῦ κάνεις τέστ. Ὑπάρχει δηλαδὴ καὶ δικαία, θεία ἀγανάκτηση, καὶ μόνον αὐτὴ ἡ ἀγανάκτηση δικαιολογεῖται στὸν ἄνθρωπο. Ὁ Μωυσῆς, ὅταν εἶδε τὸν λαὸ νὰ θυσιάζη στὸ χρυσὸ μοσχάρι, ἀγανάκτησε καὶ πέταξε κάτω τὶς πλάκες μὲ τὶς ἐντολὲς ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, καὶ ἔσπασαν. Ὁ Φινεές, ὁ ἐγγονὸς τοῦ ἀρχιερέα Ἀαρών, δύο φόνους ἔκανε καὶ ὁ Θεὸς ἔδωσε ἐντολὴ ἀπὸ τὴν γενιά του νὰ βγαίνουν οἱ ἱερεῖς τοῦ Ἰσραήλ! Ὅταν εἶδε τὸν Ἰσραηλίτη Ζαμβρὶ νὰ ἁμαρτάνη μὲ τὴν Μαδιανίτιδα Χασβὶ μπροστὰ στὸν Μωυσῆ καὶ σὲ ὅλους τοὺς Ἰσραηλίτες, δὲν κρατήθηκε· σηκώθηκε ἀπὸ τὴν συναγωγὴ καὶ τοὺς φόνευσε, καὶ ἔτσι σταμάτησε ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. Ἂν δὲν τοὺς σκότωνε καὶ τοὺς δύο, θὰ ἔπεφτε ὀργὴ Θεοῦ σὲ ὅλον τὸν λαὸ τοῦ Ἰσραήλ. Φοβερό! Ἐγώ, ὅταν διαβάζω στὸ Ψαλτήρι τὸν στίχο «Καὶ ἔστη Φινεὲς καὶ ἐξιλάσατο, καὶ ἐκόπασεν ἡ θραῦσις», ἀσπάζομαι πολλὲς φορὲς τὸ ὄνομά του. Ἀλλὰ καὶ ὁ Χριστός, ὅταν εἶδε νὰ πουλοῦν μέσα στὸν περίβολο τοῦ Ναοῦ βόδια, πρόβατα, περιστέρια, καὶ τοὺς κερματιστὲς νὰ ἀνταλλάσσουν χρήματα, πῆρε τὸ φραγγέλιο καὶ τοὺς ἔδιωξε.
Ἕνας πνευματικὸς ἄνθρωπος, ὅταν πάη μὲ ἀγανάκτηση νὰ ὑπερασπίση τὸν ἑαυτό του γιὰ ἕνα ἀτομικό του θέμα, αὐτὸ εἶναι καθαρὰ ἐγωιστικό, εἶναι ἐνέργεια τοῦ πειρασμοῦ. Δέχεται ἐπιδράσεις δαιμονικὲς ἐξωτερικές. Ἂν κάποιον τὸν ἀδικοῦν ἢ τὸν κοροϊδεύουν, αὐτὸν πρέπει οἱ ἄλλοι νὰ τὸν ὑπερασπίζωνται, γιὰ τὸ δίκιο, ὄχι γιὰ προσωπικό τους συμφέρον. Δὲν ταιριάζει νὰ μαλώνης γιὰ τὸν ἑαυτό σου. Ἄλλο τὸ νὰ ἀντιδράσης, γιὰ νὰ ὑπερασπισθῆς σοβαρὰ πνευματικὰ θέματα, θέματα ποὺ ἀφοροῦν τὴν πίστη μας, τὴν Ὀρθοδοξία. Αὐτὸ εἶναι καθῆκον σου. Ὅταν σκέφτεσαι τοὺς ἄλλους καὶ ἀντιδρᾶς, γιὰ νὰ τοὺς βοηθήσης, τότε αὐτὸ εἶναι καθαρό, γιατὶ γίνεται ἀπὸ ἀγάπη.
Ὅταν πῆγα στὸ Σινᾶ, κατέβαινα στὸ μοναστήρι κάθε ἑβδομάδα, κάθε δεκαπέντε μέρες, γιὰ νὰ κοινωνήσω. Μιὰ φορὰ μοῦ λέει ἕνας πολὺ ἁπλὸς δικαῖος ποὺ ἦταν ἐκεῖ: «Ἄ, ὄχι κάθε ἑβδομάδα· τέσσερις φορὲς τὸν χρόνο πρέπει νὰ κοινωνοῦν οἱ καλόγεροι». Τότε εἶχαν τυπικὸ νὰ μὴν κοινωνοῦν συχνά. Φοροῦσα καὶ τὸ ἐπανωκαλύμμαυχο. «Οὔτε ἐπανωκαλύμμαυχο», λέει. Αὐτοὶ τὸ ἔβαζαν μόνο στὶς τελετές. «Νἆναι εὐλογημένο», λέω. Καὶ τὸ εἶχα καὶ ἐγὼ ριγμένο στὸν ὦμο σὰν κασκὸλ καὶ δὲν μὲ ἀπασχόλησε ξανά. Τί; νὰ μαλώσω; Ἑτοιμαζόμουν ἐν τῷ μεταξὺ κάθε φορὰ γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία καὶ πήγαινα στὴν Ἐκκλησία. Τὴν ὥρα ποὺ ὁ παπᾶς ἔλεγε «Μετὰ φόβου Θεοῦ...», ἔσκυβα τὸ κεφάλι καὶ ἔλεγα «Ἐσὺ γνωρίζεις, Χριστέ μου, πόση ἀνάγκη ἔχω», καὶ ἔνιωθα τέτοια ἀλλοίωση, ποὺ δὲν ξέρω ἂν θὰ τὴν ἔνιωθα, ἂν κοινωνοῦσα. Ἀφοῦ πέρασαν κάμποσοι μῆνες, ἦρθαν στὸ μοναστήρι τέσσερα–πέντε παιδιά, ποὺ ἀπὸ μένα παρακινήθηκαν νὰ ἔρθουν στὸ Σινᾶ. Εἶπαν λοιπὸν καὶ σ᾿ αὐτὰ νὰ μὴν κοινωνοῦν. Ἔ, τότε μίλησα καὶ τακτοποιήθηκε τὸ θέμα.
ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΥΒΡΙΣΤΩΝ
 
Βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γενικὰ εἶναι ἡ περιφρόνηση στὰ θεῖα, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχη, ἐννοεῖται, τὰ λογικά του. Τότε εἶναι καὶ ἔνοχος. Π.χ. ἕναν ποὺ μοῦ εἶπε «ἄντε κι ἐσὺ καὶ οἱ θεοί σου...», τοῦ ἔδωσα μιὰ σπρωξιὰ καὶ τὸν τίναξα πέρα, γιατὶ αὐτὸ ἦταν βλασφημία. Ἢ περνᾶνε δύο ἔξω ἀπὸ μία Ἐκκλησία. Ὁ ἕνας κάνει τὸν σταυρό του καὶ λέει καὶ στὸν ἄλλο «κάνε, εὐλογημένε, κι ἐσὺ τὸν σταυρό σου...» καὶ αὐτὸς ἀντιδρᾶ: «Ἄντε κι ἐσὺ ποὺ θὰ κάνω τὸν σταυρό μου!». Αὐτὴ ἡ περιφρόνηση εἶναι βλασφημία. Ἀδύνατον ἑπομένως σὲ ἕναν εὐλαβῆ ἄνθρωπο νὰ ὑπάρχη βλασφημία. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀναίδεια εἶναι βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ ἀναιδὴς διαστρέφει ἢ καταπατάει λ.χ. μιὰ εὐαγγελικὴ ἀλήθεια, γιὰ νὰ δικαιολογήση τὴν πτώση του. Δὲν σέβεται τὴν ἀλήθεια, τὴν πραγματικότητα, ἀλλὰ τὴν τσαλακώνει ἐν γνώσει του· τσαλαπατάει ἕνα ἱερὸ πράγμα. Καὶ αὐτὸ σιγὰ-σιγὰ γίνεται πλέον κατάσταση. Στὴν συνέχεια ἀπομακρύνεται ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ ἄνθρωπος δέχεται ἐπιδράσεις δαιμονικές. Καὶ ἂν δὲν μετανοήση, τί ἐξέλιξη θὰ ἔχη... Θεὸς φυλάξοι! Ὅταν ὅμως ἕνας θυμώση καὶ βλασφημήση ἀκόμη καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, αὐτὴ ἡ βλασφημία δὲν εἶναι ἀσυγχώρητη, γιατὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν πιστεύει τὴν βρισιὰ ποὺ εἶπε, ἀλλὰ τὴν εἶπε, ἐπειδὴ ἐκείνη τὴν στιγμή, πάνω στὸν θυμό του, ἔχασε τὸν ἔλεγχο τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ ἀμέσως μετανοιώνει. Ὁ ἀναιδὴς ὅμως δικαιολογεῖ τὸ ψέμα, γιὰ νὰ δικαιολογήση τὴν πτώση του. Ὅποιος δικαιολογεῖ τὴν πτώση του, δικαιολογεῖ τὸν διάβολο.

