Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

Ἕνα πανέμορφο ποίημα γιὰ τὸν Ὅσιο Παΐσιο τὸν Ἁγιορείτη


Μέσα στό καταχείμωνο
πού ὅλα ἡσυχάζουν,
χαρᾶς τά σήμαντρα ἠχοῦν,
ἀντιλαλοῦν καί κράζουν.
Πνοή ἀνέμου ἔφερε
τό ἔαρ τοῦ Ἁγίου,
τοῦ ἐκ Φαράσων μοναχοῦ
Ὁσίου Παϊσίου.
Καππαδοκία, Κόνιτσα,
Σινᾶ καί Ἅγιον Ὄρος
καί τοῦ Στομίου ἡ Μονή
ριγοῦν ἀγλαοφόρως. 
Στῆς Παναγούδας τό Κελλί
καμπάνες ἀντηχοῦνε
στ᾽ Ἄθω τήν ἅγια κορυφή 
πουλιά δοξολογοῦνε.
Στόν τάφο σου νυχθημερόν
ψυχές πολλές διαβαίνουν
καί γόνυ κλίνουν καί καρδιά
μέ δάκρυα τόν ραίνουν.
Τρέχουν πιστοί στίς ἐκκλησιές,
ψάλλουν, ὑμνολογοῦνε,
ἐμπρός στήν ἅγια σου μορφή
θερμῶς παρακαλοῦνε.
Ὅσιε νῦν Παΐσιε,
μαρτυρικούς τούς κόπους,
ἐδέχθης Χάριν ἄφθονον,
συνδράμεις τούς ἀνθρώπους.
Μά τώρα ἀναπαύεσαι 
εἰς δόξαν Παραδείσου 
καί στούς ναούς φωταγωγεῖ 
ἡ ἅγια ἡ μορφή σου.
Ἐν μέσῳ Θριαμβεύουσας
μέλπεις δοξολογίαν
καί μεταφέρεις τῶν πιστῶν
τήν θείαν ἱκεσίαν.
Πνευματοφόρε ἀσκητά,
δόξα τῆς Ἐκκλησίας,
Μοναχισμοῦ τό καύχημα,
κλέος Ὀρθοδοξίας.
Κρηπίς ἐδείχθης μοναστῶν
καί ἀσκητῶν ἡγέτης,
τοῦ τάγματος τ᾽ Ἀγγελικοῦ 
στῦλος καί ποδηγέτης.
Ἐνίσχυσον τούς μοναχούς,
δοκίμους καί τελείους,
τίς ὑποσχέσεις Σχήματος
νά ζοῦν ὁλοκαρδίως.
Ὅπου τῆς γῆς ἀσκούμενοι,
ὑπομονῆς τήν χρείαν,
μέ πίστι νά σχοινοβατοῦν
εἰς τήν ὀρθροπραξίαν.
Χαρίτωνε ψυχές πιστῶν,
πού ζοῦν μέσα στή δίνη
καί τόν βελίαρ πολεμοῦν
μέ πόνο καί ὀδύνη. 
Τοῦ κόσμου τήν νεότητα
ἐπίσκεψον ἐν τάχει
κι ὁδήγησον τά τέκνα σου
εἰς θεῖον μονοπάτι. 
Εὐλόγησον τό ἔθνος μας,
προστάτευσον δεσμίους,
τόν κόσμον πάντα φύλαξον
δίωξον πολεμίους.
Μά πιότερο ἐνίσχυσον
ποιμένων τόν ἀγῶνα,
π᾽ ὀρθοτομοῦν νυχθημερόν
εἰς δυστυχῆ αἰῶνα.
Ἀγλάϊσμα ἡσυχαστῶν,
Ὅσιε Ἐκκλησίας,
νῦν πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν,
στάλαξον εὐλογίας.
Πηγή: ΧΡΙΣΤΟΫΦΑΝΤΟΣ

“Ἕνας ταπεινός λογισμός κάνει ἀμέσως τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ νά ἐνεργεῖ…”



