Δευτέρα 16 Ιουλίου 2018
«ΤΟ ΑΓΧΟΣ καὶ ΟΙ ΝΟΘΕΥΜΕΝΕΣ ΤΡΟΦΕΣ ΦΕΡΝΟΥΝ ΑΡΡΩΣΤΙΕΣ» (γέρ. Παΐσιος Ἁγιορ.)
ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος»,
ΤΙ ΚΑΤΟΡΘΩΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙὉ πολιτισμὸς καλὸς εἶναι, ἀλλά, γιὰ νὰ ὠφελήση, πρέπει νὰ “πολιτισθῆ” καὶ ἡ ψυχή. Ἀλλιῶς εἶναι καταστροφή. Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς εἶπε: “Ἀπὸ τοὺς γραμματισμένους θὰ ἔρθη τὸ κακὸ”. Παρ᾽ ὅλο ποὺ ἡ ἐπιστήμη ἔχει προχωρήσει τόσο πολὺ καὶ ἔκανε πρόοδο μεγάλη, ἐν τούτοις μὲ ὅ,τι κάνουν γιὰ νὰ βοηθήσουν τὸν κόσμο, χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουν, καταστρέφουν τὸν κόσμο. Ὁ Θεὸς ἄφησε τὸν ἄνθρωπο νὰ κάνη τοῦ κεφαλιοῦ του, ἀφοῦ δὲν Τὸν ἀκούει, καὶ ἔτσι τρώει τὸ κεφάλι του. Καταστρέφεται μόνος του ὁ ἄνθρωπος μὲ αὐτὰ ποὺ φτιάχνει.
20 χρόνια ἀπό τήν κοίμηση τοῦ βιογράφου τοῦ ὁσίου Παϊσίου Ἱερομ. Ἰσαάκ τοῦ Λιβανέζου Ἁγιορείτη Πνευματικοῦ
1937–16/7/1998, ν.η
Ὁ κατά κόσμον
Φάρες Ἀττάλα γεννήθηκε στό Ναμπάυ τοῦ πολύπαθου Λιβάνου τό 1937. Νέος
μόνασε στήν πατρίδα του. Στή συνέχεια ἦλθε γιά σπουδές στή Θεολογική
Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τήν περίοδο αὐτή γνωρίσθηκε καί
συνδέθηκε πνευματικά μέ πατέρες τοῦ Ἁγίου Ὅρους καί κυρίως μέ τόν
μακαριστό Γέροντα Παΐσιο (f 1994), τοῦ ὁποίου στάθηκε καλός βιογράφος.
Τό 1979 ἔλαβε
τό μέγα καί ἀγγελικό σχῆμα καί ἀπό Φίλιππος ὀνομάσθηκε ‘Ἰσαάκ. Τό
μοναχικό σχῆμα τοῦ τό ἔδωσε ὁ Γέροντας Παΐσιος. Διετέλεσε Πνευματικός
τῶν μαθητῶν τῆς Ἀθωνιάδος Σχολῆς καί πολλῶν ἀνθρώπων. Ἄφησε ἀγαθό
παράδειγμα ἀγωνιστού στήν εὐλογημένη συνοδεία τοῦ Σταυρονικητιανοῦ
Κελλιοῦ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου στήν Κάτω Καψάλα.
Ἄνθρωπος
εὐφυής, γλυκομίλητος, φιλόπονος, φιλότιμος, ψάλλοντας θαυμάσια μέ τήν
ὡραία φωνή του. Ὑπῆρξε ἀγαθός παρηγορητής Ἑλλήνων καί Ἀράβων. Γιά τούς
δεύτερους εἶχε ἀρχίσει μεταφράσεις πατερικῶν βιβλίων πρός....
πνευματική
τροφοδοσία τους. Εὐλαβής, σεμνός καί μέ φόβο Θεοῦ. Ἀγάπησε τήν
προσευχή, τήν ἄσκηση, τήν ἱεροσύνη, τόν μοναχισμό, τήν ἀρετή καί τήν
ἐλεημοσύνη.
Ἔγραφε ὁ
πάπα-Ἰσαάκ γιά τόν Γέροντα Παΐσιο στό ὡραῖο βιβλίο του. Βίος Γέροντος
Παϊσίου Ἁγιορείτου: «Τούς Ἀσκητικούς Λόγους τοῦ ἀββᾶ Ἰσαάκ τούς εἶχε στό
προσκέφαλό του καί τούς μελετοῦσε πάντοτε. Γιά μία περίοδο ἔξι ἐτῶν
ἦταν ἡ μοναδική του πνευματική ἀνάγνωση. Ἔπαιρνε ἕνα στίχο καί ὅλη τήν
ἡμέρα τόν ἐπανέφερε συχνά στόν νοῦ του. τόν μελετοῦσε βαθειά καί
πρακτικά, “ὅπως τά ζῶα ἀναμηρυκάζουν τήν τροφή τους”, κατά τήν ἔκφρασή
του. Μοίραζε εὐλογία ἕνα ἀπάνθισμα ἀπό τούς λόγους του, γιά νά
παρακινήσει στή μελέτη τους. Πίστευε ὅτι “πολύ βοηθᾶ ἡ μελέτη στά
Ἀσκητικά του ἀββᾶ Ἰσαάκ, διότι καί τό βαθύτερο νόημα τῆς ζωῆς δίνει νά
καταλάβει κανείς καί κάθε εἴδους μικρό ἡ μεγάλο κόμπλεξ καί ἐάν ἔχει ὁ
ἄνθρωπος πού πιστεύει στόν θεό, τόν βοηθάει γιά νά τό διώξει. Ἡ ὀλίγη
μελέτη στόν ἀββᾶ Ἰσαάκ ἀλλοιώνει τήν ψυχή μέ τίς πολλές της βιταμίνες”.
