Σάββατο 21 Μαΐου 2016

Άρρωστος μια εβδομάδα με διακονητές αγγέλους και αγίους


(Ο Γέροντας Παΐσιος διηγήθηκε σε πνευματικό του τέκνο το ακόλουθο θαυμαστό γεγονός, το οποίο συνέβη στον ίδιο).

Κάποτε, όταν ήμουν στον Τίμιο Σταυρό, αρρώστησα βαριά. Ήταν χειμώνας βαρύς, είχε πέσει τόσο χιόνι που κανένα δέντρο δεν έμοιαζε για δέντρο. Όλα ήταν πνιγμένα στο λευκά, τα μονοπάτια είχαν χαθεί, τα πουλιά είχαν λουφάξει, τα σύννεφα και η ομίχλη σκέπαζαν τον Άθωνα. Δεν είχαν καμία επικοινωνία με το μοναστήρι του Σταυρονικήτα, μου ήταν αδύνατο να ζήσω περισσότερο από λίγες μέρες, γιατί η αρρώστια με είχε παραλύσει τελείως. Περίμενα τον Κύριο να μου πάρει την ψυχή και να την οδηγήσει στο έλεος της ευσπλαχνίας Του. Ούτε ένα τσάι δεν μπορούσα να φτιάξω, ούτε τη σόμπα να ανάψω, ούτε νερό να πιώ είχα. Η ζωή μου ήταν αφημένη στο έλεος τού Θεού. Έλεγα «Ιδού Κύριε, εις το έλεος Σου ελπίζω μη με εγκαταλείψεις!»

Ύστερα από λίγη προσευχή που με πολύ κόπο ψέλλισα, είδα να εμφανίζονται στο κελί μου μέσα άγγελοι και άγιοι, απεσταλμένοι τού Θεού. Ταχύ με προκατάλαβε η Χάρη τού Θεού. Ευχαριστούσα και δοξολογούσα τον Σωτήρα μου. Δάκρυσα. Ένας από τους αγγέλους φρόντιζε για τη σόμπα, άλλος ετοίμαζε φαγητό ζεστό, φέρνανε και ευωδιαστά ψωμιά. Βρέθηκα στον Παράδεισο. Τι άλλο ήθελα.
Οι άγιοι άρχισαν να με στηρίζουν με λόγους παρηγορίας και με παρακλήσεις. Και μόνο η θέα τους με ξεκούραζε, με ενίσχυε και μου έδινε ελπίδα. Καθίσανε μαζί μου ώσπου έγινα καλά και μπορούσα να οικονομήσω τον εαυτό μου. Μετά φύγανε. Μία βδομάδα καθίσανε. Όταν μετά από καιρό σηκώθηκα βγήκα από το κελί και κοίταξα γύρω τη φύση με διαφορετικό βλέμμα. Όλα έλαμπαν μέσα στο άκτιστο φώς της χάρης τού Αγίου Πνεύματος. Δεν ήμουν άξιος αλλά η άπειρη αγαθότητα τού Θεού και η αγάπη Του εκδηλώθηκαν με αυτό τον τρόπο.
Πάντως ένοιωθα τόση χάρη να με πληρώνει εσωτερικά που έλεγα  «Φτάνει Θεέ μου, δεν αντέχω άλλο. Θα σκάσω. Ή πάρε με κοντά Σου ή λιγόστεψε τη χάρη που μού έδωσες. Αν τόση χάρη μου δίνεις τώρα, φαντάζομαι στον Παράδεισο τι θα γίνεται.»

http://iliaxtida.wordpress.com

Τετάρτη 18 Μαΐου 2016

Ο ευσεβής Βασιλιάς - Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΗΓΓΙΚΕΝ

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΣΟΥΡΩΤΗΣ-ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΑΙΣΙΟΥ






Η Μονή του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου βρίσκεται στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης. 
Η Σουρωτή βρίσκεται 28 περίπου χιλιόμετρα από την Θεσσαλονίκη, όχι μακριά από τον κεντρικό δρόμο που συνδέει την πόλη με την πρωτεύουσα της Χαλκιδικής, τον Πολύγυρο. 

Η Ιερά Μονή είναι αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και στον Άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη. Στην Μονή υπάρχουν τα Λείψανα του Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκη 
που βρίσκονται στο καθολικό της όπως και ο τάφος του Γέροντα Παϊσιου.

Ο Γέροντας Παϊσιος κοιμήθηκε στις 12 Ιουλίου 1994 και ενταφιάστηκε δίπλα από το ναό του Αγίου Αρσενίου. 
Έκτοτε, κάθε χρόνο στις 11 προς 12 Ιουλίου, στην επέτειο κοιμήσεως του Γέροντος, τελείται αγρυπνία στο Ιερό Ησυχαστήριο, με συμμετοχή χιλιάδων πιστών. 



Η Μονή δέχεται προσκυνητές

Χειμερινή ώρα:
Καθημερινές 10πμ – 1μμ και 4μμ – 6μμ
Κυριακές 3πμ – 6.30πμ, 8πμ – 12μμ και 3μμ – 6μμ

Θερινή ώρα:
Καθημερινές 10πμ – 1μμ και 5μμ – 7μμ
Κυριακές 4πμ – 7:30πμ , 9πμ – 12μμ και 5μμ – 7μμ

Πρωί μετά από τις αγρυπνίες ανοίγει 11 πμ - 1 μμ

Απόγευμα πριν από τις αγρυπνίες ανοίγει 4 μμ - 5 μμ

Κλειστό είναι: Δευτέρα – Τετάρτη – Παρασκευή
Σημείωση: Από τον Ιούνιο 2013 το Ησυχαστήριο θα ανοίγει
Τρίτη – Πέμπτη – Σάββατο – Κυριακή
10πμ – 1μμ και 5μμ - 7μμ

Τα τηλέφωνα της Μονής είναι: 23960 – 41320, 41315

Αξίζει όλοι τουλάχιστον μια φορά στην ζωή μας να την επισκεφτούμε και σας διαβεβαιώνω πως αν την επισκεφτείτε την πρώτη φορά τότε θα θέλετε να πηγαίνετε συχνά.

ΠΗΓΗ......xristianos.gr

Πως γνώρισα τον π. Παΐσιο και πως ιδρύθηκε το Ησυχαστήριο της Σουρωτής

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΜΑΤΖΑΡΟΓΛΟΥ
Μάκρη - Αλεξανδρουπόλεως 68100
  
