Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2018

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης. Πώς να μην τον χαριτώσει ο Θεός; by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης



Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης (†)
Ο ευλαβής Γέροντας υπεραγαπούσε την ευλάβεια, τη θεική δικαιοσύνη, και προτιμούσε να αδικείται και να χαίρεται και ποτέ να μην αδικεί. Έλεγε διδακτικά: «Οι ωραιότερες στιγμές που έζησα ήταν της αδικίας. Όποιος δέχεται τον άδικο, δέχεται τον αδικημένο Χριστό στην καρδιά του». Τα λόγια αυτά δεν είναι απλά ωραία λόγια, αλλά είναι καρπός μακράς εργασίας και κατασκήνωση στην απάθεια.
Ήταν ένας φιλότιμος αγωνιστής και γι’ αυτό μιλούσε πολύ για φιλότιμο, μια λέξη που δεν υπάρχει σε κανένα ξένο λεξικό. Κατά τον Γέροντα, φιλότιμο είναι «ευλαβικό απόσταγμα της καλωσύνης, η λαμπικαρισμένη αγάπη του ταπεινού ανθρώπου». Έλεγε χαρακτηριστικά κι εύστοχα: «Ο φιλότιμος βομβαρδίζεται από ευλογία, ενώ ο γκρινιάρης γεννά κακομοιριά. Η καρδιά δεν καθαρίζεται με απορρυπαντικό, αλλά με φιλότιμο». Πάντα αγωνιζόταν φιλότιμα και όχι καθηκοντολογικά. Ο καθωσπρεπισμός, η τυπικότητα, η ξερή ευγένεια, του ήταν ξένα και άγνωστα.
Η βαθειά του πίστη τον έκαναν πάντοτε να έχει βέβαιη ελπίδα και μεγάλη εμπιστοσύνη στον Θεό, που ποτέ δεν τον απογοήτευσε η μεγαλόδωρη θεία του πρόνοια. Γι’ αυτό ήταν πάντοτε ευγνώμων, ευχαριστών και δοξολογών τον Πανάγαθο, Πολυεύσπλαχνο και Πανοικτίρμονα. Είχε πίστη θερμή, ζωντανή, αδιακύμαντη. Όλα τα συζητώ, έλεγε, εκτός από το θέμα περί υπάρξεως Θεού.
Ίδιον του απαθούς και ταπεινού ανθρώπου είναι η ειρήνη, που είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος, της προσευχής και της ζωντανής σχέσεως του ανθρώπου με τον ειρηνάρχη και ειρηνοδότη Θεό. Ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ έλεγε: «Βρες την ειρήνη στην καρδιά σου και χιλιάδες κόσμος θα σωθεί». Αυτή την ειρήνη είχε και μετέδιδε ο ειρηνικός κι ευλογημένος π. Παΐσιος λέγοντας στους πολλούς επισκέπτες του: «Η πραγματική ειρήνη έρχεται, αν τακτοποιηθεί εσωτερικά ο άνθρωπος και προσέχει να μη δίνει δικαιώματα, γιατί ο πειρασμός προσπαθεί να του αφαιρέσει την ειρήνη με αιφνιδιασμούς. Έτσι πράγματι είναι αγαπητοί μου αδελφοί. Ειρήνη έχει κυρίως ο απαθής. Μια ειρήνη “υπέρ πάντα νούν” ».
Η καθαρότητά του και η εγνωσμένη αρετή του τον έκαναν να είναι μέγας ψυχοανατόμος και ψυχαναλυτής όπως ο Όσιος Ιωάννης της Κλίμακος. Η πείρα του και κυρίως η πλούσια χάρη του Θεού που κατοικούσε εντός του, τον έκανε διακριτικό πατέρα. Πρέπει να ομολογήσουμε πως η διάκριση είναι μια αρετή που πολύ απουσιάζει από τη δύσκολη εποχή μας. Τη διάκριση χρησιμοποιούσε διακριτικά προς ακριβή βοήθεια των ταλαιπωρημένων από αμφιβολίες, διχασμούς και μειονεξίες ανθρώπων. Ήταν ένας καλός ακτινολόγος με ένα πολύ καλό ακτινογραφικό μηχάνημα, που από τις ακτινογραφίες του έκανε άριστες διαγνώσεις προς σωτηρία ψυχών. Ένα ακτινολογικό ιατρείο που εφημέρευε καθημερινά επί χρόνια, έδινε στον καθένα τις κατάλληλες «βιταμίνες» που είχε ανάγκη, καθώς έλεγε.
Η ζωή του όλη ήταν μία αδιάλειπτη προσευχή. Έψαχνε συνεχώς να βρίσκει τρόπους να συνομιλεί εγκάρδια, ολόψυχα και ολόθερμα με τον Θεό. Να επικαλείται τον Χριστό, να ζητά τις πρεσβείες της Θεοτόκου και των Αγίων, να επιχέει το έλεός του ο Κύριος σε όλους τους αναγκεμένους, τους πονεμένους, τους δυστυχισμένους και τους αβοήθητους κεκοιμημένους. Ήταν αλήθεια ένας τίμιος, αξεκούραστος εργάτης της προσευχής. Ζούσε για να προσεύχεται. Ανέπνεε για να προσεύχεται. Δεν μετρούσε την προσευχή. Δεν υπολόγιζε τον κόπο. Δεν ζύγιαζε το κουράγιο. Η προσευχή τον αναπτέρωνε. Με το όνομα του Ιησού μάστιζε τους πολέμιους και του ήταν μόνιμη γλυκειά τροφή «υπέρ μέλι και κηρίον».
Η ταπεινοφροσύνη του δεν επέτρεπε στις τιμές να καυχιέται και στις συκοφαντίες να στενοχωρείται, δείγμα της απάθειας, αφού κατά τον Αββά Ισαάκ τον Σύρο «ο αληθινός Μοναχός πρέπει τον έπαινο και την κατηγορία να ακούει με το ίδιο αυτί». Το ήθος του, η στάση του, η τάξη του ήταν ένα ανοιχτό βιβλίο. Δίδασκε σιωπών.
Η χριστιανική αγάπη είναι πάντα διφυής· προς Θεό και άνθρωπο. Δεν μπορεί να αγαπάς τον Θεό και να μην αγαπάς τον άνθρωπο και το αντίθετο. Ο όλος αγάπη άνθρωπος του Θεού Παίσιος, πίστευε ακράδαντα πως, «όταν παίρνεις κάτι, δέχεσαι ανθρώπινη χαρά. Το πνευματικό πάρσιμο γίνεται με το δόσιμο». Άλλοτε έλεγε: «Οι κοσμικοί λένε το δώρο δεν δωρίζεται. Εμείς ταπεινωνόμαστε και παίρνουμε το δώρο και μετά το δωρίζουμε σε κάποιον κι έχουμε διπλή χαρά» και είναι μεγάλη η αλήθεια επίσης που έλεγε: «Ο εγωισμός και η αγάπη δεν μπορούν να συμβαδίσουν. Η αγάπη και η ταπείνωση είναι δύο δίδυμα αδελφάκια σφιχταγκαλιασμένα. Όποιος έχει αγάπη έχει και ταπείνωση κι όποιος έχει ταπείνωση έχει και αγάπη». Ήθελε αν μπορούσε να κόψει κομματάκια την καρδιά του να τη μοιράσει στον πονεμένο κόσμο από αγάπη. Γι’ αυτό προσευχόταν πολύ για τον κόσμο. Πόσο πάσχει ο κόσμος από την έλλειψη αυτής της αληθινής αγάπης.