Μου έκανε εντύπωση πώς ένας ταπεινός λογισμός κάνει αμέσως την Χάρη του Θεού να ενεργή. Είχε έρθει στο Καλύβι ένα ξένο γατάκι. Το καημένο, φαίνεται , κάτι είχε φάει που το πείραξε και ζητούσε βοήθεια. Χτυπιόταν από τον πόνο και πεταγόταν σαν το χταπόδι, όταν το χτυπούν… Το λυπόμουν που το έβλεπα σ’ αυτήν την κατάσταση, αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτε. Το σταύρωνα, το ξανασταύρωνα, τίποτε! «Βρε ταλαίπωρε, λέω τότε στον εαυτό μου, βλέπεις τα χάλια σου; Τόσα χρόνια καλόγερος, ούτε ένα γατί δεν μπορείς να βοηθήσης!». Μόλις ελεεινολόγησα τον εαυτό μου, εκεί που το γατάκι κόντευε να ψοφήση , αμέσως συνήλθε. Ήρθε κοντά μου, μου έγλειφε τα πόδια και έκανε χαρούμενο όμορφες τούμπες… Τι δύναμη έχει η ταπείνωση! Γι’ αυτό λέει: «Εν τη ταπεινώσει ημών εμνήσθη ημών ο Κύριος».
Έχω προσέξει ότι ένας ταπεινός λογισμός κάνει τον άνθρωπο να λάμπη, να ακτινοβολή.
Όταν ο άνθρωπος παίρνη όλο το σφάλμα πάνω του , τον λούζει η Χάρις του Θεού. Ήρθε προχτές ένας γιατρός που έχει πολλά παιδιά και μου είπε: «Πάτερ μου, έχω πολλή υπερηφάνεια και γίνεται αιτία η δική μου υπερηφάνεια να κάνουν αταξίες τα παιδιά». Και το έλεγε αυτό μπροστά στα παιδιά του και τα μάτια του ήταν βουρκωμένα , αλλά το πρόσωπό του έλαμπε! Το ίδιο πρόσεξα προ ημερών και εδώ. Ήρθαν μερικές αδελφές να συζητήσουμε. Είπαμε διάφορα˙ αναγκάστηκα να τις μαλώσω πολύ. Μία από αυτές δεν βοηθήθηκε καθόλου˙ κρύα ήρθε, κρύα έφυγε˙ μόνον εκεί πέρα έλεγε τα κουσούρια των άλλων χαρτί και καλαμάρι- βλέπεις , όποιος δεν κάνει δουλειά στον εαυτό του, έχει αυτό το ..χάρισμα! Μία άλλη στρυμώχθηκε, μέχρι που έκλαψε . Ταπεινώθηκε , αλλά μετά έλαμπε το πρόσωπό της. Βλέπετε τι κάνει ένας ταπεινός λογισμός με συντριβή! Αμέσως πάνε όλα τα κουσούρια στην άκρη, τακτοποιείται ο άνθρωπος και ακτινοβολεί το πρόσωπό του˙ ενώ με έναν λογισμό υπερήφανο ή βλάσφημο σκοτεινιάζει.
Όσο ανεβάζει πνευματικά την ψυχή μας ένας πολύ ταπεινός λογισμός που θα φέρη για μια στιγμή ο άνθρωπος, δεν την ανεβάζουν χρόνια ολόκληρα αγώνες υπερφυσικοί.
- Γέροντα, αν κάποιος είναι υπερήφανος και βάλη έναν ταπεινό λογισμό , θα τον βοηθήση ο Θεός;
- Εμ, αν βάλη έναν ταπεινό λογισμό δεν θα είναι υπερήφανος˙ θα είναι ταπεινός και θα τον βοηθήση ο Θεός. Ο άνθρωπος είναι τρεπτός˙ πάει μία από ‘δω- μια από ‘κει, ανάλογα με το τι λογισμό έχει. Ο υπερήφανος , αν βάλη έναν ταπεινό λογισμό , βοηθιέται. Και ο ταπεινός , αν φέρη έναν υπερήφανο λογισμό , παύει να είναι ταπεινός. Είναι κανείς σε καλή πνευματική κατάσταση; Αν υπερηφανευθή , τον εγκαταλείπει η Χάρις του θεού και φθάνει σε άσχημη κατάσταση. Είναι σε άσχημη κατάσταση ,γιατί έκανε λ.χ. κάποιο σφάλμα; Αν συναισθανθή το σφάλμα του και μετανοήση ειλικρινά, έρχεται η ταπείνωση και φθάνει σε καλή κατάσταση, γιατί η ταπείνωση φέρνει την Χάρη του Θεού. Αλλά, για να γίνη η ταπείνωση μόνιμη κατάσταση στον άνθρωπο, ώστε να παραμείνη μέσα του η Χάρις του Θεού, χρειάζεται δουλειά πνευματική.

Από το βιβλίο: «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Ε΄
ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ»
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΕΟ


Κατ’ εμέ η αγάπη είναι τριών ειδών: η σαρκική αγάπη, η οποία είναι γεμάτη πνευματικά μικρόβια, η κοσμική αγάπη, η οποία είναι φαινομενική, τυπική, υποκριτική, δίχως βάθος, και η πνευματική αγάπη, η οποία είναι αληθινή, η αγνή, η ακριβή αγάπη. Αυτή η αγάπη είναι αθάνατη!
Να έχετε το νου σας συνέχεια στο Θεό. Να λέτε την ευχή, να μιλάτε με το Θεό. Όταν ο άνθρωπος κάνει αυτήν την εργασία, κατ’  αρχάς νιώθει λίγο την αγάπη του Θεού και αργότερα, όσο προχωράει, την νιώθει όλο και πιο πολύ. Ο νους του βρίσκεται μόνιμα πλέον στον Θεό, και δεν τον συγκινεί τίποτα πλέον το γήινο και το μάταιο. Στην καρδιά του φουντώνει η αγάπη προς το Θεό, γεμίζει και δε θέλει πια να σκέφτεται τίποτα άλλο εκτός από τον Θεό. Αδιαφορεί για όλα τα του κόσμου και σκέφτεται συνέχεια τον Ουράνιο Πατέρα. Βλέπεις, όσοι ασχολούνται με εφευρέσεις, απορροφούνται από την επιστήμη. Πού είναι όμως η δική μας απορρόφηση από τον Χριστό;
Όταν ανάψει η πνευματική αγάπη, φλογίζεται όλο το στήθος. Όλο το στήθος γίνεται μια φλόγα. Καίγεται ο άνθρωπος από τη μεγάλη γλυκιά φλόγα της αγάπης του Θεού, πετάει, αγαπάει με αγάπη πραγματική, μητρική. Αυτή η εσωτερική φλόγα, την οποία ανάβει ο ίδιος ο Χριστός με την αγάπη Του, θερμαίνει  το σώμα πολύ περισσότερο  από την αισθητή φωτιά και έχει τη δύναμη να καίει κάθε σκουπίδι, κάθε κακό λογισμό καθώς και κάθε κακή επιθυμία και άσχημη εικόνα. Τότε η ψυχή αισθάνεται και τις θείες ηδονές που δεν συγκρίνονται με καμιά άλλη ηδονή!
Τι μεγάλο κακό κάνουμε οι περισσότεροι άνθρωποι να μη θέλουμε να δώσουμε την αγάπη μας στον Χριστό, αλλά να την χαραμίζουμε σε γήινα, φθηνά και μάταια πράγματα! Μια ζωή ακόμη και χιλίων ετών, και χιλιάδες καρδιές να έχει κανείς, δεν φθάνουν για να τις δώσει στον Χριστό για την μεγάλη αγάπη που μας έδειξε και που μας δείχνει συνέχεια: μας συγχωρεί, μας ανέχεται και καθαρίζει τις βρώμικες ψυχές μας με το θεϊκό του αίμα.
Κανείς δεν μπορεί να συλλάβει πόσο αγαπάει ο Θεός τον άνθρωπο! Η αγάπη Του δεν συγκρίνεται με τίποτε! Δεν έχει όρια! Είναι τόσο μεγάλη που, κάτι ελάχιστο αν αισθανθεί ο άνθρωπος από την αγάπη αυτήν, η πήλινη καρδιά του δεν μπορεί να την αντέξει∙ διαλύεται, γιατί είναι πηλός.
Όταν δώσει κανείς την καδιά του στον Θεό, όλα τα αγαπάει∙όχι μόνο όλους τους ανθρώπους. Αλλά και τα πουλιά και τα δένδρα, ακόμη και τα φίδια.
Αν μεθύσει ο άνθρωπος πνευματικά με το ουράνιο κρασί, η ζωή του εδώ στη γη γίνεται μαρτυρική, με την καλή όμως έννοια. Αχρηστεύεται για τον κόσμο, αδιαφορεί για καθετί γήινο και όλα τα θεωρεί «σκύβαλα». Η ουράνια μέθη είναι καλή, αλλά πρέπει να είναι κανείς συνέχεια εκεί, στο ατέλειωτο βαρέλι, το ουράνιο. Εύχομαι να βρείτε την παραδεισένια θεία κάνουλα και να πίνετε και να μεθάτε συνέχεια από το παραδεισένιο κρασί!
ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ
«Μηδείς το εαυτού ζητείτω αλλά το του ετέρου έκαστος», λέει ο Απόστολος Παύλος. Όλη η βάση στην πνευματική ζωή εδώ είναι: να ξεχνάω τον εαυτό μου με την καλή έννοια και να σκέφτομαι τον άλλο, να συμμετέχω στον πόνο, στην δυσκολία του άλλου. Να μην κοιτάζω πώς να ξεφύγω την δυσκολία, αλλά πώς να βοηθήσω τον άλλο, πώς να τον αναπαύσω.
Όσοι έχουν κοσμική αγάπη μαλώνουν ποιος να αρπάξει περισσότερη αγάπη για τον εαυτό του. Όσοι όμως έχουν την πνευματική, την ακριβή αγάπη μαλώνουν ποιος να δώσει περισσότερη αγάπη στον άλλο. Αγαπούν χωρίς να σκέφτονται αν τους αγαπούν ή δεν τους αγαπούν οι άλλοι, ούτε ζητούν από τους άλλους να τους αγαπούν. Θέλουν όλο να δίνουν και δίνονται, χωρίς να θέλουν να τους δίνουν και να τους δίνονται. Αυτοί οι άνθρωποι αγαπιούνται απ’ όλους, αλλά πιο πολύ απ’ τον Θεό, με τον Οποίο και συγγενεύουν.
Μέσα στον πόνο κρύβεται περισσότερη αγάπη από την κανονική. Γιατί, όταν πονάς τον άλλο, τον αγαπάς λίγο παραπάνω. Αγάπη με πόνο είναι να σφίξεις στην αγκαλιά σου έναν αδελφό σου που έχει δαιμόνιο και το δαιμόνιο να φύγει. Γιατί η «σφιχτή» αγάπη, η πνευματική αγάπη με πόνο, δίνει παρηγοριά θεϊκή στα πλάσματα του Θεού, πνίγει δαίμονες, ελευθερώνει ψυχές και θεραπεύει τραύματα με  το
βάλσαμο της αγάπης του Χριστού που χύνει. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι όλος ένας πόνος. Λειώνει από τον πόνο για τους άλλους, εύχεται, παρηγορεί. Και ενώ παίρνει τον πόνο των άλλων, είναι πάντα χαρούμενος, γιατί ο Χριστός του παίρνει τον πόνο και τον παρηγορεί πνευματικά.
Για να χαίρεται κανείς αληθινά, πνευματικά, πρέπει να αγαπάει, και για να αγαπάει, πρέπει να πιστεύει. Δεν πιστεύουν οι άνθρωποι και γι’  αυτό δεν αγαπούν, δεν θυσιάζονται και δεν χαίρονται. Αν πίστευαν θα αγαπούσαν, θα θυσιάζονταν και θα χαίρονταν. Από τη θυσία βγαίνει η μεγαλύτερη χαρά!
Όταν αγαπάς, χαίρεσαι. Και όταν αυξηθεί η αγάπη, τότε ο άνθρωπος δεν ζητάει την χαρά για τον εαυτό του, αλλά θέλει να χαίρονται οι άλλοι. Η θεϊκή χαρά έρχεται  με το δόσιμο!
Κάποτε ένας απλός άνθρωπος παρακαλούσε τον Θεό να του δείξει πως είναι ο Παράδεισος και η κόλαση. Ένα βράδυ λοιπόν στον ύπνο του άκουσε μια φωνή να του λέει:
«Έλα, να σου δείξω την κόλαση». Βρέθηκε τότε σ’ ένα δωμάτιο, όπου πολλοί άνθρωποι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι και στη μέση ήταν μια κατσαρόλα γεμάτη φαγητό. Όλοι όμως οι άνθρωποι ήταν πεινασμένοι, γιατί δεν μπορούσαν να φάνε. Στα χέρια τους κρατούσαν από μια πολύ μακριά κουτάλα∙ έπαιρναν από την κατσαρόλα το φαγητό, αλλά δεν μπορούσαν να φέρουν την κουτάλα στο στόμα τους. Γι’ αυτό άλλοι γκρίνιαζαν, άλλοι φώναζαν, άλλοι έκλαιγαν…
Μετά άκουσε την ίδια φωνή να του λέει: «Έλα τώρα να σου δείξω και τον Παράδεισο» . Βρέθηκε τότε σ’ ένα άλλο δωμάτιο όπου πολλοί άνθρωποι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι όμοιο με το προηγούμενο και στη μέση ήταν πάλι μια κατσαρόλα με φαγητό και είχαν τις ίδιες μακριές κουτάλες. Όλοι όμως ήταν χορτάτοι και χαρούμενοι, γιατί ο καθένας έπαιρνε με την κουτάλα του φαγητό από την κατσαρόλα και τάιζε τον άλλο. Κατάλαβες τώρα κι εσύ πώς μπορείς να ζεις από αυτήν την ζωή τον Παράδεισο;
Αποσπάσματα από το βιβλίο «Πάθη και Αρετές», του γέροντος Παϊσίου του αγιορείτου.