ΠΩΣ ΓΝΩΡΙΣΑ ΤΟΝ π. ΠΑΪΣΙΟ
ΚΑΙ ΠΩΣ ΙΔΡΥΘΗΚΕ
ΤΟ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΣΟΥΡΩΤΗΣ

Το έτος 1965 ήμουν εφημέριος εις τον ιερόν Ναόν της του Θεού Σοφίας Θεσσαλονίκης. Ήταν Κυριακή, ήμουν Λειτουργός και στην αρχή του Όρθρου είδα να στέκονται λίγο πιο μακρυά από το Τέμπλο δύο Μοναχοί. Μου ήσαν άγνωστοι. Είπα στον νεωκόρο να τους βάλη στο Ιερό μέσα για να μην στεναχωρεθούν όταν η Εκκλησία θα γέ­μιζε από τον κόσμο και στους Αίνους κάθησα κοντά τους και ρώτη­σα τον νεώτερο από που ήταν και αν είχαν ανάγκη από βοήθεια, ευχαρίστως να τους συμπαρασταθώ.
Ο νέος ήταν ο π. Βασίλειος Γοντικάκης και ο μεγαλύτερος ό π. Παΐσιος και ασκήτευαν στην Σκήτη των Ιβήρων. Ο π. Παΐσιος ήταν άρρωστος. Μετά την Θεία Λειτουργία παρεκάλεσα τον ιατρό κ. Παπαδημητρακόπουλο, να δη τον π. Παΐσιο ακτινολογικά και την επο­μένη, σε γνωστή μικροβιολόγο, κάναμε εξετάσεις αίματος καί πτυέ­λων. Συγκέντρωσα αυτές τις εξετάσεις και τους πήγα από το ξενοδο­χείο «ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ»που έμεναν, σε γνωστό μου γιατρό φυματιολόγο ο οποίος ήταν Διευθυντής στο Νοσοκομείο Παπανικολάου. Ο γιατρός συνέστησε «Νοσοκομείο και χειρουργική επέμβαση». Έπα­σχε ο π. Παΐσιος από εκτεταμένη βρογχεκτασία του κάτω λοβού του αριστερού πνεύμονας, φυματιώδους αιτιολογίας.
Ωστόσο ο π. Παΐσιος δεν δέχθηκε ούτε το νοσοκομείο ούτε έστω τις σαράντα στρεπτομυκίνες που υπέδειξε ο φυματιολόγος.
«Πάρε μου δύο στρεπτομυκίνες καί 3-4 κουτιά γάλα για να πω πως έκανα θεραπεία και να επιστρέψωμε στο Όρος», μου είπε.
Την επομένη τους πήγα στο πρακτορείο και έφυγαν για το Άγιον Όρος.
Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα ήρθε ο π. Παΐσιος στα Γρα­φεία της Μητροπόλεως, όπου εργαζόμουν, μόνος του κρατώντας μια μικρή βαλιτσούλα και μου είπε: «Ήρθα να με πας στο Νοσοκομείο».
Πράγματι ανεζήτησα τον γνωστό μου φυματιολόγο και εκείνος έδωσε εντολή για εισιτήριο «εκτάκτου εισαγωγής» στο «Παπανικο­λάου» την ίδια μέρα, όπου υπεύθυνος χειρουργός ήταν ο κ. Οικονο-μόπουλος και Διευθύνουσα η κ. Χανιωτάκη.Η επέμβασις καθυστερούσε και τότε κατέφυγα στον πεθερό του χειρούργου τον γνωστό κ. Παπαποστόλου, με το κατάστημα Ια­τρικών Ειδών, και ωρίσθηκε η ημερομηνία του χειρουργείου και συγ­χρόνως μας δόθηκε εντολή για την ανεύρεση δέκα φιαλών αίματος.
Yπάρχει ένα περιστατικό της νέας αναβολής της επεμβάσεως, οφειλόμενο στην ευαισθησία του π. Παϊσίου: Ένα μικρό παιδί νοση­λευόταν στο Νοσοκομείο εκείνο το διάστημα. Είχε μέσα σε κάποιο βρόγχο του ένα φυλλαράκι από πουρνάρι και αυτό το έκανε και υπέ­φερε. Ο π. Παΐσιος έδωσε λοιπόν την σειρά του στο άρρωστο παιδί και η δική του επέμβαση καθυστέρησε και πάλι.
Εδώ θα κάνω μια παρένθεση απαραίτητη για την σύνδεση της γνωριμίας μου με τον π. Παΐσιο και την ίδρυση του Ησυχαστηρίου της Σουρωτής και την ιστορική αλήθεια του όλου θέματος:
Από το έτος 1961 είχα υπό την πνευματική μου καθοδήγηση είκοσι περίπου κοπέλλες οι οποίες είχαν πόθον και ιερή επιθυμία την ίδρυση ενός Ησυχαστηρίου.
Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ήταν ο μακαριστός Παντελεήμων Παπαγεωργίου, πνευματικός μου πατήρ, με του οποίου την υπόδειξη και ευλογία αγοράσθηκε, δαπάναις των ιδίων νεανίδων, αγρόκτημα 13 στρεμμάτων κοντά στο χωριό Φίλυρον Θεσσαλονίκης. Όταν όμως άρχισαν οι προκαταρκτικές εργασίες των εγκαταστάσεων, ο Μητρο­πολίτης ζήτησε επτά μέλη από την «Πνευματική Συντροφιά» και μά­λιστα τις πλέον εγγράμματες να εγγράφουν και να εγκαταβιώσουν στην Μονή του Πανοράματος Θεσσαλονίκης. Καμμία από τις κοπέλ­λες δεν θέλησε να αποχωρισθή από τις υπόλοιπες και η άρνησή των έγινε αφορμή να ανακαλέση ο Μητροπολίτης την ίδρυση της Μονής στην Μητροπολιτική του περιφέρεια.
Συνεχίζω τα της ασθενείας του π. Παϊσίου:
Το αίμα που χρειαζόταν για την εγχείρηση και την συμπαράσταση στην αρρώστεια του π. Παϊσίου, τα εξασφάλισα μέσα από την καλή διάθεση αυτών των πνευματικών μου παιδιών που ενώ δεν ζούσαν σε Μονή, δεν ήσαν καν Μοναχές, έκαναν μοναχικό αγώνα και υπακοή.
Συγχρόνως είχα ορίσει το καθημερινό πρόγραμμα διακονίας του άρρωστου πάλι με τα πνευματικά μου παιδιά.
Στο Νοσοκομείο ο π. Παΐσιος χρειάσθηκε να μείνη περισσότερο από δύο μήνες και επειδή οι τομές ήταν μεγάλες, ο γιατρός υπέδειξε να παραμείνη στην Θεσσαλονίκη ένα μήνα ακόμη. Τον πήγα στο σπί­τι της κ. Αντωνίας Καλογεροπούλου η οποία εξωμολογείτο σε μένα και ευχαρίστως δέχθηκε να τον φιλοξενήση και να τον φροντίση.Όπως είναι φυσικό αυτή η περιπέτεια της ασθενείας του π. Παϊ­σίου και η τόσο μεγάλη επικοινωνία μαζί του, μου έδωσαν την καρ­διακή άνεση να του ακουμπήσω το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετώ­πιζα με τις νεανίδες και την ίδρυση του Ησυχαστηρίου. Μάλιστα συ­γκέντρωσα τις αδελφές παρόντος του π. Παϊσίου (ήταν ακόμη στην οικία της κ. Καλογεροπούλου ασθενής) και είπα την αρνητική απάντηση του Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κυρού Παντελεήμονος  Παπαγεωργίου.
Ο π. Παΐσιος επρότεινε να μιλήση σε έναν Ιερομόναχο γνωστό του τον π. Αγαθάγγελο Παρλάντζα και εκείνος θα πρότεινε στον Μη­τροπολίτη Κασσανδρείας, κυρό Συνέσιο Βισβίνη, στου οποίου την Μητρόπολη υπηρετούσε, να ιδρυθή εκεί το Ησυχαστήριο. Πράγματι σε δεκαπέντε ήμερες ήλθε θετική απάντηση από τον Μητροπολίτη Κασσανδρείας κυρό Συνέσιο Βισβίνη.
Συνεφωνήθη δε όπως εγώ παραμείνω στην αφάνεια δια να μην λυ-πηθή ο άγιος Θεσσαλονίκης (Μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγε-ωργίου) και σε κατάλληλο καιρό να ζητήσω απολυτήριο και να διο­ρισθώ στην Επαρχία Κασσανδρείας, κοντά κάπου στο Ησυχαστή­ριο για να κατευθύνω τις Αδελφές.
Ας σημειωθή ότι όλα αυτά δι’ επιστολής μου τα εγνώρισα στον Μητροπολίτη Κασσανδρείας.
Ο π. Αγαθάγγελος με τον Ιερομόναχο π. Θεόκλητο Μπόλκα εντόπισαν ένα αγροτεμάχιο οκτώ στρεμμάτων περίπου στην Σουρωτή, ήρθαν σε επικοινωνία μαζί μου, είδα το κτήμα και καταλήξαμε στην αγορά του.
Αυτή την εποχή, ενώ δηλαδή ο π. Παΐσιος δεν είχε φύγει ακόμη στο Άγιον Όρος, μία των ημερών, πήγαμε μαζί στο Ησυχαστήριο της αγίας Μαγδαληνής στον Πολύγυρο όπου εγκαταβιούσαν οι Ιερομό­ναχοι και συνέπεσε να συναντηθούμε με τον Μητροπολίτη Κασσαν­δρείας ο οποίος και ζήτησε να μάθη ποιοι είμασταν και ρώτησε πρώτα τον π. Παΐσιο:- Εσείς;
- Μοναχός Παΐσιος Σιναΐτης. Έζησα στο Σινά επί Μητροπολίτου Πορφυρίου.
- Εσείς; (Ρώτησε εμένα).
- π. Πολύκαρπος Ματζάρογλου...
-  Α! Ναι, σας γνωρίζω από τους πατέρες και την επιστολή σας. Δεν έχω καμμιά αντίρρηση για την ίδρυση του Ησυχαστηρίου.