Αγαπώντας τον Θεό πολύ, τον αγάπησε κι ο Θεός πολύ και τον πλούτισε με χαρίσματα, που τους πιστούς δεν εκπλήσσουν, αλλά θεωρούνται φυσικά φαινόμενα της δαψιλούς επισκέψεως της θείας Χάριτος. Τον έβλεπαν να μην πατά στη γη, να διέρχεται αθέατος, να συνομιλεί φιλικά με τα άγρια ζώα και να του κάνουν υπακοή, να καίγεται για όλους, να μιλά ακούραστα, να παλεύει με τους δαίμονες αξεκούραστα, να εκπέμπει άρρητη ευωδία, να συνεννοείται άνετα με αλλοδαπούς, να θαυματουργούν οι προσευχές του, να αποκαλύπτει την κατάσταση των κεκοιμημένων, να θαυμάζουν πολλοί την πλούσια διορατικότητα και προορατικότητά του, να συνομιλεί με Αγίους, να τον λούζει το Άκτιστο Φως.
Ο Γέροντας Παΐσιος δεν ήταν άτλας, γίγαντας, υπεράνθρωπος, αλάνθαστος, ξύλινος ή σιδερένιος, γρανιτένιος, απρόσιτος, κατηφής κι απλησίαστος. Γινόταν πλαστελίνη στα χέρια του Θεού και για χάρη των πονεμένων ανθρώπων, έχοντας εγκολπωθεί τη χριστομίμητη αγάπη και την υψοποιό ταπείνωση. Δεν ήταν μορφωμένος, επιστήμονας, ψυχολόγος, θεολόγος διπλωματούχος, κοινωνικός λειτουργός, ιατρός και ιεροκήρυκας υψηλού άμβωνος με πύρηνα κηρύγματα. Ήταν ολιγογράμματος πατέρας, αδελφός και φίλος, που πάντα σού άφηνε χώρο, καθόταν πιο χάμω. Αποσυρόταν στην αντίδραση. Βοηθούσε πιο πολύ με την προσευχή του, με τη σιωπή του, με το ζωντανό παράδειγμά του. Τα λόγια του ήταν εγκάρδια, αληθινά ζυμωμένα με δάκρυα, γι’ αυτό ανέπαυαν, παραμυθούσαν, εμψύχωναν, οδηγούσαν στη μετάνοια. Έγινε δάσκαλος οικουμενικός, με αμέτρητους μαθητές μικρούς και μεγάλους, Μοναχούς και λαϊκούς, μένοντας πάντα ησυχαστής, ασκητής, γνήσιος Αγιορείτης. Ο μικροκαμωμένος, φιλάσθενος, αδύναμος, αδύνατος, κοκκαλιάρης πατήρ, έγινε ιατρός και βοηθός πολλών. Νοιαζόταν πιο πολύ για τους άλλους, παρά για τον εαυτό του. Πως να μην τον χαριτώσει ο Θεός; Πως να μην τον λαμπρύνει ο Ήλιος της δικαιοσύνης;
Ευχαριστούμε τον Θεό που μας τον έφερε κοντά μας για να μας νουθετήσει κι ελέγξει με την αρετή του. Τον ευγνωμονούμε για τα δώρα του.
Υποκλινόμενοι στη μακρά κι αδιάκοπη άσκησή του, που σημαίνει ολοκληρωτική αφιέρωση και γενναία ψυχή, περισσότερο από τα τεκμηριωμένα χαρίσματά του, τον παρακαλούμε θερμά να εύχεται, να ευλογεί, να πρεσβεύει…

Άγιος Παΐσιος: Η σωστή εξομολόγηση by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης


– Γιατί μερικές φορές, ένώ ή συνείδηση μας ελέγχει, δέν κάνουμε τον ανάλογο αγώνα, γιά νά διορθωθούμε;
– Αυτό  μπορεί  νά  συμβή  καί  από  ενα  τσάκισμα  ψυχικό.  Όταν  είναι  κανείς πανικοβλημένος  άπό  κάποιον  πειρασμό,   θέλει  νά  άγωνισθη,   άλλά  δέν  έχει  διάθεση,   δέν έχει ψυχική δύναμη. Τότε πρέπει νά τακτοποιηθή εσωτερικά μέ τήν εξομολόγηση. Μέ τήν
εξομολόγηση παρηγοριέται, τονώνεται καί ξαναβρίσκει μέ τήν Χάρη του Θεού τό κουράγιο γιά  αγώνα.  Αν  δέν  τακτοποιηθή,   μπορεί  νά  τού  έρθη  καί  άλλος  πειρασμός,   οπότε, θλιμμένος  όπως  είναι,   τσακίζεται  περισσότερο,   τον  πνίγουν  οί  λογισμοί,   απελπίζεται  καί μετά δέν μπορεί νά άγωνισθη καθόλου.
– Καί άν αυτό συμβαίνη συχνά;
– Άν συμβαίνη συχνά, πρέπει ό άνθρωπος νά τακτοποιήται συχνά, νά άνοίγη τήν καρδιά του στόν πνευματικό, γιά νά παίρνη κουράγιο. Καί όταν τακτοποιηθή, πρέπει νά βάλη τήν μηχανή νά  τρέξη, νά άγωνισθη φιλότιμα καί εντατικά, γιά νά πάρη καταπόδι τον έξω άπό ‘δώ.
– Γέροντα, όταν δέν αίσθάνωμαι τήν ανάγκη γιά εξομολόγηση, τί φταίει;
– Μήπως  δέν  παρακολουθείς  τον  εαυτό  σου;  Ή  εξομολόγηση  είναι  μυστήριο.  Νά πηγαίνης καί απλά νά λές τις αμαρτίες σου. Γιατί, τί νομίζεις; Πείσμα δέν έχεις; Εγωισμό δέν έχεις;  Δέν  πληγώνεις  τήν  αδελφή;  Δέν  κατακρίνεις;  Μήπως  εγώ  τί  πηγαίνω  καί  λέω; Θύμωσα, κατέκρινα… καί μου διαβάζει ό πνευματικός τήν συγχωρητική ευχή. Άλλά καί οί μικρές  αμαρτίες  έχουν  καί  αυτές  βάρος.  Όταν πήγαινα  στόν  Παπα-Τύχωνα νά  εξομολογηθώ,   δέν  είχα  τίποτε  σοβαρό  νά  πώ  καί  μου  έλεγε:  Άμμούδα,   παιδάκι  μου, άμμούδα! Οί μικρές αμαρτίες μαζεύονται καί κάνουν έναν σωρό άμμούδα, πού είναι όμως βαρύτερη  άπό  μιά  μεγάλη  πέτρα.  Ό  άλλος  πού  έχει  κάνει  ένα  αμάρτημα  μεγάλο,   τό σκέφτεται συνέχεια, μετανοεί καί ταπεινώνεται. Έσύ έχεις πολλά μικρά. Έάν όμως εξέτασης τις συνθήκες μέ τις όποιες έσύ μεγάλωσες καί τις συνθήκες μέ τις όποιες μεγάλωσε ό άλλος, θά δής ότι είσαι χειρότερη άπό εκείνον. Νά προσπαθής επίσης νά είσαι συγκεκριμένη στήν εξομολόγηση σου. Δέν φθάνει νά πή κανείς λ.χ. ζηλεύω, θυμώνω κ.λπ., άλλά πρέπει νά πή τις συγκεκριμένες πτώσεις του, γιά νά βοηθηθή. Καί, όταν πρόκειται γιά κάτι βαρύ, όπως ή  πονηριά,   πρέπει  νά  πή  καί  πώς  σκέφθηκε  καί  πώς  ενήργησε  αλλιώς  κοροϊδεύει  τον Χριστό. Αν ό άνθρωπος δέν όμολογή τήν αλήθεια στον πνευματικό, δέν τού άποκαλύπτη τό σφάλμα του, γιά νά μπόρεση νά τόν βοηθήση, παθαίνει ζημιά, όπως καί ό άρρωστος κάνει μεγάλο κακό στήν υγεία του, όταν κρύβη τήν πάθηση του άπό τόν γιατρό. Ένώ, όταν έκθετη
τόν εαυτό του όπως ακριβώς είναι, τότε ό πνευματικός μπορεί νά τόν γνωρίση καλύτερα καί νά τόν βοηθήση πιο θετικά.
Ύστερα,   όταν  κανείς  άδικήση  ή  πληγώση  μέ  τήν  συμπεριφορά  του  έναν  άνθρωπο, πρέπει  πρώτα  νά  πάη  νά  τού  ζητήση  ταπεινά  συγχώρηση,   νά  συμφιλιωθή  μαζί  του,   καί έπειτα  νά  έξομολογηθή  τήν  πτώση  του  στον  πνευματικό,   γιά  νά  λάβη  τήν  άφεση.  Έτσι έρχεται ή Χάρις τού Θεού. Αν πή τό σφάλμα του στον πνευματικό, χωρίς προηγουμένως νά ζητήση  συγχώρηση  άπό  τόν  άνθρωπο  πού  πλήγωσε,   δέν  είναι  δυνατόν  νά  ειρήνευση  ή ψυχή του,   γιατί  δέν  ταπεινώνεται.  Έκτος  άν  ό άνθρωπος πού πλήγωσε έχη  πεθάνει  ή  δέν μπορή νά τόν βρή, γιατί άλλαξε κατοικία καί δέν έχει τήν διεύθυνση του, γιά νά τού ζητήση, έστω καί  γραπτώς, συγγνώμην,   άλλά έχη διάθεση νά  τό  κάνη,   τότε  ό Θεός τόν συγχωρεί, γιατί βλέπει τήν διάθεση του.
– Αν, Γέροντα, ζητήσουμε συγχώρεση καί δέν μάς συγχώρηση;
– Τότε  νά  κάνουμε  προσευχή  νά  μαλακώση  ό  Θεός  την  καρδιά  του.  Υπάρχει  όμως περίπτωση  νά  μη  βοηθάη  ό  Θεός  νά  μαλακώση  ή  καρδιά  του,   γιατί,   άν  μας  συγχώρηση, μπορεί νά ξαναπέσουμε στο ίδιο σφάλμα.
– Γέροντα, όταν κανείς κάνη ένα σοβαρό σφάλμα, υπάρχει περίπτωση νά μήν μπορή νά τό έξομολογηθή αμέσως;
– Γιατί νά τό άφήση; Γιά νά ξινίση; Όσο κρατάς ένα χαλασμένο πράγμα, τόσο χαλάει. Γιατί νά άφήση νά περάσουν ένας-δύο  μήνες, γιά νά πάη στόν πνευματικό νά τό έξομολογηθή; Νά πάη τό συντομώτερο. Αν έχη μιά πληγή ανοιχτή, θά άφήση νά περάση ένας μήνας, γιά νά τήν θεραπεύση; Ούτε νά περιμένη νά πάη, όταν θά έχη πολύ χρόνο ό πνευματικός, γιά νά έχη πιο πολλή άνεση. Αυτό τό ένα σφάλμα, τάκ-τάκ νά τό λέη αμέσως καί μετά, όταν ό πνευματικός θά έχη χρόνο, νά πηγαίνη γιά πιο πολύ, γιά μιά συζήτηση κ.λπ. Δέν  χρειάζεται ώρα πολλή,   γιά  νά δώσω εικόνα  του εαυτού  μου. Οταν ή συνείδηση δουλεύη σωστά, δίνει ό άνθρωπος μέ δυο λόγια εικόνα της καταστάσεως του. Όταν όμως ύπάρχη μέσα του σύγχυση, μπορεί νά λέη πολλά καί νά μή δίνη εικόνα. Νά, βλέπω, μερικοί μου  γράφουν  ολόκληρα  τετράδια,   είκοσι-τριάντα  σελίδες  αναφοράς  μέ  μικρά  γράμματα, καί μερικές σελίδες υστερόγραφο… Όλα αυτά πού γράφουν, μπορούσαν νά τά βάλουν σέ μιά σελίδα.