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑ΄Ι'ΣΙΟΣ''ΛΟΓΟΙ ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΡΑΣ ΚΑΙ ΑΔΙΚΙΑΣ''

Παΐσιος ο Αγιορείτης: Το κέρδος άπό... τήν αδικία

Ο δίκαιος ανταμείβεται και σ’ ετούτη την ζωή.
Έχω δει ψυχές που αδικήθηκαν, αλλά υπέμειναν την αδικία με καλούς λογισμούς και τους έλουσε η Χάρις σ’ αυτήν την ζωή. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου » 
.
Ο δίκαιος έχει τον Θεό με το μέρος του. 
Όλοι οι άνθρωποι δεν χωράνε σ’ αυτόν τον κόσμο σήμερα. Αν κάποιος θέλη να ζήση τίμια και πνευματικά, δεν χωράει μέσα στον κόσμο.
 - Γέροντα, γιατί δεν χωράει;
 - Όταν είναι κανείς ευαίσθητος και βρεθή σε ένα σκληρό περιβάλλον και του κάνουν την ζωή μαύρη, πώς να αντέξη; ή πρέπει να βρίζη κ.λπ. ή να φύγη. Αλλά και να φύγη δεν μπορεί, γιατί χρειάζεται να ζήση. Του λέει το αφεντικό: Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου

 “Τω τον φόρον τον φόρον…” 
- Γέροντα, όταν αγοράζουμε κάτι για το Μοναστήρι, μερικοί δεν δέχονται να μας κόψουν τιμολόγιο. Τι να κάνουμε;
 - Τιμολόγια να σας κόβουν πάντοτε και εσείς να κόψετε τις απαιτήσεις σας. Να περιορίσετε τις ανάγκες σας και να φτιάχνετε μόνον ό,τι είναι απαραίτητο. Εγώ έτσι θα έκανα. Θα τα στείλη ο Θεός. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου»

Αυτός που μας αδικεί, μας ευεργετεί 
- Γέροντα, πώς να βλέπουμε αυτόν που μας αδικεί;
- Πώς να τον βλέπουμε; Σαν έναν μεγάλο ευεργέτη μας, που μας κάνει καταθέσεις στο Ταμιευτήριο του Θεού. Μας κάνει πλούσιους αιώνια. Μικρό πράγμα είναι αυτό; Τον ευεργέτη μας δεν τον αγαπούμε; Δεν του εκφράζουμε την ευγνωμοσύνη μας; Έτσι και αυτόν που μας αδικεί να τον αγαπούμε και να τον ευγνωμονούμε, γιατί μας ευεργετεί αιώνια. Οι άδικοι αδικούνται αιώνια, ενώ όσοι δέχονται με χαρά την αδικία δικαιώνονται αιώνια. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου»