Μετά μερικές ήμερες πήγα πάλι στον Πολύγυρο, στην Μητρόπο­λη, όπου ο Μητροπολίτης είχε έτοιμο το έγγραφο αδείας ανεγέρσε­ως κελλιών και ενός Ναού και το παρέδωσε στα χέρια μου.
Τα σχέδια για την αρχική πτέρυγα του Ησυχαστηρίου τα έκανε ένας Γερμανός αρχιτέκτων ονόματι Σωτήρης, προστατευόμενος του π. Θεοκλήτου, πάντα με συνεργασία μαζί μου. Και τα σχέδια του Κα-θολικού παρεκάλεσα να τα κάνη ο αδελφός της Γερόντισσας Μαριάμ Πολυχρονιάδου την οποία είχα πάρει στην εν τω κόσμω Πνευματική Συντροφιά, γιατί ζούσε στο σπίτι της, στην Έδεσσα. (Ήταν πρώην Ηγουμένη στην Ι. Μονή της Αγίας Τριάδος Εδέσσης).
Ο Βασίλης Πολυχρονιάδης ήταν εμπειροτέχνης ναοδόμος της Ιεράς Μητροπόλεως Εδέσσης και Πέλλης.
Την ανέγερση τόσον του Ναού όσον και της αρχικής πτέρυγας των κελλιών ανέλαβε ως εργολάβος ο Ματθαίος Ελευθεριάδης, γαμβρός της αδελφής Μαρίας Παντέλογλου.
Ανοίξαμε με τις Αδελφές ένα λογαριασμό στην Τράπεζα κοινό και συνεβάλαμε όλοι κατά την οικονομική δύναμη του καθενός. Είχαμε εξουσιοδοτήσει την Μαρία Παντέλογλου για να κάνη τις πλη­ρωμές.
Ο π. Αγαθάγγελος πολύ συχνά κατέβαινε στην Θεσσαλονίκη για την συνεργασία μαζί μου και την παρακολούθηση των εργασιών.Τον Οκτώβριο του 1967 δέκα αδελφές εγκαταστάθηκαν στην Μο­νή.
Το 1970 ανέλαβα καθήκοντα Εφημερίου, Ιεροκήρυκος, Πνευμα­τικού και Αρχιερατικού Επιτρόπου στην ενορία Αγίου Γεωργίου Βασιλικών και συγχρόνως Πνευματικού πατρός και Καθοδηγητού εις το Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος» δι’ εγγράφου υπ' αριθ. 618/3-7-1970 της Ιεράς Μητροπόλεως Κασσαν-δρείας.
Στο μεσοδιάστημα από της εγκαταστάσεως των πρώτων Αδελφών έως του διορισμού μου, ανέβαινα στο Ησυχαστήριον και επέβλεπα και ανελάμβανα όλες τις ανάγκες της Αδελφότητος υλικές και πνευ­ματικές μέχρι λεπτομερείας και κατηύθυνα την Αδελφότητα.
Μια μικρή αναφορά θα κάνω πως αντιμετώπισα τις βασικές ανά­γκες του Ησυχαστηρίου για την καλή του λειτουργία.
Νερό:
Δεν υπήρχε παρά μια πηγή με υπόξινο νερό κάτω από την Μονή περίπου 800 μ. απόσταση, όπου αργότερα κάναμε δεξαμενή συλ­λογής του υπάρχοντος νερού και με αντλία το ανεβάσαμε στο Μοναστήρι. Ήταν ακατάλληλο προς πόση αλλά το χρησιμοποιούσαμε για πότισμα και άλλες ανάγκες. Καλό νερό απέκτησε ή Μονή αφού εξα­σφάλισα πρώτα την ηλεκτροδότηση.
Ηλεκτροδότηση:
Εγνώριζα τον κ. Κίτσο Γεώργιο, Περιφερειάρχη Μακεδονίας-Θράκης της ΔΕΗ, και με την βοήθεια του κ. Κίτσου τοποθετήθηκαν κολώνες από το χωριό Σουρωτή μέχρι το Ησυχαστήριο και έτσι απο­κτήσαμε το ρεύμα.
Όταν ήρθε το ρεύμα στην Μονή, μπορέσαμε να ανεβάσωμε και καλό νερό. Από τον κεντρικό αγωγό νερού της Κοινότητος Σουρωτής, ιδία δαπάνη της Μονής, και με την βοήθεια του τότε Προέδρου κ. Τζώλα, μεταφέραμε με σωληνώσεις το νερό στην Μονή.
Δρόμος:
Υπήρχε μόνον ένα μικρό μονοπάτι από την κεντρική αρτηρία μέ­χρι το Ησυχαστήριο και οι δυσκολίες ήταν πολλές. Ενθυμούμαι ότι με κάλεσε ο Μητροπολίτης Κασσανδρείας και με ρώτησε αν έχωμε καμμιά ανάγκη στη Μονή που θα μπορούσε να την κάνη ο Στρατός, γιατί του το πρότεινε ο Διοικητής του 561 Τάγματος κ. Γκότσης που η Έδρα του ήταν στο Σέδες.
Του ανέφερα την ανάγκη του δρόμου και μου ενεχείρισε την κάρ­τα του Στρατηγού και μου είπε:
- Πήγαινε μόνος σου να συννενοηθής...
Όπερ και έπραξα. Πράγματι δέκα μέρες μετά την επίσκεψη μου στη Θέρμη, προσγειώθηκε στον γύρω χώρο της Μονής ένα ελικόπτε­ρο και κατέβηκε ειδικός στρατιωτικός ο οποίος και χάραξε τον «φι­δωτό δρόμο» από την κεντρική αρτηρία έως την Μονή και σε ένα μήνα μας παρέδωσαν τον δρόμο, φυσικά χωματόδρομο. Αργότερα το 1972 μου ήταν γνωστός ο Υπουργός Δημοσίων Έργων, κ. Ζαρντινίδης στον οποίον κατέφυγα και εκείνος προέβη στην ασφαλτόστρωση του υπάρχοντος δρόμου.
Ο π. Παΐσιος από καιρού εις καιρόν κατέβαινε από το Άγιον Όρος και έμενε στην Μονή για λίγο. Ήδη εγώ εμένα στα Βασιλικά Θεσσαλονίκης και τον συναντούσα στο Ησυχαστήριο. Ουδέποτε ο π. Παΐσιος ανεμείχθη στις κτιριακές ή άλλες υλικές υποθέσεις. Η προσφορά του ήταν καθαρά πνευματική αλλά πάντοτε με πολύ καλή επι­κοινωνία μαζί μου, χωρίς ποτέ να παίρνη καμμιά πρωτοβουλία αν δεν μιλούσε πρώτα και τις λεπτομέρειες των θεμάτων μαζί μου.
Μετά το 1970 που μπορούσα άνετα να ανεβαίνω στην Μονή προ­σθέσαμε και τα υπόλοιπα κτίσματα, τον Ναό της Ζωοδόχου Πηγής, το Αγιογραφείο, την Δεξαμενή και ένα καλυβάκι στο βουνό για να μένη όταν ερχόταν ό π. Παΐσιος. Επειδή αυξήθηκε πολύ ο αριθμός των Μοναζουσών, κάναμε πρώτα προσθήκη ενός ορόφου στην ήδη υπάρχουσα πτέρυγα κελλιών και πολύ αργότερα την νέα πτέρυγα με τον Ναό των Αρχαγγέλων.Το 1972 μεταφέρθηκα μονίμως στην Μονή όπου εξωμολογούσα πλήθος προσκυνητών.
Το έτος 1974 ο Μητροπολίτης Κασσανδρείας δια του υπ' αριθ. 7/10-1-1974 εγγράφου του μου αναθέτει να προβαίνω εις την χειρο-θεσίαν ρασοφόρων μικροσχήμων και μεγαλοσχήμων εκ των ασκου­μένων εν τω Ησυχαστηρίω του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Προς πίστωσιν τούτου υπάρχει εν ημίν και έτερον έγγραφον του Ησυχα­στηρίου (1-2-1974) προς τον Μητροπολίτην Κασσανδρείας δια του οποίου η υπογράφουσα Καθηγουμένη Φιλοθέη Σαμαρά αιτείται την ευλογίαν του Μητροπολίτου δια να εγγραφή εις το Μοναχολόγιο του Ησυχαστηρίου μία μοναχή. Το έγγραφο γράφει ακριβώς: «η δόκιμος Σοφία Ακριτίδου χειροθετηθείσα υπό του Πνευματικού ημών πατρός Πολυκάρπου Ματζάρογλου -βάσει του υπ' αριθμ. 7/10-1-1974 Υμε­τέρου εγγράφου- μετονομασθείσα Συγκλητική...».
Πλήθος αποδεικτικών γραπτών στοιχείων υπάρχει παρ’ ημίν δια την γνησιότητα της κτιτορικής ιδιότητος μου στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Σουρωτής και της πνευματικής μου πατρότητας επί 22 συναπτά έτη στην Αδελφότητα του Ησυχαστηρί­ου (από το 1961 εν τω κόσμω ακόμη, μέχρι το έτος 1983).
Θα καταθέσω μόνον την ομολογία του ιδίου του π. Παϊσίου όπως την γράφει στο βιβλίο του «Ο άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης» στην έκδοση του Ησυχαστηρίου της Σουρωτής του έτους 1975:
Σελίς 8 γράφει: «...ο φίλος μου πατήρ Πολύκαρπος -ο Κτίτωρ και Γέροντας της Μονής αυτής-......»
Σελίς 11 γράφει: «... είχε παρουσιασθή σε μια αδελφή ο Πατήρ Αρσένιος καθώς και σε άλλη -όπως θα αναφέρω λεπτομερώς- και ο Πνευματικός, όταν τα έμαθε, αφού θόλωσε τα νερά στις αδελφές για να μη βλαφθούν, επικοινώνησε μαζί μου. Του απήντησα και πά­λι να τα αφήσουμε στον Θεό, χωρίς να γίνη λόγος».
Αυτές βέβαια οι μαρτυρίες του ιδίου του π. Παϊσίου αλλοιώθηκαν στις επόμενες εκδόσεις του βιβλίου αυτού και το όνομα π. Πολύκαρ­πος δεν αναφέρεται καν.