Συνιστοῦσε καί
στούς λαϊκούς νά τόν διαβάζουν, ἀλλά λίγο-λίγο, γιά νά τόν ἀφομοιώνουν.
Ἔλεγε ὅτι τό βιβλίο τοῦ ἀββᾶ Ἰσαάκ ἀξίζει ὁλόκληρη πατερική βιβλιοθήκη.
Ὄχι μόνο τόν μελετοῦσε ὁ Γέροντας, ἀλλά καί πολύ τόν εὐλαβεῖτο καί
ἰδιαιτέρως τόν τιμοῦσε ὡς ἅγιο. Πάνω στή μικρή Ἁγία Τράπεζα τῆς
“Παναγούδας” ἡ μία ἀπό τίς πέντε-ἔξι εἰκόνες πού εἶχε ἦταν τοῦ ὁσίου
Ἰσαάκ. Ἀπό ἀγάπη καί εὐλάβεια πρός αὐτόν ἔδωσε τό ὄνομά του σέ κάποιον,
ὅταν τόν ἔκανε μεγαλόσχημο…».
Σ’ ἕναν
ἐπισκέπτη τοῦ Κελλιοῦ του, μέ πολλές ἐρωτήσεις, ἀπάντησε σχετικά: «Τό
μόνο πού ἔχει νά ἐπιδείξει ἡ Ἑλλάδα στήν Εὐρώπη εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία.
Φοβᾶμαι ὅμως, καί αὐτό τό λέω μέ πόνο καί θλίψη, ὅτι οἱ Ἕλληνες σήμερα
δέν εἶναι σέ θέση νά ἀναλάβουν μία τέτοια ἀποστολή. Τό ὀρθόδοξο κύτταρο
μέσα τούς ὑπολειτουργεῖ. Σκέφτομαι πόσο σέ παλιές ἐποχές ἡ θεολογία
ἀποτελοῦσε ἀνάγκη βιοτική του λαοῦ καί πόσο σήμερα ἔχει ἀποξενωθεῖ ἀπό
τά ἐνδιαφέροντά του».
Ἀναχώρησε γιά
τήν οὐράνια πατρίδα ὅλων μας στίς 3.7.1998, μετά ἀπό μακρά καί πολυώδυνη
ἀσθένεια, ἡ ὁποία τόν καταταλαιπώρησε καί τήν ὁποία ὑπέμεινε γενναία.
Στό νοσοκομεῖο πού τόν ἐπισκεφθήκαμε μᾶς ὑποδέχθηκε καί ἀποχαιρέτησε μ’
ἕνα ὡραῖο χαμόγελο, «τελειωθεῖς ἐν ὀλίγω ἐπλήρωσε χρόνους μάκρους», κατά
τό γραφικό λόγιο. Ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία τοῦ ἔγινε στό Κελλί τῆς
Ἀναστάσεως. χοροστατοῦντος τοῦ φίλου του μητροπολίτου Ξάνθης
Παντελεήμονος καί πλήθους ἱερομονάχων καί μοναχῶν, τήν ἑπομένη ἡμέρα.
Ἀναπαύεται τώρα ἀπολαμβάνοντας τούς μισθούς τῶν καμάτων του, μέσα στό
φῶς καί τή χάρη τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, τόν ὁποῖο ἀπό μικρός ἀγάπησε καί
ἀκολούθησε μέ ὅλη τή θέρμη τῆς καρδιᾶς του.
Μετά τήν
κοίμησή του. ἕνας Πνευματικός τόν εἶδε καί τόν ρώτησε: «Πῶς εἶσαι»; Τοῦ
ἀπάντησε: «Καλά εἶμαι». Τόν ρώτησε ξανά: «Ὁ Γέροντας Φανούριος πῶς
εἶναι»; «Καλά», τοῦ ἀπάντησε. Ὁ Γέροντας Ἠρωδίων, «Καλά». Τόν ρώτησε καί
γιά κάποιον ἄλλο καί τοῦ εἶπε πώς δέν εἶναι καλά. Δέν τοῦ εἶπε τ ὄνομά
του. Σέ ἕναν ἐπισκέπτη τοῦ ἔλεγε: «Παλιά μιλοῦσαν μέσα στά μπακάλικα καί
τά καφενεῖα γιά ἀλήθειες δογματικές. Ἡ θεολογία ἔγινε ὑπόθεση
πανεπιστημιακή κι ὄχι κατάσταση βιωματική. Τρέφεται ἀπό τή λογοκρατία,
ἐνῶ θά ἔπρεπε νά ζοῦσε ἀπό τόν Λόγο. Τό μεγαλύτερο κακό γιά τόν σημερινό
ἄνθρωπο εἶναι τ’ ὅτι μέσα στήν κοινωνία δέχεται τόσα πολλά ἐρεθίσματα.