Άγιος Παΐσιος: Η απομάκρυνση από τον Θεό είναι κόλαση by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης


Δεν θυμάμαι μέρα να μην έχη παρηγοριά θεϊκή. Διακοπές γίνονται μερικές φορές και τότε νιώθω άσχημα, και έτσι μπορώ να καταλάβω πόσο άσχημα ζουν οι περισσότεροι άνθρωποι που είναι απαρηγόρητοι, γιατί είναι απομακρυσμένοι από τον Θεό. Όσο απομακρύνεται κανείς από τον Θεό, τόσο πιο δύσκολα γίνονται τα πράγματα. Μπορεί να μην έχη κανείς τίποτα, άμα έχη τον Θεό, δεν θέλει τίποτε! Αυτό είναι! Ενώ, αν τα έχη όλα, άμα δεν έχη τον Θεό, είναι μέσα του βασανισμένος. Γι' αυτό, όσο μπορεί κανείς, να πλησιάση τον Θεό, Μόνον κοντά στον Θεό βρίσκει κανείς την πραγματική και αιώνια χαρά. Φαρμάκι γευόμαστε, όταν ζούμε μακριά από τον γλυκύ Ιησού. Όταν ο άνθρωπος από παλιάνθρωπος γίνη άνθρωπος, βασιλόπουλο, τρέφεται με την θεία ηδονή, με την ουράνια γλυκύτητα, και νιώθει την παραδεισένια αγαλίαση, αισθάνεται από 'δω ένα μέρος της χαράς του Παραδείσου. Από την μικρή παραδεισένια χαρά καθημερινά προχωράει στην μεγαλύτερη και αναρωτιέται αν υπάρχη κάτι ανώτερο στον Παράδεισο από αυτό που ζη εδώ. Είναι τέτοια η κατάσταση που ζη, που δεν μπορεί να κάνη καμμιά εργασία. Τα γόνατά του λυγίζουν σαν λαμπάδες από την θεία εκείνη θερμότητα και γλυκύτητα, η καρδιά του σκιρτάει και πάει να σπάσει τους τσατμάδες , για να φύγη, γιατί η γη και τα γήινα της φαίνονται χαμένα πράγματα.
Ο άνθρωπος πρώτα είχε επικοινωνία με τον Θεό. Μετά όμως, όταν απομακρύνθηκε από την Χάρη του Θεού, ήταν σαν έναν που ζούσε μέσα σε παλάτι και ύστερα βρέθηκε για πάντα έξω από το παλάτι και το έβλεπε από μακριά και έκλαιγε. Όπως το παιδάκι, όταν απομακρυνθή από την μάνα του, υποφέρει, έτσι και ο άνθρωπος, όταν απομακρυνθή από τον Θεό, υποφέρει, βασανίζεται. Η απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεό είναι κόλαση. Ο διάβολος κατόρθωσε να απομακρύνη τους ανθρώπους τόσο πολύ από τον Θεό, ώστε να φθάσουν στο σημείο να λατρεύουν τα αγάλματα και να θυσιάζουν τα παιδιά τους στα αγάλματα. Φοβερό! Και που τους βρίσκουν τόσους θεούς οι δαίμονες! Θεός Χαμώς !… Μόνον το όνομά του να ακούσης, φθάνει! Ο πιο βασανισμένος όμως είναι ο διάβολος, γιατί είναι ο πιο απομακρυσμένος από τον Θεό, από την αγάπη. Αλλά, αν φύγη η αγάπη, μετά είναι κόλαση. Αντίθετο της αγάπης τι είναι; Η κακία, κακία ίσον βάσανο.
Ένας που είναι απομακρυσμένος από τον Θεό, δέχεται την δαιμονική επίδραση. Ενώ αυτός που είναι κοντά στον Θεό, δέχεται την θεία Χάρη. Όποιος έχει Χάρη Θεού, θα του δοθή και άλλη. και όποιος έχει λίγη και την περιφρονεί, θα του αφαιρεθή και αυτή. η Χάρις του Θεού λείπει από τους σημερινούς ανθρώπους, γιατί με την αμαρτία πετάνε και την λίγη που έχουν. Και όταν φύγη η θεία Χάρις, ορμούν όλοι οι δαίμονες μέσα στον άνθρωπο.
Ανάλογα με την απομάκρυνσή τους από τον Θεό οι άνθρωποι αισθάνονται σ' αυτήν την ζωή στενοχώρια και στην άλλη ζωή θα ζουν την αιώνια στενοχώρια. Γιατί από αυτήν την ζωή γεύεται κανείς, σε κάποιο βαθμό, ανάλογα με το πόσο ζη σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, ένα μέρος της χαράς του Παραδείσου. Ή θα ζήσουμε ένα μέρος της χαράς του Παραδείσου από εδώ, και θα πάμε και στον Παράδεισο, , ή θα ζήσουμε ένα μέρος της κολάσεως και -Θεός φυλάξοι!- θα πάμε στην κόλαση. Παράδεισος ίσον καλωσύνη.. Κόλαση ίσον κακωσύνη. Κάνει κανείς μια καλωσύνη, αισθάνεται χαρά. Κάνει μια στραβοξυλιά, υποφέρει. Όσο περισσότερο καλό κάνει, τόσο περισσότερο αγάλλεται. Όσο περισσότερο κακό κάνει, τόσο περισσότερο υποφέρει η ψυχή του. ο κλέφτης νιώθει χαρά; δεν νιώθει χαρά. Ενώ αυτός που κάνει καλωσύνες νιώθει χαρά. Και να βρη κανείς κάτι στον δρόμο, αν το κρατήση και πη ότι είναι δικό του, ανάπαυση δεν θα έχη! Ούτε ξέρει σε ποιον ανήκει ούτε αδίκησε κάποιον ούτε το κλέβει, και όμως δεν αναπαύεται. Πόσο μάλλον να το κλέψη! Ακόμη και όταν κανείς λαμβάνη, πάλι δεν νιώθει την χαρά που νιώθει όταν δίνη. Πόσο μάλλον όταν κλέβη ή όταν αδική, να νιώθη χαρά! Γι' αυτό, βλέπεις, οι άνθρωποι με την αδικία τι πρόσωπα έχουν, τι γκριμάτσες κάνουν!
(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Α΄ – ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ)