ΠΗΓΗ.....http://www.imalex.gr/1781A513.el.aspx

Ο γέροντας Παΐσιος για την προσευχή




«Όταν πονάει κανείς για την σημερινή κατάσταση που επικρατεί στον κόσμο και προσεύχεται, τότε βοηθιούνται οι άνθρωποι, χωρίς να παραβιάζεται το αυτεξούσιο».

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΟΠΛΟ ΙΣΧΥΡΟ
Παλιά, για να κάνει κανείς κάτι, αν ήταν κοσμικός άνθρωπος θα σκεφτόταν. Αν ήταν πνευματικός άνθρωπος, θα σκεφτόταν και θα προσευχόταν. Στην εποχή μας ακόμη και «πνευματικοί» άνθρωποι όχι μόνο δεν προσεύχονται, αλλά ούτε σκέφτονται. Και μάλιστα, συχνά πρόκειται για σοβαρά θέματα, και αυτοί κάνουν πρόβες με τον κόσμο.
Σε όλες τις περιπτώσεις, πριν ενεργήσουμε, να λέμε: «Σκέφτηκα γι’ αυτό; Προσευχήθηκα γι’ αυτό;» Όταν κανείς ενεργεί, χωρίς να σκεφθεί και χωρίς να προσευχηθεί, ενεργεί σατανικά. Και βλέπεις, συχνά πολλοί χριστιανοί με τον τρόπο που ενεργούν, δεν αφήνουν τον Θεό να επέμβει. Νομίζουν ότι αυτοί θα τα καταφέρουν όλα μόνοι τους. Ενώ ακόμα και ο άπιστος λέει «έχει ο Θεός», αυτοί δεν το λένε (...).
Συνέχεια ανθρώπινες προσπάθειες και δεν αφήνουν τον Θεό να ενεργήσει. Δεν καταφεύγουν στην προσευχή, ώστε να απαντήσει ο Θεός δια της προσευχής. Με την ταπείνωση και την προσευχή διορθώνονται όλα τα αδιόρθωτα (...).
Αιτήματα στην προσευχή
- Γέροντα, αν είναι ευλογημένο, να μας λέγατε μερικά θέματα, για τα οποία ιδιαίτερα πρέπει να προσευχόμαστε.
Να παρακαλούμε κατ’ αρχάς η προσευχή μας να έχει ως αποτέλεσμα να έρθουν σε θεοσέβεια όσοι ζουν και όσοι θα ζήσουν. Εγώ στην προσευχή μου λέω «Παρατεινον το ελεος Σου τοις γινοσκουσι Σε» και προσθέτω «και τοις μη γινωσκουσι Σε». Ακόμα λέω «Κύριε, σωσον τους ασεβείς». (Βέβαια η Εκκλησία καλά κανόνισε να λέει «Κύριε, σωσον τους ευσεβείς...», γιατί μπορεί να βρίζουν οι ασεβείς, επειδή προσεύχονται γι’ αυτούς).
Όταν πάλι ο ιερέας λέει «Υπέρ των εντειλαμενων ημιν τοις αναξιοις ευχεσθαι υπέρ αυτων», προσθέτω και «υπέρ των μη εντειλαμενων». Γιατί πρέπει να προσευχόμαστε και γι’ αυτούς που μας ζήτησαν να προσευχηθούμε, αλλά και γι’ αυτούς που δεν μας ζήτησαν, και για τους γνωστούς και για τους αγνώστους.
Τόσες χιλιάδες άνθρωποι υπάρχουν που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη και σοβαρότερα προβλήματα από αυτούς που μας ζήτησαν να προσευχηθούμε. Να κάνουμε προσευχή και για όσους έχουν αδικηθεί, να φανεί το δίκαιο· να δοθεί χάρη στους φυλακισμένους, να πιάσει τόπο η ταλαιπωρία που πέρασαν και να βοηθηθούν. Όταν βάζω ξύλα στη φωτιά, δοξολογώ τον Θεό και λέω: «Ζέστανε, Θεέ μου, όσους δεν έχουν ζεστασιά». Όταν πάλι καίω τα γράμματα που μου στέλνουν – τα διαβάζω και μετά τα καίω, γιατί έχουν και θέματα και απόρρητα και εξομολογήσεις -, λέω: «Να τους κάψει ο Θεός όλα τα κουσούρια. Να τους βοηθάει ο Θεός να ζουν πνευματικά και να τους αγιάζει».
Ακόμη συνηθίζω να ζητώ από τους Αγίους να προστατεύουν τους ανθρώπους που φέρουν το όνομά τους και από τους Αγίους Πάντες να προστατεύουν αυτούς που δεν έχουν προστάτη Άγιο.
- Γέροντα, τι είναι καλύτερα, να ζητώ το έλεος του Θεού γενικά ή να αναφέρω και συγκεκριμένα αιτήματα σύμφωνα με το «Αιτείτε και δοθησεται υμιν»;
Να προσεύχεσαι γενικά και να λες «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον τους πάσχοντας σωματικά και ψυχικά». Σ’ αυτήν την ευχή περιλαμβάνονται και οι κεκοιμημένοι. Αν σου έρχεται στον νου ένα συγγενικό σου πρόσωπο, πες μια ευχή και γι’ αυτό, «... ελέησον τον δούλον Σου τάδε», και πέρασε αμέσως στην γενική ευχή για όλον τον κόσμο, «... ελέησον τον κόσμον Σου άπαντα»
Μπορείς να φέρνεις στον νου σου έναν συγκεκριμένο άνθρωπο που έχει ανάγκη, να προσεύχεσαι λίγο γι’ αυτόν και μετά να λες «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς» και να πονάς για όλους, για να μη φεύγει η... αμαξοστοιχία με έναν επιβάτη. Να μη σκαλώνουμε σε ένα πρόσωπο και μετά δεν μπορούμε να βοηθήσουμε με την προσευχή ούτε τον εαυτό μας ούτε τους άλλους.
Όταν προσεύχεσαι λ.χ. για έναν καρκινοπαθή, να προσεύχεσαι για όλους τους καρκινοπαθείς και να λες και μια ευχή για τους κεκοιμημένους. Ή βλέπεις έναν δυστυχισμένο· να πηγαίνει αμέσως ο νους σου σε όλους τους δυστυχισμένους και να προσεύχεσαι γι’ αυτούς.
Να, θυμάμαι, μικρός είχα δει έναν ζητιάνο που πέθανε έξω από ένα τούρκικο σπίτι, δέκα μέτρα μακριά από το δικό μας. Πέτρο τον έλεγαν. Τον βρήκε το πρωί η Τουρκάλα πεσμένο έξω από το σπίτι της και τον σκούντηξε να σηκωθεί· τότε κατάλαβε ότι είχε πεθάνει. Ακόμη τον μνημονεύω. Πόσοι τέτοιοι «Πέτροι» υπάρχουν στον κόσμο!
Όταν πηγαίνει κανείς σε ειδικά θέματα και σκέφτεται ότι υποφέρουν οι συνάνθρωποί μας, βοηθιέται, γιατί κεντιέται η καρδιά. Έτσι, με πονεμένη καρδιά από τα ειδικά θέματα πηγαίνει και στα γενικά, και βοηθάει περισσότερο με την καρδιακή προσευχή.
Καλά είναι ο μοναχός να μοιράζει την προσευχή του σε τρία μέρη: για τον εαυτό του, για όλο τον κόσμο και για τους κεκοιμημένους. Αν και με αυτόν τον τρόπο, παρόλο που φαίνεται δίκαιη η μοιρασιά, πάλι για τον εαυτό του φροντίζει περισσότερο, γιατί ο εαυτός του είναι ένας, ενώ οι ζώντες και οι κεκοιμημένοι είναι δισεκατομμύρια. (...)
Να θέλει και αυτός που ζητά την προσευχή να βοηθηθεί, να σωθεί, και να αγωνίζεται. Για να βοηθηθεί δηλαδή κανείς από την προσευχή «δικαίου» ανθρώπου, χρειάζεται να έχει καλή διάθεση. Η ευχή που γίνεται με την καρδιά εισακούεται· πρέπει όμως και ο άλλος να είναι δεκτικός. Αλλιώς, εκείνος που προσεύχεται πρέπει να έχει την αγιότητα του Μεγάλου Παϊσίου, για να μπορέσει να τον βγάλει από την κόλαση1. Γι’ αυτό κάνετε προσευχή πρώτα γι’ αυτούς που έχουν διάθεση να σωθούν
Εγώ, όταν παρακαλάω τον Θεό για διάφορες περιπτώσεις, λέω: «Θεέ μου, να είναι αισθητή η βοήθειά Σου, για να βοηθηθούν οι άνθρωποι και πνευματικά· αν δεν είναι αισθητή, μη μας βοηθάς». Πολλοί ούτε καν καταλαβαίνουν από τι μπόρες μας γλιτώνει ο Θεός και ούτε καν το σκέφτονται, για να δοξολογήσουν τον Θεό. Γι’ αυτό να ζητάμε να βοηθάνε ο Χριστός, η Παναγία, οι Άγιοι στον κόσμο, αλλά να είναι και αισθητή η βοήθειά Τους, για να ωφελούνται οι άνθρωποι.
Ας υποθέσουμε ότι κινδυνεύει κάποιος να πέσει από την σκαλωσιά και οικονομάει ο Θεός να σκαλώσει κάπου, που δεν ήταν να σκαλώσει και γλιτώνει. Ή πέφτει κάπου και δεν σακατεύεται. Ή τρακάρει και γλιτώνει. Να ευχηθούμε να καταλάβει ότι ο Θεός τον βοήθησε και σώθηκε, για να βοηθηθεί πνευματικά.
Κάποιος έπεσε από ένα γεφύρι κάτω και σώθηκε. «Κατέβηκες να μετρήσεις το βάθος;», του λέω. Στα χέρια μας κρατούν οι Άγιοι. Ένα παιδί που του είχα δώσει ένα σταυρουδάκι, καθώς έτρεχε με τον μοτοσακό, πέρασε πάνω από ένα ταξί, έκανε μια τούμπα και συνέχισε να τρέχει στον δρόμο, χωρίς να πάθει τίποτα. Πολλοί γλιτώνουν, αλλά λίγοι καταλαβαίνουν κι διορθώνονται.
Η ποιότητα της προσευχής μετράει
- Γέροντα, όταν έχουμε ένα αίτημα για κάποιο σοβαρό θέμα, μήπως πρέπει η προσευχή να συνοδεύεται με νηστεία;
Αυτό δεν χρειάζεται συζήτηση· είναι κάτι το οποίο επιβάλλεται. Η νηστεία, η άσκηση, είναι προϋποθέσεις. Αλλά για να γίνει σωστή προσευχή, πρέπει να πονάει κανείς για τους άλλους. Γιατί είναι και τυπικό πολλών χριστιανών της εποχής μας να μη θέλουν να στενοχωρηθούν.
Και συνταξιούχοι ακόμη που όλη μέρα κάθονται, δεν πάνε να πλησιάσουν ένα παιδί εγκαταλελειμμένο, γιατί αυτό έχει φασαρία. Θα φάνε, θα πιουν τον καφέ τους και θα κάνουν έναν περίπατο, θα πάνε σε ένα νοσοκομείο που έχει νοσοκόμους, σε κάτι οργανωμένο, για να δουν έναν άρρωστο, γιατί αυτό είναι πιο εύκολο. Πάλι δηλαδή για να ευχαριστηθούν, οπότε αναπαύουν και τον λογισμό τους ότι έκαναν το καθήκον τους. Πόσους έχω στριμώξει να βοηθήσουν κάτι παιδάκια εγκαταλελειμμένα! Αυτοί τίποτε.
Στο Άγιον Όρος έκαναν κάπου Λιτανεία για την ανομβρία και, αντί να βρέξει, έπιασε πυρκαγιά! Δεν γίνεται λιτανεία σαν να κάνουμε περίπατο. Θέλει να πονέσουμε.
Μπορεί να παραμείνει πειρασμός ή μια δύσκολη κατάσταση, αν κάνουν καρδιακή προσευχή οι καλόγεροι; Παρ’ όλα τα δύσκολα χρόνια βλέπω στα μοναστήρια να επικρατεί ένα πνεύμα... Να είμαστε χαρούμενοι! Εδώ καίγεται ο κόσμος!
Μας ζητούν να κάνουμε μια αγρυπνία, ας υποθέσουμε, για έναν άρρωστο, και ψάλλουμε «Ανοιξαντος Σου την χειρα» και χαιρόμαστε. Εμείς περνάμε ευχάριστα την ώρα μας και ο άλλος εν τω μεταξύ πεθαίνει. «Κάνουμε, λέει, αγρυπνία για τον άρρωστο». Τι αγρυπνία; Εσείς κάνετε διασκέδαση. Αυτό είναι πνευματική διασκέδαση.
Μερικές φορές, ούτε όταν ο ιερέας λέει «Υπέρ των εν ασθενειαις κατακειμενων», προσευχόμαστε για τον άρρωστο. Θα βοηθούσαμε πιο θετικά, αν κάναμε και λίγη ευχή με το κομποσχοίνι. Δεν λέω να καταργήσουμε τις πανηγυρικές αγρυπνίες που προβλέπει το τυπικό, αλλά σε τέτοιες περιπτώσεις να διαθέτουμε και λίγη ώρα, για να κάνουμε τουλάχιστον ένα-δυο κομποσχοίνια λέγοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον τον δούλο σου».
Όλη η βάση είναι η ποιότητα της προσευχής. Η προσευχή πρέπει να είναι καρδιακή, να γίνεται από πόνο. Για τον Θεό δεν μετράει τόσο η ποσότητα της προσευχής όσο η ποιότητα. Η προσευχή που γίνεται στα μοναστήρια έχει ποσότητα, αλλά δεν φτάνει αυτό· πρέπει να έχει και ποιότητα. Τόσες ώρες προσευχή που γίνεται από τόσα άτομα, αν ήταν καρδιακή θα είχε αλλάξει ο κόσμος. Γι’ αυτό σκοπός είναι οι Ακολουθίες να γίνονται από την καρδιά.
Η καρδιακή προσευχή βοηθάει όχι μόνον τους άλλους αλλά και τον ίδιο τον εαυτό μας, γιατί βοηθάει να έρθει η εσωτερική καλοσύνη. Όταν ερχόμαστε στην θέση του άλλου, έρχεται φυσιολογικά η αγάπη, ο πόνος, η ταπείνωση, η ευγνωμοσύνη μας στον Θεό με την συνεχή δοξολογία, και τότε η προσευχή για τον συνάνθρωπό μας γίνεται ευπρόσδεκτη από τον Θεό και τον βοηθάει.
Προσευχή με υπομονή
- Γέροντα, μένει ψυχρή η καρδιά μου στην προσευχή.
Είναι γιατί ο νους δεν δίνει τηλεγράφημα στην καρδιά. Ύστερα στην προσευχή χρειάζεται να εργασθεί κανείς· δεν μπορεί από την μια στιγμή στην άλλη να φθάσει σε κατάσταση, ώστε να μη φεύγει καθόλου ο νους του. Θέλει υπομονή. Βλέπεις, άλλος χτυπάει την πόρτα, ξαναχτυπάει, περιμένει, και μετά ανοίγει η πόρτα. Εσύ θες να χτυπήσεις μια και να μπεις μέσα. Δεν γίνεται έτσι.
Στην προσευχή χρειάζεται επιμονή. «Και παρεβιάσαντο αυτον» (Λουκ. 24, 25), λέει το Ευαγγέλιο για τους δύο Μαθητές που συνάντησαν τον Χριστό στον δρόμο προς Εμμαούς. Έμεινε ο Χριστός μαζί τους, γιατί είχαν μια συγγένεια με τον Χριστό και το δικαιούνταν. Είχαν ταπείνωση, απλότητα, καλοσύνη, θάρρος με την καλή έννοια, όλες τις προϋποθέσεις, γι’ αυτό και ο Χριστός έμεινε μαζί τους.
Πρέπει να προσευχόμαστε με πίστη για κάθε ζήτημα και να κάνουμε υπομονή, και ο Θεός θα μιλήσει. Γιατί, όταν ο άνθρωπος προσεύχεται με πίστη, υποχρεώνει τον Θεό κατά κάποιο τρόπο για την πίστη του αυτή να του εκπληρώσει το αίτημά του. Γι’ αυτό, όταν ζητούμε κάτι από τον Θεό, να μη «διακρινώμεθα» και θα εισακουσθούμε. «Να έχετε πίστη χωρίς να διακριθείτε» (Ματθ. 21, 21), είπε ο Κύριος. Ο Θεός ξέρει να μας δώσει αυτό που ζητούμε, ώστε να μη βλαφτούμε πνευματικά.
Μερικές φορές ζητούμε κάτι από τον Θεό, αλλά δεν κάνουμε υπομονή και ανησυχούμε. Αν δεν είχαμε δυνατό Θεό, τότε να ανησυχούσαμε. Αλλά αφού έχουμε Θεό Παντοδύναμο και έχει πάρα πολλή αγάπη, τόση που μας τρέφει και με το Αίμα Του, δεν δικαιολογούμαστε να ανησυχούμε.
Μερικές φορές δεν αφήνουμε ένα δύσκολο θέμα μας στα χέρια του Θεού, αλλά ενεργούμε ανθρώπινα. Όταν ζητούμε κάτι από τον Θεό και κλονίζεται η πίστη μας και θέλουμε να ενεργήσουμε ανθρωπίνως στα δυσκολοκατόρθωτα, χωρίς να περιμένουμε την απάντηση στο αίτημά μας από τον Θεό, είναι σαν να κάνουμε αίτηση στον βασιλέα Θεό και την παίρνουμε πίσω, την ώρα που Εκείνος απλώνει το χέρι Του, για να ενεργήσει.
Τον παρακαλούμε πάλι, αλλά και πάλι κλονίζεται η πίστη μας και ανησυχούμε και επαναλαμβάνουμε το ίδιο. Έτσι διαιωνίζεται η ταλαιπωρία μας. Κάνουμε δηλαδή σαν εκείνον που κάνει μια αίτηση στο Υπουργείο και ύστερα από λίγο μετανιώνει και την αποσύρει. Ξαναμετανιώνει, την υποβάλλει· μετά από λίγο πάλι την αποσύρει. Η αίτηση όμως πρέπει να μείνει, για να παίρνει την σειρά της.
Προσευχή με πόνο
- Γέροντα, πως κάνετε ευχή για ένα θέμα;
Όλη η βάση που γίνεται η ευχή είναι να πονάει ο άνθρωπος. Αν δεν πονάει, μπορεί να κάθεται ώρες με το κομποσχοίνι και η προσευχή του να μην έχει κανένα αποτέλεσμα. Αν υπάρχει πόνος για το θέμα για το οποίο προσεύχεται, ακόμη και με έναν αναστεναγμό κάνει καρδιακή προσευχή.