ὥστε τοῦ μένει ἐλάχιστος χρόνος γιά νά σκεφθεῖ τόν Θεό. Αὐτοί πού ἔχουν
ἐπιδοθεῖ στήν προσπάθεια γιά τήν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν δέν ἔχουν οἱ ἴδιοι
ἑνωθεῖ μέ τό Ἅγιον Πνεῦμα ἡ δέν ἐνίωσαν τήν ἀνάγκη νά ἑνωθοῦν μέ Αὐτό».
Πηγές-Βιβλιογραφία:
Μωυσέως
Ἁγιορείτου μοναχοῦ, Ἱερομόναχος Ἰσαάκ (1937-1998). Πρωτάτον 71/1998, σ.
79. Ἰσαάκ ἱερομ., Βίος Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου. Ἅγιον Ὅρος 2004.
Γέρων Π αἴσιος ὁ Ἁγιορείτης (1924-1994). Ὁ ἀσυρματιστής τοῦ στρατοῦ καί
τοῦ Θεοῦ. Ἅγιον Ὅρος 2005.
Πηγή: Μοναχοῦ
Μωυσέως Ἁγιορείτου, Μέγα Γεροντικό ἐναρέτων ἁγιορειτῶν τοῦ εἰκοστοῦ
αἰῶνος Τόμος Γ’ – 1956-1983, σέλ. 1457-1460, Ἐκδόσεις Μυγδονία, Ἅ΄
Ἔκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.
pemptousia.gr
Κυριακή 8 Ιουλίου 2018
Ο άγιος Γέροντας Παΐσιος για τα φιλενωτικά κινήματα και την αποτείχιση (Μητροπολίτου Γόρτυνος Ἰερεμία)
Ἀποτελεῖ μεγάλη ἔκπτωση τοῦ Μητροπολίτη Γόρτυνος
αὐτὸ τὸ κήρυγμα, ποὺ μάλιστα τὸ ἔστειλε καὶ στὰ ἱστολόγια γιὰ δημοσίευση. Μετὰ
τὴν διαστρέβλωση τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου ἀπὸ τὸν μητροπολίτη Πειραιῶς (σ’
ἐκείνη τὴν στημένη Ἡμερίδα ποὺ διοργάνωσε στὸν Πειραιᾶ), ἔρχεται τώρα ὁ κ. Ἱερεμίας
νὰ διαστρεβλώσει ἕνα κείμενο τοῦ Ἁγίου Παϊσίου.
Θὰ παραθέσουμε τὸ κείμενο, χωρὶς νὰ χρειάζεται
νὰ κάνουμε ἀνάλυση τῆς διαστρέβλωσης τῶν λόγων τοῦ Ἁγίου Παϊσίου. Ἀρκεῖ νὰ ἐπισημάνουμε
ὅτι τότε, οὐδεμία σχεδὸν συζήτηση γινόταν ἐπισήμως
στὴν Ἐκκλησία μας, περὶ ἀποτειχίσεως. Ὅσα ἔγραψε ὁ Ἅγιος Παΐσιος, τὰ ἔγραψε γιὰ τὶς Παλαιοημερολογίτικες Παρατάξεις.
Ἂς θυμηθεῖ ὁ Γόρτυνος ἐκείνους τοὺς Ἁγίους,
ποὺ στὴν δεσποτικὴ ἐναντίον τῆς Ἀποτειχίσεως παραζάλη τὰ ξέχασε. Οἱ Ἅγιοι Μ. Ἀθανάσιος,
Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος, Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, Θεόδωρος Στουδίτης, Γρηγόριος Παλαμᾶς, Μᾶρκος Εὐγενικὸς καὶ
ὅσοι ἄλλοι, ὅταν δίδασκαν καὶ ἔκαναν ἀποτείχιση, δὲν ἦσαν ἐκτὸς Ἐκκλησίας.
Γράφει ὁ κ. Ἱερεμίας:
«Ἐπειδή εἶναι ἕνα
ὡραῖο ὁμολογιακό κείμενο, μεταξύ τῶν δύο ἄκρων, τῶν φιλοενωτικῶν ἀπό
τήν μιά μεριά, καί τῶν ἀποτειχιστῶν ἀπό τήν ἄλλη (αὐτῶν δηλαδή πού λέγουν νά
παύσουμε ἀκαίρως τό μνημόσυνο τοῦ Πατριάρχου), δέν θά ἤθελα νά
τό στερηθεῖ τό ποίμνιο πού διακονῶ».
(Ἱερεμίας Γόρτυνος).
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ-ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΣ
Δημητσάνα -
Μεγαλόπολις, Κυριακή 25 Ἰανουαρίου 2015
ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ
ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ
1. Σήμερα, ἀδελφοί
μου χριστιανοί, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τήν μνήμη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ
Θεολόγου. Ὁ πατέρας αὐτός εἶναι ὁ ἄριστος θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας μετά τόν Εὐαγγελιστή
Ἰωάννη. Πραγματικός θεολόγος, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο, δέν εἶναι ἐκεῖνος πού ἔχει
ἁπλᾶ διαβάσει μερικά ἤ καί πολλά θεολογικά συγγράμματα, ἀλλά εἶναι ἐκεῖνος πού
μέ τήν προσευχή, τήν τήρηση
τῶν προσταγμάτων τοῦ Θεοῦ καί τόν ὅλο του ἀσκητικό ἀγώνα,
ἀναζητᾶ συνεχῶς τόν Θεό καί πετυχαίνει τήν θεοπτία. Τήν θεοπτία ὁ ἅγιος
Γρηγόριος τήν ὀνομάζει «θεωρία». Καί λέγει: «Πρᾶξις ἐπίβασις
θεωρίας»! Μέ τήν «πράξη», δηλαδή μέ τήν ἄσκηση, θά πετύχουμε τήν «θεωρία»,
τήν θεοπτία, τήν θέα καί τήν βαθύτερη ἀπόλαυση τοῦ Θεοῦ. –Ἀλλά ἐνθυμοῦμαι, ἀγαπητοί
μου, ὅτι σᾶς ἔχω ὁμιλήσει ἄλλοτε γιά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν θεολόγο.