Η αδικία ταλαιπωρεί και τους απογόνους 
- Γέροντα, όταν έφυγα για μοναχή, οι δικοί μου φέρθηκαν άδικα. Μπορώ να ζητήσω αυτό που μου δίνεται από τον νόμο;
 - Όχι, δεν ταιριάζει.
 - Φοβάμαι μήπως τους βρη κανένα κακό από την αδικία.
 - Να, αυτό είναι το καθαρό φιλότιμο! Αν ήμουν εγώ στην θέση σου, θα τους έλεγα: “Εγώ για τον εαυτό μου δεν θέλω τίποτε. Το μερίδιο όμως που μου ανήκει, θα ήθελα να το μοιράσετε με τα χέρια σας στους φτωχούς. Δώστε πρώτα στους φτωχούς συγγενείς. Σας το λέω αυτό, για να μη φθάση στα παιδιά σας η οργή του Θεού”. Γιατί μπορεί καμμιά φορά Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Ο άδικος βασανίζεται 
Ο άδικος, και γενικά κάθε ένοχος, όταν δεν ζητήση συγχώρηση, ταλαιπωρείται από την συνείδησή του και επιπλέον από την αγανάκτηση του αδικημένου. Γιατί, όταν ο αδικημένος δεν τον συγχωρήση και γογγύζη, τότε ο άδικος ταλαιπωρείται πολύ, βασανίζεται. Δεν μπορεί να κοιμηθή. Σαν να τον χτυπούν κύματα και τον φέρνουν σβούρα. Είναι μυστήριο πράγμα το πώς το πληροφορείται! Όπως, όταν ένας αγαπά κάποιον και τον σκέφτεται με την καλή έννοια, εκείνος το πληροφορείται, έτσι και σ’ αυτήν την περίπτωση. Ώ, ο γογγυσμός του άλλου τον κάνει άνω-κάτω! Και μακριά να είναι, τι στην Αυστραλία, τι στο Γιοχάννεμπουργκ, δεν μπορεί να ησυχάση, όταν είναι αγανακτισμένος ο άλλος εξ αιτίας του.
- Αν είναι αναίσθητος;
- Οι αναίσθητοι λες ότι δεν υποφέρουν; Το πολύ-πολύ να καταφύγουν σε καμμιά ψυχαγωγία, για να ξεχασθούν. Μπορεί πάλι ο αδικημένος να τον συγχώρησε τον ένοχο, αλλά να έχη μείνει λίγη αγανάκτηση μέσα του. τότε και ο ίδιος ταλαιπωρείται σε έναν βαθμό, αλλά ο ένοχος ταλαιπωρείται πολύ από την αγανάκτηση του άλλου. Αν όμως ο ένοχος ζητήση συγνώμη και δεν του την δώση ο αδικημένος, τότε ταλαιπωρείται εκείνος. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη φωτιά από το εσωτερικό κάψιμο της ψυχής από την συνείδηση. Την βασανίζει και την τρώει συνέχεια με το σαράκι σ’ ετούτη την ζωή και πιο πολύ φυσικά θα την τρώη στην άλλη ζωή, την αιώνια, “ο ακοίμητος σκώληξ”, αν δεν μετανοήση ο άνθρωπος σ’ αυτήν την ζωή και δεν επιστρέψη τις αδικίες του στους συνανθρώπους του, έστω και με την αγαθή του προαίρεση, σε περίπτωση που δεν μπορεί με άλλον τρόπο.
Θυμάμαι ένας δικηγόρος, που έκανε πολλές αδικίες, πόσο βασανίσθηκε στο τέλος της ζωής του. εξασκούσε Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Πώς ψεύτισε ο κόσμος 
Η κακία των ανθρώπων έχει ξεπεράσει τα όρια. Κοιτάζουν πώς να ξεγελάση ο ένας τον άλλον. Και το θεωρούν κατόρθωμα που τον ξεγελούν. Αλήθεια, πώς ψεύτισε ο κόσμος! Όλα ψεύτικα τα φτιάχνουν. Χρήματα εν τω μεταξύ παίρνουν περισσότερα απ’ όσα έπαιρναν οι παλιοί, οι καημένοι. Γενικά όλα τα ψεύτισαν. Μια μέρα μου έφερε κάποιος ντοματιές. Κάθε φυτό ήταν σε ένα σακκουλάκι μικρούτσικο με χώμα χοντρό, μέλαγγα, αμμούδα χοντρή, για να κρατάη την υγρασία. Βαριούνται να ρίξουν λίγο νερό! Ούτε καν να βάλουν κοπριά, μόνον επάνω-επάνω είχε λίγη σαν το μαυροπίπερο! Οπότε, όταν τις έβγαλα από το σακκουλάκι, όλη η ρίζα ήταν σάπια. Έρριξα ένα στρώμα χώμα από πάνω, για να βγάλουν νέες ρίζες.
 Και πώς ξεγελούν τον κόσμο! Να δήτε, μου είχαν φέρει Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Η αδικία μαζεύει οργή Θεού 
Μεγάλη υπόθεση να έχη ο άνθρωπος την ευλογία του Θεού! Πλούτος είναι! Ό,τι έχει ευλογία, στέκει, δεν γκρεμίζεται. Ό,τι δεν έχει ευλογία, δεν στέκει. Η αδικία είναι μεγάλη αμαρτία. Όλες οι αμαρτίες έχουν ελαφρυντικά, η αδικία δεν έχει, μαζεύει οργή Θεού. Φοβερό! Αυτοί που αδικούν, βάζουν φωτιά στο κεφάλι τους. Από την μια μεριά βλέπεις να κάνουν μια αδικία και από την άλλη να πεθαίνουν δικοί τους άνθρωποι και να μη δίνουν σημασία. Πώς να κάνουν προκοπή οι άνθρωποι με τόσες αδικίες; Κάνουν αυτά που κάνουν, δίνουν δικαιώματα και στον διάβολο, γι’ αυτό μετά περνούν δοκιμασίες, τους βρίσκουν αρρώστιες κ.λπ. και σου λένε: “Κάνε προσευχή να γίνω καλά”.
Τα περισσότερα κακά που συμβαίνουν είναι Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Σωστή τοποθέτηση απέναντι στην αδικία 
- Γέροντα, όταν με αδικούν, ή καρδιά μου σκληραίνει.
- Για νά μη σκληραίνη, ποτέ να μή σκέφτεσαι ότι φταίει ή πόσο φταίει ό άλλος πού σέ αδικεί, άλλα πόσο φταις εσύ. Βλέπεις, όταν οι άνθρωποι μαλώνουν μεταξύ τους, όλοι τους λένε ότι έχουν δίκαιο, μόνον πού παίρνουν περισσότερο δίκαιο άπ’ όσο δικαιούνται, γι’ αυτό καί διαφωνούν  συνέχεια.
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Η χαρά από την αποδοχή της αδικίας 
- Γέροντα, όταν δέχωμαι ευχάριστα την επίπληξη γιά μιά ζημιά πού κάνω, αυτό πού νιώθω είναι καθαρό;
- Κοίταξε, αν κάνης ζημιές και σέ μαλώνουν καί  δέν γκρινιάζης, αλλά χαίρεσαι και λές: δόξα Σοι ό Θεός, αυτό μου χρειαζόταν, θά εχης μισή χαρά. Άν όμως δέν κάνης ζημιές καί σέ μαλώνουν άδικα κι εσύ το δέχεσαι μέ καλό λογισμό,  τότε θά εχης ολόκληρη την χαρά.
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Το κέρδος άπό τήν αδικία 
- Γέροντα, όταν ενοχοποιούμαι άπό κάτι πού θά πή γιά μένα μία αδελφή, ένώ δέν φταίω, δέν το σηκώνω καί ψυχραίνομαι μαζί της.
- Γιά στάσου λίγο! Τί λέει το Τυπικό της Εκκλησίας γι’ αυτό; 
Σέ ποια περίπτωση υπάγεται; Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Η άγια υποκρισία 
-Γέροντα, πόσοι είναι οι αναχωρητές στο  Άγιον  Όρος;
- Δέν  ξέρω  λένε  ότι είναι  επτά.  Έδώ  καί  μερικά  χρόνια  είναι  πολύ  δύσκολο  νά  βρή κανείς  τόπο  ήσυχο,  γιά  νά  άσκητέψη.  Γι’  αυτό Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Αποταμίευση στον Ουρανό 
- Γέροντα, στενοχωριέμαι, οταν οι άλλοι δέν έχουν καλή γνώμη γιά μένα.
- Καλά πού μου το είπες! Άπό σήμερα θά κάνω ευχή οί άλλοι νά μήν έχουν ποτέ καλή γνώμη γιά σένα, γιατί αυτό σέ συμφέρει, καλό μου παιδί. Οικονομάει ό Θεός νά μας αδικήσουν οί
άνθρωποι ή νά μας πουν καμμιά κουβέντα, γιά νά εξοφλήσουμε μερικές αμαρτίες μας ή γιά νά αποταμιεύσουμε κάτι στην άλλη ζωή.