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: Ο ακάματος αγωνιστής πλησίον του θρόνου του Θεού by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης



Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης (†)
Ο Γέροντας είχε στενή φιλία με τις ασθένειες. Είχε λησμονήσει πως είναι καλά-καλά ο υγιής. Πόνους στους πνεύμονες, στη μέση, στο κεφάλι, στα έντερα, στο στομάχι, στην κοιλιά, αιμορραγίες, λιποθυμίες, κόπωση, αδυναμία και τέλος καρκίνο με μεταστάσεις στο συκώτι και τον πνεύμονα. Υπέμενε γενναία, αγόγγυστα, ευχαριστιακά, δοξολογικά. Πως να μη συγκινηθεί κι ο καλός Θεός μαζί του; Είχε εγκαταλειφθεί στο μέγα του έλεος. Πήγε και στο νοσοκομείο στη Θεσσαλονίκη.
Η παρουσία του ήταν μέγιστη παρηγοριά για ιατρούς, νοσηλευτές και νοσηλευόμενους, κυρίως για τους αγαπητούς του νοσηλευόμενους. Πονούσε μαζί τους, συνέπασχε, πονούσε πολύ και χαμογελούσε, προσευχόταν αδιάκοπα, κανένα δεν αποστρεφόταν, όλους τους δεχόταν, τους σταύρωνε, τους ευλογούσε, τους ευχόταν. Έλεγε με την πλούσια βιωματική του χάρη ο πολύαθλος Γέροντας: «Όσο με ωφέλησαν οι αρρώστιες, δεν με ωφέλησε η άσκηση που σαν Μοναχός έκανα τόσα χρόνια». Πόση αλήθεια, παρηγοριά δίνουν αυτοί οι βιωματικοί λόγοι του πολύαθλου Γέροντα, στους πολλούς πονεμένους των άστατων καιρών μας !
Προαισθάνθηκε από καιρό το τέλος του και αφού είδε και απόειδε πως λόγω της επιδεινώσεως της υγείας του δεν μπορούσε να επιστρέψει στο πολυαγαπητό του Περιβόλι της Παναγίας, έδωσε στις Μοναχές που τον υπηρέτησαν ολοκάρδια τις τελευταίες του νουθεσίες κι εντολές για την εξόδιο Ακολουθία του και την ταφή του. Προσευχόμενος συνεχώς, ψάλλοντας, δοξολογώντας τον Θεό, κοινωνώντας των Αχράντων Μυστηρίων, μέσα από πόνους αλλά κι έκδηλη ειρηνικά χαρά, τελείωσε ο μακάριος Γέροντας Παίσιος τον θεάρεστο βίο του, επικαλούμενος τη γλυκειά του Παναγία. Εκοιμήθη εν Κυρίω στις 12 Ιουλίου στις 11 το πρωί του 1994. Στο Άγιον Όρος εορτάζετο η μνήμη των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου. Κατά την επιθυμία του η κηδεία του έγινε από τον Ιερέα της Μονής και την αδελφότητα. Η κατά τον μυροβόλο συναξαριστή στην αφάνεια μυστικότητα και αδοξία, ήταν παντοτινές οι μεγάλες του αγάπες. Μετά τρεις ημέρες όταν έγινε γνωστή η εκδημία του στον κόσμο, ένα συγκινημένο, κατανυγμένο, ωφελημένο κι ευεργετημένο πλήθος, βρέθηκε να προσκυνεί τον τάφο του μετά θερμών δακρύων ευχαριστίας. Το ίδιο και το ταπεινό Κελλάκι του της Παναγούδας στο Άγιον Όρος όπου βρέθηκε η ιδιόχειρη κατά κάποιον τρόπο πνευματική του διαθήκη: «Του λόγου μου, ο Μοναχός Παίσιος όπως εξέτασα τον εαυτό μου, είδα ότι όλες τις εντολές του Κυρίου, τις παρέβην, όλες τις αμαρτίες τις έχω κάνει. Δεν έχει σημασία εάν ορισμένες έχουν γίνει σε μικρότερο βαθμό, διότι δεν έχω καθόλου ελαφρυντικά, επειδή με έχει ευεργετήσει πολύ ο Κύριος. Εύχεσθε να με ελεήσει ο Χριστός. Συγχωρέστε με και συγχωρημένοι να είναι όσοι νομίζουν ότι με λύπησαν. Ευχαριστώ πολύ, και πάλιν εύχεσθε. Μοναχός Παίσιος». Ετάφη πίσω από τον Ιερό Ναό του Οσίου Αρσενίου του Καππαδόκη. Τα δάκρυα των προσκυνητών του τάφου σύντομα τους φέρνουν ανείπωτη χαρά, αφού των Οσίων ο θάνατος αποτελεί πηγή ανεκλάλητης ευφροσύνης κι εξαίσιας παραμυθίας. Στον απλό τάφο του υπάρχει μια μαρμαρόπλακα που έχει ένα ιδιόγραφο ποίημά του:
Εδώ τελείωσε η ζωή
εδώ και η πνοή μου
εδώ το σώμα θα θαφτή
θα χαίρη κι η ψυχή μου
Ο Άγιός μου κατοικεί
αυτό είναι τιμή μου
Πιστεύω αυτός θα λυπηθή
την άθλια ψυχή μου
θα εύχεται στον Λυτρωτή
να ’χω την Παναγιά μαζί μου
Ο ξύλινος Σταυρός του τάφου του στο Ησυχαστήριο των Μοναζουσών του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης, λιτά αναγράφει:
ΜΟΝΑΧΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΕΚΟΙΜΗΘΗ ΕΝ ΚΥΡΙΩ
ΤΗΝ 12 ΙΟΥΛΙΟΥ 1994 ΕΤΩΝ 70
Πολλοί, πολλά σημεία θαυμαστά της χάριτος του Θεού τα αισθάνθηκαν δια μέσου του πιστού δούλου του Παισίου. Άλλοι τον είδαν, αισθάνθηκαν ευωδία από τον τάφο ή το Κελλί του, τον επικαλέσθηκαν και βοηθήθηκαν από ασθένειες ή διάφορα άλλα προβλήματα. Οι διηγήσεις είναι πολλές, αληθινές και αξιοθαύμαστες από καρκινοπαθείς, δαιμονισμένους και τραυματίες τροχαίων ατυχημάτων. Η εμφάνιση και παρουσία του Γέροντα σε όλους έδινε μια μοναδική χαρά. Τώρα ο ακάματος αγωνιστής βρίσκεται πλησίον του θρόνου του Θεού και δεν παύει ακατάπαυστα να δέεται για όσους τον επικαλούνται. Συνεχίζει το έργο της αγάπης που σ’ αυτόν τον μάταιο κόσμο έκανε συνεχώς.