Καί μάλιστα θυμᾶμαι ὅτι στήν ὁμιλία μου ἐκείνη
σᾶς εἶπα ποιά εἶναι, κατά τόν ἅγιο, τά «ὀπίσθια τοῦ Θεοῦ», πού εἶδε ὁ
Μωυσῆς. Εἶναι αὐτό πού θά γινόταν στά «πίσω», στά μετέπειτα ἀπό τόν Μωυσῆ
χρόνια. Καί αὐτό εἶναι τά «Χριστούγεννα», ἡ σάρκωση δηλαδή τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ,
τήν ὁποία προφητικῶς εἶδε ὁ Μωυσῆς. Ἀλλά
κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν θεολόγο, πού ἑορτάζουμε σήμερα, καί κατά ἄλλους
πατέρες, «ὀπίσθια τοῦ Θεοῦ», εἶναι οἱ θεῖες ἐνέργειες, μέ τίς ὁποῖες
μποροῦμε νά νοήσουμε τόν Θεό. Τό «πρόσωπο» τοῦ Θεοῦ, τήν οὐσία Του δηλαδή, δέν
μποροῦμε καθόλου νά τήν νοήσουμε. Ἀλλά γνωρίζουμε τόν Θεό καί δέν ἔχουμε παντελῆ
ἄγνοιά Του. Πῶς τόν γνωρίζουμε; Τόν γνωρίζουμε διά τῶν θείων Του ἀκτίστων ἐνεργειῶν.
Στό Θεό ὑπάρχει τό «ἄληπτον», δηλαδή τό ἀκατάληπτο καί αὐτό εἶναι ἡ Θεία
Οὐσία. Ἀλλά ὑπάρχει καί τό «ληπτόν», δηλαδή τό καταληπτό, καί αὐτό εἶναι
οἱ θεῖες ἐνέργειες, «ἵνα τῷ ληπτῷ μέν ἕλκῃ, τῷ δέ ἀλήπτῳ θαυμάζηται»,
λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ θεολόγος, πού ἑορτάζουμε σήμερα.
2. Στό
σημερινό μου ὅμως κήρυγμα, ἀδελφοί χριστιανοί, θά ἤθελα νά μᾶς μιλήσει γιά λίγο
ὁ ἅγιος Γέροντας Παΐσιος ὁ ἁγιορείτης, τοῦ ὁποίου τώρα τελευταῖα εἴχαμε τήν ἐπίσημη
ἁγιοποίησή του. Ὁ πατήρ Παΐσιος, σάν ἅγιος στήν ζωή του, ἦταν σέ ὅλα του
«σωστός». Μέ αὐτό πού λέγω ἐννοῶ τό ἑξῆς: Εἶναι μερικοί, πού κάνουν τόν ἀγωνιστή
καί τόν ὁμολογητή τῆς ὀρθόδοξης πίστης, ἀλλά αὐτό πρέπει νά συνοδεύεται καί μέ
τήν ὀρθόδοξη πνευματικότητά τους μέ προσευχή, μέ ταπείνωση, μέ ἀγάπη, μέ ἀσκητικότητα, καί ἀκόμη οἱ ἀγωνιστές
τῆς πίστης πρέπει νά ἔχουν θεολογική γνώση, διαφορετικά δέν εὐλογοῦνται οἱ ἀγῶνες
τους, γιατί δέν εὐαρεστοῦν τόν Θεό μέ ἐνάρετη ζωή. Εἶναι ὅμως πάλι ἄλλοι, πού ἀγαποῦν
τήν προσευχή καί τήν ἄσκηση, κάνουν ἱερές ἀκολουθίες, ἀλλά δέν φαίνεται νά ἔχουν
θερμότητα γιά τήν Ὀρθόδοξη πίστη, γιατί δέν τήν ὑπερασπίζονται ὅταν
προσβάλλεται καί δέν ἀνησυχοῦν γιά τά προδοτικά κινήματα πού γίνονται εἰς βάρος
της. Καί ὅμως, ἀγαπητοί μου, ἡ πίστη μας εἶναι ἡ βάση γιά τήν ἁγιότητά μας καί
οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἔδωσαν δυνατούς ἀγῶνες γιά τήν ὑπεράσπιση τῶν ὀρθοδόξων
δογμάτων.