Μπορεῖ νὰ θυμηθῆ κάτι ποὺ λέχθηκε πρὶν ἀπὸ δέκα χρόνια γιὰ ἄλλη περίπτωση καὶ νὰ τὸ παρουσιάση σὰν παράδειγμα, γιὰ νὰ δικαιολογήση τὸν ἑαυτό του. Οὔτε ὁ διάβολος, ὁ μεγαλύτερος δικηγόρος, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ σκεφθῆ κάτι τέτοιο ἐκείνη τὴν ὥρα.
(Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος) δὲν ἔχει ἀνάπαυση ποτέ. Ἐδῶ καὶ δίκαιο νὰ ἔχη κανείς, ὅταν πάη νὰ δικαιώση τὸν ἑαυτό του, πάλι ἀνάπαυση δὲν ἔχει, πόσο μᾶλλον νὰ μὴν ἔχη δίκαιο καὶ νὰ δικαιολογῆ τὴν πτώση του μὲ ἀναιδέστατο τρόπο. Γι' αὐτό, ὅσο μποροῦμε, νὰ προσέχουμε τὴν ἀναίδεια καὶ τὴν περιφρόνηση ὄχι μόνον πρὸς τὰ θεῖα ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν πλησίον μας, διότι εἶναι εἰκόνα Θεοῦ. Οἱ ἀναιδεῖς ἄνθρωποι βρίσκονται στὸ πρῶτο στάδιο τῆς βλασφημίας κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐκεῖνοι ποὺ περιφρονοῦν τὰ θεῖα βρίσκονται στὸ δεύτερο, καὶ στὸ τρίτο βρίσκεται ὁ διάβολος.
Κατ᾿ ἀρχάς, ἂν κάποιος μιλάη ἄσχημα λ.χ. γιὰ σένα ὡς ἄτομο, δὲν πειράζει. Νὰ σκεφθῆς: «Τὸν Χριστό, ποὺ ἦταν Χριστός, Τὸν ἔβριζαν, καὶ δὲν μιλοῦσε· ἐμένα ποὺ εἶμαι ἁμαρτωλὸς τί μοῦ ἀξίζει;». Ἂν ἔρχονταν νὰ βρίσουν ἐμένα ὡς ἄτομο, δὲν θὰ μὲ πείραζε καθόλου. Ἀλλά, ὅταν μὲ βρίζουν ὡς μοναχό, βρίζουν καὶ ὅλο τὸν θεσμὸ τοῦ Μοναχισμοῦ, γιατὶ ὡς μοναχὸς δὲν εἶμαι ἀνεξάρτητος, καὶ πρέπει νὰ μιλήσω. Σὲ τέτοιες περιπτώσεις πρέπει κανεὶς νὰ τοὺς ἀφήση λίγο νὰ ξεσπάσουν καὶ ὕστερα νὰ τοὺς πῆ δυὸ κουβέντες. Κάποτε στὸ λεωφορεῖο μιὰ γυναίκα ἔβριζε τοὺς παπάδες. Τὴν ἄφησα νὰ ξεσπάση καί, ὅταν σταμάτησε, τῆς εἶπα: «Ἔχουμε ἀπαιτήσεις ἀπὸ τοὺς παπάδες, ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς δὲν τοὺς ἔρριξε ὁ Θεὸς μὲ τὰ ἀλεξίπτωτα. Εἶναι ἄνθρωποι καὶ ἔχουν ἀνθρώπινες ἀδυναμίες. Μπορεῖς ὅμως νὰ μοῦ πῆς, μιὰ μητέρα σὰν ἐσένα βαμμένη, μὲ κάτι νύχια σὰν τὸ γεράκι, τί παιδὶ θὰ γεννήση καὶ πῶς θὰ τὸ ἀναθρέψη; Καὶ παπᾶς καὶ καλόγερος νὰ γίνη, πῶς θὰ εἶναι;». Θυμᾶμαι, μιὰ ἄλλη φορά, ὅταν ταξίδευα μὲ τὸ λεωφορεῖο ἀπὸ τὴν Ἀθήνα γιὰ τὰ Γιάννενα, ἦταν ἕνας ποὺ δὲν σταμάτησε σὲ ὅλο τὸν δρόμο νὰ κατηγορῆ ἕναν μητροπολίτη ποὺ εἶχε δημιουργήσει τότε κάτι προβλήματα. Τοῦ εἶπα κανα–δυὸ κουβέντες καὶ μετὰ ἔκανα εὐχή. Ἐκεῖνος συνέχιζε. Ὅταν φθάσαμε στὰ Γιάννενα καὶ κατεβήκαμε, τὸν πῆρα λίγο παράμερα καὶ τοῦ λέω: «Μὲ γνωρίζεις ποιός εἶμαι;». «Ὄχι», μοῦ λέει. «Πῶς τότε κάθεσαι καὶ λὲς τέτοια πράγματα; Ἐγὼ μπορεῖ νὰ εἶμαι πολὺ χειρότερος ἀπὸ τὸν τάδε ποὺ βρίζεις, μπορεῖ ὅμως νὰ εἶμαι καὶ ἕνας ἅγιος. Πῶς κάθεσαι ἐσὺ καὶ λὲς μπροστά μου πράγματα ποὺ δὲν μπορῶ νὰ φαντασθῶ ὅτι τὰ κάνουν οὔτε καὶ οἱ κοσμικοὶ ἄνθρωποι; Κοίταξε νὰ διορθωθῆς, γιατὶ θὰ φᾶς σκαμπίλι δυνατὸ ἀπὸ τὸν Θεὸ – γιὰ τὸ καλό σου φυσικά». Τὸν εἶδα μετά, ἄρχισε νὰ τρέμη. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι κατάλαβαν, ὅπως εἶδα ἀπὸ μιὰ ἀναταραχὴ ποὺ δημιουργήθηκε.
Βλέπεις νὰ βρίζουν τὰ ἅγια καὶ ὁ ἄλλος δὲν λέει τίποτε. Σ᾿ αὐτὴν τὴν περίπτωση ἡ πραότητα εἶναι δαιμονική. Μιὰ φορὰ ποὺ ἔβγαινα ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, συνάντησα στὸ καράβι καὶ ἕναν ποὺ εἶχε φύγει ὁ καημένος  ἀπὸ τὸ Ψυχιατρεῖο καὶ εἶχε ἔρθει στὸ Ὄρος. Φώναζε καὶ ἔβριζε συνέχεια ὅλους τοὺς μεγάλους, τοὺς κυβερνῆτες, τοὺς γιατρούς... «Τόσα χρόνια, ἔλεγε, μὲ τάραξαν στὰ ἠλεκτροσὸκ καὶ στὰ χάπια. Ἐσεῖς περνᾶτε καλά. Ἔχετε τὴν καλοπέρασή σας, τὰ αὐτοκίνητά σας. Ἐμένα ἀπὸ δώδεκα χρονῶν ἡ μάνα μου μ' ἔστειλε σ' ἕνα νησί. Εἴκοσι πέντε χρόνια γυρίζω ἀπὸ τρελλοκομεῖο σὲ τρελλοκομεῖο». Ἔβριζε ὅλα τὰ κόμματα καὶ μετὰ ἄρχισε νὰ βρίζη Χριστὸ καὶ Παναγία. Σηκώνομαι ἐπάνω, «πάψε, τοῦ λέω· δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ἀρχὴ ἐδῶ μέσα;». Θίχθηκε, φαίνεται, ὁ συνοδός του – πρέπει νὰ ἦταν χωροφύλακας – καὶ τὸν σύμμασε λίγο. Εἶχε πεῖ ὅλο τὸ πρόβλημά του φωνάζοντας καὶ βρίζοντας. Τὸν πόνεσα. Μετὰ ἦρθε, μοῦ φίλησε τὸ χέρι. Τὸν φίλησα. Εἶχε δίκαιο. Ὅλοι λίγο-πολὺ ἔχουμε τὸ μερίδιό μας. Ἤμουν καὶ ἐγὼ αἰτία ποὺ ἔβριζε ὁ καημένος. Ἂν εἶχα πνευματικὴ κατάσταση, θὰ τὸν εἶχα κάνει καλά.
Πόσο εἶχαν ἀπογοητευθῆ οἱ Φαρασιῶτες, τότε μὲ τὴν Ἀνταλλαγή, ὅταν ἔρχονταν μὲ τὸ καράβι στὴν Ἑλλάδα! Δυὸ ναῦτες μάλωναν καὶ ἔβριζαν τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία. Τοὺς φάνηκε πολὺ βαρύ! Σοῦ λέει: «Ἕλληνες, Χριστιανοί, νὰ βρίζουν τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία!». Τοὺς ἅρπαξαν καὶ τοὺς πέταξαν στὴν θάλασσα. Εὐτυχῶς ἤξεραν κολύμπι καὶ γλύτωσαν. Ἀκόμη καὶ ὅταν βρίζουν κάποιον ἄνθρωπο, πρέπει νὰ τὸν ὑπερασπίσουμε, πόσο μᾶλλον τὸν Χριστό! Ἦρθε ἕνα παιδὶ στὸ Καλύβι ποὺ κούτσαινε, ἀλλὰ λαμποκοποῦσε τὸ προσωπάκι του. Λέω: «Κάτι γίνεται ἐδῶ, γιὰ νὰ λάμπη ἔτσι ἡ θεία Χάρις!». Τὸν ρώτησα «τί κάνεις κ.λπ.» καὶ μοῦ εἶπε τί συνέβη. Κάποιος, ἕνα θηρίο μέχρι ἐκεῖ πάνω, ἔβριζε τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία καὶ τὸ παιδὶ ὅρμησε ἐπάνω του, γιὰ νὰ σταματήση. Ἐκεῖνος τὸ ἔβαλε κάτω, τὸ τσαλαπάτησε, τοῦ σακάτεψε τὰ πόδια, καὶ μετὰ τὸ καημένο κούτσαινε. Ὁμολογητής! Τί τράβηξαν οἱ Ὁμολογητές, οἱ Μάρτυρες!
Θέλει διάκριση καὶ ὑπομονή. Ὁ Θεὸς θὰ βοηθήση. Ὁ ἀσυρματιστὴς ποὺ ὑπηρετούσαμε μαζὶ στὸν στρατὸ ἦταν ἕνας γιατρὸς ἄπιστος, βλάσφημος. Κάθε μέρα ἐρχόταν   στὴν μονάδα Διοικήσεως, νὰ μοῦ κάνη πλύση ἐγκεφάλου! Μοῦ ἔλεγε τὴν θεωρία τοῦ Δαρβίνου κ.λπ., κάτι πράγματα χαμένα, βλάσφημα τελείως. Μετὰ ὅμως ἀπὸ κάποιο περιστατικὸ κατάλαβε μερικὰ πράγματα. Μιὰ φορὰ ἤμασταν σὲ μιὰ ἐπιχείρηση καὶ εἴχαμε φορτωμένα σὲ ἕνα μεγάλο μουλάρι τὸν ἀσύρματο καὶ τὸ φορεῖο. Σὲ ἕναν κατήφορο, ἐπειδὴ γλιστροῦσε πολύ, ἐγὼ ἔπιανα ἀπὸ τὴν οὐρὰ τὸ ζῶο καὶ ὁ γιατρὸς τραβοῦσε τὸ καπίστρι. Σὲ μιὰ στιγμή, πῶς ἄγγιξε τὸ φορεῖο λίγο τὰ αὐτιὰ τοῦ ζώου, καὶ δίνει μιὰ τὸ ζῶο καὶ μὲ χτυπάει δυνατὰ μὲ τὰ πισινά του πόδια· μὲ πέταξε πέρα. Σὲ λίγο συνῆλθα καὶ εἶδα ὅτι περπατοῦσα! Τὸ μόνο ποὺ θυμόμουν ἦταν ὅτι φώναξα «Παναγία μου!». Τίποτε ἄλλο. Τὰ σημάδια ἀπὸ τὰ πέταλα τοῦ ζώου ἦταν πάνω μου. Ἐδῶ τὸ στῆθος ἦταν ὅλο μαῦρο. Μὲ τόση δύναμη μὲ χτύπησε τὸ ζῶο! Τὰ ἔχασε ὁ γιατρὸς ποὺ μὲ εἶδε νὰ περπατῶ! Συνεχίσαμε τὸν δρόμο μας. Λίγο πιὸ πέρα στραβοπάτησε ὁ γιατρὸς σὲ μιὰ πέτρα, ἔπεσε κάτω καὶ δὲν μποροῦσε νὰ σηκωθῆ νὰ περπατήση. Ἄρχισε νὰ φωνάζη: «Παναγία μου, Χριστέ μου»! Σοῦ λέει: «Τώρα ὅλοι θὰ μὲ ἐγκαταλείψουν· πάει, τί θὰ γίνω; Ποιός θὰ μὲ βοηθήση;». Φοβόταν μὴν τὸν πιάσουν. «Μὴ στενοχωριέσαι, τοῦ λέω, θὰ καθήσω μαζί σου. Ἂν πιάσουν ἐμένα, θὰ πιάσουν κι ἐσένα». Ὁ καημένος μετὰ σκέφθηκε: «Ὁ Ἀρσένιος (1), ἐνῶ τὸν πέταξε πέρα τὸ ζῶο, δὲν ἔπαθε τίποτε, καὶ ἐγὼ λίγο στραβοπάτησα καὶ δὲν μπορῶ νὰ περπατήσω!». Σὲ λίγο σηκώθηκε, ἀλλὰ κούτσαινε καὶ τὸν κρατοῦσα, γιὰ νὰ περπατήση. Οἱ ἄλλοι εἶχαν προχωρήσει. Πῆρε ἕνα μάθημα καὶ συνῆλθε μετά. Κάθε μέρα ἔλεγε κάτι βλασφημίες, καὶ τότε, πάνω στὸν κίνδυνο, φώναζε «Παναγία μου! Παναγία μου!». Τὸν βόλεψε ἡ Παναγία! Ἕνας ἄλλος, μοτοσυκλετιστὴς ἦταν στὸν στρατό, δύο φορὲς εἶχε σπάσει τὸ πόδι του καὶ πάλι συνέχιζε νὰ βρίζη.
Ἐδῶ δὲν τοῦ ἔλεγα τίποτε καὶ ἐκεῖνος ἔβριζε συνεχῶς τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία ἐπίτηδες, γιὰ νὰ μὲ στενοχωρῆ. Μετὰ τὸ κατάλαβα καὶ ἔκανα μόνον εὐχή. Καὶ νὰ δῆτε, ἐνῶ πρῶτα ἔβριζαν καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ἄλλοι στὰ καλὰ καθούμενα, ὕστερα, ὅταν δυσκολεύονταν σὲ κάτι καὶ πήγαιναν νὰ βρίσουν, δάγκωναν τὴν γλῶσσα τους! Εἶναι καλύτερα, ἂν ἕνας βρίζη, βλασφημάη κ.λπ. καὶ εἶναι ἀναιδής, νὰ κάνης ὅτι εἶσαι ἀπασχολημένος καὶ δὲν ἀκοῦς καὶ νὰ λὲς τὴν εὐχή. Γιατὶ ἂν καταλάβη ὅτι τὸν παρακολουθεῖς, μπορεῖ νὰ βρίζη συνέχεια, καὶ ἔτσι γίνεσαι αἰτία νὰ δαιμονισθῆ. Ὅταν ὅμως δὲν εἶναι ἀναιδὴς ἀλλὰ εὐσυνείδητος, καὶ βρίζη ἀπὸ κακὴ συνήθεια, μπορεῖς κάτι νὰ τοῦ πῆς. Ἂν πάλι εἶναι εὐσυνείδητος, ἀλλὰ ἔχη πολὺ ἐγωισμό, πρέπει νὰ προσέξης νὰ μὴν τοῦ μιλήσης αὐστηρὰ ἀλλὰ ταπεινά, ὅσο μπορεῖς, καὶ μὲ πόνο. Τί λέει ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ; «Ἔλεγξον διὰ τῆς δυνάμεως τῶν ἀρετῶν σου τοὺς φιλονεικοῦντας μετὰ σοῦ... καὶ ἀποστόμωσον αὐτοὺς διὰ τῆς πραότητος καὶ τῆς γαλήνης τῶν χειλέων σου. Ἔλεγξον τοὺς μὲν ἀκολάστους διὰ τῆς ἐναρέτου συμπεριφορᾶς σου, τοὺς δὲ ἀναισχύντους κατὰ τὰς αἰσθήσεις διὰ τῆς συστολῆς τῶν ὀμμάτων σου».