Πολλοί, όταν την στιγμή που τους ζητούν οι άλλοι να προσευχηθούν δεν έχουν χρόνο, προσεύχονται με έναν αναστεναγμό για το πρόβλημά τους. Δεν λέω να μην κάνει κανείς προσευχή, αλλά, αν τυχόν δεν υπάρχει χρόνος, ένας αναστεναγμός για τον πόνο του άλλου είναι μια καρδιακή προσευχή· ισοδυναμεί δηλαδή με ώρες προσευχής.
Διαβάζεις λ.χ. ένα γράμμα, βλέπεις ένα πρόβλημα, αναστενάζεις και μετά προσεύχεσαι. Αυτό είναι μεγάλο πράγμα! Πριν πιάσεις το ακουστικό, πριν ακόμα καλέσεις, σε ακούει ο Θεός! Και το πληροφορείται ο άλλος. Να δείτε πως οι δαιμονισμένοι καταλαβαίνουν πότε κάνω προσευχή γι’ αυτούς και φωνάζουν όπου κι αν βρίσκονται!
Η πραγματική προσευχή ξεκινάει από έναν πόνο· δεν είναι ευχαρίστηση, «νιρβάνα». Τι πόνος είναι; Βασανίζεται με την καλή έννοια ο άνθρωπος. Πονάει, βογκάει, υποφέρει, όταν κάνει προσευχή για οτιδήποτε.
Ξέρετε τι θα πει υποφέρει; Ναι, υποφέρει, γιατί συμμετέχει στον γενικό πόνο του κόσμου ή στον πόνο ενός συγκεκριμένου ανθρώπου. Αυτήν την συμμετοχή, αυτόν τον πόνο, τον ανταμείβει ο Θεός με την θεία αγαλλίαση. Δεν ζητάει βέβαια ο άνθρωπος την θεία αγαλλίαση, αλλά η θεία αγαλλίαση έρχεται ως συνέπεια, επειδή συμμετέχει στον πόνο του άλλου (...).
Η θεία παρηγοριά
- Γέροντα, όταν πονώ για τους άλλους, με πιάνει άγχος και δεν μπορώ να προσευχηθώ.
Το ότι έχει κανείς άγχος όταν πονά για τους άλλους και να μην μπορεί να προσευχηθεί είναι δείγμα ότι υπάρχει ανθρώπινο στοιχείο μέσα του! Εγώ, όσο πιο πολύ πονώ τον κόσμο, τόσο πιο πολύ προσεύχομαι και χαίρομαι πνευματικά, γιατί τα λέω όλα στο Χριστό και εκείνος τα τακτοποιεί.
Και βλέπω ότι όσο περνάει ο καιρός, ενώ το σωματικό κουράγιο ελαττώνεται, το ψυχικό αυξάνει, γιατί η αγάπη, η θυσία, ο πόνος για τον άλλον δίνουν πολλή ψυχική δύναμη. Και ήμουν όρθιος όλη την νύχτα μέχρι τη Θεία Λειτουργία που έβλεπα τον κόσμο (Ο Γέροντας εννοεί την αγρυπνία της 9ης προς 10η Νοεμβρίου του 1993. Παρόλο που ήταν πολύ ταλαιπωρημένος από τον καρκίνο, όρθιος, στηριγμένος σε μια καρέκλα, έδωσε την ευχή του σε τριάντα χιλιάδες περίπου ανθρώπους που πέρασαν εκείνη την ημέρα). Μετά και μέσα στην Εκκλησία και πάλι όρθιος, αλλά δεν ένιωθα κούραση, γιατί πονούσαν τον κόσμο και αυτό με δυνάμωνε. Και εσύ να προσεύχεσαι και να χαίρεσαι, γιατί ο Χριστός θα τα οικονομήσει όλα.
Στην πνευματική αντιμετώπιση δεν υπάρχει θλίψη. Με τον κόσμο τώρα πόσο πόνο πέρασα! Δεν τα περνούσα έτσι τα θέματά τους. Πονούσα, αναστέναζα, αλλά σε κάθε αναστεναγμό άφηνα το θέμα στο Θεό, και στον πόνο που ένιωθα για τον άλλον έδινα ο Θεός παρηγοριά. Δηλαδή με την πνευματική αντιμετώπιση ερχόταν θεία παρηγοριά, γιατί ο πόνος που έχει μέσα την ελπίδα στο Θεό έχει θεία παρηγοριά. Αλλιώς πως θα αντέξει κανείς! Πώς θα μπορούσα διαφορετικά να τα βγάλω πέρα με τόσα που ακούω;
Πονάω, αλλά σκέφτομαι και την θεία ανταμοιβή στους πονεμένους. Είμαστε στα χέρια του Θεού. Αφού υπάρχει θεία δικαιοσύνη, θεία ανταπόδοση, τίποτε δεν πάει χαμένο. Όσο βασανίζεται κανείς, άλλο τόσο θα ανταμειφθεί. Ο Θεός, ενώ βλέπει τόσον πόνο πάνω στη γη, ακόμη και πράγματα που εμείς δεν μπορούμε να τα συλλάβουμε, δεν τα χάνει.
«Περισσότερο υποφέρεις, λέει, περισσότερο θα σε οικονομήσω στην άλλη ζωή», και γι’ αυτό χαίρεται. Διαφορετικά πώς θα μπορούσε, ας πούμε, να αντέξει τόση αδικία, τόση κακία που υπάρχει; Έχει όμως υπ’ όψιν Του την ανταμοιβή αυτών που υποφέρουν και μπορεί, τρόπος του λέγειν, να αντέξει αυτόν τον μεγάλο πόνο. Εμείς δεν βλέπουμε τι δόξα θα λάβει ο άλλος και πονούμε, γι’ αυτό ο Θεός μας ανταμείβει με θεία παρηγοριά.
- Γέροντα, αυτή η στενοχώρια δεν καταβάλει τον άνθρωπο;
Όχι. Ο άνθρωπος, όταν αντιμετωπίζει το κάθε πρόβλημα πνευματικά, δεν καταβάλλεται. Στην αρχή πικραίνεται, όταν ακούει ότι κάποιος υποφέρει, αλλά μετά έρχεται ως ανταμοιβή η θεία παρηγοριά και δεν καταστρέφεται ο οργανισμός του. Ενώ η πίκρα από την κοσμική στενοχώρια φέρνει γαστρορραγία κ.λ.π., αυτή δεν βλάπτει τον οργανισμό, γιατί έχει το θείο βάλσαμο.
Ο κίνδυνος της αναισθησίας
- Γέροντα, μερικές φορές μου ζητούν λαϊκοί να προσευχηθώ για ένα πρόβλημά τους. Το κάνω, χωρίς όμως να νιώσω πόνο.
Εδώ υπάρχουν δύο περιπτώσεις: η πρώτη είναι επικίνδυνη, η δεύτερη έχει πνευματική αντιμετώπιση. Όταν ο μοναχός ξεχνά τους δικούς του και δεν σκέφτεται και τους άλλους, δηλαδή δεν προσεύχεται για τον κόσμο, τότε αυτό είναι πολύ κακό. Ερχόμαστε δηλαδή στο μοναστήρι, εγκαταλείπουμε τους δικούς μας, και φθάνουμε να ξεχάσουμε τους δικούς μας, πόσο μάλλον τους άλλους. Αντιμετωπίζουμε τα πράγματα πνευματικά, αλλά δεν συμμετέχουμε στον πόνο των άλλων πνευματικά. Δεν προχωρούμε πνευματικά, για να μπορέσουμε να νιώσουμε τα προβλήματά τους, και υπάρχει κίνδυνος να φθάσουμε σε μια αναισθησία. Αρχίζει σιγά-σιγά μία αδιαφορία και γίνεται η καρδιά πέτρα. Στην δεύτερη περίπτωση πονά κανείς για όλο τον κόσμο, αλλά νιώθει και μια παρηγοριά, γιατί σκέφτεται ότι ο άλλος που υποφέρει θα έχει μισθό από τον Θεό, θα είναι μάρτυρας. Με αυτόν τον λογισμό νιώθει βαθιά σιγουριά και έχει μια εσωτερική χαρά. Σ’ αυτήν την περίπτωση η καρδιά δεν είναι πέτρινη αλλά θεϊκή).
Αν δεν προσέξουν οι καλόγεροι, μπορεί να γίνει η καρδιά τους πολύ σκληρή. Οι κοσμικοί βλέπουν ατυχήματα, την δυστυχία των άλλων, και πονούν. Εμείς δεν την βλέπουμε και μπορεί να ζητάμε όλο για τον εαυτό μας. Αν δεν κάνουμε δηλαδή λεπτή εργασία, για να νιώσουμε την δυστυχία των άλλων και να κάνουμε γι' αυτούς καρδιακή προσευχή), θα γίνουμε σκληρόκαρδοι. Θα φθάσουμε σε σημείο να θέλουμε το βόλεμά μας και θα γίνει η καρδιά μας πέτρινη με την αδιαφορία, πράγμα που είναι αντιευαγγελικό. Ό μοναχός πρέπει να ενδιαφέρεται, να πονάει και να προσεύχεται γενικά για τον κόσμο. Αυτό δεν του φέρνει περισπασμό, αλλά αντιθέτως βοηθιέται και ο ίδιος με την προσευχή), βοηθάει και τους άλλους.
- Γέροντα, ενώ βλέπω τα χάλια μου, κάνω πιο πολλή προσευχή για τους άλλους. Μήπως είναι καλύτερα να μnν προσεύχομαι για τους άλλους και να προσεύχομαι μόνο για τον εαυτό μου;
- Από ταπείνωση; Αν είναι από ταπείνωση, να λες στον Θεό με πολλή ταπείνωση: «Θεέ μου, τέτοια που είμαι, δεν πρέπει να με ακούσεις. Άλλα δεν είναι αδικία να υποφέρουν οι άλλοι εξ αιτίας μου; Γιατί, εάν είχα πνευματική κατάσταση, παρρησία, θα με άκουγες και θα τους βοηθούσες. Φταίω και εγώ, που ο άλλος υποφέρει. Τώρα όμως τι φταίει να υποφέρει εξ αιτίας μου; Σε παρακαλώ, βοήθησέ τον».
Εξαρτάται δηλαδή πως τοποθετείσαι για τους άλλους. Νιώθεις ότι δεν είσαι άξια, αλλά τυχαίνει, βλέπεις έναν πονεμένο, στενοχωριέσαι, πονάς, προσεύχεσαι. Όταν λ.χ. βλέπω εν αν τυφλό, αισθάνομαι τον εαυτό μου ένοχο, γιατί, αν είχα πνευματική κατάστασή, θα μπορούσα να τον θεραπεύσω.