Ὁ ἅγιος
Γέροντας πατήρ Παΐσιος, λοιπόν, ἦταν, λέγω, «σωστός», γιατί ὅλη του τήν ζωή τήν
πέρασε μέ προσευχή καί ἀσκητικά παλαίσματα, ἀλλά ἦταν καί ὁμολογητής καί ἀγωνιστής
τῆς πίστεώς μας, ὅταν τό καλοῦσαν οἱ περιστάσεις. Ἔτσι, ὅταν ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας
ἔκανε τά προδοτικά του κινήματα πρός τήν Δύση γιά συναντήσεις μέ τόν Πάπα, ἀποβλέποντας
στήν ἕνωση μαζί του, ὁ πατήρ Παΐσιος ἐξέφρασε τήν ἀνησυχία του ζωηρά, ὅπως τό
βλέπουμε σέ μία του ἐπιστολή* στόν μακαριστό πατέρα Χαράλαμπο Βασιλόπουλο, τόν
γεννήτορα καί πνευματικό πατέρα τῆς ἐφημερίδος «Ὀρθόδοξος Τύπος». Τήν ἐπιστολή
αὐτή ὡς προερχομένη ἀπό ἅγιο ἀσκητή τήν θεωροῦμε ὡς πατερικό κείμενο. Ἐπειδή εἶναι
ἕνα ὡραῖο ὁμολογιακό κείμενο, μεταξύ τῶν δύο ἄκρων, τῶν φιλοενωτικῶν ἀπό τήν
μιά μεριά, καί τῶν ἀποτειχιστῶν ἀπό τήν ἄλλη (αὐτῶν δηλαδή πού λέγουν νά
παύσουμε ἀκαίρως τό μνημόσυνο τοῦ Πατριάρχου), δέν θά ἤθελα νά τό στερηθεῖ τό
ποίμνιο πού διακονῶ. Γι᾽ αὐτό καί δημοσιεύω ὡς Κυριακάτικο Κήρυγμα τήν ἐπιστολή
αὐτή τοῦ ἁγίου Γέροντος πρός τόν μακαριστό, ἅγιο πάλι Γέροντα, πατέρα Χαράλαμπο
Βασιλόπουλο:
Ἐπειδή
βλέπω τόν μεγάλον σάλον πού γίνεται εἰς τήν Ἐκκλησίαν μας, ἐξ αἰτίας τῶν
διαφόρων φιλενωτικῶν κινήσεων καί τῶν ἐπαφῶν τοῦ Πατριάρχου μετά τοῦ Πάπα,
ἐπόνεσα καί
ἐγώ σάν τέκνον Της καί ἐθεώρησα καλόν, ἐκτός ἀπό τίς προσευχές μου, νά στείλω
καί ἕνα μικρό κομματάκι κλωστή (πού ἔχω σάν φτωχός μοναχός), διά νά
χρησιμοποιηθῇ καί αὐτό, ἔστω καί γιά μία βελονιά, διά τό πολυκομματιασμένο
φόρεμα τῆς Μητέρας μας. Πιστεύω ὅτι θά κάμετε ἀγάπην καί θά τό χρησιμοποιήσετε
διά μέσου τοῦ θρησκευτικοῦ σας φύλλου. Σᾶς εὐχαριστῶ.
Θά
ἤθελα νά ζητήσω συγγνώμην ἐν πρώτοις ἀπ᾽ ὅλους, πού τολμῶ νά γράψω κάτι, ἐνῶ
δέν εἶμαι οὔτε ἅγιος, οὔτε θεολόγος. Φαντάζομαι ὅτι θά μέ καταλάβουν ὅλοι, ὅτι
τά γραφόμενά μου δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἕνας βαθύς μου πόνος διά τήν
γραμμήν καί κοσμικήν ἀγάπην, δυστυχῶς, τοῦ πατέρα μας κ. Ἀθηναγόρα. Ὅπως
φαίνεται, ἀγάπησε μίαν ἄλλην γυναίκα μοντέρνα, πού λέγεται Παπική Ἐκκλησία,
διότι ἡ Ὀρθόδοξος Μητέρα μας δέν τοῦ κάμνει καμμίαν ἐντύπωσι, ἐπειδή εἶναι πολύ
σεμνή. Αὐτή ἡ ἀγάπη, πού ἀκούσθηκε ἀπό τήν Πόλι, βρῆκε ἀπήχησι σέ πολλά παιδιά
του, πού τήν ζοῦν εἰς τάς πόλεις. Ἄλλωστε αὐτό εἶναι καί τό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς
μας: ἡ οἰκογένεια νά χάσῃ τό ἱερό νόημά της ἀπό τέτοιου εἴδους ἀγάπες, πού ὡς
σκοπόν ἔχουν τήν διάλυσιν καί ὄχι τήν ἕνωσιν.
Μέ
μιά τέτοια περίπου κοσμική ἀγάπη καί ὁ Πατριάρχης μας φθάνει στή Ρώμη. Ἐνῶ θά
ἔπρεπε νά δείξῃ ἀγάπη πρῶτα σέ μᾶς τά παιδιά του καί στή Μητέρα μας Ἐκκλησία, αὐτός,
δυστυχῶς, ἔστειλε τήν ἀγάπη του πολύ μακριά. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν νά ἀναπαύσῃ μέν
ὅλα τά κοσμικά παιδιά, πού ἀγαποῦν τόν κόσμον καί ἔχουν τήν κοσμικήν αὐτήν
ἀγάπην, νά κατασκανδαλίσῃ ὅμως ὅλους ἐμᾶς, τά τέκνα τῆς Ὀρθοδοξίας, μικρά καί
μεγάλα, πού ἔχουν φόβο Θεοῦ.