(συνεχίζεται)

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: ο άγιος της αγάπης, της διάκρισης και της πνευματικής αρχοντιάς by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης



Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης (†)
Ο Γέροντας ποτέ δεν απογοήτευε τους ανθρώπους. Με διάκριση και σαφήνεια τους καθοδηγούσε πάντοτε στην αλήθεια της Εκκλησίας και στη διδασκαλία της περί των εσχάτων. «Τα χρόνια μας είναι δύσκολα και θα χρειασθεί να ταλαιπωρηθούμε, ίσως και να μαρτυρήσουμε στη διάρκεια της μπόρας που θα ξεσπάσει. Μόνο με πνευματική ζωή θα τα βγάλει κανείς πέρα. Να μην απογοητευόμαστε. Αυτά τα δύσκολα χρόνια είναι μια ευλογία, γιατί μας αναγκάζουν να ζούμε πιο κοντά στον Χριστό. Είναι μια ευκαιρία για πιο πολύ αγώνα. Ο πόλεμος τώρα δεν θα είναι με όπλα, αλλά πνευματικός». Είχε διάκριση και μεγάλη προσοχή ο Γέροντας. Δεν τρομοκρατούσε και δεν ήθελε να πανικοβάλλει όπως κακώς ορισμένοι τον παρεξήγησαν. Ασθενής και πονεμένος με πόνο, αγάπη και πίστη έλεγε: «Είναι μεγάλη υπόθεση να έχεις κάτι, να υποφέρεις εσύ και να μην παρακαλείς γι’ αυτό τον Θεό, αλλά να παρακαλείς για τους άλλους. Στην περίπτωση αυτή ο Θεός ακούει πολύ την προσευχή αυτού που πάσχει και ζητά για τους άλλους να γίνουν καλά». Αυτή η υπέρβαση υπάρχει μόνο στην έξαρση κι έκσταση της θυσιαστικής ευαγγελικής αγάπης.
Έχοντας ο ίδιος πλούσια πνευματική αρχοντιά, γι’ αυτήν μιλούσε σ’ ένα νέο κληρικό: «Να ’χεις πνευματική αρχοντιά. Όταν δηλαδή μιλάς με τους νέους, να μην τους πιέζεις. Αυτό είναι πνευματική αρχοντιά. Να σέβεσαι τον άλλον χωρίς να τον ζορίζεις». Αυτή η αρχοντιά δυστυχώς σήμερα απουσιάζει κι ορισμένοι κουράζουν και δεν αναπαύουν αληθινά αυτούς που τους εμπιστεύονται.
Σ’ ένα μαθητή ενός γκουρού, ο Γέροντας του είπε ξεκάθαρα: «Δεν έχουν σημασία οι τεχνικές. Προσπαθείτε κι εσείς, αλλά εκεί που σκάβετε δεν υπάρχει χρυσός, αλλά ο διάβολος. Ο Χριστός είναι ο χρυσός». Απέφευγε τα μισόλογα. Τα λόγια του ήταν υπεύθυνα, σταράτα, μετρημένα και δίκαια.
Αγαπούσε πολύ τα παιδιά και τους νέους. Τον αγαπούσαν κι αυτοί πολύ. Πρόωρα γερασμένοι και παρασυρμένοι από τα ναρκωτικά, την αναρχία, τα ψυχικά νοσήματα, την απιστία, τη μελαγχολία, και την απελπισία, εύρισκαν τον καλό φίλο, τον στοργικό πατέρα, τον αγαπητό αδελφό, τον ανάργυρο ιατρό, τον ακούραστο συζητητή, τον φιλότιμο Μοναχό. Μ’ ένα νέο με έντονα ψυχολογικά προβλήματα κάθισε μαζί του οκτώ ώρες και τον άκουγε και δεν κουνήθηκε από τη θέση του για να μην νομίζει ότι τον κουράζει. Πρώτη φορά μίλαγε το παιδί στη ζωή του ελεύθερα. Πρώτη φορά τον άκουγε κάποιος με κατανόηση και αγάπη. Πρώτη φορά προσευχήθηκε κάποιος γι’ αυτόν με τόση θέρμη, ώστε να τον βοηθήσει να απαλλαγεί από τα βαρειά ψυχοφάρμακα. Οι γονείς του παιδιού, αφού τον έβλεπαν που ήταν δυσκολεμένο προσπαθούσαν να του βάλουν τα δύο πόδια σ’ ένα παπούτσι. «Οι γνωστικοί είχαν μεγαλύτερο πρόβλημα», έλεγε ο μακάριος Γέροντας.
Ο Γέροντας δεν μπορούσε να λέει άλλο από αυτό που έλεγε η Εκκλησία, ότι δύο δρόμοι υπάρχουν, ο γάμος κι η αγαμία στον Μοναχισμό. Για κάποιον φίλο μας που καθυστερούσε να παντρευτεί του παρήγγειλε: «Αν ψάχνεις καμμιά όμορφη, μια φωτιά να πάρει η γκαζιέρα και να καεί, πάει η ομορφιά της. Αν θέλεις πλούσια, μ’ ένα σεισμό πάει η πολυκατοικία και τα πλούτη της. Αν αναζητάς πολύ έξυπνη και μορφωμένη, μια σταγόνα αίμα, στο λεπτό να πάει στον εγκέφαλο, πάει η εξυπνάδα της». Και σε μια νέα που διχαζόταν μεταξύ γάμου και μοναχισμού και τελικά παραπονιόταν που παντρεύτηκε ένα ναυτικό κι απουσιάζει για καιρό, της έλεγε χαριτωμένα: «Έτσι σού έδωσε ο Θεός αυτό που ήθελες. Και Μοναχή και Παντρεμένη». Η απλότητα κρύβει μεγάλη σοφία.
Ο Γέροντας αγαπούσε την ντομπροσύνη, την ακεραιότητα, τη γνησιότητα, την ακρίβεια, την αλήθεια, τη δικαιοσύνη. Σε νέους που ήθελαν να συνδυάσουν την κοσμική με την πνευματική ζωή, τους είπε κοφτά: «Βρε παιδιά, εσείς είναι, ας υποθέσουμε, σαν να θέλετε να ανεβείτε στον Άθωνα και επειδή δεν μπορείτε, θέλετε να κατεβάσουμε τον Άθωνα για να πείτε ότι ανεβήκατε». Δεν είχε δίκιο;