Ο Θεός μας έδωσε την δυνατότητα να γίνουμε άγιοι, να κάνουμε θαύματα, όπως έκανε και Εκείνος. Αναγνωρίζουμε την μεγάλη ή μικρή μας πνευματική αρρώστια και ταπεινά ζητούμε την σωματική υγειά για τον συνάνθρωπό μας, ως ένοχοι για την αρρώστια του. Γιατί, εάν είχαμε πνευματική υγειά, θα είχε θεραπευθεί προ καιρού και δεν θα παιδευόταν. 'Όταν τοποθετούμαστε σωστά, ότι είμαστε ένοχοι για όλη την κατάσταση του κόσμου, και λέμε «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς», βοηθιέται και ο κόσμος όλος. Και για τα χάλια του πρέπει να πονέσει κανείς και να ζητήσει το έλεος του Θεού. Φυσικά, αν φθάσει σε μια πνευματική κατάσταση, τότε για τον εαυτό του δεν ζητάει τίποτε.
Βλέπω ότι πολλές φορές πιάνουμε στραβά το «Κύριε, 'Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» και δήθεν από ταπείνωση δεν λέμε «ελέησον rημάς», δεν προσευχόμαστε για τους άλλους παρά μόνο για τον εαυτό μας. Γι' αυτό και μερικές φορές μας παρεξηγούν εμάς τους μοναχούς οι κοσμικοί και λένε ότι είμαστε εγωιστές και ότι φροντίζουμε να σώσουμε μόνον τον εαυτό μας. Το «ελέησόν με» είναι για να μην πέσουμε σε υπερηφάνεια. Η ευχή ενός ταπεινού ανθρώπου, που πιστεύει ότι είναι χειρότερος από όλους, έχει περισσότερη αξία από την αγρυπνία που κάνει ένας άλλος με υπερήφανο λογισμό. Όταν προσευχόμαστε με υπερηφάνεια, κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας.
Κατάσταση Συναγερμού
Μην ξεχνάτε ότι παίρνουμε δύσκολους καιρούς και χρειάζεται πολλή προσευχή. Να θυμάστε την μεγάλη ανάγκη που έχει ο κόσμος σήμερα και την μεγάλη απαίτηση που έχει ο Θεός από μας για προσευχή. Να εύχεστε για την γενική εξωφρενική κατάσταση όλου του κόσμου, να λυπηθεί ο Χριστός τα πλάσματά Του, γιατί βαδίζουν στην καταστροφή. Να επέμβει θεϊκά στην εξωφρενική εποχή που ζούμε, γιατί ο κόσμος οδηγείται στην σύγχυση, στην τρελά και στο αδιέξοδο.
Μας κάλεσε ο Θεός να κάνουμε προσευχή για τον κόσμο, που έχει τόσα προβλήματα! Οι καημένοι δεν προλαβαίνουν έναν σταυρό να κάνουν. Εάν εμείς οι μονάχοι δεν κάνουμε προσευχή, ποίοι θα κάνουν; Ό στρατιώτης σε καιρό πολέμου είναι σε κατάσταση συναγερμού, έτοιμος με τα παπούτσια. Στην ίδια κατάσταση πρέπει να είναι και ο μοναχός. Αχ, Μακκαβαίος1 θα έβγαινα! Στα βουνά θα έφευγα, για να προσεύχομαι συνέχεια για τον κόσμο.
Πρέπει να βοηθήσουμε με την προσευχή τον κόσμο, όλο, να μην κάνη ο διάβολος ό,τι θέλει. 'Έχει αποκτήσει δικαιώματα ο διάβολος. 'Όχι ότι τον αφήνει ο Θεός, αλλά δεν θέλει να παραβιάσει το αυτεξούσιο. Γι' αυτό εμείς να βοηθήσουμε με την προσευχή. Όταν πονάει κανείς για την σημερινή κατάσταση που επικρατεί στον κόσμο και προσεύχεται, τότε βοηθιούνται οι άνθρωποι, χωρίς να παραβιάζεται το αυτεξούσιο. Αν προχωρήσετε με τηv Χάρη του Θεού ακόμη λίγο, θα αρχίσουμε να κάνουμε μια προσπάθεια στο θέμα της προσευχής, να μπει μια σειρά, να γίνετε ραντάρ, γιατί και τα πράγματα ζορίζουν. Θα διοργανώσουμε ένα συνεργείο προσευχής. Να κάνετε πόλεμο με το κομποσχοίνι. Με πόνο να γίνεται η προσευχή. Ξέρετε τι δύναμη έχει τότε η προσευχή;
Πολύ πληγώνομαι, όταν βλέπω μονάχους να ενεργούν ανθρωπίνως και όχι με τηv προσευχή δια μέσου του Θεού στα δυσκολοκατόρθωτα ανθρωπίνως. Ο Θεός μπορεί όλα να τα τακτοποίηση. Όταν κανείς κάνει σωστή πνευματική εργασία, τότε μπορεί μόνο με τηv προσευχή να χτίση μοναστήρια και να τα εφοδιάσει με όλα τα απαραίτητα και. να βοηθήσει το σύμπαν. Δεν χρειάζεται ούτε να δουλεύει- αρκεί μόνο να προσεύχεται.
Ο μοναχός πρέπει να προσπαθήσει να μην πονοκεφαλάει για τηv άλφα ή βήτα δυσκολία, είτε είναι ατομική είτε ενός συνανθρώπου του είτε αφορά στην γενική κατάσταση, αλλά να καταφεύγει στην προσευχή και να στέλνει δια του Θεού πολλές θείες δυνάμεις. 'Άλλωστε και το έργο του μονάχου αυτό είναι, και εάν αυτό δεν το έχει καταλάβει ο μοναχός, η ζωή του δεν έχει κανένα νόημα. Γι' αυτό, να ξέρει ότι η κάθε αγωνία του που τον ωθεί να αναζητά ανθρώπινες λύσεις στα διάφορα προβλήματα, με ένα βασάνισμα και πονοκέφαλο, είναι του πειρασμού.
Όταν βλέπετε ότι σας απασχολούν πράγματα για τα όποία ανθρωπίνως δεν υπάρχει λύση και δεν τα εμπιστεύεστε στον Θεό, να ξέρετε ότι αυτό είναι τέχνασμα του πειρασμού, για να αφήσετε τηv προσευχή, με τηv όποία μπορεί ο Θεός να στείλει όχι απλώς θεία δύναμη αλλά θείες δυνάμεις, και η βοήθεια τότε δεν θα είναι απλώς θεία βοήθεια αλλά θαύμα Θεού.
Από τηv στιγμή που αρχίζουμε να αγωνιούμε, εμποδίζουμε τον Θεό να επέμβει. Βάζουμε τηv λογική μπροστά και όχι τον Θεό, το θειο θέλημα, ώστε να δικαιούμαστε την θεία βοήθεια. Ο διάβολος προσπαθεί, κλέβοντας με τέχνη την αγάπη του μονάχου, να τον κρατάει σε μια κοσμική αγάπη, σε μια κοσμική αντιμετώπιση και κοσμική πρόσφορα στον συνάνθρωπό του, ενώ ως μοναχός έχει την δυνατότητα να κινείται στον δικό του χώρο, στην δική του ειδικότητα, του Ασυρματιστού, γιατί αυτό είναι και το διακόνημα που του έδωσε ο Θεός. Όλα τα άλλα, όσα κάνουμε με τις ανθρώπινες προσπάθειες, είναι σε κατώτερη μοίρα.
Επίσης καλύτερα είναι ο μοναχός να βοηθάει τους άλλους με την προσευχή του παρά με τα λόγια του. Αν δεν έχει την δύναμη να συγκρατήσει κάποιον που κάνει κακό, ας τον βοηθήσει από μακριά με την προσευχή, γιατί διαφορετικά μπορεί και να βλαφτεί. Μια ευχή καλή, καρδιακή, έχει περισσότερη δύναμη από χιλιάδες λόγια, όταν οι άλλοι δεν παίρνουν από λόγια. Παρόλο που λένε ότι βοηθώ τον κόσμο που έρχεται και με βρίσκει, ως θετική προσφορά μου στον κόσμο βλέπω την μιάμιση ώρα που διαβάζω το Ψαλτήρι. Το άλλο το θεωρώ ψυχαγωγία. να πουν οι καημένοι τον πόνο τους, να τους δώσω καμία συμβουλή.
Γι' αυτό την βοήθεια δεν την θεωρώ προσφορά δική μου. Η προσευχή είναι που βοηθάει. Αν είχα όλο τον χρόνο μου για προσευχή, περισσότερο θα βοηθούσα τον κόσμο. Ας πούμε ότι θα δω την ημέρα διακόσιους πονεμένους, μόνο διακόσιοι πονεμένοι υπάρχουν στον κόσμο; Αν δεν δω κανέναν και προσευχηθώ για όλον τον κόσμο, τότε βλέπω όλον τον κόσμο. Γι' αυτό λέω στον κόσμο: «Εγώ θέλω να μιλώ για σας στον Θεό, και όχι σ' εσάς για τον Θεό. Αυτό είναι καλύτερο για σας, αλλά δεν με καταλαβαίνετε» .
Να μην παραμελούμε το θέμα τnς προσευχής σ' αυτά τα δύσκολα χρόνια. Είναι ασφάλεια η προσευχή, είναι επικοινωνία με τον Θεό. Είδατε τι λέει ο Αββάς Ισαάκ; «Δεν θα μας ζητήσει λόγο ο Θεός, γιατί δεν κάναμε προσευχή, αλλά γιατί δεν είχαμε επαφή με τον Χριστό και μας ταλαιπώρησε ο διάβολος».
Από το βιβλίο «Λόγοι Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου Β΄»,
εκδ. Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσσαλλονίκης
1. Η προσωνυμία Μακκαβαίος δόθηκε στον Ιούδα, ηγέτη της Ιουδαϊκής επαναστάσεως, η οποία έγινε το 166 π.Χ. κατά του Αντιόχου Δ΄ του Επιφανούς, ηγεμόνος του βασιλείου των Σελευκιδών. Σημαίνει –κατά την πιθανότερη άποψη- αυτόν που σφυροκόπησε τους εχθρούς του. Το ίδιο επίθετο δόθηκε στη συνέχεια και στους διαδόχους του Ιούδα. Οι Μακκαβαίοι διακρίθηκαν για τους αγώνες υπέρ της πατρώας πίστεως και της πολιτικής ελευθερίας.

Σάββατο 14 Μαΐου 2016

Ο καθηγητής Δημήτριος Τσελεγγίδης για τον Όσιο Γέροντα Παΐσιο


Συνέντευξη στο Newsbeast.gr
- Κύριε Τσελεγγίδη τι σημαίνει για την Εκκλησία η αγιοκατάταξη του γέροντα Παϊσίου;
«Η αγιοκατάταξη ερμηνεύεται ως μία κίνηση ότι ο άνθρωπος γίνεται άγιος από το Θεό. Δεν μπορεί κανείς να γίνεται άγιος αν δεν του δοθεί η ενέργεια του Θεού, δηλαδή η αγιότητα. Πρόκειται για τη δογματική συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας που βλέπει δια των ακολουθούντων σημείων, αυτά τα οποία σχετίζονται με το πρόσωπο αυτό. Η Εκκλησία έρχεται θεσμικώς και κατακυρώνει την αγιότητα με μία επίσημη εκκλησιαστική πράξη». 

- Ήρθε κάπως καθυστερημένα η συγκεκριμένη κίνηση από πλευράς της επίσημης Εκκλησίας δεδομένου ότι πέρασαν 21 χρόνια από τη στιγμή που εκοιμήθη ο Παΐσιος;
«Η αγιότητα του πατρός Παϊσίου, τον οποίο γνώρισα από τα φοιτητικά μου χρόνια ήταν πιστοποιημένη στη συνείδησή μας επειδή μας το βεβαίωνε ο Θεός. Όχι απλώς νοητικώς, αλλά δια των ακολουθούντων σημείων του Αγίου Πνεύματος. Μας βεβαίωνε ο Θεός το λόγο του και ήταν συνείδηση ευρύτερα ότι ο Παΐσιος είναι άγιος.
Η αγιοκατάταξη είναι θέμα διαχείρισης της διοίκησης της Εκκλησίας, δηλαδή της Επισκοπής. Η Επισκοπή έχει τον θεσμικό ρόλο να προχωρήσει στην αγιοκατάταξη όταν εκείνη κρίνει. Όταν δηλαδή το Πνεύμα το Άγιο λειτουργήσει και στις συνειδήσεις ότι πρέπει να το κάνει. Δεν εξαναγκάζεται. Φυσικά και το γνώριζε ή το είχε πληροφορηθεί η Εκκλησία, καθότι ήταν γνωστές ανά τον κόσμο οι ευεργεσίες του Αγίου Παϊσίου. 
Εγώ ως πιστός γνώριζα ότι ισχύει η αγιότητά του. Το ότι έγινε και τυπικά, δεν θα πω ότι δεν ήταν τίποτα. Ήταν ουσιαστικά η επισημοποίηση ότι μπορούμε να χρησιμοποιούμε τη λέξη άγιος, την οποία χρησιμοποιούσαμε ήδη». 
- Εφόσον και εσείς ή και πολύς ακόμα κόσμος γνώριζε τον Παΐσιο, πόση σημασία έχει η τυπική αναγνώριση της αγιότητάς του;
«Μικρή σημασία έχει. Επειδή όμως μπορεί να αμφισβητηθεί από τον οποιονδήποτε, λέγοντας ότι πρόκειται για υποκειμενική εκτίμηση και ενέχει τον κίνδυνο του σφάλματος, η θεσμική αναγνώριση αποτελεί την έκφραση της συλλογικής συνειδήσεως του πληρώματος της Εκκλησίας. 
Πάντως, παρά γεγονός ότι ο Άγιος Παΐσιος έχει κοιμηθεί η ουσία του δεν αλλάζει για εμένα. Τις ίδιες απαντήσεις που είχα από εκείνον όταν βρισκόταν εν ζωή, έχω και τώρα». 
- Τι εννοούμε όταν αναφερόμαστε στην πνευματικότητα του Παϊσίου; Κάποιοι μιλούν για τα θαύματα ή τις προφητείες του. 
«Τα θαύματα είναι το αποτέλεσμα. Εκείνο που προηγείται και πρέπει να υπάρχει είναι η αγιοπνευματική παρουσία. Στο πλαίσιο της Εκκλησίας, όταν μιλάμε για πνευματικότητα, δεν εννοούμε αυτό που νομίζει ο κόσμος ευρύτερα. 
Ο κόσμος εκλαμβάνει ως πνευματικότητα και τη διανόηση. Ότι δηλαδή δεν είναι έργο χειρών, αλλά έργο της διανοίας του ανθρώπου, θεωρείται από τον κόσμο ως πνευματικό. 
Στην Εκκλησία όταν μιλάμε για έναν πνευματικό άνθρωπο, εννοούμε αυτόν που έχει ενεργό μέσα του το Πνεύμα το Άγιο. Κάθε πιστός το έχει λάβει στη βάπτισή του και ειδικότερα κατά το Άγιο Χρίσμα. Η διαφορά είναι ότι στη συνέχεια -όπως έλεγε ο Άγιος Παΐσιος- την έχει «μπαζώσει με τα απόβλητα της αμαρτίας του». Οπότε έχει καταστεί ανενεργή η χάρη του Θεού.
Στην Εκκλησία μέσω τις πνευματικής άσκησης, η οποία συνίσταται στις εντολές του Θεού και καταγράφεται στα Ευαγγέλια, μετέχοντας στα μυστήριά της που ενεργοποιούν την υπάρχουσα θεότητα μέσα μας, ο πατήρ Παΐσιος ενεργοποίησε την αγιότητά του. Αυτό του έδινε τη δυνατότητα σε σχέση προς τη διάθεση του άλλου που τον άκουγε, με την αγάπη που είχε για τον ακροατή του, να θεραπεύει». 
- Ίσως όμως το γεγονός ότι κάποιος ασθενής θεραπευόταν να οφείλεται στο ενδιαφέρον που έδειχνε ο Παΐσιος. Έτσι, κάποιος να αντλούσε τη δύναμη και την πίστη ότι μπορεί να γιατρευτεί. Γεγονός είναι ότι πολλοί αμφισβητούν το θαύμα, όπως παρουσιάζεται από την Εκκλησία. Μήπως το θαύμα προέρχεται από την εσωτερική δύναμη του καθενός;
«Όχι. Δεν είναι έτσι. Η εσωτερική δύναμη είναι η προαίρεση του ακροατή. Η διάθεση να δεχτεί με ένα ταπεινό φρόνημα. Η θεραπεία ερχόταν επειδή είναι ζωντανός φορέας του Αγίου Πνεύματος ο Άγιος Παΐσιος και αγαπούσε από καρδιάς τους ανθρώπους και τους πάσχοντες. Χαρακτηριστική είναι η φράση που χρησιμοποιούσε ο ίδιος: «Να μπορούσα να κομματιάσω την καρδιά μου και να τη μοιράσω σε όλους», θέλοντας έτσι να μοιράσει την αγάπη του σε όλους. 
Ο Άγιος Παΐσιος ζητούσε από το Θεό για λογαριασμό του πάσχοντος, να τον γιατρέψει. Ο Θεός επιβράβευε τον Άγιο, δίνοντας αυτό που του ζητούσε, γιατρεύοντας τον πάσχοντα.  Σε κάποιες περιπτώσεις ο πάσχων δεν ζητάει πάντοτε να τον γιατρέψει ο Άγιος, αλλά πολλές φορές όπως συνέβη με τον παραλυτικό, τον οποίο γιάτρεψε ο Χριστός, ο Άγιος ζητάει από μόνος του τη βοήθεια του Θεού για τη θεραπεία του ασθενούς. Βοηθάει όμως και η πίστη των άλλων. Εδώ παρεμβαίνει το εκκλησιολογικό φρόνημα, όπως το ονομάζουμε εμείς οι θεολόγοι. Αυτό σημαίνει ότι όπως σε μία οικογένεια όταν πάσχει κάποιος και δεν μπορεί να κάνει κάτι, και οι συγγενείς του τον πηγαίνουν στο γιατρό, έτσι και ο Παΐσιος ο πνευματικός γιατρός, θεραπεύει όχι μόνο εκείνους που έρχονται σε αυτόν. Θεραπεύει κι όσους αισθάνεται ότι έχουν την ανάγκη του με την «πνευματική τηλεόραση», την οποία διέθετε. 
Ως προς τα θαύματα είναι πραγματικά γιατί έχουμε θεραπείες. Υπάρχουν περιστατικά θεραπείας, όπου οι ασθενείς τα έχουν καταθέσει. Παράδειγμα ένας καρκινοπαθής, τον οποίο θεράπευσε ο Παΐσιος. Οι εξετάσεις έδειξαν ότι δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα, χωρίς να έχει προηγηθεί ιατρική παρέμβαση.
Ένα άλλο παράδειγμα ήταν η παρότρυνση για χρήση γιατρού ή φαρμάκου. Σας αναφέρω ένα περιστατικό, το οποίο μου εμπιστεύθηκε γιατρός, καθηγητής, ο οποίος συνδεόταν με τον Πατέρα Παΐσιο. Σε μία συνάντηση που είχαν, είπε ο γιατρός στον Παΐσιο ότι τον πονούσε το στομάχι του. Ο Παΐσιος τον προέτρεψε να πάρει ένα ευτελές χάπι, χωρίς αποδεδειγμένη επιστημονικά δράση, τονίζοντάς του ότι θα γίνει καλά. Ο γιατρός γνώριζε το χάπι, και δεν γνώριζε ότι θεραπεύει το έλκος. Επειδή όμως ήταν ευλαβικός προς τον Γέροντα Παΐσιο, λίγο αργότερα γιατρεύτηκε. Μετά από δύο χρόνια, αποδείχτηκε ιατρικά ότι το χάπι αυτό θεράπευε το έλκος στομάχου».
- Περιγράψτε μας πώς γνωρίσατε τον Παΐσιο; Πότε συναντηθήκατε για πρώτη φορά;
«Γνωριστήκαμε το 1969, όταν βρισκόμουν ως φοιτητής στη Μονή Σταυρονικήτα, Τότε ο πατήρ Βασίλειος ο Γοντικάκης έστειλε εμένα και κάποιους συμφοιτητές μου στο Άγιο Όρος για να συναντήσουμε όπως μας είχε πει έναν Γέροντα. 
Μας είχε πει μάλιστα να επιστρέψουμε στο μοναστήρι που διαμέναμε πριν πέσει ο ήλιος. «Διαφορετικά θα σας αφήσω έξω από το μοναστήρι και θα σας ρίξω κουβέρτες να κοιμηθείτε έξω. Αυτή είναι η τάξη του μοναστηριού», πρόσθεσε.
Εμείς γελάσαμε, και αναρωτηθήκαμε γιατί θα χρειαζόταν να επιστρέψουμε τόσο αργά στο μοναστήρι. Τι ήταν αυτό που θα μας κρατούσε τόσες ώρες;
Αφού τον είδαμε όλοι μαζί, στη συνέχεια τον συναντήσαμε και κατ’ ιδίαν για να του πούμε τα προσωπικά μας. Εκείνος τότε είχε κάνει μία σοβαρή επέμβαση υγείας και βρισκόταν σε άσχημη κατάσταση. Αδύναμος και καταβεβλημένος μετά την επέμβαση στους πνεύμονες. Καθόταν σε μία πέτρινη πλάκα κάτω από μία ελιά κι εμείς απέναντί του. Εμείς παρά το γεγονός ότι μας είπε πως ήταν κουρασμένος, τον κρατήσαμε όλη την ημέρα νηστικό κάτω από τη ελιά, χωρίς να καταλάβουμε πώς πέρασε η ώρα έως τη δύση του ηλίου. Εκείνος μας έλεγε πράγματα που γλύκαναν την ψυχή μας, δίνοντας απαντήσεις ακόμα και σ’ εκείνα, τα οποία δεν ρωτήσαμε. Όλα όσα ήταν προσανατολιστικά για όλη μας τη ζωή. Έβαζαν σε τάξη τη σύγχυση ως προς την αξιολογική διαβάθμιση των πραγμάτων και ως προς την πραγματική ζωή. Νιώθαμε μία πνευματική θέρμη και μία γαλήνη λογισμών».
- Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά που προσδιόρισαν την πορεία σας, μέσω της επαφής μαζί του;
«Ήταν ένα πρόσωπο με ιδιαίτερο χιούμορ, γλυκύς άνθρωπος και ευφυολόγος. Έλεγε πράγματα, τα οποία μου δημιουργούσαν αισιοδοξία και φιλικότητα. Όταν πήγα εγώ μου είπε: "Δημήτρη να φτιάξουμε μία επιχείρηση οι δυο μας".
Τον κοίταξα παραξενεμένος. Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ένας ασκητής μιλάει για επιχειρήσεις. Συνέχισε λέγοντας: "Να φτιάξουμε ένα εργοστάσιο. Ένα εργοστάσιο καλών λογισμών'. Και έφερε το εξής παράδειγμα: «Έχουμε ένα εργοστάσιο που φτιάχνει αγιοπότηρα, ό,τι υλικό και αν του βάλεις. Χρυσό, άργυρο, χρυσό. (ο καλός λογισμός). Απλώς θα διαφέρει η ποιότητα ανάλογα με το υλικό που χρησιμοποιούμε. Αν αυτό το εργοστάσιο είναι πολεμικό για να φτιάχνει βολίδες, τότε και λάσπη να του ρίξεις, χρυσό, άργυρο, πάλι πολεμικά βλήματα θα παράγει(ο κακός λογισμός)». 
Η αφετηρία όλων αυτών είναι οι λογισμοί με επίκεντρο τον άνθρωπο. Μας κινητοποίησε με ένα απτό παράδειγμα, διαχωρίζοντας το καλό από το κακό, πώς να μην κάνουμε «κακές» σκέψεις. Το παράδειγμα με τους λογισμούς του Παϊσίου μας έδειχνε πως ακριβώς είναι να κάθεται κάποιος με έναν φαρμακόγλωσσο στην παρέα, ο οποίος έχει να πει για όλα κάτι κακό. Απεναντίας είναι ευχάριστο να βλέπεις κάποιον ακόμα και σε μία κακή ενέργεια κάποιου, να βρίσκει ελαφρυντικά.
Ο Παϊσιος έφερνε το παράδειγμα ενός παιδιού, το οποίο πετούσε μία πέτρα και έσπαγε μία βιτρίνα. Και συνέχιζε, τονίζοντας ότι δεν είναι καλό πράγμα να κατακρίνουμε τους άλλους για μία συγκεκριμένη πράξη. "Μπορείς να σχηματίσεις έναν πόνο και μία συμπάθεια γι’ αυτόν και να θεωρήσεις τον εαυτό σου ότι είσαι χειρότερος από αυτόν που το κάνει", μου είπε την πρώτη μέρα που τον γνώρισα. 
Και το εξηγούσε λέγοντας ότι αυτός προήλθε από ένα δυσμενές περιβάλλον. "Επομένως θα μπορούσε να είχε σπάσει δέκα κεφάλια την ημέρα, πετώντας την πέτρα, αλλά δεν το έκανε. Έσπασε μόνο μία βιτρίνα. Εσύ μεγάλωσες σε ένα ιδανικό περιβάλλον και θα έπρεπε με τα εφόδια που έλαβες να κάνεις δέκα θαύματα την ημέρα, αλλά δεν το κάνεις. Επομένως, τι σε κάνει καλύτερο από εκείνον; Πόσο αξιοποίησες τα αγαθά που έλαβες από το σπίτι σου;". 
Έτσι μπορείς να βάλεις τον εαυτό σου κάτω από αυτόν, αντιμετωπίζοντάς τον με συμπόνια, από τη στιγμή που αυτά τα χαρακτηριστικά και η οργή που εκφράζει προέρχονται από το περιβάλλον του. Είχε μία αγαπητική διάθεση προς όλα τα πράγματα, ενώ στον εαυτό του χρέωνε ότι δεν έχει αξιοποιήσει την προσφορά του Θεού σε αυτόν. 
Η αγάπη του Παϊσίου ήταν θεϊκή. Εκείνη η άκτιστη αγάπη του Θεού που ζούσε και όχι η απλή ανθρώπινη αγάπη. Η αγάπη του μας αλλοίωνε πνευματικά όταν περνούσε μέσα μας. Γι’ αυτό μας ενέπνεε και μας καλλιεργούσε το συναίσθημα αυτό τόσο προς το Θεό, τον πλησίον και την πατρίδα. 
Ήταν ταπεινός ο ίδιος και ήθελε την αρετή που διέθετε να την κρύβει. Αυτή την ταπεινότητα τη μετέδιδε στη διάρκεια της συζήτησης και σε όποια κατάσταση και αν βρισκόταν ο συνομιλητής του θα έφευγε παρηγορημένος και κατευνασμένος. Ακόμα και όταν έφευγε από κοντά του, γιατί προσευχόταν για εσένα, ακόμα και όταν απομακρυνόσουν. Ό,τι καταγραφόταν μέσα του το έφερε ακόμα και πολύ καιρό μετά μαζί. Όταν τον επισκεπτόταν κάποιος ξανά, ρωτούσε για το πρόβλημά του και θυμόταν κάθε λεπτομέρεια». 
- Πώς αντιμετώπιζε πρόσωπα με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό; Βλέπουμε πολλές, πηγές ή φορείς της Εκκλησίας να αφορίζουν την ομοφυλοφιλία. Σας αναφέρω ως πρόσφατο παράδειγμα τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, ο οποίος σε συνέντευξή του ανέφερε ότι δεν αποδέχεται τους ομοφυλόφιλους στους κόλπους της Εκκλησίας.
«Όταν ήμουν φοιτητής ήταν στη μόδα το κίνημα τον χίπηδων με τα μακριά μαλλιά, τις φαβορίτες, τα παντελόνια καμπάνες. Έβλεπα τότε στο καλύβι που τον επισκεπτόμουν να πηγαίνουν αυτοί οι άνθρωποι. Εγώ είχα μία αυστηρή θεώρηση απέναντί τους και τον ρώτησα τι έλεγε σε αυτούς τους ανθρώπους.
Μου απάντησε ότι δεν τους έλεγε κάτι για την εμφάνισή τους. Αντιθέτως μου είπε ότι «εγώ δεν μένω σε αυτά, αλλά στην εσωτερική τους κατάσταση». Τους μιλούσε με πολύ αγάπη γι’ αυτά που είχαν μέσα τους, αλλά επειδή τα έλεγε με αγάπη και πόνο, εκείνοι γνώριζαν τον εαυτό τους από αυτά, τα οποία άκουγαν. 
«Εγώ κοιτάζω να τακτοποιήσω την εσωτερική τους κατάσταση. Τα άλλα τα τακτοποιούν αυτοί από μόνοι τους. Μάλιστα, όταν ξαναέρχονται σ’ εμένα, έρχονται αλλαγμένοι και εξωτερικά», σημείωνε τότε ο Γέροντας. Όπως καταλαβαίνετε δεν ενδιαφερόταν για το περιτύλιγμα. Ήξερε να προσφέρει ένα πνευματικό σοκ σε όσους είχε απέναντί του. Είχε την ικανότητα να περνάει την αγάπη το Θεού στον άλλο. Δεν μιλούσε για το πάθος ή την αμαρτία του συνομιλητή του. Αντιθέτως, συζητούσε μαζί του άλλα πράγματα, τα οποία ο εκείνος μέσα από τα πάθη του αναζητούσε. Στη συνέχεια αντιλαμβανόταν ότι αυτό που ζητούσε, το έκανε από λάθος δρόμο – αναζητώντας την ευτυχία ή οτιδήποτε άλλο.
Ο Παϊσιος εξομολογούταν ότι «εγώ θα προσεύχομαι για ‘σένα» και ζητούσε από αυτόν που είχε απέναντί του να κάνει κι εκείνος με τη σειρά του κάτι μικρό, ανάλογα με τις δυνάμεις του. Έτσι, ο συνομιλητής του Παϊσίου έφτανε στο σημείο να αρνηθεί το πάθος του ως καρκίνωμα. Κι αυτό το πετύχαινε χωρίς να ασκεί στείρα κριτική σ’ εκείνον. 
Αν θέλετε να σας απαντήσω θεολογικά, γι’ αυτό που σήμερα η κοινωνία ονομάζει σήμερα «διαφορετικό», θα σας πω ότι στην Εκκλησία δεν μπορούμε να υιοθετήσουμε την έννοια του διαφορετικού επί ίσοις όροις, πέρα από τον άνδρα και τη γυναίκα. «Ο Θεός εποίησε άρρεν και θήλυ», δεν εποίησε άλλο φίλο. Αυτό είναι μία αρρώστια που έχει τις αιτίες και τις εξαρτήσεις της».
- Ο Παΐσιος όμως αποδεχόταν τους ομοφυλόφιλους, ενώ η Εκκλησία ως θεσμός δεν αποδέχεται την ομοφυλοφιλία…
«Η Εκκλησία αποδέχεται τους πάντες, καθότι ο Θεός ήρθε για να σώσει όλους τους ανθρώπους. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι γίνεται αποδεκτός κανείς μέσα στην Εκκλησία, εάν αυτός είναι κλειστός στις προδιαγραφές που θέτει η Εκκλησία. 
Είμαστε στην Εκκλησία γιατί βαπτιστήκαμε. Από εκεί και πέρα δεν σημαίνει ότι υπάρχει μία μηχανιστική μαγική λειτουργία, από την οποία παίρνουμε εμείς τη ζωή του Χριστού, υπό οποιουσδήποτε όρους. Όταν λοιπόν ο νους μας είναι ακάθαρτος - και είναι ακάθαρτος όταν φεύγει από τον Θεό και συνεργάζεται με τον διάβολο -, τότε μπορεί να είναι οργανικά στην Εκκλησία, αλλά δεν είναι ζωντανός.
Παράδειγμα σε ένα δέντρο υπάρχουν και αρρωστιάρικα κλαδιά, ξερά. Το δέντρο όμως είναι εντάξει. 
Αυτοί οι άνθρωποι, όποιοι κι αν είναι, με όποιες αμαρτίες και αν φέρουν, ακόμα και αν έχουν βαπτιστεί στην Εκκλησία, δεν σημαίνει ότι αφορίζονται. Εκείνοι έχουν αφορίσει την Εκκλησία. Αν όμως μετανοήσουν, έχουν τη δυνατότητα να έχουν αυτή την παροχή ζωής και να συμμετέχουν σε αυτήν. 
Η Εκκλησία πάντως, έχει μιλήσει για την ομοφυλοφιλία τόσο στην Παλαιά Διαθήκη με τα Σόδομα και τα Γόμορρα, όπου αναγράφεται εκεί ποιο ήταν το είδος αυτών των ανθρώπων και γιατί τους κατέστρεψε ο Θεός. Επίσης, ο Απόστολος Παύλος στην Καινή Διαθήκη λέει ότι ενόσω εμμένουν σε αυτές τις αμαρτίες, το να νομίζουν ότι θα έρθουν στη ζωή, παίρνοντας τη ζωή της Εκκλησίας, είναι σφάλμα. «Βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι», σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο. 
Δεν μπορεί να παραμένει κάποιος, μοιχός, φονιάς, ομοφυλόφιλος, όσα δεν επιτρέπει ο Θεός στις ανθρώπινες προδιαγραφές και να πιστεύει ότι μπορεί να σωθεί». 
- Σε κάθε περίπτωση όμως δεν συγχέουμε έναν φονιά με έναν ομοφυλόφιλο. 
«Για την Εκκλησία είναι το ίδιο. Έχει μία τάξη αμαρτημάτων. Αυτή η τάξη έχει ανάλογα επιτίμια. Ο πόρνος, ο μοιχός, ο φονιάς και ο ομοφυλόφιλος βρίσκονται στην ίδια κατηγορία. Η ομοφυλοφιλία εντάσσεται στα θανάσιμα αμαρτήματα της Εκκλησίας. Αν όμως μετανοήσει η Εκκλησία μπορεί να τον δεχτεί».
- Θα δεχόταν ο Γέροντας Παΐσιος να πάει τότε κοντά του κάποιος με σκισμένα ρούχα, σκουλαρίκια; Δεδομένου ότι όλα τα μοναστήρια επιβάλλουν έναν ενδυματολογικό κώδικα για όσους θέλουν να τα επισκεφθούν.
«Μιλάμε για ένα θεσμό και ένα πρόσωπο. Δύο διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα. Ως πρόσωπο, επειδή ήταν ασκητής και δεν έχει «βιτρίνα» θεσμού, δεχόταν τους πάντες και το ξέρω. Εκτός από κάποιον ο οποίος πήγαινε με πονηρία. Όπως κάποτε ένας ρωμαιοκαθολικός ιερωμένος, ο οποίος ντύθηκε ορθόδοξος. Ο Παΐσιος τον κατάλαβε και τον έδιωξε λέγοντας: "Αφού δεν είσαι παπάς γιατί κάνεις τον παπά και έρχεσαι εδώ; Φύγε δεν σε θέλω!". Το μοναστήρι από την άλλη πλευρά μπορεί να θέτει μία τάξη ευπρέπειας. Δεν μπορεί να πηγαίνει μία γυναίκα με το σορτς. 
Είναι εσφαλμένο αυτό που είχε πει ο μακαριστός Χριστόδουλος "ελάτε στην Εκκλησία όπως είστε". Όχι κατά την άποψή μου, αλλά κατά τα λόγια του Χριστού. Ο Χριστός δεν μας κάλεσε να πάμε στην Εκκλησία όπως είμαστε, αλλά όπως Εκείνος θέλει. Γι’ αυτό είπε ότι "όποιος θέλει να έρθει σ’ εμένα να αρνηθεί τον -κακό- εαυτό του". Ο Χριστός δεν ενδιαφέρεται για οπαδούς. Ενδιαφέρεται για ανθρώπους που έχουν τις προδιαγραφές της ζωής, της κοινωνίας. Και βέβαια δεν ενδιαφέρεται για τα εξωτερικά γνωρίσματα. Θέλει όμως να αρνηθούμε τα στοιχεία εκείνα, τα οποία εκείνος δεν δέχεται.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που μου ανέφερε μία γνωστή μου Ηγουμένη. Μία ημέρα μετά τα όσα είχε πει τότε ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, πήγε ένα ζευγάρι στο μοναστήρι. Ο άνδρας με το σορτς και η γυναίκα με το μπικίνι. Άνοιξαν την πύλη του μοναστηριού, ρωτώντας το ζευγάρι τι ήθελε. "Περνούσαμε από εδώ, δεν ξέραμε ότι έχει μοναστήρι, πηγαίναμε για τη θάλασσα και είπαμε να προσκυνήσουμε", είπε το ζευγάρι. Όταν τους απάντησαν ότι δεν μπορούν να προσκυνήσουν, από τη στιγμή που δεν ήταν ευπρεπώς ενδεδυμένοι, εκείνοι επικαλέστηκαν τα λόγια του Χριστόδουλου, ο οποίος είχε καλέσει τον κόσμο να πάει "όπως είναι". Στη θάλασσα κανείς δεν θα τους παρεξηγούσε. Η αδιακρισία τους όμως επέβαλλε ότι επειδή «έτσι» ήταν εκείνη τη στιγμή, θα μπορούσαν να επισκεφθούν το μοναστήρι. Κάποιος άλλος θα θελήσει να πάει εντελώς γυμνός. Κι αν εκείνος δεν έχει πρόβλημα, έχουν όμως οι υπόλοιποι. 

"Οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα, ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω", έλεγε ο Απόστολος Παύλος. Δεν μπορούμε να ανατρέψουμε τα πάντα επειδή ο Θεός μας δέχεται. Παρά το γεγονός ότι ερχόμαστε γυμνοί στον κόσμο δεν σημαίνει ότι όσα ενοχλούν τον άλλον στην εν Χριστώ Ζωή θα τα αποδεχόμαστε».