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Ο δεκάλογος: Ένα άγνωστο κείμενο του Οσίου Παϊσίου Γιώργος Αγέτης



Τέλη Αυγούστου του 1998. Αγιονόρος, Καρυές, μεσημέρι. Μου λέει ξαφνικά ο λογισμός να πάω στα Κατουνάκια στον Άγιο Υπάτιο[1]
Έκανα έντονη ευχή και ο λογισμός επέμενε καθαρός. Πήρα το σακίδιο και έφυγα. Σταυρός, Καστανάρα, Αντίθωνας, Χωραφίνα. Περπατούσα αργά, για να είμαι το πρωΐ στα Κατουνάκια. Κατέβηκα στον Άγιο Παύλο, Νέα Σκήτη, Αγία Άννα, Μικρή Αγία Άννα, Κατουνάκια, Άγιος Υπάτιος ψηλά το πρωΐ. 
Πήγα παράμερα στα βράχια όπου καθόμουν κάθε που περνούσα, και συλλογιζόμουν τον λόγο του ερχομού μου. Σηκώθηκα απότομα και μπήκα στο κελλάκι στον διάδρομο. 
Στο δεύτερο βήμα κάτι συνέβη και σταμάτησα και στράφηκα αριστερά και βλέπω στον σοβά με κάρβουνο γραμμένο το παρακάτω κείμενο με κεφαλαία, ακριβώς στη διάταξη που το παραθέτω

«Η αναζήτηση της τελειότητας του πνεύματος είναι η μόνη πράξη που δικαιώνει το ανθρώπινο γένος.

