Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2019

Επίσκεψη Γέροντα Παϊσίου στην καλύβα του Γέροντα Μωυσή

Μον. Μωϋσή Αγιορείτου (†)
Ένα πρωινό, μόλις είχε ξημερώσει κι είχα τελειώσει τον Όρθρο, άκουσα ένα διακριτικό κτύπημα στη θύρα. Πηγαίνοντας ν’ ανοίξω σκεπτόμουν ποιος να ’ταν πρωί-πρωί. Αντίκρισα σκυφτό τον Γέροντα Παΐσιο.
  • Ευλογημένε, μου λέει, πώς τακτοποιήθηκες;
Αδύνατος, κοντός, πρόχειρα ντυμένος, μ’ ένα ελαφρύ χαμόγελο. Χάρηκα έκτακτα για την απρόσμενη επίσκεψη. Πέρασε διστακτικά μέσα. Ανέβηκε να προσκυνήσει το εκκλησάκι. Κατέβηκε στο κάτω μεγάλο δωμάτιο. Ήταν τότε σχεδόν άδειο. Δυο καρέκλες κι ένα τραπέζι. Κάτι του πρόσφερα. Στερεωμένος, μου είπε. Μου μίλησε για τους παλαιούς εδώ Γέροντες. Ήταν εργατικοί, φιλακόλουθοι, ενάρετοι.
  • Σήμερα, λίαν πρωί, είχα δύο κρούσματα μου ’πε. Ήλθε ένας μεσόκοπος να γίνει υποτακτικός μου. Τον ρώτησα αν έχει οικογένεια. Έχει δυο παιδιά στο Δημοτικό, μου ’πε. Του λέω: Θα τελειώσουν το Δημοτικό, το Γυμνάσιο, το Λύκειο, το Πανεπιστήμιο, θα τα παντρέψεις και μετά θα έλθεις να σου πω πού θα μονάσεις, γιατί εγώ δεν βαστώ μοναχούς. Έτσι κάνουμε παιδιά και τα παρατάμε και πάμε για μοναχοί;…
Η δεύτερη περίπτωση χειρότερη της πρώτης. Ήλθε ένας άλλος και μου λέει: Γέροντα, βρήκα μια γυναίκα πιο πνευματική της γυναίκας μου και ήλθα να πάρω την ευλογία σου… Παλάβωσε ο κόσμος. Πήρα τα βουνά. Ήλθα να δω τι κάνεις.
Δεν κάθισε πολύ. Χάρηκα πολύ. Μετέφερε ευλογία, χαρά, ειρήνη.
Όπως τότε στη Σιμωνόπετρα, όπου έμεινε δυο μέρες και δυο νύχτες δίπλα απ’ το κελλί μου και μου δώρισε το πλεχτό σκουφάκι του, μόλις που πήγαινα να του το ζητήσω για ευλογία… Τη δεύτερη νύχτα συνταράχθηκε το κελλί από μια απρόσμενη επίσκεψη. Ήλθε μέσα στη νύχτα να κτυπήσει τη θύρα μου, να μου ζητήσει τάχα την ώρα, να με ρωτήσει σε πόση ώρα αρχίζει η ακολουθία, να με γαληνέψει.
Το πρωί μού εξήγησε. Το ταγκαλάκι δεν κοιμόταν. Πάντα θα θυμάμαι τη σύναξη, όπου μας μίλησε για γεροντάκια του Θεού, θεατές του ακτίστου φωτός, μοναχές χαρισματούχες, αγώνες μακρούς, δάκρυα και αγρυπνίες, εικόνες, άγια λείψανα και θαύματα. Κανείς δεν έφθασε στον Θεό άκοπα, όπως λέει και ο αββάς Ισαάκ. Πρέπει ν’ απομακρύνουμε το κοσμικό πνεύμα από τον μοναχισμό. Ο ιδρώτας είναι το λουτρό και το μύρο του μοναχού…
Η προσευχή είναι το κύριο έργο του μοναχού, ανώτερη και από την ιεραποστολή και τη φιλανθρωπία. Η προσευχή χαρίζει αιώνια ανάπαυση στις ψυχές των κεκοιμημένων. Πιο πολύ να προσευχόμαστε για τους αγαπητούς κεκοιμημένους αδελφούς μας, αδελφοί μου. Αιωνία η μνήμη αυτών. Εις μνημόσυνον αιώνιον έσται δίκαιος, αλληλούια.
Από το βιβλίο «Αγιορείτικο Μεσονυκτικό»

Το σημαντικότερο κείμενο – παρακαταθήκη του Αγίου Παϊσίου «Υπέρ του γένους και της Πατρίδος»


Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος παισιος ελλαδα
“Ο Γέροντας, ξεριζωμένος από την βρεφική του ηλικία, και έχοντας ζήσει τη φρίκη του πολέμου και της Κατοχής, γνώριζε από την πείρα του ότι το να «διάγωμεν ήρεμον και ησύχιον βίον» είναι μεγάλη ευλογία.
Αγαπούσε τη Πατρίδα και έλεγε: «Και η Πατρίδα είναι μία μεγάλη οικογένεια». Δεν επεδίωκε το εθνικό μεγαλείο, τη δόξα και την ισχύ με την κοσμική έννοια, αλλά την ειρήνη, τη πνευματική άνοδο και την ηθική ζωή των πολιτών, για να μας βοηθά και ο Θεός. Ούτε επιζητούσε την ασφάλεια για ν’ απολαμβάνουν οι άνθρωποι τις ανέσεις τους.
Σε κάποιο Έλληνα θερμό πατριώτη που ζούσε στην Αμερική και προσπαθούσε να προβάλλει την Ελλάδα, συνέστησε ν’ αγωνιστεί για ν’ αγιάσει και ύστερα να προβάλλει σωστά και πνευματικά και την Ελλάδα.
Όπως οι Προφήτες του Ισραήλ συμμετείχαν στη ζωή του έθνους ενεργά με τον τρόπο τους, προσεύχονταν, θρηνούσαν, έλεγχαν βασιλείς, κήρυτταν μετάνοια και προφήτευαν για τα επερχόμενα δεινά, το ίδιο και ο Γέροντας δεν ήταν αδιάφορος και απαθής στα θέματα της Πατρίδας. Ο προφήτης δεν ήταν εθνικιστής που έλεγε: «Δια Σιών ου σιωπήσομαι». Το ίδιο και η στάση του Γέροντα ήταν καθαρά πνευματική.
Ενώ ζούσε έκτος κόσμου, αγωνίσθηκε όσο λίγοι για το καλό της Πατρίδας. Αξιοθαύμαστη ήταν η δραστηριότητα και η προσφορά του στα εξωτερικά εθνικά θέματα μας. Μιλούσε εναντίον των ανθελληνικών ρευμάτων, των πλαστογράφων της ιστορικής αληθείας, και κυρίως εναντίον των αδίκων εδαφικών διεκδικήσεων σε βάρος της Ελλάδας, των Σκοπιανών «πανσλαυϊστών», Αλβανών, Τούρ­κων κ.ά. Έλεγε: «Ο ένας θέλει τη Θεσσαλονίκη, ο άλλος θέλει να φθάσει μέχρι τη Λάρισα, ο άλλος θέλει το Αιγαίο. Μα τέλος πάντων δεν υπήρχε ποτέ Ελλάδα;».
Επεσήμανε τους εθνικούς κινδύνους, πριν ακόμη φανούν. Βοήθησε πολλούς να δουν ξεκάθαρα τις ξένες προπαγάνδες σε βάρος της Πατρίδας, και όσοι είχαν θέσεις και ευαισθησία έλαβαν τα ανάλογα μέτρα.
Σχετικά με το Μακεδονικό, αναφέρει ανώτατος αξιωματικός: «Εγώ ήμουν μέσα στα πράγματα και δεν είχα πάρει είδηση. Ο Γέροντας μου άνοιξε τα μάτια. Στην αρχή παραξενευόμουν και έλεγα: Τί είναι αυτά που λέει ο Γέροντας και από πού τα ξέρει; Έπειτα κατάλαβα». Ο Γέροντας ήδη από το 1977, όταν πήγε στην Αυστραλία, ανέφερε το Μακεδονικό θέμα. Αυτά κάποιοι «ειδικοί» τα θεώρησαν «ανεύθυνες φανατικές κινδυνολογίες».
Υπερασπιζόμενος την ελληνικότητα της Μακεδονίας, ανήρτησε στο αρχονταρίκι του το κείμενο του προφήτη Δανιήλ, που αναφέρεται στο βασιλέα των Ελλήνων Αλέξανδρο, και δίπλα του μία μεγάλη χάρτινη εικόνα ενός Αγγέλου από Σερβικό Μοναστήρι, να δείχνει το κείμενο.
Παρομοίαζε το κράτος των Σκοπίων με οικοδόμημα που είναι κτισμένο με τούβλα και με φαρσαλινούς χαλβάδες, που είναι κομμένοι σε σχήμα τούβλων, και που φυσικό είναι κάποτε να κατάρρευση.
Το βιβλίο του πρώην υπουργού Βορείου Ελλάδος κ. Νικολάου Μάρτη «Η πλαστογράφηση της Μακεδονίας», όταν το διάβασε, τον ενθουσίασε. «Δόξα τω Θεώ», είπε, «υπάρχουν και πατριώτες». Πήρε πολλά βιβλία και τα μοίραζε ευλογία. Έγραψε και ένα επαινετικό ποιηματάκι, το οποίο ο κ. Μάρτης συμπεριέλαβε σε νέα έκδοση του βιβλίου του.
Για την Τουρκία διεκήρυσσε με βεβαιότητα: «θα διαλυθεί,οι Κούρδοι θα κάνουν κράτος και οι μεγάλες δυνάμεις θα μας δώσουν την Πόλη. Όχι επειδή μας αγαπούν αλλά γιατί θα οικονομήσει ο Θεός τα πράγματα έτσι, ώστε το συμφέρον τους θα είναι να την έχουμε εμείς. Θα λειτουργήσουν οι πνευματικοί νόμοι. Οι Τούρκοι έχουν να πληρώσουν πολλά, απ’ αυτά που έχουν κάνει. Αυτό το Έθνος θα καταστραφεί, διότι δεν προήλθε με την ευλογία του Θεού. Τα κόλλυβα τους τα’ χουν στο ζωνάρι τους (δηλαδή πλησίασε το τέλος τους).
Ο άγιος Αρσένιος έλεγε πριν από την Ανταλλαγή: «Την Πατρίδα μας θα την χάσουμε, αλλά πάλι θα την βρούμε».
Ρωτήθηκε ο Γέροντας, πότε θα ελευθερωθεί η Κύπρος, και απάντησε: «Η Κύπρος θα ελευθερωθεί, όταν μετανοήσουν οι Κύπριοι. Να κάνετε πνευματικές βάσεις για να διώξουν τις βάσεις των Τούρκων, των Άγγλων και των Αμερικανών». Έβλεπε δηλαδή το Κυπριακό ως πνευματικό θέμα, όχι ως εθνικό ή πολιτικό, και ότι η λύση του θα προέλθει από την μετάνοια του λαού και την προσευχή.
Βλέποντας τον από Ανατολάς κίνδυνο για την Θράκη, μετέβη στην Κομοτηνή για να στηρίξη εκχριστιανισθέντες Μουσουλμάνους. Ήθελε να παραμείνη μαζί τους για ένα διάστημα για να βοηθήση.
Στα θέματα της Πατρίδος δεν ήθελε οι Χριστιανοί να είναι αδιάφοροι. Πολύ λυπόταν που έβλεπε πνευματικούς ανθρώπους να επιζητούν να βολευθούν οι ίδιοι και να μην ενδιαφέρωνται για την Πατρίδα. Ο καημός του και η απορία του ήταν πως οι υπεύθυνοι δεν αντιλαμβάνονται πού οδηγούμαστε. Ο ίδιος από παλαιά διέβλεπε την σημερινή κατάσταση και ανησυχούσε, αλλά δεν διέσπειρε τις ανησυχίες του στον κόσμο.
Έλεγε: «Από το κακό που επικρατεί σήμερα θα βγει μεγάλο καλό. Βλέπω μια ελιά. Το ένα της κλωνάρι έχει ξεραθεί, το άλλο το τρώγει η κάμπια και θα ξεραθή και αυτό. Αλλά πετιέται ένα άλλο βλαστάρι από κάτω που έχει πολύ θυμό (δύναμη) και αναπτύσσεται γρήγορα».
Λυπόταν για την πνευματική κατάπτωση των πολιτών. Μιλούσε αυστηρά γι’ αυτούς που ψήφιζαν αντιχριστιανικούς νόμους. Λυπήθηκε για την αλλαγή της γλώσσας και είπε: «Η επόμενη γενεά θα φέρει Γερμανούς να μας μάθουν την γλώσσα μας, και τα παιδιά μας θα μας φτύνουν». Έγραφε σε επιστολή του: «Αυτοί που κατάργησαν τα Αρχαία πάλι θα τα ξαναφέρουν».
Δημοσίευσε ένα σύντομο κείμενο υποστηρίζοντας τον αγνότατο πατριώτη και ευλαβέστατο ήρωα Μακρυγιάννη από τις εναντίον του άδικες και ψευδείς κατηγορίες. Πέρα από την αποκατάσταση της αληθείας, υπήρχε τότε, όπως και σήμερα, επιτακτική ανάγκη προβολής ενός ιδανικού προτύπου προς μίμηση για τους πολιτικούς ηγέτες, αλλά και για υποβοήθηση του λαού να αποκτήση ορθά πολιτικά κριτήρια στην επιλογή των κυβερνητών του Έθνους μας.
Κάποιος Πρωθυπουργός, του οποίου κατέκρινε δημοσίως ενέργειες επιζήμιες για το Έθνος και την Εκκλησία, ζήτησε να τον συναντήση στην Σουρωτή. Ο Γέροντας απάντησε: «Ας έρθη, θα του τα ψάλω και μπροστά του». Είχε το ψυχικό σθένος αυτός ο πτωχός καλυβίτης να υψώνη την φωνή του άφοβα μπροστά στους ισχυρούς της ημέρας.
Όταν κάποιος πρόεδρος της Δημοκρατίας επισκέφθηκε το Άγιον Όρος, ο Γέροντας συνέστησε στα μοναστήρια να μην τον δεχθούν, γιατί είχε υπογράψει τον νόμο περί των αμβλώσεων.
Από Υπουργό που θέλησε να βοηθήση γνωστό του Μοναστήρι δεν δέχθηκε τίποτε, γιατί ανήκε σε κόμμα που είχε υπογράψει αντιχριστιανικούς νόμους.
Ο Γέροντας ήταν άνθρωπος της ειρήνης και της ενότητος. Δεν ανήκε σε κανένα κόμμα. Ήταν υπεράνω κομμάτων. Απέρριπτε άθεα πολιτικά κόμματα και πολιτικούς που είχαν σχέση με την Μασωνία, για την αθεΐα τους και την πολεμική τους προς την Εκκλησία. Έλεγε: «Τι να το κάνω το δεξί ή το αριστερό χέρι, αν δεν κάνη σταυρό;», απορρίπτοντας έτσι τούς άθεους πολιτικούς ανεξάρτητα από την πολιτική τους τοποθέτηση. Κάποια κόμματα; γνωρίζοντας την επιρροή του στον λαό, ζήτησαν να τον προσεταιρισθούν χάριν ψηφοθηρίας, αλλά ματαίως.
Τον επισκέπτονταν πολιτικά πρόσωπα, βουλευτές, υπουργοί, γερουσιαστές από τις Η.Π.Α. και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος του έστελνε κάρτες. Από κανέναν όμως δεν ζήτησε τίποτε για τον εαυτό του ή για γνωστά του μοναστήρια. Μόνο ζητούσε να ενεργούν για το καλό της Πατρίδος και της Εκκλησίας.
Ακόμη βοήθησε πολλούς κρατικούς υπαλλήλους με τις συμβουλές του να είναι τίμιοι και ευσυνείδητοι στην εργασία τους. Εκτιμούσε τους καλούς παιδαγωγούς για το ουσιαστικό έργο που προσφέρουν, και τους ευλαβείς στρατιωτικούς, που έχουν ιδανικά.
Πολλούς νέους αναρχικούς τους έπεισε να υπηρετήσουν στρατιώτες.
Γενικώς συμβούλευε όλους να έχουν σεβασμό και αγάπη προς την Πατρίδα, να ενεργούν για το κοινό καλό ευσυνείδητα και να μην παρασύρωνται από το γενικό πνεύμα της αδιαφορίας, της ισοπεδώσεως των πάντων, του βολέματος και της καταχρήσεως.
Κυρίως όμως ο Γέροντας βοήθησε την Πατρίδα αφανώς με την προσευχή του. Αυτό φαίνεται από το τυπικό που αναφέρθηκε, αλλά και από το ποίημα που έστειλε στην μητέρα του. Στο τέλος γράφει ότι γίνεται καλόγηρος για να προσεύχεται «και για όλη την Πολιτεία». Έδινε πρώτος το παράδειγμα και παρακινούσε, λέγοντας: «Να κάνουμε προσευχή ο Θεός να φωτίζη τους υπευθύνους που έχουν θέσεις μεγάλες στην Πολιτεία, γιατί αυτοί μπορούν να κάνουν μεγάλο καλό».
Όταν υπήρχε ένταση στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις, έλεγε: «Πολλά σύννεφα μαζεύτηκαν. Αν μπορέσουμε να τα διώξουμε» (με την προσευχή).
Σε παρόμοια περίπτωση έκανε θεία Λειτουργία στο Καλύβι του. Στους Μακαρισμούς δεν έψαλλε ό,τι προέβλεπε το τυπικό, αλλά από τον κανόνα του οσίου Νικολάου του Κατασκεπηνού, γιατί ήταν κατάλληλο για την περίπτωση αυτή: «Αθέων Αγαρηνών τα βέλη σύντριψον Δέσποινα, και πάσαν επιβουλήν δαιμόνων ματαίωσον, λαόν χριστεπώνυμον σκέπων και φυλάττων, ίνα πόθω σε δοξάζωμεν».
Όταν η Πατρίδα περνούσε περίοδο πολιτικής αστάθειας, λόγω αδυναμίας σχηματισμού κυβερνήσεως, ο Γέροντας πονούσε και ευχόταν πολύ. Την τρίτη φορά που θα γίνονταν εκλογές σε μικρό χρονικό διάστημα συνέβη το εξής, όπως διηγήθηκε: «Ήταν παραμονή εκλογών. Καθόμουν στο ξυλοκρέββατο στο Αρχονταρίκι και έλεγα την ευχή. Ξαφνικά παρουσιάστηκε ο διάβολος με την μορφή του… (ανωτάτου πολιτικού προσώπου της εποχής εκείνης του οποίου κατέκρινε ενέργειες καταστρεπτικές) και με απειλούσε. Αλλά δεν μπορούσε να πλησίαση. Ήταν σαν δεμένος, κάτι τον κρατούσε και σφιγγόταν».
Το ίδιο βράδυ ο Γέροντας παρουσιάσθηκε σ’ έναν έγγαμο ιερέα στον ύπνο του. Του είπε αυστηρά:
«Παπα-… τι κοιμάσαι; Σήκω να κάνης προσευχή, γιατί η Πατρίδα κινδυνεύει».
Την σωτηρία του Έθνους την περίμενε από τον Θεό. Έλεγε: «Αν ο Θεός άφηνε την τύχη του Έθνους στους πολιτικούς θα καταστρεφόμασταν. Αλλά αφήνει λίγο τα πράγματα, για να φανούν οι διαθέσεις του καθενός».
Για τούς πολιτικούς που έκαναν κακό στο Έθνος έλεγε: «Με αναπαυμένη συνείδηση παρακαλώ τον Θεό να τους δίνη μετάνοια και να τους παίρνη, για μην κάνουν μεγαλύτερο κακό, και να αναστήση Μακκαβαίους».
Πίστευε ότι ένας μοναχός μπορεί να βοηθήση ολόκληρο το Έθνος. «Άλλον ο Θεός τον κάνει μοναχό για να βοηθήση μια οικογένεια και άλλον για να βοηθήση ολόκληρο Έθνος. Το Άγιον Όρος πολλά μπορεί να προσφέρη. Μπορεί να δημιουργήση πάλι το Βυζάντιο από το οποίο προήλθε».
από το βιβλίο: «Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου»- Ιερομονάχου ΙΣΑΑΚ

Γιατί η Εξομολόγηση Σώζει; Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου [κείμενο]



- Γέροντα, στα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού οι Χριστιανοί έκαναν δημόσια εξομολόγηση. Βοηθάει αυτό;

- Άλλα τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού και άλλα τώρα. Σήμερα αυτό δεν βοηθάει.

- Γιατί, Γέροντα; Τότε είχαν πιο πολύ ζήλο;

- Και πιο πολύ ζήλο είχαν και δεν είχαν αυτά που έχουν σήμερα οι άνθρωποι. Τώρα βλέπεις, τα ανδρόγυνα χωρίζουν στα καλά καθούμενα, δεν είναι όπως παλιά.

Έχουν απομακρυνθεί οι άνθρωποι από το Μυστήριο της εξομολογήσεως, γι’ αυτό και πνίγονται από τους λογισμούς και τα πάθη. Πόσοι έρχονται και ζητούν να τους βοηθήσω σε κάποιο πρόβλημά τους, και ούτε εξομολογούνται ούτε εκκλησιάζονται! «Εκκλησιάζεσαι καθόλου;», τους ρωτάω. «Όχι», μου λένε. «Εξομολογήθηκες καμιά φορά;».
«Όχι. Ήρθα να με κάνεις καλά».
«Μα πώς; Πρέπει να μετανοήσεις για τα σφάλματά σου, να εξομολογείσαι, να εκκλησιάζεσαι, να κοινωνάς όταν έχεις ευλογία από τον πνευματικό σου, και εγώ θα κάνω προσευχή να γίνεις καλά. Ξεχνάς ότι υπάρχει και άλλη ζωή και πρέπει να ετοιμασθούμε για εκεί;».
«Κοίταξε, πάτερ, αυτά που λες, εκκλησίες, άλλη ζωή κ.λπ., εμένα δεν με απασχολούν. Αυτά είναι παραμύθια. Έχω πάει σε μάγους, σε μέντιουμ και δεν μπόρεσαν να με κάνουν καλά. Έμαθα ότι εσύ μπορείς να με κάνεις καλά».
Άντε τώρα! Τους μιλάς για εξομολόγηση, για την μέλλουσα ζωή, και σου λένε «αυτά είναι παραμύθια», και από την άλλη μεριά: «Βοήθησέ με, παίρνω χάπια».
Εμ πώς, με μαγικό τρόπο θα γίνουν καλά;

Και βλέπεις, πολλοί, ενώ έχουν προβλήματα που τα προκάλεσαν οι αμαρτίες τους, δεν πηγαίνουν στον πνευματικό που μπορεί να τους βοηθήσει θετικά, αλλά καταλήγουν να εξομολογούνται στους ψυχολόγους. Λένε το ιστορικό τους, τους συμβουλεύονται για τα προβλήματά τους και, αν έχουν να περάσουν ένα ποτάμι, τους ρίχνουν μέσα και ή πνίγονται ή βγαίνουν, αλλά πού βγαίνουν… Ενώ, αν πάνε να εξομολογηθούν στον πνευματικό, θα περάσουν στην άλλη όχθη από την γέφυρα άνετα, γιατί με το Μυστήριο της εξομολογήσεως ενεργεί η Χάρις του Θεού και λυτρώνονται.

- Γέροντα, μερικοί λένε: «Δεν βρίσκουμε καλούς πνευματικούς, γι’ αυτό δεν πάμε να εξομολογηθούμε».

- Αυτά είναι δικαιολογίες. Κάθε πνευματικός έχει Θεία εξουσία, εφόσον φοράει πετραχήλι. Τελεί το Μυστήριο, έχει την Θεία Χάρη και, όταν διαβάσει την συγχωρητική ευχή, ο Θεός σβήνει όλες τις αμαρτίες τις οποίες εξομολογηθήκαμε με ειλικρινή μετάνοια. Από μας εξαρτάται πόσο θα βοηθηθούμε από το Μυστήριο της εξομολογήσεως. Ήρθε εκεί στο καλύβι μια φορά κάποιος που είχε ψυχολογικά προβλήματα, με τον λογισμό ότι έχω διορατικό χάρισμα και θα μπορούσα να τον βοηθήσω.
«Τι προβλέπεις, μου λέει, για μένα;».
«Να βρεις, του λέω, έναν πνευματικό να εξομολογείσαι, για να κοιμάσαι σαν το πουλάκι και να μην παίρνεις χάπια».
«Δεν υπάρχουν, μου λέει, σήμερα καλοί πνευματικοί. Παλιά υπήρχαν».
Έρχονται με καλό λογισμό, ότι θα βοηθηθούν, αλλά δεν δέχονται αυτό που τους λες, και κρίμα στα ναύλα.

Βλέπω όμως και μια καινούργια τέχνη του διαβόλου. Βάζει στους ανθρώπους τον λογισμό ότι, αν κάνουν κάποιο τάμα και το εκπληρώσουν, αν πάνε και κανένα προσκύνημα, είναι εντάξει πνευματικά. Και βλέπεις πολλούς να πηγαίνουν με λαμπάδες και με τάματα στα μοναστήρια, στα προσκυνήματα, να τα κρεμάνε εκεί, να κάνουν και μεγάλους σταυρούς, να κλαίνε και λιγάκι, και να αρκούνται σ’ αυτά. Δεν μετανοούν, δεν εξομολογούνται, δεν διορθώνονται, και χαίρεται το ταγκαλάκι (ο διάβολος).

- Γέροντα, ένας άνθρωπος που δεν εξομολογείται μπορεί να είναι εσωτερικά αναπαυμένος;

- Πώς να είναι αναπαυμένος; Για να νιώσει κανείς ανάπαυση, πρέπει να πετάξει τα μπάζα από μέσα του. Αυτό θα γίνει με την εξομολόγηση. Ανοίγοντας ο άνθρωπος την καρδιά του στον πνευματικό και λέγοντας τα σφάλματά του, ταπεινώνεται, και έτσι ανοίγει την πύλη του Ουρανού, έρχεται πλούσια η Χάρις του Θεού και ελευθερώνεται.

Πριν από την εξομολόγηση στην κορυφή του υπάρχει ομίχλη, βλέπει θαμπά και δικαιολογεί τα σφάλματά του. Γιατί, όταν ο νους του είναι σκοτισμένος από τις αμαρτίες, δεν βλέπει καθαρά. Με την εξομολόγηση κάνει μια «φούουου», φεύγει η ομίχλη και καθαρίζει ο ορίζοντας. Γι’ αυτό, όσους έρχονται να συζητήσουμε ένα θέμα ή να μου ζητήσουν μια συμβουλή κ.λπ., αν δεν έχουν εξομολογηθεί ποτέ, τους στέλνω πρώτα να εξομολογηθούν και μετά να έρθουν να μιλήσουμε.
Μερικοί μου λένε: «Γέροντα, αφού εσύ μπορείς να καταλάβεις τι πρέπει να κάνω γι’ αυτό το θέμα, πες μου».
«Και να καταλάβω εγώ τι πρέπει να κάνεις, τους λέω, δεν θα καταλάβεις εσύ τι θα σου πω. Γι’ αυτό πήγαινε πρώτα να εξομολογηθείς και ύστερα έλα να συζητήσουμε».
Γιατί, πώς να επικοινωνήσεις και να συνεννοηθείς με έναν άνθρωπο, όταν βρίσκεται σε άλλη συχνότητα;

Με την εξομολόγηση πετάει ο άνθρωπος από μέσα του ό,τι άχρηστο έχει και καρποφορεί πνευματικά. Μια μέρα έσκαβα τον κήπο μου, για να φυτέψω λίγες ντοματιές. Εκείνη την ώρα ήρθε κάποιος και μου λέει: «Τι κάνεις, Γέροντα;».
«Τι να κάνω; του λέω, εξομολογώ τον κήπο μου».
«Καλά, Γέροντα, μου λέει, χρειάζεται και ο κήπος εξομολόγηση;».
«Ασφαλώς χρειάζεται. Έχω διαπιστώσει πως, όταν τον εξομολογώ, βγάζω δηλαδή έξω πέτρες, αγριάδες, αγκάθια κ.λπ., τότε βγάζει επίσημα κηπευτικά, αλλιώς οι ντομάτες γίνονται κιτρινιάρικες, καχεκτικές!»…
- Γέροντα, όταν στον αγώνα μου έχω πτώσεις, πανικοβάλλομαι.

- Μη φοβάσαι. Αγώνας είναι και θα έχουμε και τραύματα. Με την εξομολόγηση αυτά θεραπεύονται. Βλέπεις, οι στρατιώτες στον πόλεμο, όταν τραυματίζονται επάνω στην μάχη, τρέχουν αμέσως στον γιατρό, δένουν το τραύμα τους και συνεχίζουν να πολεμούν φιλότιμα. Εν τω μεταξύ αποκτούν και πείρα από τον τραυματισμό και προφυλάγονται καλύτερα, ώστε να μην ξανατραυματισθούν.
Έτσι και εμείς, όταν τραυματιζόμαστε πάνω στον αγώνα μας, δεν πρέπει να δειλιάζουμε, αλλά να τρέχουμε στον γιατρό – στον πνευματικό –, να του δείχνουμε το τραύμα μας, να θεραπευόμαστε πνευματικά, και πάλι να συνεχίζουμε «τον καλόν αγώνα». Κακό είναι, όταν δεν ψάχνουμε να βρούμε τους φοβερούς εχθρούς της ψυχής, τα πάθη, και δεν αγωνιζόμαστε για να τους εξοντώσουμε.

- Γέροντα, μερικοί από φιλότιμο δεν πάνε να εξομολογηθούν. «Αφού μπορεί να ξανακάνω το ίδιο σφάλμα, λένε, για ποιο λόγο να πάω να το εξομολογηθώ; για να κοροϊδεύω τον παπά;».

- Αυτό δεν είναι σωστό! Είναι σαν να λέει ένας στρατιώτης, όταν τραυματίζεται: «Αφού ο πόλεμος δεν τέλειωσε και μπορεί πάλι να τραυματισθώ, γιατί να δέσω το τραύμα μου;». Αλλά, αν δεν το δέσει, θα πάθει αιμορραγία και θα πεθάνει. Μπορεί από φιλότιμο να μην πηγαίνουν να εξομολογηθούν, τελικά όμως αχρηστεύονται. Ο διάβολος, βλέπεις, εκμεταλλεύεται και τα χαρίσματα (π.χ. το φιλότιμο). Αν δεν καθαρίζουμε με την εξομολόγηση την ψυχή μας, όταν πέφτουμε και λερωνόμαστε, σκεπτόμενοι ότι πάλι θα πέσουμε και θα λερωθούμε, προσθέτουμε λάσπες πάνω στις παλιές λάσπες και είναι δύσκολο μετά να καθαρίσουν.


Από το βιβλίο: «Βίος του γέροντος Παΐσίου Αγιορείτου με νουθεσίες, παραβολές και διδάγματα», Τόμος Β΄

Ιερά διδάγματα του Αγίου Παϊσίου που φωτίζουν το δρόμο μας και γαληνεύουν την ψυχή


  • Ιερά διδάγματα του Αγίου Παϊσίου που φωτίζουν το δρόμο μας και γαληνεύουν την ψυχή
Στις 12 Ιουλίου 1994 εκοιμήθη ο εκ Καππαδοκίας άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης (κατά κόσμον Αρσένιος Εζνεπίδης), και στις 12 Ιουλίου κάθε χρόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του. Αντί μνημοσύνου, το pontos-news.gr επέλεξε να παρουσιάσει ψήγματα του λόγου του όπως δημοσιεύονται στο έργο του συνταγματάρχη Δημήτριου Καραΐσκου Γέρων Παΐσιος ο Αγιορείτης (1924-1994) – Ο ασυρματιστής του στρατού και του Θεού (το οποίο βασίστηκε στο βιβλίο του Ιερομόναχου Ισαάκ Βίος Γέροντος Παϊσίου):
Όπως έχω καταλάβει, όλο το κακό προέρχεται από την απιστία. Όταν ο άνθρωπος δεν πιστεύει στον Θεό, θέλει να γλεντήσει τη ζωή του. Γι’ αυτό και επιδίδεται σε κάθε είδους αμαρτία.
 Ο άνθρωπος πρέπει να συλλάβει το βαθύτερο νόημα της ζωής, ότι αυτή η ζωή είναι να ετοιμαστούμε για την άλλη. Από κει και πέρα, όπως ένας που ταξιδεύει να πάει κάπου χρειάζεται έναν οδηγό, έτσι και για το ουράνιο ταξίδι πρέπει να βρει έναν οδηγό [πνευματικό]. Μετά, να τον βάλει σε ένα πρόγραμμα, λίγη μελέτη, λίγη προσευχή, να αποφεύγει τις αφορμές της αμαρτίας, και το κοσμικό φρόνημα που είναι το χειρότερο απ’ όλα. Οπότε έτσι η καρδιά του θα είναι στον Χριστό.
 Πρέπει να αγωνιστούμε με φιλότιμο να σωθούμε, για να μη λυπήσουμε τον Χριστό. Θα μας πει ο Χριστός: «Παιδί μου εγώ έκανα τόσα για να σε σώσω. Έχυσα το αίμα μου και υπέμεινα τόσα πάθη, εσύ τι έκανες για να σωθείς»;
 Ο κάθε άνθρωπος πρέπει να βρει και να αγιάσει την κλίση του. Ο προκομμένος άνθρωπος, όπου και να βρεθεί, είτε στο γάμο, είτε στο μοναχισμό, θα είναι επιτυχημένος.
 Να προτιμούμε τις θλίψεις και να τις δεχόμαστε καλύτερα από τις χαρές. Το πικρό φάρμακο πολλές φορές είναι καλύτερο από το γλυκό, διότι θεραπεύει. Η πραγματική χαρά γεννιέται από τον πόνο.
 Εκείνο που εμποδίζει τον άνθρωπο στην προκοπή του στα πνευματικά είναι ότι δεν δουλεύει το μυαλό του σε ό,τι τον ωφελεί πνευματικά αλλά σε άλλα πράγματα.
 Πρέπει να μπει μέσα μας ο πόνος για την σύγχρονη κατάσταση για να μπορέσουμε να κάνουμε καρδιακή προσευχή.
 Σήμερα ήρθε η εποχή να διαχωριστούν τα πρόβατα από τα ερίφια, οι πιστοί από τους απίστους. Αργότερα θα ’ρθει καιρός που θα δώσουμε εξετάσεις, θα υποστούμε και διωγμούς για την πίστη μας, και τότε θα φανεί το μπακίρι από το χρυσό.
 Όταν κάποιος στενοχωρείται γιατί υποφέρει για τους άλλους, πονά τους άλλους, κάνει τα δικά τους προβλήματα δικά του, τότε αυτός έχει μισθό μάρτυρος. Οι άνθρωποι που θυσιάζουν τα πάντα πόσο χαριτωμένοι είναι! Ούτε προβλήματα έχουν και λάμπει το πρόσωπό τους γιατί έχουν τη θεϊκή χαρά συνέχεια.
 Όλη η βάση της πνευματικής ζωής είναι να σκέφτεται τον άλλον και τον εαυτό του να τον βάζει τελευταίο, να μην τον υπολογίζει. Όταν έρθουμε στην θέση του άλλου και τον καταλάβουμε, τότε συγγενεύουμε με τον Χριστό.
 Η χάρις του Θεού είναι ακριβό πράγμα. Για να ’ρθει να κατοικήσει μέσα στον άνθρωπο, πρέπει να βρει τον άνθρωπο να συμφωνεί κατά Πνεύμα με τον Θεό και ο άνθρωπος να εξασκήσει [εξαντλήσει] όλο το ανθρώπινο. Ενώ εμείς θέλομε να έλθει η θεία χάρις για να μας απαλλάξει από τις αδυναμίες, χωρίς αγώνα. Για να κατοικήσει στον άνθρωπο το Άγιο Πνεύμα χρειάζεται πολλή αυταπάρνηση, πολύ φιλότιμο, ταπείνωση, αρχοντιά, θυσία. Η πνευματική ζωή δεν είναι απόλαυση. Ο Χριστός έχει τοποθετήσει την πρίζα, αλλά τα δικά μας καλώδια είναι σκουριασμένα και δεν δέχονται την θεία χάρι. Να ξεσκουριάσουμε τα καλώδια, ν’ αγωνιστούμε να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, να κόψουμε τα πάθη μας, να αποκτήσουμε τις αρετές και έτσι θα μας επισκεφθεί η χάρις του Θεού.

Ο Δεκάλογος: Ένα άγνωστο κείμενο του Οσίου Παϊσίου Γιώργος Αγέτης


Τέλη Αυγούστου του 1998. Αγιονόρος, Καρυές, μεσημέρι. Μου λέει ξαφνικά ο λογισμός να πάω στα Κατουνάκια στον Άγιο Υπάτιο[1]. Έκανα έντονη ευχή και ο λογισμός επέμενε καθαρός. Πήρα το σακίδιο και έφυγα. Σταυρός, Καστανάρα, Αντίθωνας, Χωραφίνα. Περπατούσα αργά, για να είμαι το πρωΐ στα Κατουνάκια. Κατέβηκα στον Άγιο Παύλο, Νέα Σκήτη, Αγία Άννα, Μικρή Αγία Άννα, Κατουνάκια, Άγιος Υπάτιος ψηλά το πρωΐ. Πήγα παράμερα στα βράχια όπου καθόμουν κάθε που περνούσα, και συλλογιζόμουν τον λόγο του ερχομού μου. Σηκώθηκα απότομα και μπήκα στο κελλάκι στον διάδρομο. Στο δεύτερο βήμα κάτι συνέβη και σταμάτησα και στράφηκα αριστερά και βλέπω στον σοβά με κάρβουνο γραμμένο το παρακάτω κείμενο με κεφαλαία, ακριβώς στη διάταξη που το παραθέτω.
10logospai
«Η αναζήτηση της τελειότητας του πνεύματος είναι η μόνη πράξη που δικαιώνει το ανθρώπινο γένος.
Αστόχαστε διαβάτη που δεν γνωρίζεις
Συλλογίσου συνέχεια
Εχθρός είναι
Ο εγωϊσμός
Το βόλεμα
Το τυπικό χωρίς ουσία
Η στενοκεφαλιά
Το παραδεκτό
Το πρόγραμμα
Η καταπίεση
Η ατολμία
Ο φόβος
Ο θάνατος
Το έγραψα αμέσως στο τεφτέρι μου και με ένα ξύλο έσβησα τα γράμματα στον σοβά, ο οποίος ήταν σαν σκόνη από την υγρασία.
Γνωρίζω ότι το κείμενο είναι του ΓεροΠαΐσιου
[1] Στο κελλί του Αγίου Υπατίου είχε διαμείνει και ασκητεύσει ο Άγιος Παΐσιος κατά το έτος 1966.

Τετάρτη 21 Αυγούστου 2019

ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ: ΕΜΕΙΣ Μ’ ΕΝΑ ΠΑΞΙΜΑΔΙ ΠΑΜΕ ΣΤΟΝ ΘΕΟ!


Διάλογος του Αγίου Γέροντος με Αμερικανό επιστήμονα 

«Τί κατόρθωμα κάνατε σαν έθνος μεγάλο που είστε;»
– «Πήγαμε στο φεγγάρι», μου απάντησε.
– «Πόσο μακρυά είναι» τον ρωτάω;
– Ας πούμε, μισό εκατομμύριο χιλιόμετρα», μου λέει.
– Πόσα εκατομμύρια ξοδέψατε, για να πάτε στο φεγγάρι;
– «Από το 1950 μέχρι τώρα, μου λέει, έχουμε ξοδέψει ποταμούς δολλαρίων».
– Στο Θεό πήγατε; τον ρωτάω.
– Πόσο μακρυά είναι ο Θεός;
– Ο Θεός, μου λέει, είναι πολύ μακρυά.
–  Εμείς όμως, του λέω, μ’ ένα παξιμάδι πάμε στον Θεό!
Από το Βιβλίο: «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Α'.

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2019

Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης. Ο θαυμαστός προφήτης του Γένους μας*Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου


Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης. Ο θαυμαστός προφήτης του Γένους μας
Μητροπολίτου Μόρφου κ. Νεοφύτου
Όταν το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο διακήρυξε την αγιότητα του οσίου Παϊσίου του Αγιορείτη και τον ενέταξε στο Αγιολόγιο της καθ᾽ ημάς Ορθοδόξου Εκκλησίας, έγραψα τα εξής: «Τον άγιο Παΐσιο τον γνώρισα το 1982, όταν ήμουν φοιτητής Νομικής. Ήταν ο άνθρωπος, που περίμενε ν’ ακούσει κάτι το πονεμένο, για να έχει καρδιακή προσευχή, κι ήταν πάντοτε εν αναμονή στο ακουστικό, για να αφουγκραστεί τον πόνο του σύγχρονου κόσμου.
Ήταν ένας ασκητής για τον κόσμο. Του άνοιγες την καρδιά σου, και σου άνοιγε τον νου. Πραγματικά, δεν νομίζω να υπήρξε στις μέρες μας άλλος Γέροντας, που να είδε, να μίλησε με τόσο πολύ κόσμο. Κι αυτός ο άνθρωπος, παρόλο που γεννήθηκε ασκητής, τελικά κατέληξε να είναι η μεγάλη μάνα όλων των πονεμένων ανθρώπων. ‘‘Φως Χριστού έφαινε πάσι’’, δια του Γέροντος Παϊσίου.
Επέμενε, να μην πάω στο Άγιον Όρος για μοναχός. ‘‘Στην Κύπρο να πάς’’, μου είπε. ‘‘Να κάνετε βάσεις πνευματικές, κι αυτές οι βάσεις θα διώξουν τις βάσεις’’. Όταν του είπα, ότι δεν κατάλαβα το τελευταίο, μου είπε χαριτολογώντας: ‘‘ Αμερικανάκι είσαι και δεν καταλαβαίνεις; Ελληνικά μιλώ! Το πρόβλημα της Κύπρου είναι πνευματικό. Τώρα εφαρμόζεται ο πνευματικός νόμος. Όταν φτιάξετε μοναστήρια (σε κάποιους άλλους είπε· όταν φτιάξετε Σταυροβούνια, τις ενορίες τις δικές σας, οικογένειες ορθόδοξες), τότε οι βάσεις της αμαρτίας και της κατοχής θα εξαφανιστούν!’’ Με έβγαλε έξω στην αυλή του κελλιού του και σχημάτισε στο χώμα ένα μεγάλο ορθογώνιο σχήμα. Το μοίρασε σε δύο τετράγωνα και μου είπε: ‘‘Θα έρθει καιρός, που εσύ θα φτιάξεις μοναστήρια. Δύο αυλές να κάνεις τότε σ᾽ αυτά! Μία για τους λαϊκούς και μία δεύτερη μόνο για μοναχούς η για μοναχές.’’ Πρόρρηση, η οποία πραγματοποιήθηκε!»
Για μένα, ο άγιος Παΐσιος είναι ο Καππαδόκης που έγινε Αγιορείτης λόγω προσφυγιάς, και τώρα πια κατέστη άγιος οικουμενικός διδάσκαλος της Ορθοδοξίας, εξαιρέτως του μοναχικού και του έγγαμου βίου, καθώς και θαυμαστός προφήτης του Γένους μας, ο οποίος, με τον διδακτικό και προφητικό του λόγο δοκιμάζει την πίστη και την απιστία πολλών! Και, λυπάμαι που λέω αυτό το τελευταίο, διότι στις μέρες μας υπάρχουν άνθρωποι που αμφισβητούν το προφητικό χάρισμα στους αγίους και ξεχνούν τον λόγο του Κυρίου, «ο δεχόμενος προφήτην εις όνομα προφήτου μισθόν προφήτου λήψεται» (Ματθ. 10, 41). Σ᾽ αυτούς που αναρωτιούνται κατά πόσο σήμερα υπάρχουν προφήτες, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς απαντά εύστοχα: «Προφήτες είναι όλοι οι θεωμένοι και θεόπτες άγιοι, αυτοί που βλέπουν τη Βασιλεία του Θεού και τη δεύτερη έλευση του Χριστού με όλη Του τη δόξα και καθοδηγούν τον λαό προς την κατεύθυνση αυτή.» Με άλλες λέξεις, οι άγιοι μας υπενθυμίζουν ότι είμαστε μέλη της μίας αγίας καθολικής και αποστολικής του Χριστού Εκκλησίας, που δεν εθελοτυφλεί και δεν αδιαφορεί για το ποίμνιό της, αφήνοντάς το απροστάτευτο, ανημέρωτο και ονειροπόλο! Αλλά, κατά την εντολή του Θεού που θέλει ο άνθρωπος να γίνει άγιος –«έσεσθε άγιοι, ότι άγιος εγώ Κύριος ο Θεός υμών» (Λευϊτ. 20, 7, 26)– η Εκκλησία σώζει τον άνθρωπο δια της μυστηριακής και αγιαστικής ζωής της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, δια της κοινωνίας του ζωοποιού Σώματος και Αίματος του Χριστού και δια των πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου και όλων των αγίων, εισάγοντάς στην αιώνια ζωή, στη Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, και διδάσκοντάς τον να προσδοκεί ανάσταση νεκρών και ζωή του μέλλοντος αιώνος, όπως λέμε κάθε φορά που διαβάζουμε το ‘‘Πιστεύω’’. Κι αυτή πρέπει να είναι η κατεξοχήν επιθυμία του χριστιανού, η αιώνια ζωή κοντά στον Κύριο· εκτός κι αν δεν επιθυμούμε και δεν θέλουμε την αιώνια ζωή, αλλά ένα προσωρινό εκκοσμικευμένο υλικό τρόπο ζωής, αυτό του ‘‘φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν’’ (Ησ. 22, 13), που οδηγεί στον αιώνιο πνευματικό θάνατο, δηλαδή στον αιώνιο χωρισμό από τον Θεό.
Ακόμη, ο άγιος Παΐσιος υπήρξε ένας άνθρωπος δικός μας, της Ανατολής. Βεβαίως Ρωμηοί είμαστε όλοι. Και οι Μικρασιάτες και οι Κρητικοί και οι Κύπριοι και οι Μακεδόνες και οι Πελοποννήσιοι. Αλλά αυτός ήταν Ανατολίτης! Ούτε καν Ανατολικός δεν ήταν. Ανατολίτης ήταν, όπως και ο Γέρων Ιάκωβος της Εύβοιας. Αμφότεροι κατήγοντο από τη Μικρά Ασία, αλλά από δύο διαφορετικές περιοχές, και είχαν ζήσει στα παιδικά τους χρόνια την προσφυγιά. Κι όποιος είναι πρόσφυγας, καταλαβαίνει καλύτερα τον Γέροντα Παΐσιο, όπως και τον Γέροντα Ιάκωβο. Ζούμε σε μια εποχή μεγάλης εκκοσμίκευσης, οπόταν Ελλαδίτες και Κύπριοι προσπαθούμε άκριτα να γίνουμε όλο και πιο Δυτικοί, και, παράλληλα, πολιτικοί, ΜΜΕ, Υπουργεία Παιδείας και θρησκευτικές οργανώσεις αγωνίζονται να μας πουν ότι ανήκουμε στη Δύση. Κι αυτό, η ευκολία που μας προσφέρει η σύγχρονη τεχνολογία εν πολλοίς το έχει κατορθώσει. Αλλά, οι Γέροντες αυτοί μας υπενθυμίζουν τη γεωγραφία της ψυχής μας, την καθ᾽ ημάς Ανατολή! Μας λένε να υπάρχουμε με την καρδιά αγιάζοντας τον νου και να μην ταυτίζουμε τον νου με τη λογική και την καρδιά με το συναίσθημα! Να πεθαίνουμε, βλέποντας κατ᾽ Ανατολάς.
Αυτό, το οποίο καθόρισε τον όλο χαρακτήρα του οσίου Παϊσίου από τα πρώτα του χρόνια, ήταν η προσφυγική του ιδιότητα. Γι’ αυτό και μια μεγάλη έγνοια του μέχρι την οσιακή κοίμησή του ήταν οι αλύτρωτες πατρίδες του Ελληνισμού. Αυτή την ιδιαίτερη πτυχή του χαρακτήρα του, ένεκα της οποίας έδειχνε μια ξεχωριστή αγάπη στους πρόσφυγες, από όπου και αν προέρχονταν αυτοί, είτε ήταν πρόσφυγες της Β. Ηπείρου, είτε πρόσφυγες της Κύπρου, είτε της Κωνσταντινουπόλεως, είτε της Μικράς Ασίας, την έζησαν πολλοί Κύπριοι, που όταν του έλεγαν, ‘‘Γέροντα, από την Κύπρο είμαστε. Είμαστε και πρόσφυγες!’’, αμέσως έβγαινε από το κελλί του για να τους συναντήσει. Δηλαδή, το κλειδί του Γέροντος Παΐσιου ήταν να του πεις, είμαι πρόσφυγας. Και αμέσως σου άνοιγε, όχι μονάχα το κελλί του, αλλά και την καρδιά του. Τον ολάνθιστο μπαξέ της Χάρης, που είχε μέσα η καρδιά του.
Ο όσιος Παΐσιος ήταν ένας άνθρωπος, ο οποίος αισθανόσουν ότι ήταν σύγχρονος –κι ας ήταν ένας ασκητής τόσο λιτός και τόσο αυστηρός–, γιατί είχε την καλή ανησυχία. Παρακολουθούσε ακόμη και το πολιτικό γίγνεσθαι· ήξερε και τον τελευταίο υπουργό και τα τεκταινόμενα, και μπορούσε να σου πει τι θα γίνει στον κόσμο μας μετά από δεκαετίες ολόκληρες. Και μου προξένησε εντύπωση, που άκουσα και μερικούς αρχιερείς τελευταία, μετά που έγινε η επίσημη ένταξη του Γέροντος Παϊσίου στο Αγιολόγιο, που αμφέβαλλαν για το προφητικό του χάρισμα και θεωρούσαν υπερβολή των επισκεπτών τις προφητείες του, που αυτοί κατέγραψαν και διέσωσαν. Αλλ᾽ όχι! Δεν είναι καθόλου υπερβολή. Κι ακόμη, είναι και λίγα, όσα έχουν σχετικά γραφτεί. Ο Γέροντας μιλούσε με ένταση γι’ αυτά τα πράγματα, γιατί τα ζούσε με ένταση. Έβλεπε τα μέλλοντα ως παρόντα. Ήταν άνθρωπος, ο οποίος έβλεπε την ιστορία, η οποία ακόμα δεν πραγματοποιήθηκε στους δικούς μας οφθαλμούς. Γιατί όμως αυτός έβλεπε αυτά τα πράγματα; Γιατί αυτός μιλούσε για τα επερχόμενα με τόση σαφήνεια και βεβαιότητα; Νομίζω –αυτό είναι βεβαίως προσωπική μου ερμηνεία, μπορεί να έχω λάθος–, ο λόγος ήταν το ότι είχε προσφυγική την καταγωγή. Ζούσε πιο έντονα τον πόθο της ελευθερίας των σκλαβωμένων μας πατρίδων. Φαίνεται ότι ο Θεός, ο οποίος είναι η άκρα ταπείνωσις, υπηρετεί και δίδει στον κάθε άγιο αυτό, που περισσότερο ποθεί, που είναι ο βαθύτερός του πόθος. Κι ο βαθύτερος πόθος του αγίου Παϊσίου ήταν πότε θα ελευθερωθεί η Πόλις, η πατρίδα του Καππαδοκία, η Μικρασία, η Κύπρος. Και είναι, όπως φαίνεται, γι᾽ αυτό, που του εδόθη άνωθεν η χάρη να δει, να προγνωρίσει με ακρίβεια τα μέλλοντα.
Τώρα, σχετικά μ᾽ αυτό το θέμα –το τονίζω, γιατί έχει παρεξηγηθεί–, αυτό που είναι σημαντικό να κρατήσουμε, και ιδιαιτέρως εμείς οι Κύπριοι, που είμεθα παθόντες και μαθόντες, είναι το εξής: Όχι να θέλουμε να μάθουμε πότε και πως θα γίνουν ολ᾽ αυτά τα σπουδαία γεγονότα, που αφορούν βεβαίως και εμάς. Το ζήτημα είναι, πως θα τα διαχειριστούμε. Και μου κάνει εντύπωση, ότι μας προετοιμάζει ο Θεός σιγά σιγά, με ένα δικό του τρόπο, για τα γεγονότα αυτά. Όμως είναι καλά να γνωρίζουμε, ότι ο καλύτερος τρόπος διαχείρισης των γεγονότων που έρχονται και ήδη έχουν αρχίσει –κατά την ταπεινή μου άποψη–, δεν είναι να γεμίσουμε τα ψυγεία μας με υλικά αγαθά, για να μην πεινάσουμε τότε! Κάποτε κι αυτά θα αδειάσουν. Αλλά είναι να έχουμε τότε φώτιση, φώτιση εκ Θεού.
Ένας άνθρωπος, που έχει φώτιση, μπορεί να παίρνει γρήγορες και ορθές αποφάσεις. Να παίρνει βέβαιες αποφάσεις στη δύσκολή του ώρα. Για να έχουμε όμως φώτιση, θα πρέπει να καθαρίζουμε συνεχώς την καρδία και τον νου μας. Και, καθαρίζουμε την καρδία και τον νου δια της μετανοίας. Άρα, ο,τι και να κάνουμε, επιστρέφουμε στη μετάνοια την προσωπική! Όχι μια μετάνοια γενική και αόριστη για όλους, όπως συχνά κηρύττουμε οι Αρχιερείς και οι ιεροκήρυκες, αλλά προσωπική μετάνοια. Να κάτσω να σκεφτώ, ποιό είναι το δικό μου πάθος, το κυρίαρχο πάθος μου, να το βρω αυτό το κυρίαρχο πάθος μου η, εάν έχω τόσο εγωϊσμό και τέτοια αυτοπεποίθηση, που δεν το βρίσκω, να προσευχηθώ και να ειπώ· «Χριστέ μου, φανέρωσέ μου ποιός είμαι! Δείξε μου ποιός είμαι!» Και θα μας δείξει ο Θεός. Και, κατόπιν, να δω αυτό το πάθος, που έχω, πως εκδηλώνεται; Αν λ.χ. είναι ο θυμός, πως εκδηλώθηκε με τη γυναίκα μου η με τον άνδρα μου, με τα παιδιά μου, με τους συναδέλφους μου, με τους φίλους μου; Σήμερα, πως εκδηλώθηκε; Χθες, πως εκδηλώθηκε; Ποιούς πλήγωσα; Όταν ο άνθρωπος αρχίσει έτσι να βλέπει τον εαυτό του και να μετανοεί για συγκεκριμένες στιγμές της καθημερινότητάς του και σταδιακά διορθώνεται, τότε αρχίζει και εισέρχεται στη μετάνοια. Αν αυτό δεν το μάθουμε, η προσευχή μας θα είναι μία μηχανική προσευχή, η οποία δεν θα μας δώσει τη δυνατότητα του φωτισμού σε δύσκολες στιγμές, κατά τις οποίες θα πρέπει να αποφασίσουμε, είτε για τον εαυτό μας, είτε για τα παιδιά μας, είτε για την πατρίδα μας, είτε για κάτι ευρύτερο, που μας ξεπερνά.
Λοιπόν, σημασία έχει, πως εμείς θα διαχειριστούμε αυτά τα γεγονότα. Και είχε έγνοια γι᾽ αυτό το πράγμα ο άγιος Παΐσιος. Έβλεπε, ότι εμείς έχουμε μία μανία, μία ροπή μονάχα προς το θαύμα, στην προφητεία και στην εύκολη, την ανώδυνη λύση. Στη διαχείριση όμως των πραγμάτων και στη συμπόνοια των ανθρώπων, έβλεπε πως έχουμε πολλή έλλειψη. Και, όταν λέω ανθρώπων, δεν εννoώ μόνο των δικών μας, των Ελληνοκυπρίων Χριστιανών. Εννoώ και τους Τούρκους. Έχει κανένα Χριστιανό, που παρακαλεί να γίνει πόλεμος; Έχει κανένα Χριστιανό, που να θέλει, ακόμη και την καταστροφή του εχθρού του; Εγώ προσωπικά δεν την εύχομαι. Κι ας είμαι και άνθρωπος πονεμένος. Κι ας έχασα το χωριό μου και τον αδελφό μου στη διάρκεια του πολέμου. Αυτό δεν το εύχομαι σε κανέναν. Όμως η έγνοιά μας πρέπει να είναι, μέσα από όλα αυτά τα γεγονότα, που οι άνθρωποι θα προκαλέσουν και ο Θεός θα τα ανεκτεί και θα τα αξιοποιήσει, πως εμείς θα τα ζήσουμε με μετάνοια, με προσευχή, με πολλή συμπόνοια για τον κάθε συνάνθρωπό μας. Αυτό νομίζω είναι ένα ζητούμενο της εποχής μας. Τώρα ζητούμενο της οικονομικής κρίσης είναι να μοιραστούμε το φαϊ μας, τα χρήματά μας, τον καλό μας λόγο με τον πονεμένο συνάνθρωπό μας. Αλλά, δεν είναι μόνον αυτά. Αυτό, που γίνεται τώρα, είναι η προπόνησις. Τα μεγάλα έπονται!
Και κάτι τελευταίο. Εάν θέλουμε να έχουμε μέλλον στον 21ο αιώνα, θα πρέπει να επενδύσουμε στους σύγχρονους οσίους και μάρτυρες, ούτως ώστε η σύγχρονη αγιότητα να γίνει βίωμα καθημερινό για τον κάθε χριστιανό, κληρικό και λαϊκό. Επιβάλλεται εμείς οι χριστιανοί σήμερα να βάλουμε στη δική μας ζωή, αλλά και των παιδιών μας τον πόθο να γνωρίσουμε τις εντολές του Κυρίου, τη μετάνοια, την προσευχή, την Εξομολόγηση, τη θεία Λειτουργία, κι όλους αυτούς τους πολύ μεγάλους σύγχρονους αγίους. Διότι έρχονται χρόνια δοκιμασίας και πρέπει να ξαναβρούμε την απλότητα της αγιότητας, εάν θέλουμε να γίνουμε και να παραμείνουμε αυθεντικοί χριστιανοί.
Ταις του οσίου πατρός ημών Παϊσίου πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν!
*Πρόλογος Εορτολογίου 2016, Ιεράς Μητροπόλεως Μόρφου
Πηγή: immorfou.org.cy