Μετά
λύπης μου, ἀπό ὅσους φιλενωτικούς ἔχω γνωρίσει, δέν εἶδα νά ἔχουν οὔτε ψίχα
πνευματική οὔτε φλοιό. Ξέρουν, ὅμως, νά ὁμιλοῦν γιά ἀγάπη καί ἑνότητα, ἐνῶ οἱ
ἴδιοι δέν εἶναι ἑνωμένοι μέ τόν Θεόν, διότι δέν Τόν ἔχουν ἀγαπήσει.
Θά
ἤθελα νά παρακαλέσω θερμά ὅλους τούς φιλενωτικούς ἀδελφούς μας: Ἐπειδή τό θέμα
τῆς ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν εἶναι κάτι τό πνευματικόν καί ἀνάγκην ἔχουμε
πνευματικῆς ἀγάπης, ἄς τό ἀφήσουμε σέ αὐτούς πού ἀγαπήσανε πολύ τόν Θεόν καί
εἶναι θεολόγοι, σάν τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας –καί ὄχι νομολόγοι– πού προσφέρανε καί
προσφέρουν ὁλόκληρο τόν ἑαυτό τους εἰς τήν διακονίαν τῆς Ἐκκλησίας (ἀντί
μεγάλης λαμπάδας), τούς ὁποίους ἄναψε τό πῦρ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί ὄχι ὁ
ἀναπτήρας τοῦ νεωκόρου. Ἄς γνωρίζωμεν ὅτι δέν ὑπάρχουν μόνον φυσικοί νόμοι,
ἀλλά καί πνευματικοί. Ἑπομένως, ἡ μέλλουσα ὀργή τοῦ Θεοῦ δέν μπορεῖ νά
ἀντιμετωπισθῇ μέ συνεταιρισμόν ἁμαρτωλῶν (διότι διπλῆν ὀργήν θά λάβωμεν), ἀλλά
μέ μετάνοιαν καί τήρησιν τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου.
Ἐπίσης,
ἄς γνωρίσωμεν καλά ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας δέν ἔχει καμμίαν ἔλλειψιν. Ἡ
μόνη ἔλλειψις, πού παρουσιάζεται, εἶναι ἡ ἔλλειψις σοβαρῶν Ἱεραρχῶν καί
Ποιμένων μέ πατερικές ἀρχές. Εἶναι ὀλίγοι οἱ ἐκλεκτοί. Ὅμως, δέν εἶναι
ἀνησυχητικόν. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καί Αὐτός τήν κυβερνάει.
Δέν εἶναι Ναός, πού χτίζεται μέ πέτρες, ἄμμο καί ἀσβέστη ἀπό εὐσεβεῖς καί
καταστρέφεται μέ φωτιά βαρβάρων, ἀλλά εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. «Καί ὁ πεσῶν ἐπί
τόν λίθον τοῦτον συνθλασθήσεται, ἐφ᾽ ὅν δ᾽ ἄν πέσῃ, λικμήσει αὐτόν» (Ματθ.
21,44). Ὁ Κύριος, ὅταν θά πρέπῃ, θά παρουσιάσῃ τούς Μάρκους τούς Εὐγενικούς καί
τούς Γρηγόριους Παλαμάδες, διά νά συγκεντρώσουν ὅλα τά κατασκανδαλισμένα
ἀδέλφια μας, διά νά ὁμολογήσουν τήν Ὀρθόδοξον Πίστιν, νά στερεώσουν τήν
Παράδοσιν καί νά δώσουν χαράν μεγάλην εἰς τήν Μητέρα μας.
Εἰς
τούς καιρούς μας βλέπομεν ὅτι πολλά πιστά τέκνα τῆς Ἐκκλησίας μας, μοναχοί καί
λαϊκοί, ἔχουν δυστυχῶς, ἀποσχισθῇ ἀπό αὐτήν, ἐξ αἰτίας τῶν φιλενωτικῶν. Ἔχω τήν
γνώμην ὅτι δέν εἶναι καθόλου καλόν νά ἀποχωριζώμεθα ἀπό τήν Ἐκκλησίαν κάθε φορά
πού θά πταίῃ ὁ Πατριάρχης. Ἀλλά ἀπό μέσα, κοντά στήν Μητέρα Ἐκκλησία ἔχει
καθῆκον καί ὑποχρέωσι ὁ καθένας ν᾽ ἀγωνίζεται μέ τόν τρόπον του. Τό νά διακόψῃ τό μνημόσυνον τοῦ Πατριάρχου, νά ἀποσχισθῇ καί νά δημιουργήσῃ ἰδικήν του Ἐκκλησίαν καί νά ἐξακολουθῇ νά ὁμιλῇ
ὑβρίζοντας τόν Πατριάρχη, αὐτό, νομίζω, εἶναι παράλογον.
Ἐάν
διά τήν α ἤ τήν β λοξοδρόμησι τῶν κατά καιρούς Πατριαρχῶν χωριζώμεθα καί κάνωμε
δικές μας Ἐκκλησίες – Θεός φυλάξει! – θά ξεπεράσωμε καί τούς Προτεστάντες
ἀκόμη. Εὔκολα χωρίζει κανείς καί δύσκολα ἐπιστρέφει. Δυστυχῶς, ἔχουμε πολλές
«ἐκκλησίες» στήν ἐποχή μας. Δημιουργήθηκαν εἴτε ἀπό μεγάλες ὁμάδες ἤ καί ἀπό
ἕνα ἄτομο ἀκόμη. Ἐπειδή συνέβη στό καλύβι των (ὁμιλῶ διά τά ἐν Ἁγίῳ Ὄρει
συμβαίνοντα) νά ὑπάρχῃ καί ναός, ἐνόμισαν ὅτι μποροῦν νά κάνουν δική τους
ἀνεξάρτητη Ἐκκλησία. Ἐάν οἱ φιλενωτικοί δίνουν τό πρῶτο πλῆγμα στήν Ἐκκλησία,
αὐτοί, οἱ ἀνωτέρω, δίνουν τό δεύτερο. Ἄς εὐχηθοῦμε νά δώσῃ ὁ Θεός τόν φωτισμόν
Του σέ ὅλους μας καί εἰς τόν Πατριάρχην μας κ. Ἀθηναγόραν, διά νά γίνῃ πρῶτον ἡ
ἕνωσις αὐτῶν τῶν «ἐκκλησιῶν», νά πραγματοποιηθῇ ἡ γαλήνη ἀνάμεσα στό
σκανδαλισμένο ὀρθόδοξο πλήρωμα, ἡ εἰρήνη καί ἡ ἀγάπη μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων
Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν καί κατόπιν ἄς γίνῃ σκέψις διά τήν ἕνωσιν μετά τῶν ἄλλων
«Ὁμολογιῶν», ἐάν καί ἐφ᾽ ὅσον εἰλικρινῶς ἐπιθυμοῦν νά ἀσπασθοῦν τό Ὀρθόδοξον
Δόγμα.
Θά
ἤθελα ἀκόμη νά εἰπῶ ὅτι ὑπάρχει καί μία τρίτη μερίδα μέσα εἰς τήν Ἐκκλησίαν
μας. Εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ἀδελφοί, πού παραμένουν πιστά τέκνα Αὐτῆς, δέν ἔχουν ὅμως
συμφωνίαν πνευματικήν ἀναμεταξύ τους. Ἀσχολοῦνται μέ τήν κριτικήν ὁ ἕνας τοῦ
ἄλλου καί ὄχι διά τό γενικώτερον καλόν τοῦ ἀγῶνος. Παρακολουθεῖ δέ ὁ ἕνας τόν
ἄλλον (περισσότερον ἀπό τόν ἑαυτό του) εἰς τό τί θά εἰπῇ ἤ τί θά γράψῃ, διά νά
τόν κτυπήσῃ κατόπιν ἀλύπητα. Ἐνῶ ὁ ἴδιος ἄν ἔλεγε ἤ ἔγραφε τό ἴδιο πράγμα, θά
τό ὑπεστήριζε καί μέ πολλές μάλιστα μαρτυρίες τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Πατέρων.
Τό κακό πού γίνεται εἶναι μεγάλο, διότι ἀφ᾽ ἑνός μέν ἀδικεῖ τόν πλησίον του,
ἀφ᾽ ἑτέρου δέ καί τόν γκρεμίζει μπροστά στά μάτια τῶν ἄλλων πιστῶν. Πολλές
φορές σπέρνει καί τήν ἀπιστία στίς ψυχές τῶν ἀδυνάτων, διότι τούς σκανδαλίζει.
Δυστυχῶς, μερικοί ἀπό ἐμᾶς ἔχουμε παράλογες ἀπαιτήσεις ἀπό τούς ἄλλους. Θέλουμε
οἱ ἄλλοι νά ἔχουν τόν ἴδιο μέ ἐμᾶς πνευματικόν χαρακτήρα. Ὅταν κάποιος ἄλλος
δέν συμφωνῇ μέ τόν χαρακτῆρα μας, δηλαδή εἶναι ὀλίγον ἐπιεικής ἤ ὀλίγον ὀξύς,
ἀμέσως βγάζουμε τό συμπέρασμα ὅτι δέν εἶναι πνευματικός ἄνθρωπος. Ὅλοι
χρειάζονται εἰς τήν Ἐκκλησίαν. Ὅλοι οἱ Πατέρες προσέφεραν τάς ὑπηρεσίας των εἰς
Αὐτήν. Καί οἱ ἥπιοι χαρακτῆρες καί οἱ αὐστηροί. Ὅπως διά τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου
εἶναι ἀπαραίτητα καί τά γλυκά καί τά ξυνά καί τά πικρά ἀκόμη ραδίκια (τό καθένα
ἔχει τίς δικές του οὐσίες καί βιταμίνες), ἔτσι καί διά τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.
Ὅλοι εἶναι ἀπαραίτητοι. Ὁ ἕνας συμπληρώνει τόν πνευματικό χαρακτῆρα τοῦ ἄλλου
καί ὅλοι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νά ἀνεχώμεθα ὄχι μόνον τόν πνευματικό του
χαρακτῆρα, ἀλλά ἀκόμη καί τίς ἀδυναμίες, πού ἔχει σάν ἄνθρωπος.
Καί
πάλιν ἔρχομαι νά ζητήσω εἰλικρινῶς συγγνώμην ἀπό ὅλους, διότι ἐτόλμησα νά
γράψω. Ἐγώ εἶμαι ἕνας ἁπλός μοναχός καί τό ἔργον μου εἶναι νά προσπαθῶ, ὅσο
μπορῶ, νά ἀπεκδύωμαι τόν παλαιόν ἄνθρωπον καί νά βοηθῶ τούς ἄλλους καί τήν
Ἐκκλησίαν, μέσω τοῦ Θεοῦ διά τῆς προσευχῆς. Ἀλλ᾽ ἐπειδή ἔφθασαν μέχρι τό
ἐρημητήριό μου θλιβερές ειδήσεις διά τήν Ἁγίαν Ὀρθοδοξίαν μας, ἐπόνεσα πολύ καί
ἐθεώρησα καλό νά γράψω αὐτά πού ἔνοιωθα.
Ἄς
εὐχηθοῦμε ὅλοι νά δώσῃ ὁ Θεός τήν χάριν Του καί ὁ καθένας μας ἄς βοηθήσῃ μέ τόν
τρόπον του διά τήν δόξαν τῆς Ἐκκλησίας μας.
Μέ
πολύν σεβασμόν πρός ὅλους Παΐσιος μοναχός
Ἄς ἔχουμε
τήν εὐχή τοῦ ἁγίου Γέροντος καί ἄς ἀκολουθοῦμε τίς ἅγιες
νουθεσίες του γιά νά εὐαρεστήσουμε τόν Κύριόν μας Ἰησοῦ Χριστό καί νά σωθεῖ ἡ
ψυχή μας.
Σάββατο 7 Ιουλίου 2018
Κυριακή 1 Ιουλίου 2018
Ο θαυμαστός βίος ενός άγνωστου Πατριάρχη: Αγώνας για την προφύλαξη του ποιμνίου από τους αιρετικούς. --Εγκύκλιος κατά των Σιμωνιακών!
Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: «Ο Θεός βοηθάει σε ότι δεν γίνεται ανθρωπίνως»
–Τι καπνός είναι εκεί;
–Κάτι καίμε, Γέροντα.
–Βάλατε φωτιά με τέτοιον αέρα;
–Γέροντα, έβρεξε το πρωί.
–Έστω και νά έβρεξε καί κατακλυσμό νά έκανε, αν σηκωθή μετά ένας αέρας, γίνεται τέτοια ξηρασία, πού όλα γίνονται σάν μπαρούτι! "Έβρεξε" , σου λέει ή άλλη! Παλιότερα είχε πιάσει φωτιά εκεί κάτω άπό χαζομάρα σας· το ξεχάσατε; Όταν κανείς ρεζιλευθή μιά φορά, πρέπει στην συνέχεια νά είναι πολύ προσεκτικός. Ό Θεός βοηθάει εκεί πού πρέπει, εκεί πού δέν μπορεί ό άνθρωπος νά ένεργήση ανθρωπίνως· δέν θά βοηθήση την χαζομάρα μας. Ρεζιλεύουμε έτσι καί τους Αγίους.
–Γέροντα, καταλαβαίνει κανείς πάντοτε μέχρι ποιο σημείο πρέπει νά ενεργή ανθρωπίνως;
–Κατ’ αρχάς αυτό φαίνεται. Άλλα καί αν είχε διάθεση νά κάνη αυτό πού μπορούσε νά κάνη καί δέν το έκανε, γιατί κάτι τον εμπόδισε, ό Θεός θά τον βοηθήση σέ μιά δύσκολη στιγμή. Αν όμως δέν είχε διάθεση, ενώ είχε κουράγιο, ό Θεός δέν θά βοηθήση. Σού λένε λ.χ.
νά βάζης τό βράδυ τον σύρτη στην πόρτα καί εσύ δέν τον βάζεις, γιατί βαριέσαι, και λες ότι θά φυλάξη ό Θεός. Δέν είναι ότι έχεις εμπιστοσύνη στον Θεό και δέν βάζεις τον σύρτη, αλλά δέν τον βάζεις, γιατί βαριέσαι. Πώς νά βοηθήση τότε ό Θεός; Νά βοηθήση δηλαδή τον τεμπέλη; Όταν λέω σε έναν νά βάλη τον σύρτη και δέν τόν βάζη, και μόνο γιά τήν παρακοή του θέλει τιμωρία.
Ό,τι μπορεί νά κάνη κανείς ανθρωπίνως, πρέπει νά το κάνη και ό,τι δέν μπορεί, νά το άφήνη στον Θεό. Και αν κάνη λίγο περισσότερο άπό ό,τι μπορεί, όχι όμως άπό εγωισμό αλλά άπό φιλότιμο, γιατί νομίζει ότι δέν έξήντλησε αυτό πού μπορεί νά κάνη ανθρωπίνως, πάλι το βλέπει ό Θεός και συγκινείται. Ό Θεός, γιά νά βοηθήση, θέλει και τήν δική μας προσπάθεια. Βλέπεις, ό Νώε εκατό χρόνια παιδευόταν νά φτιάξη τήν Κιβωτό. Πριόνιζαν τά ξύλα μέ ξύλινα πριόνια. Έβρισκαν άλλα ξύλα πιό σκληρά και τά έφτιαχναν πριόνια. Δέν μπορούσε τάχα νά κάνη κάτι ό Θεός, ώστε νά τελείωση γρήγορα ή Κιβωτός; Τους είπε όμως πώς νά τήν φτιάξουν και μετά τους έδινε δυνάμεις. Γι» αυτό νά κάνουμε ό,τι μπορούμε εμείς, γιά νά κάνη και ό Θεός ό,τι εμείς δέν μπορούμε.
Ήρθε κάποιος στο Καλύβι και μού είπε: «Γιατί οι καλόγεροι κάθονται εδώ και δέν πάνε στον κόσμο, νά βοηθήσουν τόν λαό;».
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