Αστόχαστε διαβάτη που δεν γνωρίζεις.
Συλλογίσου συνέχεια.
Εχθρός είναι:

Ο εγωϊσμός

Το βόλεμα

Το τυπικό χωρίς ουσία

Η στενοκεφαλιά

Το παραδεκτό

Το πρόγραμμα

Η καταπίεση

Η ατολμία

Ο φόβος

Ο θάνατος

Το έγραψα αμέσως στο τεφτέρι μου και με ένα ξύλο έσβησα τα γράμματα στον σοβά, ο οποίος ήταν σαν σκόνη από την υγρασία.

Γνωρίζω ότι το κείμενο είναι του ΓεροΠαΐσιου

[1] Στο κελλί του Αγίου Υπατίου είχε διαμείνει και ασκητεύσει ο Άγιος Παΐσιος κατά το έτος 1966
.

Το τελευταίο Πάσχα του Γέροντα Παΐσιου(1994) Του Ἀρχιμ. Ἀρσενίου Κατερέλου



Τώρα, όσον άφορα στον Γέροντα Παΐσιο, με αφορμή την Θεολογική Σχολή, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 93-94, πήγαινα τακτικά στην Σουρωτή και έκανα αρκετές, τότε, ακολουθίες, Λειτουργίες, κλπ.

Θυμάμαι ότι, όταν κάναμε ένα Ευχέλαιο και την ώρα πού ή άναξιότης μου θα έχριε τον Γέροντα Παΐσιο, εκείνος, λόγω της ιεροσύνης μου και της ταπείνωσης του, βέβαια, έσκυψε και φίλησε το αμαρτωλό χέρι μου. Εγώ τότε, κοκκίνισα, τάχασα, και ό μόνος τρόπος πού μπορούσα νομίμως να αντιδράσω ήταν κι εγώ, αυθόρμητα, να πάρω την ιδική του ευχή, γιατί είχα μπροστά μου έναν Άγιο, και να ασπασθώ κι εγώ, ταυτόχρονα, το δικό του χέρι. Με την κίνηση, όμως, πού έκανα για να φθάσω και να ασπασθώ το δικό του χέρι, έγινε μία σύγκρουσης κεφαλιών...!
Μόνο, πού το ένα ήταν γεμάτο μυαλό, ή μάλλον, γεμάτο θεία Χάρι, και το άλλο ήταν κούφιο, και από μυαλό, και από Χάρι, και αυτό φάνηκε και από τον χτύπο - σχήμα υπερβολής, βέβαια.


Αποκορύφωμα βέβαια όλης αυτής της συγκυρίας, με αφορμή την Θεολογική Σχολή, πού με έστειλε ό π. Παΐσιος, ήταν να κληθώ στην Μονή της Σουρωτής, για να κάνω τις ακολουθίες του Πάσχα, το 1994, το τελευταίο Πάσχα της επί γης ζωής του Γέροντα.
Τώρα, το πώς πήρα άδεια από τον Δεσπότη μου,στην Λαμία, και πώς ένας Δεσπότης είναι δυνατόν να αφήσει έναν ιερέα, να πάρει άδεια το Πάσχα, είναι μυστήριο, είναι ανεξήγητο, το πώς άνοιγαν οι πόρτες... Μάλιστα, μου είπε ό τότε Σεβασμιότατος, κυρός Δαμασκηνός: «Φύγε αμέσως, δεν θέλω να μου εξήγησης κανένα λόγο». Και, τότε, του είπα, γιατί του άρεσαν τα αστεία: «Φεύγω πριν το μετανιώσετε»....
Πράγματι, έφυγα γιατί φοβόμουν να μη το μετανοιώση και να μην έπηρεασθή... Είχα προετοιμασθή, να του πω πολλά επιχειρήματα, μήπως και με άφηνε να πάω εκεί, στην Σουρωτή, αλλά δεν χρειάσθηκε.