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: Ένθεος και φιλάρετος βίος by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης



Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης (†)
Ο βίος του μακαρίου και μακαριστού Γέροντος Παισίου, είναι μια ανθοδέσμη σπανίων κι ευωδών αρετών. Είχε τη μακαριζόμενη απ’ όλους τους νηπτικούς πατέρες ξενιτεία. Παρότι είχε μεγάλη αγάπη στους γονείς του, τους αρνήθηκε για την αγάπη του Χριστού. Διέκοψε κάθε επικοινωνία μαζί τους και μόνο τους μνημόνευε στην προσευχή του ως ζώντες ή κεκοιμημένους. Η ξενιτεία είναι βασική μοναχική αρετή.
Λέγουν, πως ο Γέρων Παΐσιος έφθασε εκεί που έφθασε, ψηλά, περισσότερο από τη μεγάλη του άσκηση παρά από την υπακοή. Εν τούτοις και ο Γέροντας Παίσιος έκανε σε όλη του τη ζωή διαφορότροπο υπακοή, γιατί γνώριζε καλά την ωφέλειά της. Έλεγε: «Η υπακοή είναι ο πιο σύντομος και εύκολος δρόμος. Είναι το κλειδί του Παραδείσου. Με αυτήν κόβεται το θέλημα, ο εγωισμός, τα πάθη και έρχεται η Χάρις του Θεού και γίνεται η ζωή Παράδεισος. Η υπακοή οδηγεί εύκολα στην αγία ταπείνωση».
Ο φύλακας κέρβερος της κάθε αρετής του, ήταν πάντα η ανόθευτη και πλούσια ταπείνωση, η υγιής και θεομακάριστη, που είναι η καλύτερη ασφάλεια για τον πνευματικό άνθρωπο. Ο παπα-Τύχων έλεγε: «Ο Θεός κάθε πρωί ευλογεί τον κόσμο με το δεξί του χέρι. Όταν δεί ταπεινό, τον ευλογεί και με τα δυό του χέρια». Έτσι ο ευλογημένος αυτός άνθρωπος του Θεού και αληθινά ταπεινός, έλεγε: «Ο μεγαλύτερος εχθρός μου είναι το όνομά μου». Όλους τους αισθανόταν ανώτερούς του. Ο ταπεινός, λένε, δεν φοβάται αν πέσει, γιατί είναι χάμω, κι από το χάμω πιο χάμω δεν έχει. Έτσι ήταν άφοβος, ελεύθερος, χαιρόταν να τον κατηγορούν κι όχι να τον τιμούν κι επαινούν. Ο ίδιος είχε την ειλικρινή αίσθηση περί του εαυτού του ότι είναι ένα μόριο σκόνης ακάθαρτο. Γι’ αυτό μιλούσε συνεχώς για μετάνοια, την οποία είχε λησμονήσει ο κόσμος καθώς έλεγε: «Η έλλειψη ταπεινώσεως είναι κύρια αιτία των πολλών προβλημάτων του σύγχρονου ανθρώπου».
Πλούτος του ήταν η πενία και η ακτημοσύνη. Χαιρόταν πιο πολύ να δίνει παρά να παίρνει. Λυπόταν όταν του έστελναν χρήματα και προσπαθούσε σύντομα να τα μοιράσει σε φτωχούς. Αυτός που λόγω της εκτιμήσεως του κόσμου θα μπορούσε να είχε πολλά, δεν είχε τίποτε, και μερικές φορές μάλιστα δανειζόταν για να εκπληρώσει βασικά του έξοδα. Οι πρώτοι χριστιανοί αγαπώντας τον πλησίον σαν τον εαυτό τους, έδιναν κι από το υστέρημά τους. Ζούσαν με τα εντελώς απαραίτητα και μοίραζαν τα υπάρχοντά τους στους φτωχούς. Ο Γέροντας ως αληθινός Μοναχός, με τον ενθουσιασμό των πρώτων χριστιανών χαιρόταν υπερβολικά στη στέρηση, την κακουχία, την εγκράτεια.
Η νηστεία και η αγρυπνία ήταν μόνιμοι συνοδοί όλης της ζωής του από μικρό παιδί. «Ο άνθρωπος –όπως έλεγε ο Γέροντας Αιμιλιανός ο Σιμωνοπετρίτης– τίποτε δεν μπορεί να δώσει στον Θεό, αφού όλα του ανήκουν, εκτός από τον εκούσιο κόπο και μόχθο». Η εποχή μας είναι υπερκαταναλωτική και φυγόπονη κι επηρεάζει και την πνευματική ζωή και οι άνθρωποι θέλουν σήμερα άκοπα κι άμοχθα να προοδεύουν και πνευματικά. Ο ευλογημένος Γέροντας, ο μεγάλος αυτός βιαστής, τόνιζε ιδιαίτερα τη σημασία του κόπου που συγκινεί τον Θεό. Έλεγε με πόνο ο Γέροντας: «Η σημερινή γενεά έχει μια οκνηρία, που μεταφέρεται και στη μοναχική ζωή. Θέλουμε να αγιάσουμε δίχως κόπο». Ο ίδιος αναπαυόταν στην κόπωση. «Χρειάζεται –έλεγε– βία και όχι ζόρισμα και άγχος». Η πνευματική βία δεν είναι ζόρισμα και βοηθά. Η άσκηση φυσικά δεν είναι αυτοσκοπός, ούτε επιτρέπεται ποτέ κανείς να καυχηθεί για τα ασκητικά του κατορθώματα. Γι’ αυτό σοφά έλεγε: «Πρώτα να εφαρμόσουμε την ταπείνωση και την αγάπη και μετά αγρυπνία και νηστεία». Οι κατανοητοί, μεστοί και σοφοί αυτοί λόγοι, αξίζει να προσεχτούν από όλους ιδιαίτερα.

«Μη φοβάσθε. Περάσαμε σαν έθνος τόσες μπόρες και δεν χαθήκαμε, και θα φοβηθούμε την θύελλα που πάει να ξεσπάση;»by Χαράλαμπος Τσαβδαρίδης



Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου
…Σύγχυση μεγάλη υπάρχει. Μύλος γίνεται ∙ είναι ζαλισμένοι οι άνθρωποι.
Ο κόσμος είναι όπως οι μέλισσες. Αν χτυπήσης την κυψέλη, οι μέλισσες βγαίνουν έξω και αρχίζουν «βούου…» και γυρίζουν γύρω από την κυψέλη αναστατωμένες. Ύστερα η κατεύθυνσή τους θα εξαρτηθή από τον άνεμο που θα φυσήξη. Αν φυσήξη βοριάς, θα πάνε μέσα. Έτσι και τον κόσμο τον φυσάει… «Εθνικός Βοριάς», «Εθνικός Νοτιάς», και είναι ο καημένος ζαλισμένος. Όμως, αν και γίνεται τέτοιο βράσιμο, νιώθω μέσα μου μια παρηγοριά, μια σιγουριά.
Μπορεί να ξεράθηκε η ελιά, αλλά θα πετάξη νέα βλαστάρια. Υπάρχει μια μερίδα Χριστιανών, στους οποίους αναπαύεται ο Θεός. Υπάρχουν ακόμη οι άνθρωποι του Θεού, οι άνθρωποι της προσευχής, και ο Καλός Θεός μας ανέχεται, και πάλι θα οικονομήση τα πράγματα. Αυτοί οι άνθρωποι της προσευχής μας δίνουν ελπίδα…
Μη φοβάσθε. Περάσαμε σαν έθνος τόσες μπόρες και δεν χαθήκαμε, και θα φοβηθούμε την θύελλα που πάει να ξεσπάση; Ούτε και τώρα θα χαθούμε. Ο Θεός μας αγαπά. Ο άνθρωπος έχει μέσα του κρυμμένη δύναμη για ώρα ανάγκης. Θα είναι λίγα τα δύσκολα χρόνια. Μια μπόρα θα είναι.
Δεν σας τα λέω αυτά για να φοβηθήτε, αλλά για να ξέρετε πού βρισκόμαστε…Για μας είναι μια μεγάλη ευκαιρία, είναι πανηγύρι οι δυσκολίες, το μαρτύριο. Να είστε με τον Χριστό, να ζήτε σύμφωνα με τις Εντολές Του και να προσεύχεσθε, για να έχετε θείες δυνάμεις και να μπορέσετε να αντιμετωπίσετε τις δυσκολίες. Να αφήσετε τα πάθη, για να έρθη η Θεία Χάρις. Αυτό που θα βοηθήση πολύ είναι να μπη μέσα μας η καλή ανησυχία: πού βρισκόμαστε, τί θα συναντήσουμε, για να λάβουμε τα μέτρα μας και να ετοιμασθούμε.
Η ζωή μας να είναι πιο μετρημένη. Να ζούμε πιο πνευματικά. Να είμαστε πιο αγαπημένοι. Να βοηθούμε τους πονεμένους, τους φτωχούς με αγάπη, με πόνο, με καλωσύνη. Να προσευχώμαστε να βγουν καλοί άνθρωποι…
από το βιβλίο: «Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου Λόγοι Β΄ Πνευματική αφύπνιση» – Ιερό Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος» – Σουρωτή Θεσσαλονίκη