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Β'- ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ

ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ: ΠΑΝΤΑ ΚΑΘΑΡΑ ΤΟΙΣ ΚΑΘΑΡΟΙΣ


Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ «ΠΥΡ ΚΑΤΑΝΑΛΙΣΚΟΝ»
Γιατί νὰ σκανδαλίζεται (σήμερα κανεὶς) ἀπὸ τοὺς ἄλλους ποὺ δὲν εἶναι κοντὰ στὸν Θεό; Ἐὰν ἦταν μέσα σὲ μιὰ οἰκογένεια καὶ εἶχε ἕξι-ὀκτὼ ἀδέλφια καὶ ἕνα-δύο ἀπὸ αὐτὰ τὰ παρέσυρε ὁ σατανᾶς καὶ ζοῦσαν ἁμαρτωλὴ ζωή, θὰ τὸν σκανδάλιζε ἡ ἁμαρτωλὴ ζωή τους;
Ἔ, λοιπόν, τὸ κακὸ βρίσκεται μέσα μας. Δὲν ἔχουμε ἀγάπη, γι' αὐτὸ δὲν νιώθουμε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἀδελφούς μας καὶ σκανδαλιζόμαστε ἀπὸ τὴν ζωή τους. Ὅλοι εἴμαστε μιὰ μεγάλη οἰκογένεια καὶ εἴμαστε μεταξύ μας ἀδέλφια, γιατὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν νιώσουμε πραγματικὰ ὅτι εἴμαστε ἀδέλφια μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, θὰ πονοῦμε γιὰ ὅσους ζοῦν μέσα στὴν ἁμαρτία καὶ δὲν θὰ μᾶς σκανδαλίζη ἡ ἁμαρτωλὴ ζωή τους, ἀλλὰ θὰ προσευχώμαστε γι᾿ αὐτούς.
Ἄρα, ἂν σκανδαλιζώμαστε, τὸ κακὸ βρίσκεται μέσα μας· δὲν εἶναι ἔξω ἀπὸ μᾶς. Νὰ λέμε στὸν ἑαυτό μας, ὅταν σκανδαλίζεται: «Ἐσὺ πόσους σκανδαλίζεις; Γιὰ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, νὰ μὴν ἀνέχεσαι τὸν ἀδελφό σου; Ἐσένα πῶς σὲ ἀνέχεται ὁ Θεὸς μὲ τόσα ποὺ κάνεις;». Σκεφθῆτε τὸν Θεό, τὴν Παναγία, τοὺς Ἀγγέλους, ποὺ βλέπουν στὴν γῆ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους – σὰν νὰ βρίσκωνται σὲ ἕνα μπαλκόνι καὶ βλέπουν στὴν πλατεία τοὺς ἀνθρώπους ποὺ εἶναι συγκεντρωμένοι ἐκεῖ – ἄλλους νὰ κλέβουν, ἄλλους νὰ μαλώνουν, ἄλλους νὰ ἁμαρτάνουν σαρκικὰ κ.λπ. Πῶς τοὺς ἀνέχονται! Πῶς ἀνέχονται ὅλη τὴν κακία καὶ τὴν ἁμαρτία ποὺ ὑπάρχει στὸν κόσμο καὶ ἐμεῖς νὰ μὴν ἀνεχώμαστε τὸν ἀδελφό μας! Εἶναι φοβερό!
Σὲ ἕνα καμίνι ἅμα πετάξης χαρτιά, σκουπίδια, τί θὰ γίνουν; Δὲν θὰ καοῦν; Ἔτσι καὶ στὸν πνευματικὸ ἄνθρωπο, ὅ,τι καὶ ἂν τοῦ πετάξη ὁ πειρασμός, καίγεται. «Πῦρ καταναλίσκον»! Ὅταν ἀνάψη στὸν ἄνθρωπο ἡ θεία φλόγα, ὅλα καίγονται. Δὲν κολλοῦν οἱ ἄσχημοι λογισμοὶ μετά. Δηλαδὴ δὲν παύει ὁ διάβολος νὰ τοῦ πετάη ἄσχημους λογισμούς, ἀλλὰ ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος εἶναι «πῦρ» καὶ τοὺς καίει. Ὁπότε κουράζεται μετὰ ὁ διάβολος καὶ σταματάει. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πάλι λέει: «Πάντα καθαρὰ τοῖς καθαροῖς». Στοὺς καθαροὺς εἶναι ὅλα καθαρά· δὲν ὑπάρχει τίποτε ἀκάθαρτο. Τοὺς καθαροὺς καὶ μέσα στὸν βοῦρκο νὰ τοὺς ρίξης, θὰ παραμείνουν καθαροὶ σὰν τὶς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου πού, ὅπου καὶ ἂν πέσουν, παραμένουν φωτεινὲς καὶ καθαρές.
Ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν ἅγιο ἀλλοιώνεται μὲ τὴν καλὴ ἔννοια καὶ ἀπὸ τὸν σαρκικὸ ἄνθρωπο δὲν ἐρεθίζεται. Τὸν βλέπει, τὸν πονάει, ἀλλὰ δὲν παθαίνει κακό. Ἕνας ἄνθρωπος σὲ μέση πνευματικὴ κατάσταση ἀπὸ ἕναν πνευματικὸ ἄνθρωπο ἀλλοιώνεται πρὸς τὸ καλό· ἀπὸ ἕναν σαρκικὸ ἄνθρωπο ἀλλοιώνεται πάλι, ἀλλὰ πρὸς τὸ κακό. Ὁ σαρκικὸς ἄνθρωπος τὸν ἅγιο δὲν τὸν καταλαβαίνει καὶ ἀπὸ τὸν σαρκικὸ ἐρεθίζεται. Καὶ ἐνῶ ὁ δαιμονισμένος βλέπει τὸν ἅγιο καὶ φεύγει, ὁ σαρκικὸς ἄνθρωπος πάει πρὸς τὸν ἅγιο, γιὰ νὰ τὸν πειράξη καὶ νὰ τὸν σκανδαλίση. Ἕνας ποὺ ἔχει φθάσει σὲ κατάσταση Σοδομιτῶν σκανδαλίζεται καὶ ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους ἀκόμη. Ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος, ἀκόμη καὶ ἄπειρος πνευματικὰ νὰ εἶναι, διακρίνει τὸν Ἄγγελο τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν δαίμονα, γιατὶ ἔχει πνευματικὴ καθαρότητα καὶ συγγενεύει μὲ τὸν Ἄγγελο. Ἐνῶ ὁ ἐγωιστὴς καὶ σαρκικός, ἐκτὸς ποὺ πλανιέται εὔκολα ἀπὸ τὸν πονηρὸ διάβολο, μεταδίδει καὶ αὐτὸς πονηριὰ καὶ προκαλεῖ μὲ τὴν σαρκικότητά του καὶ βλάπτει τὶς φιλάσθενες ψυχὲς μὲ τὰ πνευματικά του μικρόβια.
Πρέπει νὰ καθαρισθῆ ἡ καρδιά, γιὰ νὰ ἀναπαύεται μέσα του ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. «Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεὸς» δὲν λέει ὁ Ψαλμός; Ὅταν καθαρισθῆ ἡ καρδιά, ἡ ἀνδρικὴ ἢ ἡ γυναικεία, κατοικεῖ μέσα της ὁ Χριστὸς καὶ οὔτε σκανδαλίζουν τότε οἱ ἄνθρωποι οὔτε σκανδαλίζονται, ἀλλὰ μεταδίδουν Χάρη καὶ εὐλάβεια. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ προσέχει καὶ διατηρεῖ τὴν πνευματική του καθαρότητα, διατηρεῖ καὶ τὴν θεία Χάρη. Ἔτσι βλέπει τὰ πάντα καθαρά, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀκάθαρτα τὰ ἀξιοποιεῖ. Τὰ κάνει καὶ αὐτὰ καλὰ στὸ πνευματικό του καλὸ ἐργοστάσιο. Τὰ ἄχρηστα χαρτιὰ τὰ κάνει καθαρὲς χαρτοπετσέτες, κόλλες, τετράδια κ.λπ., τὰ σπασμένα μπροῦντζα τὰ κάνει κηροπήγια καὶ μανουάλια κ.λπ. Ἀντίθετα, ὁ ἄνθρωπος ποὺ δέχεται τὴν πονηριὰ καὶ σκέφτεται πονηρά, καὶ τὰ καλὰ τὰ μετατρέπει στὸ κακό, ὅπως τὸ ἐργοστάσιο ποὺ κάνει πολεμικὸ ὑλικό, καὶ τὸ χρυσάφι τὸ κάνει σφαῖρες καὶ κάλυκες κανονιοῦ, γιατὶ ἔτσι εἶναι φτιαγμένες οἱ μηχανές του.
Ὅταν ἀρχίζη κανεὶς νὰ κάνη ὑποχωρήσεις στὴν ἁμαρτία, ἐσωτερικὰ μαυρίζει, θολώνουν τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του καὶ βλέπει θολά. Ὕστερα, εἶναι μολυσμένος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ἡ ἁμαρτία τὸν μπερδεύει. Ἀκόμη καὶ τὰ καθαρὰ μπορεῖ νὰ τὰ δῆ ἁμαρτωλά. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ δὲν μποροῦν νὰ πιστέψουν λ.χ. ὅτι μερικοὶ νέοι ἢ νέες ζοῦν ἁγνή, καθαρὴ ζωή. «Ἀδύνατο, λένε, σήμερα νὰ συμβαίνη αὐτό». Οἱ καημένοι εἶναι τόσο βουτηγμένοι μέσα στὴν ἁμαρτία ποὺ ὅλα τὰ βλέπουν ἁμαρτωλά. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ κοιμοῦνται μὲ τὰ ταγκαλάκια, δὲν μποροῦν νὰ σκεφθοῦν ὅτι ὑπάρχουν ἄλλοι ποὺ κοιμοῦνται μὲ τὰ ἀγγελάκια. Νὰ μὴ ζητᾶμε ὅμως ἀπὸ τοὺς χοίρους νὰ εὐλαβοῦνται τὰ κρίνα. Βλέπεις,  καὶ ὁ Χριστὸς εἶπε: «Μὴ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτούς». Γι' αὐτὸ ὅποιος ζῆ πνευματικά, καθαρά, καλὰ εἶναι νὰ προσέχη πολὺ νὰ μὴν ξεθαρρεύη ποτὲ στοὺς κοσμικοὺς οὔτε καὶ νὰ τοὺς δίνη πνευματικὰ δικαιώματα, γιὰ νὰ μὴ βλαφθῆ καὶ γιὰ νὰ μὴν τοὺς βλάψη, διότι οἱ κοσμικοὶ ἄνθρωποι ἄλλο τυπικὸ ἔχουν καὶ ἄλλον κανονάρχη καὶ δὲν μποροῦν νὰ διακρίνουν τὸ ἅγιο Μύρο ἀπὸ τὴν κολώνια.
ΝΑ ΜΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ ΣΚΑΝΔΑΛΑ
Ὅσο μποροῦμε, νὰ προσέχουμε νὰ μὴ δίνουμε ἐμεῖς ἀφορμὲς καὶ δημιουργοῦνται ἄσχημες καταστάσεις. Νὰ μὴν ἀνοίγουμε χαραμάδες στὸν πονηρό, γιατὶ οἱ ψυχὲς ποὺ ἔχουν βλαμμένο λογισμὸ βλάπτονται καὶ ἀφορμὴ ζητᾶνε νὰ δικαιολογήσουν τὸν ἑαυτό τους. Ἔτσι ἀπὸ τὴν μιὰ χτίζουμε καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη γκρεμίζουμε.
Εἶχαν ἔρθει μιὰ φορὰ στὸ Καλύβι μερικοὶ νέοι, μοντέρνα παιδιά, καὶ συζητήσαμε. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα θὰ ἔβγαινα ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ὅταν τὸ ἔμαθαν, βγῆκαν καὶ ἐκεῖνα ἀπὸ τὸ Ὄρος καὶ στὸ καραβάκι ἦρθαν καὶ κάθησαν κοντά μου. Μὲ πολὺ ἐνδιαφέρον μὲ ρωτοῦσαν γιὰ διάφορα πνευματικὰ θέματα. Μερικοὶ ὅμως τὸ παρεξήγησαν καὶ μᾶς κοίταζαν πολὺ ὕποπτα. Ἐὰν μποροῦσα νὰ προβλέψω ὅτι θὰ τὸ παρεξηγοῦσαν αὐτὸ οἱ ἄλλοι, θὰ φρόντιζα νὰ λάβω τὰ μέτρα μου.
Ὁ κόσμος εἶναι πονηρός. Πρέπει νὰ φροντίζουμε νὰ μὴ δημιουργοῦμε σκάνδαλα. Δὲν εὐθυνόμαστε γιὰ ὅσα δὲν μποροῦμε νὰ πάρουμε τὰ μέτρα μας ἢ γιὰ ὅσα δὲν ἔχουμε πεῖρα. Νὰ μὴν περιμένουμε μισθὸ ἀπὸ τὸν Θεό, ὅταν ἐμεῖς ἀπὸ ἀπροσεξία δημιουργοῦμε προβλήματα. Μισθὸ ἔχουμε, ὅταν ἐμεῖς εἴμαστε προσεκτικοί, ἀλλὰ δημιουργῆ ὁ ἐχθρὸς προβλήματα. Μοῦ λέει λ.χ. κάποιος ὅτι εἶμαι πλανεμένος. Πρῶτα θὰ δῶ ἂν εἶμαι πλανεμένος ἢ ὄχι. «Γιὰ νὰ τὸ πῆ αὐτός, κάτι θὰ εἶδε. Δὲν μπορεῖ νὰ τὸ εἶπε στὰ καλὰ καθούμενα· κάτι θὰ παρεξήγησε», σκέφτομαι καὶ ψάχνω νὰ βρῶ ποῦ μὲ παρεξηγεῖ, γιὰ νὰ τὸ διορθώσω. Ἂν λέη ὅτι εἶμαι πλανεμένος, εἶμαι μάγος, γιὰ μένα εἶναι κέρδος, γιατὶ δὲν θὰ μαζεύεται κόσμος καὶ θὰ ἡσυχάσω. Ἀλλὰ αὐτὸς ὁ καημένος θὰ κολασθῆ, γιατὶ κάνει κακὸ στὴν Ἐκκλησία· κρίμα δὲν εἶναι; Καὶ φταίω ἐγώ, γιατὶ κάτι δὲν πρόσεξα. Π.χ. ἔρχονται μερικοὶ νὰ μοῦ φιλήσουν τὸ χέρι καὶ τοὺς χτυπάω ἐλαφρὰ στὸ κεφάλι. Ὁ ἄλλος τὸ βλέπει καὶ λέει: «Τοὺς εὐλογεῖ, ἐνῶ εἶναι μοναχός! Τί εἶναι αὐτός;». Δὲν φταῖνε αὐτοί, πρέπει ἐγὼ νὰ μὴν τὸ ξανακάνω.
Τὸ ἀκαταλόγιστο ἔχει ἕνας ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ σκεφθῆ, ὄχι αὐτὸς ποὺ δὲν προσέχει. Ὁ ἀπρόσεκτος ἀνάβει φωτιὰ καὶ δὲν σκέφτεται ὅτι θὰ πιάση πυρκαγιὰ ἐκεῖ ποὺ τὴν ἄναψε. Ὅταν καμμιὰ φορὰ βάζη φωτιὰ ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος καὶ καψαλίζη καὶ ἄλλες ψυχές, ἔχουμε καθῆκον νὰ εὐχώμαστε καὶ νὰ ρίχνουμε καὶ κανέναν κουβᾶ νερό. Εἶναι καὶ ἄλλοι ποὺ εἶναι ὁρμητικοί, ἔχουν καὶ εὐλάβεια μαζὶ μὲ βλάβη καί, ὅταν ἀκούσουν κάτι μὲ τὸ ὁποῖο δὲν συμφωνοῦν, χωρὶς νὰ ἐξετάσουν ἂν εἶναι σωστὸ ἢ ὄχι, τὰ κάνουν ὅλα γυαλιὰ–καρφιά. Τότε πρέπει μὲ τρόπο ἄλλοτε νὰ πατᾶμε λίγο φρένο καὶ ἄλλοτε, ὅταν σταματᾶνε, νὰ βάζουμε πάλι μὲ τρόπο καμμιὰ πέτρα στὸν τροχό τους, γιατὶ μπορεῖ νὰ πάρουν καὶ ἀνάποδα στροφὲς καὶ νὰ πάρουν καὶ ἄλλους σβάρνα.
ΤΙ ΣΚΑΝΔΑΛΟΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΡΙΚΟΙ
Εὔκολα μὴν πιστεύετε σὲ ὅ,τι ἀκοῦτε, γιατὶ εἶναι καὶ μερικοὶ ποὺ τὰ λένε ὅπως ἐκεῖνοι τὰ καταλαβαίνουν. Πῆγε μιὰ φορὰ ἕνας στὸν Χατζεφεντῆ καὶ τοῦ λέει: «Νἄχω τὴν εὐχή σου, Χατζεφεντῆ, ἑκατὸ φίδια μαζεύτηκαν ἐκεῖ ἐπάνω». «Ἑκατὸ φίδια; Ποῦ βρέθηκαν;», ἀπόρησε ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος. «Ἔ, ἂν δὲν ἦταν ἑκατό, πενῆντα θὰ ἦταν σίγουρα». «Πενῆντα φίδια!». «Εἴκοσι πέντε πάντως θὰ ἦταν»! «Εἴκοσι πέντε φίδια ἄκουσες νὰ μαζεύτηκαν ποτέ;», τοῦ λέει πάλι ὁ Ἅγιος. Μετὰ τοῦ λέει ὅτι ἦταν δέκα ὁπωσδήποτε. «Καλά, τοῦ λέει ὁ Ἅγιος, συνέδριο εἶχαν καὶ μαζεύτηκαν δέκα φίδια; Πάψε· δὲν εἶναι δυνατόν!». «Πέντε θὰ ἦταν», λέει τότε ἐκεῖνος. «Πέντε;». «Ἔ, δύο θὰ ἦταν». Ὕστερα τὸν ρωτάει ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος: «Τὰ εἶδες;». «Ὄχι, λέει, τὰ ἄκουσα νὰ κάνουν μέσα στὰ κλαδιὰ "σσσσ..."». Μπορεῖ δηλαδὴ νὰ ἦταν καὶ καμμιὰ σαύρα!... Ἐγὼ ἀπὸ ὅσα ἀκούω ποτὲ δὲν βγάζω συμπεράσματα, χωρὶς νὰ ἐξετάσω. Ἄλλος μπορεῖ νὰ λέη κάτι, γιὰ νὰ κατηγορήση, ἄλλος νὰ τὸ λέη ἁπλὰ καὶ ἄλλος σκόπιμα.

Τί σκανδαλοποιοὶ εἶναι μερικοί! Ἦταν δυὸ φίλοι στὴν Κόνιτσα πολὺ ἀγαπημένοι. Τὶς γιορτὲς καὶ τὶς Κυριακὲς δὲν γύριζαν μέσα στὴν πόλη· ἔρχονταν στὸ μοναστήρι, στὸ Στόμιο· ἔψελναν κιόλας. Ὕστερα ἀνέβαιναν στὸ βουνό, στὴν Γκαμήλα. Μιὰ μέρα ἕνας διεστραμμένος τύπος τοὺς ἔβαλε σκάνδαλα. Πάει στὸν ἕναν καὶ τοῦ λέει: «Ξέρεις τί εἶπε γιὰ σένα αὐτός; Αὐτὸ καὶ αὐτό». Πάει μετὰ καὶ στὸν ἄλλον καὶ τοῦ λέει: «Ξέρεις τί εἶπε γιὰ σένα αὐτὸς ποὺ τὸν ἔχεις φίλο; Αὐτὸ καὶ αὐτό». Ἀμέσως ἔγιναν καὶ οἱ δυὸ θηρία καὶ πιάνουν ἕναν καυγᾶ μέσα στὸ μοναστήρι! Ἐν τῷ μεταξὺ ἐκεῖνος ποὺ ἔβαλε τὸ φυτίλι ἔφυγε, καὶ αὐτοὶ δῶσ᾿ του νὰ μαλώνουν. Ὁ μικρότερος ἦταν καὶ λίγο νευρικὸς καὶ ἔβριζε τὸν μεγαλύτερο. «Τώρα, λέω, τί νὰ κάνω; Βρὲ τὸν πειρασμό, τί κάνει!». Πάω καὶ λέω στὸν μεγάλο: «Κοίταξε, μικρὸς εἶναι· ἀφοῦ εἶναι καὶ λίγο νευρικός, μὴν τὸν παρεξηγῆς· ζήτησέ του συγγνώμη». «Πάτερ, τί συγγνώμη νὰ ζητήσω, μοῦ λέει, δὲν βλέπεις πῶς μὲ βρίζει; Ἐγὼ οὔτε κἂν ἔχω ἰδέα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ λέει». Πάω καὶ στὸν μικρὸ καὶ τοῦ λέω: «Κοίταξε, μεγάλος εἶναι· δὲν εἶναι ἔτσι ποὺ τὰ βλέπεις τὰ πράγματα· πήγαινε, ζήτησέ του συγγνώμη». Ἁρπάχθηκε ἐκεῖνος· ἔβαλε τὶς φωνές: «Θὰ μαλώσουμε καὶ μαζί, Πάτερ!». «Ἔ, νὰ μαλώσουμε, ρὲ Παντελῆ! Ἄφησέ με ὅμως νὰ ἑτοιμασθῶ λίγο...», τοῦ εἶπα καὶ ἔφυγα. Ἔξω ἀπὸ τὸ μοναστήρι εἶχα κάτι ξύλα μακριά, γιὰ νὰ φράξω τὸν κῆπο. Πάω, παίρνω ἀπὸ τετρακόσια μέτρα μακριὰ ἕνα ξύλο κοντὰ πέντε μέτρα καὶ τὸ σβάρνιζα σιγὰ-σιγά, γιὰ νὰ τὸν κάνω νὰ γελάση. Ἐκεῖνος ἄκουγε ποὺ τὸ σβάρνιζα, ἀλλὰ ποῦ νὰ φαντασθῆ τί τὸ ἤθελα! Μπῆκα μέσα στὴν αὐλὴ σβαρνίζοντας τὸ ξύλο, μέχρι ποὺ ἔφθασα κάτω ἀπὸ τὸν νάρθηκα. «Σταμάτα, ρὲ Παντελῆ, νὰ μαλώσουμε!», λέω. Ἔσκασαν στὰ γέλια καὶ οἱ δυό, μόλις κατάλαβαν τί τὸ ἤθελα τὸ ξύλο! Αὐτὸ ἦταν. Ἔσπασε ὁ πάγος. Ἔσκασε ὁ διάβολος. «Εἶστε στὰ καλά σας; τοὺς λέω· τί εἶναι αὐτά;». Καὶ ἀγαπήθηκαν πάλι.

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Β'- ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ

ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ: ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΜΕ ΣΥΝΕΣΗ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ


ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ
Ἐὰν θέλης νὰ βοηθήσης τὴν Ἐκκλησία, εἶναι καλύτερα νὰ κοιτάξης νὰ διορθώσης τὸν ἑαυτό σου, παρὰ νὰ κοιτᾶς νὰ διορθώσης τοὺς ἄλλους. Ἂν διορθώσης τὸν ἑαυτό σου, ἀμέσως διορθώνεται ἕνα κομματάκι τῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν φυσικὰ αὐτὸ τὸ ἔκαναν ὅλοι, ἡ Ἐκκλησία θὰ ἦταν διορθωμένη. Ἀλλὰ σήμερα οἱ ἄνθρωποι ἀσχολοῦνται μὲ ὅλα τὰ ἄλλα θέματα ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Γιατὶ τὸ νὰ ἀσχολῆσαι μὲ τὸν ἑαυτό σου ἔχει κόπο, ἐνῶ τὸ νὰ ἀσχολῆσαι μὲ τοὺς ἄλλους εἶναι εὔκολο.
Ἐὰν ἀσχοληθοῦμε μὲ τὴν διόρθωση τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ στραφοῦμε πιὸ πολὺ στὴν «ἐσωτερικὴ» δράση παρὰ στὴν ἐξωτερική, δίνοντας τὰ πρωτεῖα στὴν θεία βοήθεια, θὰ βοηθήσουμε τοὺς ἄλλους περισσότερο καὶ θετικώτερα. Ἐπιπλέον θὰ ἔχουμε καὶ τὴν ἐσωτερική μας γαλήνη, ἡ ὁποία θὰ βοηθάη ἀθόρυβα τὶς ψυχὲς ποὺ θὰ συναντᾶμε, γιατὶ ἡ ἐσωτερικὴ πνευματικὴ κατάσταση προδίδει τὴν ἀρετὴ τῆς ψυχῆς καὶ ἀλλοιώνει ψυχές. Ὅταν ἐπιδίδεται κανεὶς στὴν ἐξωτερικὴ δράση, πρὶν φθάση στὴν λαμπικαρισμένη ἐσωτερικὴ πνευματικὴ κατάσταση, μπορεῖ νὰ κάνη κάποιον πνευματικὸ ἀγώνα, ἀλλὰ ἔχει στενοχώρια, ἄγχος, ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης στὸν Θεό, καὶ συχνὰ χάνει τὴν ἠρεμία του. Ἐὰν δὲν κάνη καλὸ τὸν ἑαυτό του, δὲν μπορεῖ νὰ πῆ ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὸ κοινὸ καλὸ εἶναι καθαρό. Ὅταν ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τὸν παλαιό του ἄνθρωπο καὶ ἀπὸ καθετὶ κοσμικό, ἔχει πλέον τὴν θεία Χάρη, ὁπότε καὶ ὁ ἴδιος ἀναπαύεται, ἀλλὰ καὶ κάθε εἴδους ἄνθρωπο ἀναπαύει. Ἂν ὅμως δὲν ἔχη Χάρη Θεοῦ, δὲν μπορεῖ οὔτε στὸν ἑαυτό του νὰ ἐπιβληθῆ οὔτε τοὺς ἄλλους νὰ βοηθήση, γιὰ νὰ φέρη θεῖο ἀποτέλεσμα. Πρέπει νὰ βουτηχθῆ στὴν Χάρη καὶ ὕστερα νὰ χρησιμοποιηθοῦν οἱ ἁγιασμένες πλέον δυνάμεις του γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ἄλλων.

ΤΟ ΚΑΛΟ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΚΑΛΟ ΤΡΟΠΟ

Χρειάζεται πολλὴ διάκριση καὶ θεῖο φωτισμὸ στὴν ἐποχή μας. Δὲν εἶναι εὔκολο νὰ σᾶς πῶ. Σὲ μιὰ περίπτωση, ὅπως ἔχω δεῖ, ὑπάρχουν πεντακόσιες ὑποπεριπτώσεις. Εἶναι μερικοὶ ποὺ μποροῦν νὰ διορθωθοῦν καὶ ἄλλοι ποὺ δὲν διορθώνονται, καὶ μὲ μιὰ δική μας παρατήρηση μπορεῖ νὰ ἀντιδράσουν. Ἰδίως ἂν κάποιος ἔχη ἐγωισμὸ καὶ τὸν θίξης, ἀντιδρᾶ ἄσχημα. Ἐνῶ καταλαβαίνει πολλὲς φορὲς ὅτι σφάλλει, ἀπὸ ἐγωισμὸ δὲν ὑποχωρεῖ. Καὶ ὅταν τὰ ἐλατήριά μας δὲν εἶναι ἁγνά, δηλαδὴ μαζὶ μὲ τὸ ἐνδιαφέρον ὑπάρχη καὶ ὑπερηφάνεια, καὶ ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι καθαρή, δημιουργεῖται στὸν ἄλλο μεγάλη ἀντίδραση.
Ὅταν ἐλέγχουμε κάποιον ἀπὸ ἀγάπη, μὲ πόνο, εἴτε τὴν καταλαβαίνει ὁ ἄλλος τὴν ἀγάπη μας εἴτε ὄχι, ἡ ἀλλοίωση γίνεται στὴν καρδιά του, ἐπειδὴ κινούμαστε ἀπὸ καθαρὴ ἀγάπη. Ἐνῶ ὁ ἔλεγχος ποὺ γίνεται χωρὶς ἀγάπη, μὲ ἐμπάθεια, τὸν κάνει τὸν ἄλλο θηρίο, γιατὶ ἡ κακία μας προσκρούει στὸν ἐγωισμό του, καὶ τότε βγάζει σπίθες, καὶ ἀνάβει ἡ φωτιά, ὅπως ὅταν χτυπήση ὁ πυριόβολος – τὸ ἀτσάλι – στὴν στουρναρόπετρα. Ὅταν ἀνεχώμαστε τὸν ἀδελφό μας ἀπὸ ἀγάπη, ἐκεῖνος τὸ καταλαβαίνει. Καὶ ὅταν δὲν ἐκδηλώνεται ἡ κακία μας, ἀλλὰ εἶναι ἐσωτερική, πάλι τὴν καταλαβαίνει, γιατὶ τοῦ προκαλεῖ ταραχή· ὅπως ὁ διάβολος, ἀκόμη καὶ ὅταν παρουσιάζεται σὰν ἄγγελος φωτός, φέρνει ταραχή, ἐνῶ ὁ πραγματικὸς Ἄγγελος φέρνει μιὰ ἁπαλὴ ἀνέκφραστη ἀγαλλίαση.
Γίνονται καὶ πολλὲς παρεξηγήσεις· ἄλλα καταλαβαίνει ὁ ἕνας, ἄλλα ὁ ἄλλος. Νὰ ἐξετάζη ὅμως κανεὶς πάντοτε τὸν ἑαυτό του: «Γιατί θέλω νὰ τὸ πῶ αὐτό; Ἀπὸ ποῦ ξεκινῶ; Πονάω γι᾿ αὐτὸ ἢ θέλω νὰ τὸ πῶ, γιὰ νὰ φανῶ καλός, νὰ ἐπιδειχθῶ;». Ἂν κανεὶς ἐξαγνισθῆ, τότε, εἴτε θυμώση εἴτε φωνάξη εἴτε κάνη μιὰ παρατήρηση, τὰ ἐλατήριά του θὰ εἶναι ἁγνά. Μετὰ πᾶνε ὅλα κανονικά, ἐπειδὴ κινεῖται μὲ διάκριση. Γιατὶ διάκριση εἶναι ὁ ἐξαγνισμός, ὁ θεῖος φωτισμός, ἡ πνευματικὴ διαύγεια. Ἑπομένως πῶς νὰ ὑπάρχη ἐγωισμὸς ἐκεῖ μέσα; Καὶ ὅταν τὰ ἐλατήρια εἶναι ἁγνά, ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάπαυση. Ἀπὸ αὐτὸ θὰ διακρίνετε ἂν ἡ κάθε ἐνέργειά σας εἶναι καλή.
Πολλὲς φορὲς δὲν καταλαβαίνετε ὅτι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο λέτε κάτι στὸν ἄλλον ἔχει ὕφος διευθυντοῦ: «Ἔτσι καὶ ἔτσι πρέπει νὰ γίνη αὐτό». Μπαίνει ὁ ἐγωισμὸς καὶ τὸν τινάζετε τὸν ἄλλο στὸν ἀέρα. Ἂν ὑπάρχουν ἁγνὰ ἐλατήρια καὶ ταπείνωση, ἡ παρατήρηση βοηθάει τὸν ἄλλο· διαφορετικά, μπαίνει ὁ ἐγωισμὸς καὶ φέρνει ἀντίθετο ἀποτέλεσμα. Νὰ βγάλετε τὸν ἑαυτό σας, τὸν ἐγωισμό σας, ἀπὸ τὶς ἐνέργειές σας. Τότε θὰ κινῆσθε ὅλο ἀπὸ ἁγνὰ ἐλατήρια. Ἡ ἀδιάκριτη συμπεριφορὰ τὶς περισσότερες φορὲς κάνει μεγαλύτερο κακὸ ἀπὸ τὴν συμπεριφορὰ τῶν τρελλῶν ποὺ ἔχουν τὸ ἀκαταλόγιστο καὶ σπάζουν κεφάλια, διότι οἱ ἀδιάκριτοι μὲ τὰ κοφτερά τους λόγια πληγώνουν εὐαίσθητες ψυχὲς καὶ πολλὲς φορὲς τὶς τραυματίζουν θανάσιμα, γιατὶ τὶς φέρνουν σὲ ἀπόγνωση.
Εἶναι καὶ μερικοὶ ποὺ συμπεριφέρονται μὲ τὸν ἴδιο τρόπο πρὸς ὅλους. Δὲν μποροῦμε ὅμως σὲ μιὰ δακτυλήθρα νὰ βάλουμε ὅσο βάζουμε σὲ ἕνα βαρέλι· ἢ νὰ φορτώσουμε ἕνα βόδι ὅσο ἕνα ἄλογο. Τὸ βόδι εἶναι γιὰ νὰ τραβάη τὸ ἀλέτρι· δὲν γίνεται νὰ τοῦ βάλουμε σαμάρι καὶ νὰ τὸ φορτώσουμε. Τὸ ἄλογο πάλι κακῶς τὸ βάζουμε στὸ ἀλέτρι, γιατὶ εἶναι γιὰ νὰ σηκώνη βάρος. Γιὰ ἄλλη δουλειὰ εἶναι τὸ ἕνα, γιὰ ἄλλη τὸ ἄλλο. Νὰ μὴ θέλουμε νὰ βάλουμε ὅλον τὸν κόσμο στὸ δικό μας καλούπι. Ὁ καθένας ἔχει τὸ δικό του. Νὰ παραβλέπουμε καὶ μερικά, ὅταν δὲν βλάπτουν. Ἐὰν μποροῦσαν νὰ μποῦν σὲ τάξη ὅλοι οἱ ἄνθρωποι σ᾿ αὐτὴν τὴν ζωή, δὲν θὰ γίνονταν ἀταξίες καὶ θὰ ἦταν καὶ ἐδῶ Παράδεισος. Νὰ μὴν ἔχουμε λοιπὸν ἀπαιτήσεις παράλογες ἀπὸ τοὺς ἄλλους.
Ο ΘΕΙΟΣ ΦΩΤΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΝ
Πολλὲς φορὲς λέω σὲ μερικούς: «Κανόνισε ὅπως σὲ φωτίση ὁ Θεός». Ὅταν λέω «ὅπως σὲ φωτίση ὁ Θεός», ἐννοῶ ὁ ἄνθρωπος νὰ δῆ τὰ πράγματα μὲ θεῖο φωτισμὸ καὶ ὄχι μὲ τὴν ἀνθρώπινη λογική. Νὰ μὴ νομίζη πὼς ὅ,τι ἀναπαύει ἐκεῖνον εἶναι καὶ ἡ φώτιση τοῦ Θεοῦ.
Ἂν ξεσκουριάσουμε τὰ καλώδια, ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος γίνεται καλὸς ἀγωγὸς καὶ τότε περνάει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ δέχεται τὸ θεῖο φῶς τῆς Χάριτος. Ἀλλιῶς γίνονται βραχυκυκλώματα καὶ δὲν ἐνεργεῖ ἡ Χάρις. Ὅλη ἡ βάση εἶναι νὰ προσέξη ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴν τὸν ἐγκαταλείψη ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἔχη τὸν θεῖο φωτισμό. Γιατί, ἂν δὲν ὑπάρχη θεῖος φωτισμός, ὅλα χαμένα εἶναι.
(Γιὰ νὰ κατοικήση στὸν ἄνθρωπο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χρειάζονται) Ἀγωνιστικὸ πνεῦμα, ταπείνωση, φιλότιμο, ἀρχοντιά, θυσία. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄχρηστος, ἅμα λείψη ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τὸ φῶς, τὸ θεῖο φῶς. Ὅλη ἡ βάση ἐκεῖ εἶναι. Ἂν κανεὶς δὲν βλέπη, μπορεῖ νὰ χτυπήση πάνω στὸ τζάμι, νὰ πέση σὲ κανέναν γκρεμὸ ἢ σὲ λάκκο ἢ σὲ ἀκαθαρσίες, καὶ σὲ βόθρο ἀκόμη. Δὲν βλέπει ποῦ πάει, γιατὶ στερεῖται τὸ φῶς. Ἅμα ὅμως βλέπη λίγο, προφυλάγεται· ἅμα βλέπη πιὸ πολύ, ἀποφεύγει ὅλους αὐτοὺς τοὺς κινδύνους καὶ βαδίζει μὲ ἀσφάλεια στὸν δρόμο του. Καὶ γιὰ νὰ ᾿ρθῆ τὸ Φῶς, πρέπει νὰ θέλης νὰ βγῆς ἀπὸ τὸ σκοτάδι. Καὶ λίγο θαμπὰ ἂν βλέπουν οἱ ἄνθρωποι, δὲν θὰ πέφτουν, καὶ ὁ Θεὸς δὲν θὰ στενοχωριέται. Ἂν ἕνας πατέρας στενοχωριέται, ὅταν τὰ παιδιά του πέφτουν στὶς λάσπες, στὰ ἀγκάθια, στὸν γκρεμό, πόσο μᾶλλον ὁ Θεός!
Ὅλο τὸ κακὸ ποὺ γίνεται στὸν κόσμο, εἶναι γιατὶ λείπει ὁ θεῖος φωτισμός. Καὶ ὅταν λείπη ὁ θεῖος φωτισμός, βρίσκεται στὸ σκοτάδι ὁ ἄνθρωπος. Τότε ὁ ἕνας λέει «ἀπὸ ᾿δῶ θὰ πᾶμε», ὁ ἄλλος λέει «ὄχι, ἐγὼ ξέρω καλά· ἀπὸ ᾿δῶ θὰ πᾶμε», ὁ ἄλλος «ἀπὸ ᾿δῶ», ὁ ἄλλος «ἀπὸ ᾿κεῖ». Ὁ καθένας νομίζει ὅτι εἶναι καλὸ νὰ πᾶνε ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ λέει αὐτός. Ὅλοι δηλαδὴ ἐνδιαφέρονται γιὰ τὸ καλό, ἀλλὰ βρίσκονται σὲ μιὰ θαμπομάρα καὶ δὲν μποροῦν νὰ συνεννοηθοῦν. Ἂν δὲν ὑπῆρχε θαμπομάρα, δὲν θὰ μάλωναν· θὰ ἔβλεπαν τὸν καλύτερο δρόμο καὶ θὰ τραβοῦσαν πρὸς τὰ ἐκεῖ. Θέλω νὰ πῶ ὅτι ὅλοι μπορεῖ νὰ κινοῦνται μὲ καλὴ διάθεση, ἀλλά, ἐπειδὴ ὑπάρχει θαμπομάρα, δημιουργοῦνται πολλὰ καὶ στὴν κοινωνία καὶ στὴν Ἐκκλησία. Τοὐλάχιστον στὴν Ἐκκλησία οἱ περισσότεροι δὲν ἔχουν κακὴ διάθεση, ἀλλὰ λείπει ὁ θεῖος φωτισμός. Γιὰ τὸ καλὸ ἀγωνίζονται, ἀλλὰ τελικὰ ποῦ καταλήγουν; Γι' αὐτὸ νὰ ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς δίνη ἔστω καὶ λίγο θεῖο φωτισμό, γιατὶ ἀλλιῶς σὰν τὸν τυφλὸ θὰ σκοντάφτουμε. Καὶ λίγο ἕναν νὰ φωτίση καὶ τοὺς ἄλλους νὰ τοὺς κάνη δεκτικούς, ξέρετε τί καλὸ μπορεῖ νὰ γίνη; Μιὰ κουβέντα νὰ πῆ ἕνας ἄρχοντας, ὅλα ἀλλάζουν. Ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ θεῖο φωτισμὸ οἱ ἄνθρωποι. Ὁ Καλὸς Θεὸς δίνει τὸν θεῖο φωτισμό Του σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀγαθὴ προαίρεση.
Ὅλη ἡ βάση εἶναι ὁ θεῖος φωτισμός. Καὶ ἂν ἔρθη ὁ θεῖος φωτισμός, τότε ὁ ἄνθρωπος ἀναπαύει καὶ τὸ περιβάλλον του καὶ ὁ ἴδιος ἐξελίσσεται πνευματικά. Γι' αὐτὸ λέω ὅτι καλὰ εἶναι τὰ φῶτα καὶ τὰ πολύφωτα, οἱ ἐφευρέσεις τοῦ ἐγκεφάλου, ἀλλὰ ἀνώτερο εἶναι τὸ θεῖο φῶς τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο φωτίζει τὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει θεῖο φωτισμὸ βλέπει πολὺ καθαρὰ τὰ πράγματα, πληροφορεῖται χωρὶς ἀμφιβολία, καὶ οὔτε ἐκεῖνος κουράζεται, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους βοηθάει πολὺ θετικά.

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Β'- ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2016

Το ξεπέρασμα του πόνου Παΐσιο




-Γέροντα, τι χρειάζεται για να ξεπεράσεις τον πόνο;
-Παλληκαριά, βία χρειάζεται.

-Και τον ανυπόφορο πόνο πως τον αντιμετωπίζει κανείς;
-Αν είναι κοσμικός, με το τραγούδι, αν είναι πνευματικός άνθρωπος με την ψαλμωδία.


Ερωτήσεις προς το γέροντα Παΐσιο

Αν ο άνθρωπος πετάξει τον εαυτό του! Πηγή: Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου,


Όποιος έχει φιλαυτία, δεν μπορεί να έχει ανάπαυση, ειρήνη ψυχής, γιατί δεν είναι εσωτερικά ελεύθερος.
ΑΠΟ ΤΗ ΦΙΛΑΥΤΙΑ ΓΕΝΝΙΟΥΝΤΑΙ ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΘΗ
- Γέροντα, τι σημαίνει φιλαυτία;
- Το να κάνεις τα χατήρια του παλαιού σου ανθρώπου, να αγαπάς δηλαδή τον παλαιό σου άνθρωπο. Και η γαστριμαργία και ο εγωισμός και το πείσμα και η ζήλεια πρακτορείο τους έχουν την φιλαυτία. Και βλέπεις, άλλος από φιλαυτία ζητάει το βόλεμά του, την ανάπαυσή του και δεν λογαριάζει κανέναν. Άλλος φροντίζει σχολαστικά για το φαγητό του, για τον ύπνο του, μην τυχόν και πάθει τίποτε η υγεία του. Άλλος ζητά να τον υπολογίζουν, να τον εκτιμούν∙ λίγο να μην του δώσουν σημασία, να μην κάνουν το θέλημά του, αντιδράει. Σου λέει: «Γιατί δεν με υπολόγισαν; Θα τους δείξω εγώ». Πα-πα, φοβερό πράγμα η φιλαυτία! 

- Γέροντα, πώς μπορεί να λέει κανείς : «Ένεκά σου θανατούμεθα όλην την ημέραν»(Ψαλμ. ΜΓ’[43] 23);
- Αν θυσιάζει το θέλημά του για χάρη του άλλου. Το θέλημα έχει τον εαυτό μας μέσα, έχει φιλαυτία. Όποιος δεν εξετάζει αν αυτό που αναπαύει τον εαυτό του αναπαύει και τον άλλον και αρχίζει με μια απαίτηση: «θέλω εκείνο, θέλω το άλλο», ή «γιατί δεν μου το έκανες εκείνο, γιατί δεν μου το έκανες το άλλο;», αυτός τελικά θα κανοναρχείται από τον διάβολο.

- Μερικοί, Γέροντα, όταν δεν γίνεται αυτό που θέλουν, δεν μπορούν να ησυχάσουν.
- Πώς να ησυχάσουν, αφού έχουν τον εαυτό τους μέσα σ’ αυτό που θέλουν; Αν κανείς έχει τον εαυτό του σε ό,τι θέλει, μπορεί να έχει και τον Χριστό; Όταν όμως δεν έχει τον εαυτό του και έχει το ένα, το κυριότερο, δηλαδή τον Χριστό, τότε τα έχει όλα. Όταν δεν έχει τον Χριστό, τίποτε δεν έχει. Αν ο άνθρωπος πετάξει τον εαυτό του, ο Θεός του τα δίνει όλα κατά τρόπο θαυμαστό. 

- Γέροντα, εγώ, όταν μας μιλάτε για το πέταμα του εαυτού μας αισθάνομαι έναν φόβο, μήπως δεν αντέξω.
- Ε, τι πάθαμε! Είναι σαν να λες: «Αν πετάξω τα πάθη, τι θα έχω μετά;». Γιατί, όταν λέω να πετάξουμε τον εαυτό μας, εννοώ να πετάξουμε τα πάθη μας, να απεκδυθούμε τον παλαιό μας άνθρωπο. Για τον μεγάλο που έχει επίγνωση είναι λιγάκι βαρύ να πει: «Δεν μπορώ να πετάξω τον εαυτό μου». Αν σου πουν: «πάρε το βαριό και γκρέμισε αυτόν τον τοίχο» κι εσύ είσαι μαθημένη με την πένα, δικαιολογείται να πεις: «δεν μπορώ». Αλλά για την απέκδυση του παλαιού ανθρώπου δεν χρειάζονται δυνάμεις σωματικές∙ ταπείνωση χρειάζεται.

Πηγή: Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι Ε’: Πάθη και αρετές, έκδ. Ι. Ησυχ. «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης: 2006, σ. 37, 39-40.

Πώς επικοινωνούν πνευματικά από μακριά οι άνθρωποι;




- Γέροντα, πώς επικοινωνούν πνευματικά από μακριά οι άνθρωποι; 

- Γράφουν κανένα γράμμα ή με ασύρματο ή με σήματα μορς!...  
- Δηλαδή, Γέροντα; 

- Για να υπάρξει πνευματική επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, πρέπει να εργάζονται στην ίδια συχνότητα. Αυτό δεν μπορούν να το πιάσουν οι επιστήμονες.

Θυμάσαι εκείνο το περιστατικό που αναφέρω στους «Αγιορείτες Πατέρες»; Μια μέρα ένας μοναχός θα πήγαινε να επισκεφθεί έναν Πατέρα στην Καψάλα και σκεφτόταν: «Τι να του πάω για ευλογία;». Οικονόμησε λοιπόν δύο ψάρια και τα καθάριζε, για να του τα πάει. Εν τω μεταξύ, ο άλλος είχε λάβει την πληροφορία από τον Θεό για την επίσκεψη του αδελφού και σκεφτόταν: «Τώρα που θα 'ρθει, τι να τον φιλέψω;». Την ώρα λοιπόν που ο αδελφός καθάριζε ψάρια, ένας κόρακας ήρθε ξαφνικά, του πήρε το ένα ψάρι και το πήγε στον άλλον στην Καψάλα -απόσταση πεντέμισι ώρες. Το καταλαβαίνετε; Ο ένας σκεφτόταν πώς να αναπαύσει τον άλλον και ο κόρακας μετά έκανε τον ενδιάμεσο!

Όταν ο άνθρωπος έχει την Αγάπη, τον Χριστό, και βουβός να είναι, μπορεί να συνεννοηθεί με όλα τα δισεκατομμύρια των λαών και με την κάθε ηλικία των ανθρώπων, που έχει και αυτή την δική της γλώσσα.

Βάλε δυο ανθρώπους που δεν έχουν αγάπη μεταξύ τους να καθήσουν ο ένας δίπλα στον άλλον και να μη μιλούν. Βαλε και δύο άλλους που έχουν αγάπη μεταξύ τους να καθήσουν ο ένας δίπλα στον άλλον και να μη μιλούν και αυτοί. Πώς θα νιώθουν οι μεν και πώς θα νιώθουν οι δε; Και οι πρώτοι δεν θα μιλούν και οι δεύτεροι δεν θα μιλούν. Όμως οι δεύτεροι και με την σιωπή θα «μιλούν», γιατί θα υπάρχει επικοινωνία μεταξύ τους. Αντίθετα οι πρώτοι δεν θα μπορούν να επικοινωνήσουν, γιατί ανάμεσά τους θα υπάρχει μόνωση. Όταν δεν υπάρχει αγάπη, μπορεί δυο άνθρωποι να βρίσκονται κοντά, αλλά να είναι μακριά ο ένας από τον άλλον.

- Γέροντα, στενοχωριέμαι που ήρθε η ημέρα να φύγετε πάλι από κοντά μας.

- Στην πνευματική ζωή δεν υπάρχει «κοντά» και «μακριά». Την αγάπη του Χριστού δεν τη χωρίζουν αποστάσεις, γιατί ο Χριστός με την αγάπη Του καταργεί τις αποστάσεις.

Επομένως, είτε κοντά είτε μακριά βρίσκεται κανείς, νιώθει πάντα κοντά, όταν είναι κοντά στον Χριστό και συνδέεται με τον άλλον αδελφικά με αγάπη Χριστού.

Δοξολογώ τον Θεό που η αγάπη μου είναι τέτοιου είδους, πνευματική, αγγελική, οπότε οι αποστάσεις καταργούνται και η επαφή θα υπάρχει μαζί σας και σ' αυτήν την ζωή από μακριά και στην άλλη που είναι ακόμη πιο μακριά, γιατί και εκείνη η απόσταση θα είναι πολύ κοντινή, αφού μας ενώνει η Αγάπη, ο Χριστός.
γέροντας Παΐσιος Αγιορείτης