Και θυμάμαι όλα, όσα έγιναν εκείνη την Μεγάλη Εβδομάδα, στην Σουρωτή τα συγκινητικότατα, και ιδιαίτερα την Μεγάλη Πέμπτη το πρωί, στην Λειτουργία, στην ακολουθία, και κατά την ακολουθία της Αναστάσεως, πού αυτές έγιναν χωρίς κόσμο, εννοείται. Έγιναν παρουσία μόνον του Γέροντος και της αδελφότητος εκεί, στο παρεκκλήσι των Ταξιαρχών, των Αρχαγγέλων.
Τί να πρωτοαναφέρω, από όσα επιτρέπονται, βέβαια. Ό τρόπος με τον όποιο ό π. Παΐσιος έπαιρνε το Άγιο Φώς κι ενώ έψελνε τόσο σιγά, νόμιζες ότι βοά προς τον Κύριο. Όπως τότε, πού είπε ό Θεός στον Μωυσή «τί βοάς προς με;» κι ό Μωυσής μιλούσε από μέσα του. Πώς σιγόψελνε σέ όλη την ακολουθία... Ό τρόπος πού έλεγε τα «Αληθώς Ανέστη!» Ή ευλάβεια του. Οι σταυροί του. Το ύφος του, οι κινήσεις του, τα πάντα του. Το πώς κοινωνούσε από την αναξιότητα μου. Μάς έπιανε ένα τρέμουλο... Ή καρτερία του, πού έδειχνε στους πόνους. Ή όλη φερέπονος διάθεσίς του, κλπ., γιατί, τότε, είχαν απομείνει μόνο 25-30 κιλά βάρος στο σώμα του.
Φυσικά, μου μένει αξέχαστη ή τελευταία συνάντησις πού είχαμε μετά τον Εσπερινό της Αγάπης, όπου μεταξύ των άλλων, μου έλεγε τί του είχαν πει οι γιατροί. Οι γιατροί του είπαν, ότι ό καρκίνος θα έκανε μετάστασι και θα πήγαινε από το Α όργανο, στο Β στο Γ, στο Δ.... στο Ν, παντού. Έτσι του είχαν πει οι γιατροί, γιατί ήθελε να μάθη και την αλήθεια. Και, τότε ό π. Παΐσιος απήντησε χαριτωμένα, αναστάσιμα, ευχάριστα: «Ας πάει όπου θέλει ό καρκίνος, αρκεί έδω να μη πάει» είπε δείχνωντας το κεφάλι του. Δηλ., εννοούσε αρκεί να μη πειραζόταν ό νους του, για να έχει καλή απολογία. Γιατί, μου έλεγε: «Δεν έχει σημασία το πότε θα φύγωμε. Σημασία έχει να είμαστε πάντοτε έτοιμοι».
Μετά απ' αυτό, είπε στους γιατρούς: «Με κάνατε αστροναύτη, με τα οξυγόνα, με το α' καί με το β'... Τώρα, όμως, τελείωσε ή αποστολή σας. Τώρα αρχίζει ή δουλειά του Θεού». Μου είπε τότε και διάφορα άλλα....

Αλλά, καταλήγω εκεί πού ξεκίνησα. Εάν δεν έκανα παράλογη υπακοή να πάω Θεολογική Σχολή, προφανώς, μάλλον, δεν θα είχα αυτές τις πολλές και άλλες ευλογίες και πνευματικές παρηγοριές, πού είχα -αναξίως πάντα-, για τις όποιες, βέβαια, είμαστε αναπολόγητοι. Ελπίζομαι όμως στις ευχές του Γέροντα.
Ανάλογες, ανεξίτηλες παραστάσεις από τον παππούλη, έχομε, εννοείται, και από το Άγιον Όρος, πού ζούσε εκεί σαν καιομένη λαμπάδα. Από εκεί, π.χ., έχω μία κασέτα, από την ακολουθία της Αναστάσεως, στο Κελλί του π. Ισαάκ, όπου πάντα έκανε Πάσχα ό Γέροντας. Τότε, ήμουν δόκιμος, αλλά και άλλες φορές, ως φοιτητής, είχε τύχει να κάνω εκεί Πάσχα. Όλοι ήμασταν συγκινημένοι από την παρουσία του Γέροντα, ό όποιος ερχόταν από το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου και διηγιόταν ευχάριστα, ωφέλιμα περιστατικά.
Ό Γέροντας, όταν έψελνε, έψελνε από τα φυλλοκάρδια της καρδιάς του. Όταν μάλιστα κάποιοι του έλεγαν «Γέροντα ψάλε κάτι κι εσύ», έλεγε «ά, εγώ δεν θέλω να ψάλω κάτι, γιατί θέλω να ψέλνω συνέχεια», δηλ. συνεχώς. Πράγματι, σιγόψελνε σ' όλην την ακολουθία εκεί στην Λιτή -ας την πούμε έτσι- του παρεκκλησίου του Κελιού, του π. Ισαάκ.

Μάλιστα, εκεί ήταν κι ένας Λιβανέζος, -γιατί ήμαστε είκοσι πέντε περίπου άτομα εκ των οποίων δύο ήσαν Λιβανέζοι- και του είπε ό π. Παΐσιος «να διαβάσετε τις Πράξεις και στα Αραβικά». Και του άπαντα ό Λιβανέζος «μα, Γέροντα, δεν είναι σωστό, γιατί όλοι εσείς είστε Έλληνες, δεν θα καταλαβαίνετε τίποτε από τα Αραβικά». Και λέει ό π. Παΐσιος: «Καλύτερα, για να μην έχωμε και ευθύνη εν ήμερα Κρίσεως».... Έλεγε κι άλλα τέτοια χαριτωμένα.
Κάποια στιγμή, του είπε ένας Λιβανέζος: «Γέροντα, να σέ βγάλω «μία» φωτογραφία;» Κι ό Γέροντας του λέει: «Πονηρούλη, «μία» στα Αραβικά, σημαίνει 100»!
Ήταν άνοιξης, άκουγε τα πουλιά έξω να κελαϊδάνε και με ρωτάει: «Τί λένε, τώρα, τα πουλάκια;» «Που να ξέρω Γέροντα;» του λέω. «Ευλογημένε, λένε το "Χριστός Ανέστη!"»
Από το βιβλίο ''Περιστατικά και συνεντεύξεις δια τους γέροντας Παίσιον και Ισαάκ τους αγιορείτας''Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη